Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Μαρτυρολόγιο (Ι)

Είναι μια γυναίκα μέσα στη νύχτα. Γύρω στα 60. Στέκεται όρθια μπροστά στην πόρτα μιας πολυκατοικίας και κοιτάζει το δρόμο σαν να περιμένει κάποιον που δεν έρχεται. Κρατάει μια πλαστική σακούλα, γεμάτη ρούχα μάλλον, στο ένα της το χέρι. Με το άλλο κλείνει κάπως το πανωφόρι της, ψηλά, κοντά στο λαιμό.

Την άλλη μέρα το πρωί δεν είναι εκεί. 
***

Είναι ένας άντρας που περιφέρεται όλη τη νύχτα γυμνός μέσα στο σπίτι του – το ιδανικό θα ήταν να πούμε πως είναι νεαρός, λεπτός και όμορφος. Είναι ένας γέρος όμως. Τα χέρια του, τον ανδρισμό, το βλέμμα του τα έχει νικήσει ο χρόνος. Μοιάζει να ανησυχεί. Κάθε λίγο πλησιάζει στο παράθυρο, κοιτάζει έξω, στρέφει το βλέμμα του ψηλά, προφανώς στον ουρανό, και ύστερα γυρίζει πάλι την πλάτη.

Σαν ξημερώνει, βγαίνει στο μπαλκόνι και ποτίζει τα λουλούδια του. 
***

Ο Φ. είναι βιβλιοθηκάριος – όλοι ξέρουμε πως δεν είναι πολύ καλά στα μυαλά του. Δουλεύει χρόνια στο αναγνωστήριο. Του ζητάς να σου φέρει ένα βιβλίο με αυτό το συγκεκριμένο ταξιθετικό αριθμό κι εκείνος επιστρέφει ύστερα από λίγο κρατώντας το στο χέρι. Αν σε συμπαθήσει θα σου φέρει συνήθως αυτό που του ζήτησες. Αν είσαι άντρας έχεις αυξημένες πιθανότητες να σε συμπαθήσει. Το πιθανότερο ωστόσο είναι να σου φέρει το διπλανό βιβλίο στο ράφι, σαν να επιμένει πως τίποτα δεν είναι στη θέση του, πως όλα, τα βιβλία και οι άνθρωποι και τα αισθήματα είναι παρατοποθετημένα. Μια μέρα μπήκε στο αναγνωστήριο ένας όμορφος νεαρός άντρας και ζήτησε από τον Φ. ένα βιβλίο.


Ο Φ. του έφερε ένα βιβλίο του 1903 με τίτλο «Ο ντροπαλός ερωτευμένος: κωμωδία εις πράξιν μίαν». Ο νεαρός του είπε πως έκανε λάθος!

***
Ο πίνακας είναι του Δημήτρη Τζαμουράνη

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Εδώ Λονδίνο. Στην Ελλάδα τα νεράντζια μυρίζουν υπέροχα



- Μιλάς αγγλικά; Είσαι Έλληνας;
Αργά χθες τη νύχτα ένας Ιταλός κοντά στα τριάντα με υγρά μάτια με πλησιάζει στα Προπύλαια. Κρατάω μια κόκκινη σημαία.
- Μπορείς να μου δώσεις τη σημαία σου; Θέλω να την πάρω μαζί μου.
- Θα στη δώσω αν μου υποσχεθείς ότι θα μου δώσεις τη δικιά σου στη Ρώμη σύντομα
- Θα πάμε πρώτα οι δυο μας στη Μαδρίτη να πάρουμε σημαίες κι εντάξει: μετά στη Ρώμη!

Δεν είναι για εμάς οι εξαλλοσύνες. Εξάλλου μάθαμε σε αυτό το Κόμμα τις χαρές να τις παίρνουμε πάντα με αντικαταβολή. Είμαστε στα Προπύλαια. Ο κόσμος αραιώνει. Στεκόμαστε στο γκαζόν. Και βλέπουμε το Θόδωρο και τη Μαίρη να τρέχουν κατά πάνω μας. Αγκαλιαζόμαστε και οι τέσσερις και κλαίμε. Στα αναφιλητά της η Μαίρη μονολογεί: "για όλους αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους και σήμερα δεν είναι εδώ". Και ύστερα "και για όλους αυτούς που έζησαν να το δουν".

Λίγες ώρες νωρίτερα πάω να ψηφίσω. Βρίσκω έναν γνωστό μου από τον ΚΚΕ και πάω να τον χαιρετίσω. "Καλώς τον εξουσιαστή" μου λέει χολωμένος. Σκατόψυχε!


