Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ιστορίες βιβλιοθηκών (2): οι Βρυξέλλες

Στις βιβλιοθήκες πολλές φορές εκτυλίσσονται (συχνά εν αγνοία μας) ιστορίες βιβλίων και αναγνωστών. Δύο μέρες μετά το προηγούμενο σημείωμα για τα μπορντέλα και τη βιβλιοθήκη της Καστοριάς, μας επισκέφτηκε τελικά ο Κ. Σημαιοφορίδης, με τον οποίο είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για το Ραφαηλίδη και τα δύο σημεία της Καστοριάς που αναφέρει στο βιβλίο του. Μου είπε πως οι ιδεολογικές διαφορές δεν αφαιρούσαν στο ελάχιστο την αμοιβαία εκτίμηση του ενός προς τον άλλο. Είπαμε πως θα πούμε περισσότερα όταν διαβάσει και εκείνος το «Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο».

Τα βιβλία είναι καταφυγές και περάσματα. Ετούτο σημαίνει πως ο ρόλος τους είναι παροδικός. Ακόμη και αν χρησιμοποιηθούν ξανά, οφείλεις είτε να βγεις από το τέλος τους, είτε να μπεις στην αρχή τους από άλλο σημείο. Είναι φιλόξενα όσο τα διαβάζεις- μετά μάλλον κλείνονται στον εαυτό τους και αφιερώνονται στη σιωπή της αυτάρκειάς τους. Τέλος, κατά κανόνα τα βιβλία εκδικούνται τους δημιουργούς τους ζώντας περισσότερο από αυτούς. Προνομιακός χώρος, όπου συντελούνται όλα αυτά είναι οι βιβλιοθήκες, τόποι αθανασίας των έργων του πνεύματος ή αν προτιμάτε, νεκροταφεία των δημιουργών του.

Το οδοιπορικό αυτό σε αναφορές των βιβλιοθηκών σε βιβλία συνεχίζεται με ένα χάρτη: θα διαλέξουμε μια πόλη, τις Βρυξέλλες, και θα γυρίζουμε γύρω της για να βρούμε την ευκαιρία να μιλήσουμε πάλι για το ρόλο των βιβλιοθηκών στην ιστορία μας.

… «Γεννήθηκα, κατά τύχη, στις Βρυξέλλες, καθώς οι γονείς μου αναζητώντας τον άρτο τον επιούσιο και τις καλές βιβλιοθήκες, ταξίδευαν στους δρόμους του κόσμου… η γνώση για μένα, δεν διαχωριζόταν από τη ζωή, ήταν η ίδια η ζωή… Έχω συχνά σκεφτεί, από τότε, ότι η ποίηση αντικαθιστούσε σε μας την προσευχή, … Είχα, κατά τύχη, βρει εύκολα δουλειά στη Μπελβίλ ως σχεδιαστής σε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε μηχανές. Το βράδυ ο οδοντωτός και το μετρό με οδηγούσαν μέχρι την Αριστερή Όχθη, στο Καρτιέ Λατέν… Μου έμενε μιάμιση ώρα για να διαβάσω στη Βιβλιοθήκη Σαιντ Ζενεβιέβ με ένα κεφάλι τόσο κουρασμένο που λειτουργούσε μόνο κατά το ήμισυ…»

Διαλέγω στιγμιότυπα, σκόρπιες φράσεις, από τη ζωή ενός βιβλιόφιλου επαναστάτη από αυτούς που έζησαν τον 20ο αιώνα στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την αλλαγή της κοινωνίας. Αρχικά αναρχικού, μετέπειτα μπολσεβίκου, κριτικού του σταλινισμού, συγγραφέα και ιστορικού…. Η αυτοβιογραφία του Βικτόρ Σερζ (Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, εκδ. Scripta, 2008) είναι ένα από τα βιβλία που διαφωτίζουν ποικιλότροπα τα σημαντικά γεγονότα του 20ου αι., με μια γραφή που ταλαντεύεται ανάμεσα στη στράτευση και την ελευθερία της σκέψης για να αφηγηθεί μια ζωή που ξεκινάει την πολιτική της δράση στους δρόμους και την τελειώνει στην εξορία και τις φυλακές.

Από τις Βρυξέλλες και συγκεκριμένα από τους σοσιαλιστές του Βελγίου ξεκίνησε μια πρακτική που αντέγραψαν στις αρχές του 20ου αιώνα οι «δημοκρατικοί» στην Ισπανία: Σοσιαλιστές και Ριζοσπάστες το έλεγαν “casa del pueblos” (σπίτι του λαού). Οι αναρχικοί το έλεγαν “centro obreros” (εργατικό κέντρο). Στην ουσία και το μεν και το δε ήταν αίθουσες συγκεντρώσεων. εκδηλώσεων και διδασκαλίας των προλετάριων και αγροτών, διάσπαρτες στην Ισπανία, όπου καλλιεργούνταν οι πολιτικοί και ιδεολογικοί δεσμοί τους. Κάθε κόμμα ή ιδεολογία είχε τα δικά του, πολλά δε πρόσφεραν και φαγητό ενώ σε αρκετά υπήρχαν και βιβλιοθήκες. Οι αναρχικοί όριζαν και βιβλιοθηκάριο του Κέντρου (Οι Ισπανοί αναρχικοί: τα ηρωικά χρόνια 1868-1936/Μάρεϊ Μπούκτσιν, εκδ. Βιβλιοπέλαγος, 2011)

Τρίτο σημείο πρόσβασης στις Βρυξέλλες ο σύντροφος Κάρολος. Είναι πασίγνωστη η σχέση του Μαρξ με τις βιβλιοθήκες, ιδιαίτερα τη Βρετανική, της οποίας ήταν σταθερός θαμώνας. Είναι αρκετά γνωστή και η παραίνεση του πατέρα του στον ίδιο, όταν ήταν φοιτητής (και μέλος της «Λέσχης των Ποητών») στη Βόννη να «γυμνάζει και το σώμα όπως το πνεύμα του», την οποία εξάλλου δεν τήρησε ποτέ… Σχετικά άγνωστο είναι το στιγμιότυπο που αναφέρεται στην περίοδο που ζούσε στις Βρυξέλλες, τη δημοτική βιβλιοθήκη των οποίων επισκεπτόταν τακτικότατα επίσης. Κάποια στιγμή αποφάσισαν με τον Έγκελς να κάνουν ένα ταξίδι 6 εβδομάδων στην Αγγλία προκειμένου να επωφεληθούν από τις πλούσιες σε υλικό βιβλιοθήκες του Μάντσεστερ και του Λονδίνου (Κάρολος Μαρξ/Φράνσις Γουίν, εκδ. Ωκεανίδα, 2001).

Και στις τρεις ιστορίες οι βιβλιοθήκες αποτέλεσαν εργαλείο μόρφωσης, έρευνας και ιδεολογικής εγρήγορσης για ανθρώπους που σημάδεψαν την ιστορία των κοινωνικών αγώνων. Καμιά φορά σκέφτομαι (ελπίζω) με τη δουλειά μου να συνεχίζω την παράδοση αυτή…

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Ιστορίες βιβλιοθηκών (1): η Ευλαμπία

Χθες η κόρη μας είχε γενέθλια- έκλεισε τα πολλά… δύο χρόνια της. Εντάξει μπορώ πια να καταλάβω τις διαφορές των δύο φύλων εναργέστερα… Ας πούμε, είμαι σίγουρος πως τώρα που κάθομαι να γράψω αυτό το σημείωμα, το βλέμμα της μου λέει με σιγουριά: «για μένα γράφεις, το ξέρω». Γι’ αυτό και εγώ, που δεν θέλω να με καταλάβει, για άλλα θα σας πω.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να με ενθουσιάζουν οι συναντήσεις της ανάγνωσης: γεγονότα και περιγραφές που σμίγουν μόνο γιατί έτυχε να διαβάσω βιβλία που τις περιέχουν απομονωμένες (για τους δικούς τους λόγους), στοιχεία που απαντούνται στη ζωή ή τη σκέψη μου και στα παράλληλα σύμπαντα της μυθοπλασίας ή της σκέψης των συγγραφέων.

Διάβασα αυτές τις μέρες στο «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο» του ευφυή, παθιασμένου και αριστερού Βασίλη Ραφαηλίδη μια περιγραφή για το μπουρδέλο της Καστοριάς, όπου έζησε τα εφηβικά του χρόνια. Μοιάζει να «συνομιλεί» με αυτό που έγραψα λίγες μέρες πριν για το παλιό μπουρδέλο της Κορίνθου:

… «το ωραιότερο θέαμα το πρόσφερε το μπορντέλο της Καστοριάς. Βρίσκονταν στην είσοδο της πόλης, σκαρφαλωμένο σε έναν βράχο. Μέσα είχε δυο «ιέρειες» την κυρία Νίκη και την κυρία Κούλα, που σε λίγο θα τις γνωρίσω καλά κι εγώ.

Όταν λοιπόν, επέστρεφαν οι στρατιώτες απ΄ τα μέτωπα του Γράμμου και του Βίτσι, δυο τεράστιες ουρές σχηματίζονταν έξω απ’ το μπορντέλο. Η μία κατέληγε στο κρεβάτι της κυρίας Νίκης. Και η άλλη στο κρεβάτι της κυρίας Κούλας. Παρόμοιες ουρές, ξανάδα μόνο όταν πήγα στο στρατό, όχι στο μπορντέλο της Κορίνθου, αλλά μπροστά απ’ το καζάνι του συσσιτίου» …

Η πρώτη εικόνα της 18μηνης στρατιωτικής μου ζωής ήταν οι μεγάλες ουρές μπροστά από τα μαγειρεία στο στρατόπεδο της Κορίνθου, και ακόμη πιο συγκεκριμένα ο ίσκιος μας πηγαίνοντας βράδυ για φαΐ που σέρνονταν σαν μαύρο φίδι στο γυμνό τοίχο που φώτιζε ένας δαιμονισμένος προβολέας. Για κάποιο λόγο αυτή η εικόνα τυπώθηκε στα μυαλά δύο αντρών με πολλά χρόνια διαφορά μεταξύ τους, με την ίδια ένταση και το ίδιο συναίσθημα…

Λίγες σελίδες μετά το «μπορντέλο» της Καστοριάς ο Ραφαλίδης μιλάει και για τη βιβλιοθήκη της:

… «Άρχισα, λοιπόν, να ψάχνω στη δημοτική βιβλιοθήκη της Καστοριάς, με τη βοήθεια του συμπαθέστατου και μεγαλοπρεπέστατου βιβλιοθηκάριου κυρίου Ζήκου, για βιβλία σχέση έχοντα με πολέμους, με αντάρτικα, με επαναστάσεις, όλα ανάκατα. Κι ούτω πως έφτασα κάποτε στην Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης του Μινιέ… Εκείνο τον καιρό διάβαζα μετά μανίας ό,τι μου ‘πεφτε στο χέρι. Από Καζαμία μέχρι Μάσκα, και από Ντελί μέχρι Ντοστογιέφσκι, Σαίξπηρ, Μολιέρο. Μολιέρος δεν υπήρχε στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μου τον σύστησε ο κύριος Ζήκος, ο βιβλιοθηκάριος.» …

Λίγες σελίδες πριν (στη ζωή πάντως δεν μπορείς να γυρνάς στις «πίσω σου σελίδες») αναφέρει τον «καλό του φίλο» και συμμαθητή Κώστα Σημαιοφορίδη. Ο παλιός βουλευτής της ΝΔ έρχεται συχνά στη βιβλιοθήκη που δουλεύω. Σκέφτομαι να τον ρωτήσω για το Ραφαηλίδη, τη βιβλιοθήκη της Καστοριάς και τον κύριο Ζήκκο και μάλλον και για το μπορντέλο, την κυρία Νίκη και την κυρία Κούλα (σαφώς άλλη από αυτήν του Κουμανταρέα στην ομώνυμη νουβέλα).

Ακόμη και αν υποκρίνομαι τον απορροφημένο στους λαβύρινθους της σκέψης μου, την παρακολουθώ να παίζει δίπλα μου, αδειάζοντας και γεμίζοντας ένα κουκλόσπιτο και να σιγομουρμουρίζει την «Ευλαμπία» (οικογενειακό σουξέ κι αυτό του καλοκαιριού), που μιλάει για μια ακόμη ιστορία ανάμεσα στα δύο φύλα….


(Συνεχίζεται…)

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Το διαρκές βίωμα


Ξέρεις, νομίζω πως η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν είναι κάτι που προστατεύεται για να μην αμαυρωθεί...


... θα έλεγα λοιπόν πως μάλλον είναι ένα διαρκές βίωμα αντίστασης

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Το έθνος και η δημοκρατία

Από την εποχή που ο «Εθνικός Στρατός» πολεμούσε με το «Δημοκρατικό Στρατό», υπερασπιζόμενοι ο ένας το έθνος και ο άλλος τη δημοκρατία, έγινε φανερό πως στην Ελλάδα αυτά τα δύο δεν πάνε ποτέ μαζί και ποτέ δεν υπηρετούνται ταυτόχρονα. Ή κάπως έτσι. Λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο, οι επαγγελματίες εθνικόφρονες παραμέρισαν τη δημοκρατία για να υπερασπίσουν πάλι την έννοια του έθνους- κλείνοντας για μια ακόμη φορά την εθνοπατριωτική τους αποστολή με μια εθνική καταστροφή. Και αφού η ιστορία πάντα ξεκουράζεται μερικά χρόνια παίρνοντας έναν υπνάκο πριν βγει πάλι το σεργιάνι της στο χρόνο, τον τελευταίο καιρό που η δημοκρατία συγκρούεται με τις δυσλειτουργίες της, ανεβαίνουν οι μετοχές του «έθνους» στα στόματα των υπεύθυνων για τα αδιέξοδα του έθνους πολιτικών.

Ο υπουργός οικονομικών και «βαρύνουσα πολιτική προσωπικότητα», δεινός ρήτορας και επίδοξος αρχηγός του κόμματος των σοσιαλιστών Ευάγγελος Βενιζέλος τον τελευταίο καιρό που τα πράγματα στην Ελλάδα δεν πάνε και πολύ καλά… επιδίδεται με ιδιαίτερη ζέση στην επίκληση του έθνους. Επιχειρεί με το ιδεολόγημα αυτό να συγκολλήσει τα κομμάτια της κοινωνίας που διαλύει η πολιτική του; Είναι τάχα μόνο αυτή η πρόθεσή του; Στις 27/10/2011 ο ίδιος δήλωνε πως «μεταξύ έθνους και τραπεζιτών επιλέγουμε το έθνος», την ίδια στιγμή που ισχυριζόταν πως η παρουσία και ο έλεγχος της τρόικας των δανειστών πρέπει να είναι «τακτική και συνεχής». Την ίδια μέρα δήλωνε υπερασπιζόμενος τη νέα δανειακή σύμβαση πως  «απαλλάχτηκε το έθνος από ένα σημαντικό βάρος». Στις 7/11 δήλωσε «Έχουμε μια νέα κυβέρνηση εθνικής ενότηταςκαι εθνικής ευθύνης. Αυτή είναι η απόδειξη της δέσμευσής μας και της ικανότητάςμας ως Έθνος να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα και να ανασυγκροτήσουμε τη χώρα». Είναι πολλοί αυτοί που έχουν σχολιάσει τη χρήση των όρων «έθνος» και «θεός» τον τελευταίο καιρό από χείλη μη εξοικειωμένα με τις λέξεις αυτές. Είναι μόνο μια προσφυγή στη μεταφυσική ουτοπία ή μήπως απηχούν δεύτερες πολιτικές σκέψεις;


Η πρόσφατη ιστορία μας έχει δείξει πως η υπερβολική χρήση ακονίζει το μαχαίρι του «έθνους», το οποίο καταφέρνει τρομακτικές πληγές στο σώμα της δημοκρατίας. Ελπίζω να μάθαμε κάτι και να απαντήσουμε κατάλληλα. Όσοι θεράποντες της δεύτερης.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Ένα κερί για τα παλιά μπουρδέλα

Εδώ ήταν παλιά τα μπουρδέλα. Η μικρή μας πόλη τα είχε βάλει ήσυχα-ήσυχα σε μιαν άκρη της, να μην την ενοχλούν με τα θαμπά τους φώτα, τους ξαναμμένους φαλλούς των φαντάρων και τα πανσέληνα στήθη των κοριτσιών (που στέκονται σαν φανοστάτες στις μισάνοιχτες πόρτες). Η πόλη μεγάλωσε και έσπρωξε πιο πέρα την άκρη της, τα κορίτσια γέρασαν, οι φαντάροι απολύθηκαν βέβαια προ πολλού. Και το φυλάκιο απέναντι το κλείσανε. Τώρα τα μπουρδέλα στέκουν ρημάδια, χωρίς σκεπές (το νερό της βροχής χρόνια τώρα ξεπλένει τα πάθη σπρώχνοντάς τα βαθειά μέσα στο χώμα), με λογκωμένες αυλές και χάρβαλα παντζούρια και δαγκωμένους σοβάδες. Καμιά φορά όταν περνάω απέξω θέλω να μπω ν’ ανάψω ένα κερί γι’ αυτούς που έχυσαν εδώ το σπέρμα τους, γι’ αυτές που έχυσαν εδώ το δάκρυ τους, γι’ αυτές και αυτούς που ίδρωσαν από αγωνία και απόγνωση. Εδώ.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Ασυναρτησίες με ένα σπουργίτι*

Κυριακή πρωί σαν να είσαι στην άκρη του τούνελ, έξω στο φως. Είχες την αίσθηση αυτές τις μέρες πως δεν υπάρχει άκρη, εξάλλου τούνελ χωρίς φως στην άκρη του, δεν είναι τούνελ: είναι αδιέξοδο.  Κάποιες στιγμές έβλεπες το φως στην άκρη και έλεγες "είναι το τραίνο που έρχεται κατά πάνω μου". Όπως και να ‘ναι, είσαι στο φως, σπρώχνεις ένα καρότσι, μες στο καρότσι είναι η δίχρονη κόρη σου που τραγουδάει επίμονα «γιάγελα, γιάγελα, γιάγελα ουου». Έχεις φτάσει στο Γαλάτσι προσπαθώντας να βάλεις σε σειρά τα πράγματα του μυαλού σου. Στρίβεις σε μια πάροδο. Λίγα μέτρα πιο πέρα συναντάς το καφενείο-ουζερί «το σπουργίτι». Χαμογελάς.

Παρασκευή βράδυ. Επιστρέφεις από το σούπερ μάρκετ. Στην άδεια «Όμορφη Γρανίτσα» δυο ηλικιωμένοι παρακολουθούν από την ανοιχτή τηλεόραση τη συζήτηση στην κατάμεστη Βουλή. Ψάχνεις να βρεις το νόημα της αντίθεσης (γεμάτη Βουλή-άδειο καφενείο). Όμως σου ξεφεύγει. Σαν το σπουργίτι: πήρε τα ψιχουλάκια του και φεύγει το νόημα των πραγμάτων. Σαν το τραγουδάκι το παιδικό που έλεγε ο γιος σου «στα νιάτα του» (!!):

«Ένα σπουργιτάκι τόσο δα
στο παραθυράκι πώς χοροπηδά!
Τσίου, τσίου, λέει, κρύο φοβερό
ούτ’ ένα σποράκι δεν μπορώ να βρω.
Έλα σπουργιτάκι τρα λα λα
έχω να σου δώσω ψίχουλα πολλά
είμ’ ένα παιδάκι με καρδιά καλή
έλα σπουργιτάκι σ’ αγαπώ πολύ.»

Σάββατο βράδυ, αργά. Πας να πάρεις τις Κυριακάτικες- «αλλάζουν συνεχώς πρωτοσέλιδο, θα αργήσουν να έρθουν». Στην ουσία δεν θες να επιστρέψεις στο σπίτι. Θα ήθελες να μπορούσες όλη νύχτα να περπατάς στις γειτονιές της μεγάλης μας πόλης. Να μαντεύεις τις σιωπές και να ερμηνεύεις τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών της. Παρακολουθείς το λίγο κόσμο γύρω σου: ένα ζευγάρι επιστρέφει προφανώς από επίσκεψη. Συζητούν χαμηλόφωνα. Μια παρέα πιτσιρικάδες καπνίζουν «φούντα» δίπλα στο σιντριβάνι. Στο ψητοπωλείο αντικριστά συζητούν ένας άντρας και μια γυναίκα. Εκείνη τον κοιτά δακρυσμένη. Τελικά επιστρέφεις. Τα παιδιά έχουν κοιμηθεί. Εκείνη έχει ξαπλώσει. Ξαπλώνεις στο πλάι της και ανοίγεις και εσύ το βιβλίο σου: «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο». Κάποια στιγμή το μυαλό σου πάλι φεύγει. Θυμήθηκες απόψε εξαιτίας του Ραφαηλίδη τον Αντώνη το ζωγράφο από τη Χαλκίδα: εξορίες, εικονικές εκτελέσεις, φυλακές… Αγαπούσε τα σπουργίτια, ήταν η παρέα του στη φυλακή. Και τα «σκυλάκια». Είχε φυτρώσει ένα στο παράθυρο της φυλακής και αγαλλίαζε η ψυχή του. Μια μέρα τον είδε ο δεσμοφύλακας να το ποτίζει, ζύγωσε ο άθλιος και το έκοψε.

****

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Ένας αντάρτης που κρύψαμε μέσα μας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπά-Νίκος, ο οποίος πριν γίνει παπάς ήταν σκέτος Νίκος. Όχι ακριβώς σκέτος δηλαδή, αλλά αυτό που λέμε «με ολίγη». Ολίγον ΠΑΣΟΚ, ολίγον αριστερός, ολίγον κοσμοπολίτης και εναλλακτικός. Αυτός ο Νίκος που μετά έγινε παπά-Νίκος με αφορμή ένα οικογενειακό πρόβλημα υγείας πρώτα έγινε οικογενειακός φίλος και έκανε καλά τη μέση της μάνας μου, γιατί ήταν φυσιοθεραπευτής (ο Νίκος, όχι η μάνα μου). Καθετί που ξεφεύγει από τα ήθη και έθιμα της οικογένειας στην τρυφερή προεφηβική και διόλου τρυφερή εφηβική ηλικία αποτελεί εν δυνάμει πρότυπο. Έτσι έγινε και με το Νίκο που μετά έγινε παπά-Νίκος και μένα, πόσο μάλλον που ο Μίσσιος, ο Ταχτσής, ο Μάρκες και η Λιλή Ζωγράφου μπήκαν στο σπίτι μας (ως βιβλία) εξαιτίας του. Ο Νίκος που μετά έγινε παπά-Νίκος ήταν παντρεμένος με μια κατάξανθη κεντροευρωπαία καλλονή που γνώρισε σε κάποιο ταξίδι του και δεν ήταν μια περίπτωση που έλεγες «αυτός πάει για παπά-Νίκος», καθώς διέθετε ένα σκαμπρόζικο πνεύμα, δεν είχε μεταφυσικές ανησυχίες αλλά είχε φυσικές, φυσικότατες εξού και ήταν αγαπημένος θαμώνας των ύποπτων, ούτως ή άλλως, μπαρ της πόλης μας.

Μια μέρα πήρε τηλέφωνο τον πατέρα και του ‘ριξε το νέο: η οικογένεια είχε μεγαλώσει, τα έξοδα δεν έβγαιναν, είχε κάνει και κάποιες συζητήσεις με τον μητροπολίτη και αποφάσισε να γίνει παπάς. Το αρχικό μας ξάφνιασμα, ακολούθησε η αποδοκιμασία, η αμηχανία και εν τέλει το χάπι το κατάπιαμε με λίγο νεράκι και πήγαμε στην χειροτονία του με ένα άγχος ακατάλυτο πώς θα ψάλλει που δεν είχε φωνή ούτε για λαϊκό τραγούδι ο δύστυχος. Όλα τελικά πήγαν κατ’ ευχή και με τη βοήθεια του θεού ο Νίκος που τώρα πια είχε γίνει παπά-Νίκος απέκτησε ενορία και ποίμνιο και εκεί που πρώτα κέρναγε ουίσκια τώρα κέρναγε τη θεία κοινωνία στο χριστεπώνυμο πλήθος.

Μια μέρα που ετοιμαζόμασταν η παρέα να τεμαχίσουμε με την παραδοσιακή μας αβρότητα τα γκιούλμπασι κουνέλια της μάνας μου, ο Νίκος που είχε γίνει παπά-Νίκος μας διέκοψε με όλη την επισημότητα και κάνοντας μια κίνηση να προφυλάξει τα άμφιά του (που πια δεν έβγαζε στο τραπέζι) από τα λάδια και τις σάλτσες ξεκίνησε να ευχαριστεί τον Κύριο που γέμισε το τραπέζι μας και τότε ο πατέρας μου χύμηξε να τον γδάρει όχι βέβαια γιατί αμέλησε να ευχαριστήσει τον ίδιο που έθρεψε τα κουνέλια που θα τρώγαμε ή τη μάνα μου που τα μαγείρεψε, αλλά γιατί το είχαμε συνήθειο να μην σταυροκοπιόμαστε πριν το φαΐ, παρά μόνο την ημέρα του Πάσχα. Του είπε λοιπόν πως άλλαξε και συμπεριφέρεται σαν παπάς και να κόψει αυτές τις μαλακίες γιατί σε εμάς δεν περνάνε και από τότε ο Νίκος που είχε γίνει παπάς δεν ξαναήρθε στο σπίτι μας και δεν μοιραστήκαμε ποτέ πάλι τα κουνέλια μας μαζί του, τα οποία εμείς συνεχίσαμε να τρώμε χωρίς να ευχαριστούμε γι’ αυτό τον Κύριο του Νίκου που έγινε παπάς.

Τα χρόνια πέρασαν, κατά το συνήθειό τους, και τον είδα μια μέρα τυχαία στο δρόμο. Η ενορία και τα πρόσφορα τον είχαν μετατρέψει σε κανονικό ταυραμπά, ανταλλάξαμε δυο-τρεις βιαστικές κουβέντες, μου είπε πως πια έκανε πράγματα που ανέκαθεν ήθελε να κάνει και χωρίσαμε με αμηχανία. Πρόσφατα έμαθα πως κυκλοφορεί με ένα υπερπολυτελές αυτοκίνητο, αλλά αυτό μπορεί να είναι απλά η κακεντρέχεια κάποιας κομμώτριας.

Θυμήθηκα αυτή την ιστορία ακούγοντας ξανά και ξανά τις δηλώσεις του κου Παπούλια που είναι και Πρόεδρος της «Δημοκρατίας» μας, όταν σε μία από τις εντυπωσιακές διαδηλώσεις-αντιπαρελάσεις που έγιναν σε όλη την Ελλάδα προχθές στην επέτειο του «ΟΧΙ», κάποιος τον χαρακτήρισε «προδότη» γιατί νομιμοποιεί τις αποφάσεις της κυβέρνησης που ο λαός πασίδηλα πλέον δεν θέλει.. Ο Πρόεδρος αρνήθηκε, ως έχει δικαίωμα, το χαρακτηρισμό και ανέφερε ότι αυτός ήταν αντάρτης στα 15 του χρόνια, δεν είναι δυνατόν να τον λέει κάποιος τώρα προδότη. Όλοι ξέρουμε πως τα στερνά τιμούν τα πρώτα, όμως σκέφτομαι πως τελικά τα ράσα κάνουν τον παπά, και πως θέλει μεγάλα κότσια να είσαι παπάς ή Πρόεδρος και να παραμένεις ο αντάρτης που ήσουν στα δεκαπέντε χρόνια σου. Πόσο μάλλον όταν ξέρεις πως εκχώρησες από το «εγώ» για να φορέσεις το ρόλο σου.
*******
το κουνέλι της εικόνας είναι από χαρακτικό του Durer βέβαια

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Τι εννοεί η Ιστορία όταν σου κλείνει το μάτι...

... ή επετειακό αφιέρωμα μέσα απ' τα τείχη. Θα μπορούσε να είναι υπόμνηση για την αντίσταση που ξεκίνησε με ένα ΟΧΙ, αν δεν ήταν εφιαλτική πραγματικότητα που σε περικυκλώνει.

Την προηγούμενη Τετάρτη άλλος ένας άστεγος βρέθηκε νεκρός από το ψύχος στο άλσος του Θησείου. Διάβασα στο blog του processwork.gr για έναν άστεγο στο Καλαμάκι που κοιμάται στο στρώμα που κάποιοι πέταξαν στα σκουπίδια. Όσο τα σκουπίδια παραμένουν αμάζευτα δίπλα του, αυτός θα κοιμάται εκεί.

Εντοπίσαμε πριν λίγες μέρες στη Βιβλιοθήκη μια ποιητική συλλογή του Σωτήρη Σκίπη με τίτλο "Μέσ' από τα τείχη". Είναι έκδοση του 1943, φέρει χαρακτικά (ξυλογραφίες) του Σπύρου Βασιλείου και κυκλοφόρησε χειρογραφημένο σε 105 αριθμημένα αντίτυπα. Τα ποιήματα περιγράφουν την καθημερινή ζωή της λεηλατημένης και κατεχόμενης Αθήνας. Διαλέγω δυο σελίδες και τις αφήνω εδώ:




Αν για κάποιο λόγο η ιστορία επαναλαμβάνεται, μήπως κάτι επιχειρεί να μας (ξανα)πεί;

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Πέντε κλωστές απ' το κουβάρι μου


Ο χώρος αυτός είναι ένα τρόπος έκφρασης, αλλά και ένας τόπος επικοινωνίας. Έχει ανάγκη την έκφραση των αναγνωστών του, όχι τόσο για να τονώνεται ο εγωισμός του συντάκτη του, όσο για να συμπληρώνεται από τις θέσεις και τις αντιθέσεις το θέμα του αρχικού κειμένου. Για πολύ λίγα πράγματα εδώ μέσα αυτολογοκρίνομαι- και σε αυτό δεν θα με έσωζε ούτε η ύπαρξη ενός ευρηματικού ψευδώνυμου. Το blog αυτό είναι μια καταγραφή του κόσμου, όχι η αυτάρεσκη και επομένως ψευδής προβολή μου.



Σήμερα νοιώθω πως ξημέρωσε μια πικρή μέρα για όλους. Με κυκλώνει μια θυμωμένη θλίψη, που μου θυμίζει στην ευρύτητά της την επόμενη της 8ης Δεκεμβρίου του 2008. Μια έντονη αίσθηση απώλειας, μπερδεμένες δεύτερες σκέψεις, μια βουβή περίσκεψη.


Θα ξεδιπλώσω το κουβάρι μου. Κάποιες κλωστές μπορεί να τις κόψω.


Το ΚΚΕ ισχυρίζεται πως με την περιφρούρηση υπερασπίστηκε τη συγκέντρωσή του και όχι τη Βουλή. Μα όταν παίζεις το παιχνίδι του κοινοβουλευτισμού πως είναι δυνατό να ισχυρίζεσαι πως δεν τον προστατεύεις;


Όσο δίκιο έχουν όσοι κατηγορούν το ΚΚΕ ότι θεώρησε ότι του ανήκει το Σύνταγμα, άλλο τόσο έχουν όσοι κατηγορούν τους Αναρχικούς και τους Αντιεξουσιαστές για το ίδιο πράγμα.


Ο θάνατος ενός διαδηλωτή που σχετίζεται με τα δακρυγόνα που έριξε πάλι η Αστυνομία είναι απώλεια και για όσους αγωνιζόμαστε και διαδηλώνουμε εναντίον της πολιτικής που μας οδήγησε εδώ.


Ο αντιεξουσιαστικός χώρος δεν πρέπει να κάνει την αυτοκριτική του και να αποκαλύψει τους προβοκάτορες (αν υπάρχουν);


Το άπειρο σε προβοκάτσιες τα τελευταία χρόνια ΚΚΕ θεώρησε χθες (στην πρώτη του κοινή συγκέντρωση με τον υπόλοιπο λαό) ότι με δυναμική αντεπίθεση στους κουκουλοφόρους προστατεύεις μια συγκέντρωση. Μάλλον είχαν άδικο...

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Υστερόγραφο μιας διαδήλωσης

Ο κόσμος ήταν πολύς- σαφώς περισσότερος από κάθε άλλη φορά: γιατροί, δάσκαλοι, δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι, ταξιτζήδες και οδηγοί, εργάτες, λογιστές, ερευνητές, πανεπιστημιακοί, σκουπιδιάρηδες, δικηγόροι, τεχνικοί και πολιτικοί μηχανικοί, φοιτητές, άνεργοι, καθηγητές, νοσηλευτές, ιδιωτικοι υπάλληλοι, μαθητές, δικαστικοί και απόστρατοι αξιωματικοί, έμποροι, οικοδόμοι, μουσικοί και ηθοποιοί…. Η πόλη θύμιζε οργισμένη Κυριακή. Λέει το Σύνταγμά  μας στο τελευταίο άρθρο του πως η αντίσταση είναι δικαίωμα και υποχρέωση. Αυτό το τελευταίο.... Σκέφτομαι όμως από την ώρα που είδα δίπλα στις εκατοντάδες χιλιάδες απεργούς και διαδηλωτές αυτόν τον άνθρωπο να ξεδιαλέγει στα σκουπίδια πρώτες ύλες για να επιβιώσει, πως απ’ το δικό μας φόβο πιο πολύ αξίζει η δική του αγωνία για ζωή. Πως οι αγώνες μας θα είναι πάντα λίγοι όσο δίπλα μας θα διαλέγει από τα σκουπίδια κάτι να αξίζει ένας απόκληρος. Και πως περισσότερο από τον καθένα αυτός θα έπρεπε να είναι σύντροφός μου…

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Μια ξύλινη βάρκα τις νύχτες

Ανοίγω ένα βιβλίο και διαβάζω μια φράση που προχωράει βαδίζοντας σε έναν δρόμο της πόλης κάποιο μακρινό απόγευμα όπως το φαντάστηκε ή το έζησε ο ποιητής. Σταματώ. Ένας τοίχος (πες τον «ανάμνηση») δεν με αφήνει να συνεχίσω:

Είμαι πιτσιρίκος (3-4 χρόνων) μαζί με άλλα παιδιά στην παραλία στο αρχαίο λιμάνι καθισμένοι σε μια κουρελού κρατάμε πετρούλες στα χέρια μας και γελάμε και περιμένουμε τους μεγάλους να ‘ρθουν με τη ξύλινη βάρκα του παππού που την έσπασε λίγα χρόνια μετά μια θύελλα και γελάμε λουσμένα στο φως και τραγουδάμε και βαθειά μέσα μου από τότε το ήξερα πως θα τη θυμάμαι πάντα αυτή τη στιγμή και χαμογελώ με νόημα στοχαστικό σε μένα που με κοιτώ 33 χρόνια μετά επιστρέφοντας τις νύχτες με τη ξύλινη βάρκα μου στα παιδικά μου χρόνια.

Αφήνω στην άκρη τις πέτρες που ξαφνικά βρήκα στα χέρια μου, κλείνω το φως, σκεπάζομαι με την πικεδένια κουβέρτα – έβγαλε κρύο, δεν βρίσκετε; Και κοιμάμαι βαθειά.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Οι φάροι εκπέμπουν SOS


Οι βιβλιοθήκες είναι από τα βασικά και πλέον εύκολα θύματα των περιστολών των δαπανών για την παιδεία και τον πολιτισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Εκατοντάδες κλείνουν τον τελευταίο χρόνο σε Ευρώπη και Αμερική. Είναι επομένως χρήσιμο να βρεθούν τρόποι και οι δράσεις τους να συνεχιστούν, και να προσαρμοστούν στα νέα κοινωνικά δεδομένα και να εξασφαλίσουν την απαραίτητη χρηματοδότησή τους πείθοντας για την αναγκαιότητα και το ρόλο τους. Τη μέγγενη σφίγγει και η έκρηξη της ψηφιακής τεχνολογίας και τα νέα μέσα επικοινωνίας, είναι επομένως διαρκής η αναζήτηση του νέου ρόλου των βιβλιοθηκών στο ψηφιακό περιβάλλον. Πρέπει να αντέξουν στη διπλή επίθεση του αύριο και του σήμερα, αν θέλουν να προστατέψουν το πολύτιμο αγαθό της ελεύθερης πρόσβασης στη γνώση και τον πολιτισμό που υπηρετούν.


Στις 6 και 7 Οκτωβρίου διεξήχθη στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών το 7ο Διεθνές Συνέδριο που οργάνωσε η Οργανωτική Επιτροπή Ενίσχυσης Βιβλιοθηκών με θέμα τον επαναπροσδιορισμό των υπηρεσιών των Βιβλιοθηκών σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Ενδιαφέρον το θέμα και βιωματικά επίκαιρο, αμήχανος και γενικόλογος ωστόσο ο προβληματισμός που κατατέθηκε.

Οι περισσότεροι Έλληνες ομιλητές στάθηκαν αμήχανοι απέναντι στις τρέχουσες εξελίξεις: ο Γιώργος Ζάχος (διευθυντής της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και πρόεδρος του Γενικού Συμβουλίου Βιβλιοθηκών του Υπουργείου Παιδείας) προσπάθησε να μιλήσει για τη θεσμική θωράκιση που ακόμα δεν έχει επιτευχθεί. Ο «σταρ» Γιάννης Τροχόπουλος (διευθυντής της βραβευμένης Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Βέροιας) είπε πως δεν τον (;) αφορούν όσοι διαμαρτύρονται γιατί οι διαμαρτυρίες δεν είναι δημιουργικές, ενώ διαφημίζοντας τη χορηγία του Ιδρύματος Νιάρχου, με το οποίο συνεργάζεται, είπε πως «η Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη θα εγκαινιάσει τη νέα εποχή στα πολιτιστικά πράγματα της χώρας μας» (;). «Ικανοποιητικά» χαρακτήρισε τα (αμφιλεγόμενα πάντως) στοιχεία της έρευνας που διεξήχθη από την εταιρεία Future Library σχετικά με τις δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες η Εύα Σεμερτζάκη (αναπληρώτρια προϊσταμένη της Βιβλιοθήκης της Τράπεζας της Ελλάδος), τα οποία ωστόσο φαίνεται πως θα αξιοποιηθούν για τη οργάνωση δράσεων εκσυγχρονισμού τους. Ικανοποιητικό θεωρήθηκε το γεγονός ότι το 67% των εν λόγω βιβλιοθηκών έχει ολοκληρωμένα συστήματα βιβλιοθηκών, το 1/3 online καταλόγους, το 58% ιστότοπο ή τέλος ότι το 55% του προσωπικού τους είναι ειδικευμένο! Εντυπωσιακά στη σαφήνεια και ενάργειά τους ήταν τα δεδομένα των Μαρίας Κορκίδη και Δέσποινας Μέλλου διευθυντριών των δημοτικών βιβλιοθηκών Κερατσινίου και Χαϊδαρίου αντίστοιχα, οι οποίες αναφέρθηκαν στις δυσμενέστατες συνέπειες της εφαρμογής του «Καλλικράτη» στις υπηρεσίες των δημοτικών βιβλιοθηκών παρέχοντας και πολλά στατιστικά στοιχεία για την κατάσταση στην οποία αυτές βρίσκονται. Η παρουσίαση της Ελένης Μπενέκη από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς ήταν μπαγιάτικη και άσχετη με το θέμα του συνεδρίου, αφού στην ουσία αναφέρθηκε στο πρόγραμμα της Τράπεζας για τη δημιουργία θεματικών μουσείων. Εντός θέματος και με δυναμική ήταν η ομιλία της Μαρδίτσας Ζεκεντέ-Καρέντζου (διευθύντριας της Αιαντείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Αταλάντης), η οποία αναφέρθηκε στη χρόνια προσπάθεια της Βιβλιοθήκης να αξιοποιήσει στην παραγωγή πολιτιστικού προϊόντος το ανθρώπινο δυναμικό και τους συλλόγους της περιοχής με εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Οι ξένοι συνάδελφοι χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες:
Η Αμερικανίδα Diane Kresh (διευθύντρια της δημόσιας βιβλιοθήκης Arlington, Virginia) με επικοινωνιακή ευχέρεια μας μίλησε με έμφαση για τις τεχνολογικές προκλήσεις της νέας εποχής και το marketing, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία των βιβλιοθηκών προκειμένου να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση. Ομολογώ πως βρέθηκα σε πειρασμό όταν μας είπε πως ο ετήσιος προϋπολογισμός της μειώθηκε στα 10 εκατ. δολάρια να ρωτήσω την Αντωνία Αράχωβα, που ήταν στο πάνελ, ποιος είναι ο προϋπολογισμός της Εθνικής Βιβλιοθήκης, της οποίας προΐσταται ως αναπληρώτρια διευθύντρια.

Στον αντίποδα του αμερικανικού καταναλωτικού προτύπου ήταν η ομιλίες των Ευρωπαίων, τους οποίους η Κρίση έχει στρέψει σε διάφορες τεχνικές χρηματοδότησης. Ο Γερμανός Klaus-Peter Bottger (διευθυντής της δημοτικής βιβλιοθήκης του Essen) χαρακτήρισε τις βιβλιοθήκες αναπόσπαστο τμήμα της λειτουργίας της κοινότητας και μας μίλησε για τα συνεργατικά σχήματα ιδιωτικού-δημοσίου τομέα σε κτιριακά πρότζεκτ των γερμανικών βιβλιοθηκών – η στελέχωση και το περιεχόμενο των οποίων δεν αντιμετωπίζουν ωστόσο ακόμη σοβαρό πρόβλημα. Ο Ιταλός και ελληνομαθής Aldo Pirola (διευθυντής του συστήματος δημοσίων βιβλιοθηκών στο Μιλάνο), αφού χαρτογράφησε με πληθώρα στοιχείων τις επιπτώσεις της κρίσης στις βιβλιοθήκες της Ευρώπης και της Αμερικής, αναφέρθηκε στα δίκτυα βιβλιοθηκών, αλλά και στην αξία της εξωστρέφειας: το λόμπιγκ, την ανάδειξη των δράσεων, τη βελτιστοποίηση τω υπηρεσιών, τον εξορθολογισμό των εξόδων και το συντονισμό των δράσεων. Δυσοίωνη αλλά πεισμωμένη ακούστηκε η Ολλανδή συνάδελφος Ankie Kesseler (διευθύντρια της βιβλιoθήκης του Dodrecht), η οποία αφού μας ανέφερε ότι επίκειται το κλείσιμο 400 από τις 1000 βιβλιοθήκες της Ολλανδίας (που «δυστυχώς έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια, φιλελευθεροποιείται, ξεχνάει τον πολιτισμό, δίνοντας έμφαση στα οικονομικά στοιχεία»), αναφέρθηκε και αυτή με έμφαση στο λόμπινγκ (ως «κίνημα» και ως στοχευμένη πίεση»), αλλά και στην ελκυστικότητα των χώρων που θα αυξήσει την «πελατεία μας» («ας μοιάσουμε με καταστήματα»). Με εντυπωσίασε η Kessler και θα κρατήσω το κλείσιμο της ομιλίας της: «Πρέπει η βιβλιοθήκη να γίνει φάρος για τους ανθρώπους που θα περάσουν τόσα δεινά λόγω της κρίσης».

Το συνέδριο («φτωχό» σε σχέση με άλλες χρονιές) έδειξε πως ναι μεν δεν είμαστε έτοιμοι ως παγκόσμια κοινότητα να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της Κρίσης στα ιδρύματα και τους θεσμούς του πολιτισμού, διερευνούμε όμως και δοκιμάζουμε τεχνικές για να μειώσουμε τα προβλήματα. Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία μετά το κλείσιμο των παιδικών και των σχολικών βιβλιοθηκών και τα προβλήματα λειτουργίας των ακαδημαϊκών.

Έκανα μία πρόταση στο κλείσιμο του συνεδρίου και νομίζω πως θα αρχίσει να δουλεύεται: τον ορισμό μιας «ημέρας δράσης των βιβλιοθηκών», μιας μέρας που βιβλιοθήκες και βιβλιοθηκονόμοι θα βγούμε με κάθε μέσο στην κοινωνία για να μιλήσουμε γι΄ αυτά που κάνουμε και γι΄ αυτό που υπερασπιζόμαστε: την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση. Μια μέρα που θα βγούμε λόγω και έργω να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπεια της δουλειάς μας μπροστά σε ό,τι κυνικά φαίνεται να την απειλεί. Μια ημέρα που θα οργανωθεί από όλους μας.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

ποιητές και ηθοποιούς

Η πόλη μας γέμισε ποιητές
και ηθοποιούς
σε δρόμους
και πλατείες
μέσα σε ερείπια και δίπλα από κάδους απορριμμάτων
σπρώχνοντας ένα καρότσι
ή κουβαλώντας στους ώμους τις νύχτες μας
απαγγέλλουν κατά ριπάς
- κάποιος λέει «πεινάω»
κάποιος «λίγη βοήθεια παρακαλώ»

η πόλη μας γέμισε ευθύβολους μονολόγους
κάποιος απλώνει τα χέρια ζητώντας
και είναι σαν να τα δίνει στους περαστικούς.

Σε αυτή την πόλη σύντομα δεν θα υπάρχουν θεατές
Μονάχα ποιητές και ηθοποιοί

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

σαν φύλλα κιτρινισμένα στο χώμα

Ατόφιο φθινοπωρινό απόγευμα – νυχτώνει νωρίς και φυσάει μέσα μας κρύος άνεμος – στο γηπεδάκι μιας γειτονιάς της μεγάλης μας πόλης. Ημέρες της κρίσης – καθημερινά γκρεμίζονται βεβαιότητες, υπεροψίες, όνειρα και ψευδαισθήσεις.

«Λοιπόν πώς περάσαμε το καλοκαίρι;», ρωτάει στεγνά. Είναι η πρώτη προπόνηση της νέας χρονιάς. Γύρω του πρόσωπα παιδικά αμίλητα του επιστρέφουν το άδειο βλέμμα του. «Ξεκινάμε λοιπόν… τι είναι Ε.Π.Ο. νεαροί;». Σηκώνεται. Με αυτάρεσκο στόμφο και πομπώδες αντριλίκι βγάζει τη φόρμα του αφήνοντας τη στενή γραμμωμένη μπλούζα του να επιτεθεί με το μήνυμά της. Τρεις λέξεις που τις δονεί πάνω απ’ τα κεφάλια τους σαν μαστίγιο:

ΕΡΓΑΣΙΑ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ
ΟΡΓΑΝΩΣΗ

«Εργασία στο σχολείο, εργασία στο σπίτι, εργασία στις εξωσχολικές δραστηριότητες. Πάντα δουλεύουμε. Ποτέ δεν σταματάμε. Εργασία για να γίνουμε πρώτοι.

Πειθαρχία στους ανωτέρους σας: τους γονείς, τον προπονητή, τους δασκάλους. Απαγορεύεται το «δεν άκουσα», επιτρέπεται μόνο το «δεν κατάλαβα». Περνώντας ετούτη τη γραμμή κύριοι απαγορεύεται να μιλάτε μεταξύ σας.

Οργάνωση: μόνο με σχέδιο θα πάτε μπροστά. Οργανώστε το χρόνο σας και το παιχνίδι σας. Και μην ξεχνάτε: οι άλλοι είναι αντίπαλοί μας. Τους αντιπάλους μας τους νικάμε».

Τα πρόσωπά τους, παγωμένο μάρμαρο και η νύχτα πια μοιάζει πιο νύχτα στο βλέμμα τους. Η ανάσα τους ακινητοποιεί το μυαλό σου. Οι γονείς τους πιο πέρα - οι περισσότεροι, σκληραγωγημένοι μετανάστες – συζητούν αδιάφοροι. Και αυτό το αποτρόπαιο τίποτα σπέρνει φασισμό σε μια ομάδα επτάχρονων παιδιών σε ένα γηπεδάκι ποδοσφαίρου μιας γειτονιάς στη μεγάλη μας πόλη, τις μέρες αυτές ενός φθινοπώρου που σκορπάει βεβαιότητες, υπεροψίες, όνειρα και ψευδαισθήσεις (σαν φύλλα κιτρινισμένα στο χώμα)

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Ο κάδος και η δημοκρατία

Η πρώτη φορά ήταν το φθινόπωρο του 1999, με τους σεισμούς. Βγήκαν όλοι στο δρόμο, αντάλλαξαν τον πανικό τους, οι κουτσομπόλες ενημέρωσαν για το ποιοι πρέπει να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα ασανσέρ των πολυκατοικιών, πολλοί συστήθηκαν τότε για πρώτη φορά μετά από χρόνια γειτνίασης. Η γειτονιά συγκολλήθηκε και για λίγες εβδομάδες λειτούργησε και ένα μικρό δίκτυο αλληλεγγύης.

Τα χρόνια πέρασαν και η γειτονιά επέστρεψε ταχέως στον παλιοχαρακτήρα της. Ώσπου μια μέρα έφτασε ένα συνεργείο του δήμου για να επανακαθορίσει τη θέση των κάδων για τα σκουπίδια μας. Βγήκαμε μάλλον τελευταίοι στο δρόμο απορημένοι με τη φασαρία και τον κόσμο που είχε μαζευτεί έξω απ’ το σπίτι μας. Πού θα μπει ο κάδος; Οι απέναντι τσακώνονταν ποιος έχει την πιο μεγάλη πολυκατοικία να πάει ο κάδος να κάτσει μπροστά της, στη γωνία ο ιδιοκτήτης της βιοτεχνίας ρούχων έβριζε τους εργάτες που τρυπούσαν το οδόστρωμα για να βάλουν τον κάδο (λίγες μέρες και λίγα «αρμόδια» τηλέφωνα μετά… ο κάδος πήγε απέναντι, στο νηπιαγωγείο, «γιατί του χαλούσε την πρόσοψη του μαγαζιού»). Και μπροστά στη μονοκατοικία μας ή από ‘δω πλευρά του δρόμου ομογνωμούσε: «να μπει εδώ ο κάδος. Δεν θα υποφέρουμε εμείς τη μυρωδιά και τη βρωμιά όλων σας… έχουμε και παιδιά και γέρους… θα τους πεθάνουμε δηλαδή;» Προσπαθήσαμε να ψελλίσουμε πως το σπίτι είναι ισόγειο, δεν έχει πυλωτή, δεν θα έχει απόσταση το παράθυρο από τον κάδο, πως δεν είναι δίκαιο αυτός που βάζει τα λιγότερα στον κάδο να επωμιστεί αποκλειστικά τη βρωμιά του. Η απάντηση όμως μιας εξαγριωμένης με τις αντιρρήσεις μας γυναίκας από τη διπλανή πολυκατοικία ήταν αφοπλιστική:

- Και θεωρείτε δίκαιο τόσα σπίτια να μυρίζουμε τα σκουπίδια που παράγουμε όλοι; Καλύτερα ένα σπίτι που είστε λίγοι, παρά όλοι εμείς.

(Τελικά ο κάδος μπήκε μπροστά από την πολυκατοικία της και ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι της…)

*****
θυμήθηκα την ιστορία διαβάζοντας αυτό το "απολαυστικό" κείμενο της Riski

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Οι εποχές αλλάζουν, ακόμα και αν επαναλαμβάνονται





Σκεφτόμουν σήμερα που τρυγούσαμε πως: πρέπει να σπάσεις τα σταφύλια για να πάρεις το χυμό τους. Και να φτιάξεις κρασί.



Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ασφυξία

Η ανάσα είναι μια ακόμη προσπάθεια ν’ αποφύγεις το αναπόφευκτο ή έστω να παρατείνεις το πρόσκαιρο. Αυτές τις μέρες οι ανάσες όλων μας είναι κοφτές, με δυσκολία γίνεται το διαμετακομιστικό εμπόριο της ελπίδας. Τα αποθέματα των ψευδαισθήσεων εξαντλούνται και αρχίζει η μαύρη αγορά του κυνισμού να καλπάζει.

Είναι νομίζω εμφανές σε όλους πλέον ότι ξεπουλάμε τη δημόσια περιουσία μας, το μέλλον του δημόσιου πλούτου μας, κάθε προσοδοφόρα πηγή στους δανειστές. Η εκατόμβη των απολύσεων, της ανεργίας, της κλοπής των μισθών και των συντάξεων θα μειώσουν την πρόσκαιρη χασούρα τους από τη βέβαιη πτώχευση του κράτους μας. Θα τους έχουμε ξεπουλήσει κάθε πηγή πλούτου με όρους αποικιοκρατικούς και το κέρδος τους θα είναι συνεχές και μετά τη διάλυση της ευρωζώνης και της πτώχευσης και άλλων χωρών. Ξέρουμε όλοι νομίζω πως ζούμε μια παράταση μέχρι να βάλουν στο χέρι και τα τελευταία… «ασημικά» που δουλικά τους εκχωρεί η κυβέρνησή μας.

Ενώ αυτά διατυπώνονται ευθαρσώς – και δεν μπορούμε να υποκρινόμαστε πλέον ότι δεν τα ξέρουμε – παρακολουθούμε απαθείς ή φοβισμένοι την πλήρη διάλυση του κοινωνικού ιστού. Δηλωμένος στόχος της διάλυσης - το ξέρουμε - δεν είναι η δημιουργία ενός νέου, καλύτερου. Στόχος κάθε φορά είναι ο «άλλος», πάντα θα βρούμε ένα λόγο να χαρούμε για τη θυσία του. Θυσίες που δεν θα… δώσουν αέρα στα πανιά του στόλου μας, θα εξευμενίσουν όμως τις αγορές.

Έχουμε ανάγκη να πάμε μπροστά τις ζωές μας. Όποτε δυσκολεύονταν να ανασάνουν οι κοινωνίες, εξεγείρονταν για να αποφύγουν την ασφυξία. Ή εκχωρούσαν την ελευθερία τους σε σωτήρες, με συνέπειες εν τέλει πάντα τραγικές. Είμαστε λοιπόν σε αναζήτηση ελπίδας και πίστης. Ελπίδας για διέξοδο στο αδιέξοδο και πίστης στο φορέα ή την ιδεολογία που θα μας στρατεύσει σε αυτήν την πορεία. Μπορεί η Αριστερά ενωμένη να εγγυηθεί και να εργαστεί για κάτι τέτοιο; Μήπως τώρα είναι η ευκαιρία δεκαετιών να (από)δείξει τι μπορεί να κάνει, να αναδείξει όχι το εύκολο ηθικό, αλλά το δύσκολο πολιτικό της πλεονέκτημα;

Η κατάρρευση της οικονομίας, η ανατροπή της δημοκρατικής επίφασης, η κοινωνική διάλυση πρέπει να μας φέρουν κοντά ως λαό και πολιτικά όντα σε κοινό συνειδητό αγώνα και όχι να μας καταστήσουν μοιραία θύματα που θα αλληλοσπαράζονται χορεύοντας στα τύμπανα των Αγορών.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Μήτσος και ο Άγιος Βασίλης

- Κωνσταντίνε να σε ρωτήσω κάτι;
- Πες…

(Ο γιος μας και ο κολλητός του ο Δημήτρης χαρούμενοι και κουρασμένοι φλυαρούν απλωμένοι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου χθες το απόγευμα. Επιστρέφουν στα σπίτια τους από την πρώτη φετινή προπόνηση στο ποδόσφαιρο. Η κυρά μου στο τιμόνι μπροστά απολαμβάνει το διάλογό τους)

- Πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη;
- …
- Πιστεύεις ότι υπάρχει ή ότι είναι πνεύμα;
- Τι είναι «πνεύμα»;
- Να, κοίτα να δεις: πέρυσι τα Χριστούγεννα έβαλα το γράμμα για τον Άγιο Βασίλη κάτω από το δέντρο και πήγα στην κουζίνα που τρώγαμε όλοι μαζί και όταν πήγα να το δω μετά το φαΐ, δεν υπήρχε! Αυτό είναι θαύμα βέβαια. Αν ο Άγιος Βασίλης ήταν αληθινός θα τον έβλεπα, άρα τώρα που δεν τον είδα είναι πνεύμα.
- (βαριεστημένα) Μήτσο, ο Άγιος Βασίλης δεν είναι ένας.
- (έκπληκτος) Τι εννοείς;
- Ο Άγιος Βασίλης είναι πολλοί. Είναι απλά άνθρωποι που είναι παππούδες και επειδή αγαπούν τα παιδιά, τους κάνουν δώρα. Αν δεν έχουν γένια, βάζουν ψεύτικα. Εγώ έχω δει πολλούς Αγιοβασίληδες

(η άποψη του γιου μας αναστατώνει το φίλο του, που στρέφεται στην κυρά μου για μια καλύτερη απάντηση)

- Κέλλυ, εσύ πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη;
- Άσε Μήτσο… η μάνα μου δεν πιστεύει ούτε στο θεό.
- Τι… ;
- Κοίτα να δεις Μήτσο… σε αυτή τη γη δεν γίνονται θαύματα πια.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Μια ιστορία που ξέβρασε το κύμα


Σ’ ετούτη εδώ την παραλία πριν πολλά χρόνια κάθονταν δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, και κοιτούσαν το φεγγάρι που άνθιζε στην άκρη του ορίζοντα. Κάποια στιγμή το αγόρι γύρισε στο πλάι και φίλησε ντροπαλά στο μάγουλο το κορίτσι.

Τα χρόνια πέρασαν, το κορίτσι έγινε γυναίκα και το αγόρι αποφάσισε να ξενιτευτεί. Κάθισαν εκεί σ’ αυτά τα βράχια που βλέπεις, δακρυσμένη εκείνη και εκείνος σιωπηλός. Το φεγγάρι δρεπάνιζε τα όνειρα στην άκρη του ορίζοντα και εκείνος τη φίλησε στο στόμα.

Τα χρόνια πέρασαν, εκείνη γέρασε και εκείνος δεν γύρισε ποτέ στο χωριό – ούτε κανείς έμαθε νέα του ποτέ. Ένα βράδυ σαν κι αυτό, που το φεγγάρι έμοιαζε να στέκει στην άκρη του ορίζοντα όπως ένα νόμισμα πριν πέσει στη σχισμή του μεγάλου κουμπαρά, μια γριά γυναίκα φάνηκε να στέκει στην άκρη του γιαλού. Δίπλα της στεκόταν εκείνος, έσκυψε και τη φίλησε στα μάτια κι ύστερα φύγανε κατά το δρόμο του φεγγαριού πιασμένοι χέρι-χέρι.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Τσου Κάτω


Καθόμαστε, επιτέλους καθόμαστε. Είναι μια μικρή απόβαση αυτή να κάτσουμε στο τραπέζι το μεσημεριανό στην ταβέρνα. Ο εξοπλισμός που κουβαλάω ο αχθοφόρος είναι βαρύς και πρέπει σταδιακά και νοικοκυρεμένα να τον αραδιάσω: πετσέτες της θάλασσας, το καρεκλάκι της μικρής, ψάθες, κουβαδάκια, την εφημερίδα στη μασχάλη, τη μικρή στον ώμο, τα βατραχοπέδιλα του μεγάλου (διαβάζει τα μίκυ-μάους που λέγαμε και «δεν μπορεί»), ένα καρεκλάκι για την παραλία, μαγιώ, αντιηλιακά, καπέλα, σωσίβιο- ό,τι με δυο κουβέντες ορίζει ένα οικογενειακό μπουλούκι που μεταναστεύει στις διακοπές του.

Καθόμαστε. Και παραγγέλλουμε «κανένα λαδερό, γιατί πήξαμε στα στεγνά» και ετοιμαζόμαστε σαν πεινασμένη αγέλη λιονταριών να πέσουμε με ορμή στη λεία μας. Και τότε εμφανίζεται περήφανη, αγέρωχη, με αεροδυναμικό σχήμα και εντυπωσιακό όγκο: μια ψαρούκλα πάνω σε ένα δίσκο. Σταματάμε, το βλέμμα μας παρελαύνει στο κατόπι της, την ακολουθεί δουλικά μέχρι που προσγειώνεται σε ένα τραπέζι όπου κάθεται μια μικρή παρέα. «Μπαμπά γιατί δεν πήραμε και εμείς ένα τέτοιο ψάρι;». Η ερώτηση σε επαναφέρει στην τάξη (την κοινωνική…) και ανακτάς τον αυστηρό συντονιστικό ρόλο του γονέα: «φάε το φαΐ σου, θα κρυώσει».

Μα αυτός που τρώει το ψάρι δεν είναι ο .....; Και κυκλοφορεί έτσι ελεύθερος και παραγγέλλει ψάρι υπερωκεάνιον; Μα το μαχαίρι (της δικαιοσύνης) δεν έφτασε στο δικό του κόκαλο, οι μίζες για το κόμμα δεν αποδείχτηκαν; Καθώς περνάει η ώρα σκέφτεσαι πως θα μπορούσες να σηκωθείς και επιδεικτικά να του πάρεις το ψάρι και να το μοιράσεις στους γύρω λέγοντας «ελάτε, τώρα μπορούμε να πούμε πως μαζί του τα φάγαμε», θα μπορούσες να του μιλήσεις, να τον βρίσεις πιθανώς που συνέβαλε τα μέγιστα και από θέση ισχύος στην κατρακύλα που μας στέλνει στον πάτο του βαρελιού. Όμως γεννήθηκες ευγενικός (ίσως και λίγο ακοινώνητος ή δειλός), τελοσπάντων δεν είσαι ετοιμοπόλεμος τραμπούκος κάθε στιγμή. Οπότε και το ψάρι μονάχος του το έφαγε με την παρέα του και μετά πήγε στα ενδότερα να πληρώσει (αν πλήρωσε).

Έχοντας αποδεχτεί τη φύση μου βράζω στο ζουμί μου. Τον κοιτάω έντονα σαν να μπορώ έτσι να του δείξω την αποδοκιμασία μου. Σηκώνεται να φύγει. Χαιρετάει χαμογελαστός το διπλανό τραπέζι και χαριεντίζεται με τους παραδίπλα και αυτοί μαζί του. Γίνομαι έξαλλος- γι’ αυτό δεν μίλησαν όλοι αυτοί γύρω μου; Συνένοχοι λοιπόν στη μίζα; Ομοτράπεζοι;

Μήπως θεωρούν και μένα τώρα που δεν αντέδρασα, πελάτη στο ίδιο μαγαζί της διαπλοκής; Ίσως …

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Τα χρόνια μιας καλοκαιρινής μέρας.

Το «μεγαλώνω» είναι σχετική έννοια, άσχετη βέβαια με το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι καθώς φορτώνονται χρόνια ζωής, ξεφορτώνουν ωριμότητα. Συνειδητοποίησα φέτος πως όσο μεγαλώνω, τόσο λιγοστεύουν τα πράγματα της ζωής μου. Ας πούμε, γίνονται συντομότερες οι αποστάσεις, κρύβονται τα τοπία, πεθαίνουν οι άνθρωποι, κονταίνουν τα βουνά, μικραίνουν τα καλοκαίρια ως και οι μέρες τους ακόμη. Μερικές φορές κι αυτοί που θαύμασα μικρός, τώρα χάνουν τη λάμψη τους και δείχνουν λίγοι. Επομένως δεν είναι ότι μεγαλώνω, ή μάλλον εγώ μεγαλώνω επειδή οι σχέσεις που όριζαν το ύψος μου όταν ήμουν νεώτερος τώρα ορίζονται από μένα. Άθελά μας γινόμαστε εμείς οι μονάδες μέτρησης- και αυτό λογικά είναι καλό.


Τέλος πάντων για μια ακόμη φορά προσπαθώ (ανεπιτυχώς) να διαμορφώσω μια σειρά από σκέψεις, να συσκευάσω σ’ αυτές μια σειρά συναισθήματα, κυρίως στενάχωρα. Αν το σκεφτείς, τα στενάχωρα (λάθη, κακίες, τύψεις και τραύματα) διαρκούν περισσότερο στη μνήμη από τα ευρύχωρα της ζωής μας. Δυσκολεύομαι ωστόσο να είμαι τόσο αφαιρετικός ώστε να πετύχω το στόχο της γενίκευσης.

Δες ας πούμε τα εξής παραδείγματα:

***
Όταν ήμουν πιτσιρίκος χάζευα με τις ώρες τα μυρμήγκια που πήγαιναν και έρχονταν φορτωμένα την αποστολή τους, και αυτό ήταν μια πολύ σημαντική ασχολία. Φέτος καθώς το βλέμμα μου τα συναντούσε που πήγαινα και ερχόμουν στη θάλασσα, σκέφτηκα πόσο πληκτική και καταναγκαστική είναι η ζωή των μυρμηγκιών, επαναλαμβανόμενη και εμμονική, αφιερωμένη αποκλειστικά στη συγκέντρωση της τροφής. Καθώς τα συναντούσα πολλές φορές μέσα στη μέρα έκανα την ίδια σκέψη συνέχεια. Στο τέλος είχα γίνει και εγώ μυρμήγκι που κουβαλούσα την εμμονή μου – για να τραφώ κάποια στιγμή του χειμώνα με αυτήν.


***
Στις λίγες αυτές μέρες του αυγουστιάτικου παραθερισμού μας επαναλάμβανα κάθε πρωί μια αυτοσχέδια τελετή εξαγνισμού. Λίγο υπερβολικός ο όρος για να πω πως ξυπνούσα πρώτος νωρίς, πριν αρχίσουν τα τζιτζίκια τα καυλωμένα γλέντια τους, έφευγα μόνος με το βιβλίο στα χέρια και την πετσέτα στους ώμους, περνούσα το χτήμα με τις ελιές και τα μυρμήγκια και ξάπλωνα σχεδόν γυμνός στο κρύο μπλε της θάλασσας. Κι ύστερα, για καμιά ώρα πάλευα με το χάδι του ήλιου που ολοένα δυνάμωνε.

Θα με καταλάβεις αν σου πω πως αυτό ήταν μια συμπύκνωση όλων των καλοκαιριών τα ζωής μου, που την είχα ανάγκη προκειμένου να τα διασώσω; Που ξόρκιζε το μέγεθός τους μέσα μου;

***
Θα σε διαβεβαιώσω λοιπόν, με κίνδυνο να γίνω επικίνδυνα σαφής (και αυτοαναφορικός επομένως), πώς έδωσα φέτος ένα ισχυρό χτύπημα στο χειμώνα που θα ‘ρθει και θα δοκιμάσει πάλι μέσα και έξω μου τα μεγέθη που λέγαμε στην αρχή: αγόρασα στο γιο μου πολλά Μίκυ Μάους. Τα διάβαζε ο μπαγάσας, τα «ρούφαγε» απίστευτες ώρες. Κάποια μεσημέρια δεν κοιμήθηκε διαβάζοντάς τα. Και τον μάλωσα βεβαίως. Κατά πως έκανε κάποτε και ο πατέρας μου. Και του ‘λεγα: «κοιμήσου. Πώς θα μεγαλώσεις αν δεν κοιμηθείς;»


***
Οι φωτογραφίες είναι από τα Πούλιθρα. Ο Ραφαηλίδης επαναλάμβανε στο βιβλίο του ("Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού". Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) τον Ηράκλειτο. Προσπάθησα να αποτυπώσω τη φράση του «ΠΟΤΑΜΩ ΓΑΡ ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΕΜΒΗΝΑΙ ΔΙΣ ΤΩ ΑΥΤΩ»

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

σελιδοδείκτες είναι τα βιβλία που διαβάσαμε


Καμιά φορά δεν επιστρέφω τους σελιδοδείκτες μου στην πρέπουσα σελίδα της ανάγνωσης. Τους αφήνω επιδεικτικά πάνω ή δίπλα στο βιβλίο, τους παρατοποθετώ πριν ή μετά από το σημείο που έχω φτάσει στη εξέλιξη της όποιας φανταστικής ή πραγματικής ιστορίας αφηγείται. Το εκνευριστικό και σε μένα αυτό παιχνίδι είναι βέβαια ανούσια σωτήριο: κοροϊδεύω την αναπόφευκτη ροή των πραγμάτων χοροπηδώντας στο χρόνο. Όπως και να είναι όμως το βιβλίο τελειώνει και η ζωή συνεχίζεται.

Ή μήπως όχι; Μήπως η δική μας ζωή τελειώνει, ενώ το βιβλίο αιώνια ζει αφηγούμενο μεν την ίδια ιστορία πάντα, αλλά σε καινούριους αναγνώστες; Και εμείς τι ζητάμε λοιπόν να βρούμε εκεί μέσα; Κάτι που θα χοροπηδά στο χρόνο κοροϊδεύοντας την αναπόφευκτη ροή των πραγμάτων; Αχ να μπορούσαμε να χαράξουμε για πάντα το όνομά μας και το μήνυμα «διάβασα και εγώ αυτό το βιβλίο» σε όσα βιβλία διαβάσαμε στη ζωή μας. Το χάραγμα αυτό να αναπαράγεται αιώνια στην ιστορία του κάθε βιβλίου. Και όσοι το διαβάζουν να λένε «ήταν και αυτός εδώ» (σαν το “Byron” που χάραξε ο Λόρδος στο Σούνιο).

Καθότι βέβαια η πορεία της ανάγνωσής μας είναι εν πολλοίς και η ιστορία της ζωής μας θα μπορούσαμε να την αφηγηθούμε. Μάζεψα γύρω μου τα βιβλία που διάβασα την τελευταία χρονιά, από πέρυσι τέτοιες μέρες. Σας τα παρουσιάζω:

1. Ρωσικό ημερολόγιο/Τζων Στάινμπεκ. Αθήνα: Κέδρος, 2009
2. Μπουχάριν: από την ηγεσία των μπολσεβίκων στο εκτελεστικό απόσπασμα/ Μίκλος Κουν. Αθήνα: Θεμέλιο, 2007
3. Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας: η ζωή και η μοίρα της/Μουσταφά ελ Αμπαντί. Αθήνα: Σμίλη, 1998.
4. Αντιδογματικά: άρθρα και σημειώματα 1946-1977/Μανόλης Αναγνωστάκης. Αθήνα: Στιγμή, 1985.
5. Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών: μια κοινωνική ιστορία της Αμερικής από την εποχή του Κολόμβου ως τις αρχές του 21ου αιώνα/Howard Zinn. Αθήνα: Αιώρα, 2009.
6. Νασρεντίν Χότζας: ιστορίες και χωρατά από τη Μικρά Ασία και τον ελλαδικό χώρο. Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού, 2010.
7. Το οριζόντιο ύψος: και άλλες αφύσικες ιστορίες/Αργύρης Χιόνης. Αθήνα: Κίχλη, 2010.
8. Ποιήματα επείγουσας ανάγκης/Nicanor Parra. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2008.
9. Τα μικρά/Μιχάλης Γκανάς. Αθήνα: Καστανιώτης, [200;]
10. Η γλυκειά συμφορά της ποίησης/Jaroslav Seifert. Αθήνα: Ποταμός, 2003.
11. Ποιήματα/Πέτερ-Πάουλ Τσαλ. Αθήνα: Κέδρος, 1999.
12. Μυρίζω μήλο/Λούαν Τζούλις. Αθήνα: Καστανιώτης, 2003
13. Ό,τι περιγράφω με περιγράφει: ποίηση δωματίου/Αργύρης Χιόνης. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2010.
14. Στο υπόγειο/Αργύρης Χιόνης. Αθήνα: Νεφέλη, 2004.
15. Η ψυχή του κ. Cogito και άλλα ποιήματα/Zbigniew Herbert. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2001.
16. Κατάσταση Πολιορκίας/Μαχμούντ Νταρουίς. Αθήνα: Μαΐστρος, 2010.
17. Ο ακίνητος δρομέας/Αργύρης Χιόνης. Αθήνα: Νεφέλη, 1996.
18. Με το αγκίστρι στην καρδιά: μια επιλογή από το έργο του/Henri Michaux. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2003.
19. Η αγωγή του στωικού/Fernando Pessoa. Αθήνα: Ροές, 2009.
20. Μητριά πατρίδα/Μιχάλης Γκανάς. Αθήνα: Μελάνι, 2008.
21. Σπανιόλικα παπούτσια/ Άλκη Ζέη. Αθήνα: Καστανιώτης, 2010.
22. Γιατί το Βυζάντιο/Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2009.
23. Γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες/Μιχάλης Γκανάς. Αθήνα: Μελάνι, 2010.
24. Αλμπέρ Καμύ: μια ζωή/Ολιβιέ Τοντ. Αθήνα: Καστανιώτης, 2009
25. 76 ποιήματα/Μπέρτολντ Μπρεχτ. Αθήνα: Θεμέλιο, 2000.
26. Ποιήματα/Μπέρτολντ Μπρεχτ. Αθήνα: Θεμέλιο, 2008.
27. Ποιήματα ΙV: 1988-2002/Τίτος Πατρίκιος. Αθήνα: Κέδρος, 2007
28. Το γύρισμα του κύκλου/Ισαάκ Σούσης. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2011.
29. Χάμερσταϊν ή περί ιδιορρυθμίας/Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ. Αθήνα: Καστανιώτης, 2010.
30. Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους: 1830-1974/Βασίλης Ραφαηλίδης. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2010.

Είναι σαφώς μια μικρή αφήγηση αυτή η λίστα. Θέλω να μιλήσω για κάποια από αυτά τα βιβλία. Ίσως μετά το διάλειμμα των διακοπών. Στα μπαγκάζια του φευγιού μου έχω τη «Μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού» (του Ραφαηλίδη) και το βιβλίο «οι Ισπανοί αναρχικοί: τα ηρωικά χρόνια 1868-1936» του Μάρεϊ Μπούκτσιν.

ΥΓ: Γεγονός είναι τελικά πως στη δική μας ζωή σελιδοδείκτες είναι τα ίδια τα βιβλία που διαβάσαμε.

Καλή θάλασσα αδέρφια!
******
ο πίνακας είναι του Edward Hopper ("Rooms by the Sea")

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

σημείωμα για τις Ι.Χ. ουτοπίες

Τις «ουτοπίες ιδιωτικής χρήσης» που φτιάχνει ο καθένας μας ή βρίσκει έτοιμες (από πριν καμωμένες ή από άλλους) θα μπορούσε να έχει θέμα το σημερινό σημείωμα. Δηλαδή τις εκφράσεις αυτής τη δόλιας ψυχολογικής ανάγκης να ισορροπήσουμε ανάμεσα στο μέσα και στο έξω της ύπαρξής μας, αν και είναι σαν να προσπαθείς να περπατήσεις μέσα σε ένα τοίχο κατά το μήκος του. Ανάλογα βέβαια με τον άνθρωπο, το χαρακτήρα και τις επιδιώξεις του η παράλληλη αυτή ζωή είναι απαραίτητη και ενίοτε δημιουργική. Οι ιδιωτικές αυτές ουτοπίες λειτουργούν ας πούμε σε μένα καταρχάς ως ατόφια ηδονή, ως αποστασιοποιημένη επεξεργασία εξωτερικών γεγονότων ή προβολή εσωτερικών διαδικασιών, ή τέλος ως συσσώρευση γνώσεων, πληροφοριών, αισθητικών ερεθισμάτων προκειμένου το μέσα να είναι αποτελεσματικότερο στην αντίληψη και διαχείριση των έξω.

Εξηγούμαι:

Α) Η ουτοπία του προηγούμενου Σαββατοκύριακου. Ηδονή είναι τα ντολμαδάκια της μάνας μου, η συναυλία των τριζονιών, η μυρωδιά των κυπαρισσιών και ο χρόνος που αφέθηκα ακίνητος ανάσκελα στα κρύα νερά των Ισθμίων το Σάββατο και την Κυριακή το πρωί τη μία μέρα κοιτώντας επίμονα το βαθύ μπλε απέναντί μου στον ουρανό και την άλλη το βαθύ κόκκινο του αίματός μου που κυκλοφορούσε στα κλειστά μου βλέφαρα. Επιστρέφοντας από αυτές τις ηδονές είμαι σίγουρος πως το βλέμμα μου προδίδει… «αγγελόκρουσμα»…

Β) Ο χάρτης της ουτοπίας. Μικρό παιδί σαν ήμουνα (και πήγαινα σχολείο) ζωγράφιζα χάρτες. Όχι αληθινών χωρών, αλλά άλλων του μυαλού μου, με ονόματα παράξενα, βγαλμένα από ένα γλωσσικό κώδικα επίσης «ατομικής χρήσης». Οι χώρες είχαν κόλπους βουνά, πόλεις, ποτάμια, πολέμους και συμμαχίες, ό,τι περίπου η ζωή ενός παιδιού και ενός εφήβου. Και τούτα εδώ τα κείμενα καμιά φορά εδώ μέσα θυμίζουν αυτούς τους χάρτες, αφού τα ίδια στοιχεία της ζωής ενός άντρα πια, μετασχηματίζονται σε εκφραστικό κώδικα με λέξεις και φράσεις. Οι επεξεργασίες αυτές είναι βέβαια τυχαία και αποσπασματικά καθρεπτίσματα του υποσυνείδητου στον καθρέπτη της δημιουργίας.

Γ) Η ανάγνωση – μαύρος χρυσός. Η πλέον κοινωφελής από τις ηδονές είναι για κάποιους η ανάγνωση, για κάποιους άλλους το πήδημα, για άλλους το φαγητό. Διαβάζω για να καταλάβω τον κόσμο και να γίνω πιο αποτελεσματικός στον κοινωνικό μου ρόλο, διαβάζω για να τέρψω τη σκέψη μου αλλά και για να τροφοδοτήσω τις άλλες μου ουτοπίες.


Αυτό το σημείωμα αφού δεν έχει ως θέμα τις «ουτοπίες ιδιωτικής χρήσης», έρχεται να σας προτείνει δοκιμασμένες πρακτικές προκειμένου να διευρύνετε την ευχαρίστηση της ανάγνωσης το αμέσως επόμενο διάστημα της απενοχοποιημένης ραστώνης. Επειδή είναι σημείωμα (δεν είναι δα και κανένα κάμα-σούτρα του πνεύματος) θα αναφέρει βιβλία που διάβασα τον τελευταίο χρόνο (από πέρυσι το καλοκαίρι) και τα ευχαριστήθηκα και τα προτείνω. Χωρίς πολλά-πολλά…

(η συνέχεια σε επόμενο σημείωμα- σε αυτό με έφαγε η ηδονή της ουτοπίας, που αν και κοινωφελής παραμένει πεισματικά ακοινώνητη ).

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Lovestory


Θα μπορούσε να είναι μονάχα ένα παιχνίδι αγορασμένο πριν από χρόνια στο Ναύπλιο. Ένα τρόπαιο καλοκαιρινής ευεξίας προς επαναφόρτιση αναμνήσεων εντός του χειμώνα.. Αγνοούσα τότε και ανακάλυψα πρόσφατα ωστόσο, το βαθύτερο νόημά του: ένα μουσικό κουτί προορισμένο (ή καταδικασμένο) να παίζει αιώνια μια λυπητερή μουσική και να εκκινεί με τον κρυφό μηχανισμό τον κυκλικό και ατέρμονο χορό δυο κλόουν εραστών. Ορίζοντας απελπιστικά τις κινήσεις τους, τις θέσεις τους, ακόμη και τη στάση των χεριών ή το χαμόγελο που ζωγραφίζεται στα πρόσωπά τους, την έναρξη και το τέλος του χορού τους.

Η κόρη σου το παίρνει στα χέρια της, χαμογελάει στη μουσική, ψαύει τους κλόουν, για μια στιγμή τους χαρίζει την ελευθερία. Αφήνει στο πλάι το παιχνίδι, βαρέθηκε μάλλον, και ύστερα φεύγει για να διερευνήσει με τις γυμνές πατουσίτσες της τον κόσμο. Μαζεύεις τα κομμάτια του παιχνιδιού, το βάζεις στη θέση του. Πριν φύγεις, γυρνάς πίσω, περιστρέφεις την πεταλούδα και ξαναβάζεις το μηχανισμό σε λειτουργία. Σαν να μην κουράστηκε ποτέ ο έρωτάς τους, σαν να μην ράγισε ποτέ η ευτυχία, συνεχίζουν το ατέρμονο χορό οι κλόουν εραστές.

Τα ταρατατά ταρατατά ταρά ταρά ταρατατά ταρατατά ταρατατά…….

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Χρόνια πολλά σε μια δημοκρατία που ακόμη δεν λειτουργεί

(στο Νίκο και τη Νανά)

Έρπουν οι σκιές. Σε τοίχους και δρόμους. Ποτέ μόνες. Δειλές και φοβισμένες περιφέρονται γύρω μας, γύρω από εμάς και την υλική υπόστασή μας και προπορεύονται ή μας ακολουθούν. Αιώνια αιχμάλωτες όσων το φως αποκαλύπτει. Ύπουλες και σαρκοβόρες σκιές.

Η Δημοκρατία μας αύριο κλείνει τα 37. Κάποιοι φίλοι μου πρότειναν να της πάρω δώρο στο πάρτυ ένα καθρέφτη. Όμως δεν είμαι καλεσμένος στη γιορτή της. Ξέρω ωστόσο πώς θα βγάλω την υποχρέωση να τιμήσω τη γενέθλια μέρα της.

Από το 1974 η ελληνική δημοκρατία «αποκαθίσταται», «νικάει» ή «ηττάται», «πλήττεται» ή «κινδυνεύει», «γιορτάζει» ή «πενθεί». Ποτέ δεν συνοδεύσαμε το ουσιαστικό αυτό μέρος του λόγου και της ζωής μας με ένα ρήμα διαρκείας, ας πούμε: «λειτουργεί». Η δημοκρατία προέκυψε όταν η χούντα κουράστηκε να υπάρχει, όταν οι επαγγελματίες πατριώτες στρατιωτικοί παρέδωσαν, λίγο λειψή είναι η αλήθεια, την πατρίδα στους επαγγελματίες πατριώτες πολιτικούς, τους επαγγελματίες «αντιστασιακούς» του εξωτερικού. Τελοσπάντων…

Πέρυσι και πρόπερσι «γιόρτασα τη δημοκρατία» με απορίες που απηύθυνα στον πατέρα μου. Φέτος ο γιος μου μου έφερε τις απαντήσεις. Στο εξής αυτές θα γιορτάζω: την ελπίδα. Ήμασταν σε μια συνέλευση προ εβδομάδων. Ο κόσμος ήταν θυμωμένος και συζητούσε. Εκείνος καθόταν σε μια άκρη με κάτι χαρτιά στα χέρια και στυλό και έγραφε μάλλον σοβαρός. Τώρα που τελείωσε την πρώτη δημοτικού γράφει πάντα σοβαρός τα χαρτιά του. Σας τα δείχνω. Με λίγο καμάρι είναι η αλήθεια. Κυρίως για την ανορθογραφία του…