Ετοιμαζόμαστε για καταμέτρηση. Στην τάξη γύρω-γύρω σχολικές εργασίες. Αναρωτιέμαι πόσοι σήμερα τις πρόσεξαν. Πόσοι σκέφτηκαν πως ψηφίζουν για τις παιδικές ζωγραφιές.


Την Πέμπτη στην Ομόνοια. Ο Παρασκευάς ήρθε πάλι στην Αθήνα. Είναι 93 φέτος. Πάλι συγκινημένος. Ρωτάει και ξαναρωτάει το Γιώργο "λες βρε Γιώργη;". Ο γιος μου τον κοιτάει θαμπωμένος. Νιώθεις πως τον παρακολουθεί σε κάθε του κίνηση, λες πως φοβάται μην σπάσει ο Παρασκευάς. Ίσως να απορεί πώς είναι να είσαι ένας άνθρωπος που πάντα πάλευε για το δίκιο του κόσμου. Ίσως απλά να τον εντυπωσίασαν όσα του είπα για τον Παρασκευά: πως ήταν αντάρτης, πως έχει μπει σε φυλακές κι έχει καταδικαστεί σε θάνατο, πως οι ναζί τον είχαν αιχμάλωτο στην κλούβα μαζί με άλλους μπροστά στο τραίνο για να αποφύγουν δολιοφθορά από όσους αντιστέκοταν στην Κατοχή. Του έχω πει πολλές φορές πως δεν αντιστέκονται οι πολλοί.

Ο Τσίπρας μιλάει στον συγκεντρωμένο κόσμο. Στεκόμαστε δεξιά του, προς την Εθνική Βιβλιοθήκη. Κάτω από μια νεραντζιά. Τον φωτογραφίζω. Στο πλάνο και ο Κοραής. Κάποιος φωτογράφος έχει κάτσει στην αγκαλιά του αγάλματος. Σκέφτομαι εκείνη την ώρα: "Το θέμα βέβαια είναι αυτή η επίμονη σιωπή των αγαλμάτων που θα στέκουν εκεί ακόμη κι όταν τελειώσουν οι πανηγυρισμοί μας".

Λίγο πριν, πάλι εκεί στη νεραντζιά κάποιοι δημοσιογράφοι του BBC. Ρωτάνε την Κ. αν αυτά είναι πορτοκάλια. Τους λέει πως όχι, πως μοιάζουν, αλλά είναι πικρά. Κόβει ένα από το δέντρο, ξύνει με τα νύχια της τη φλούδα λίγο. Και τους το δίνει να το μυρίσουν. Κι εκείνοι εντυπωσιάζονται. Ο Φώτης σχολιάζει χαμηλόφωνα: "Εδώ Λονδίνο. Στην Ελλάδα τα νεράντζια μυρίζουν υπέροχα".


Λίγο πριν φύγουμε. Οι φίλοι μας έχουν σκορπίσει κουρασμένοι. Έχουμε περπατήσει ανάμεσα στους συντρόφους μας που τραγουδούν αντάρτικα, γελούν, αγκαλιάζονται, όλοι αγκαλιάζονται σήμερα. Μια μεγάλη ομάδα Γερμανών πίνουν μπύρες, Ένας Ισπανός πάει κι έρχεται κουνώντας μια τεράστια κόκκινη σημαία. Μονάχος του. Σταματάμε, κοιταζόμαστε και φιλιόμαστε. Κι αγκαλιαζόμαστε κι εμείς. Ώρα να γυρίσουμε σπίτι.

Στη γωνία, το προεκλογικό περίπτερο του ΠΑΣΟΚ. Άδειο. Τσαλακωμένο. 40 τσαλακωμένα χρόνια.


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Την Κυριακή διαλέγεις μαλακτικό


(Και βουβαίνεσαι. Για τα δεδομένα σου έστω. Η αναμονή σε κατακλύζει, δεν επιβιώνει καμία άλλη σκέψη. Είναι αναμονή, όχι προσδοκία. Έχουμε εκλογές. Η Αριστερά θα νικήσει. Είναι κρίσιμο να κυβερνήσει αυτοδύναμα. Η δική σου Αριστερά, αυτή με την οποία συντάσσεσαι, στη συλλογικότητα της οποίας ενεργά συμμετέχεις πολλά χρόνια τώρα. Και κρίνεσαι. Και κρίνεις βεβαίως. Θαρρετά κρίνεις. Οι φίλοι σου, οι συνάδελφοί σου, οι γείτονες, οι γονείς στο σχολείο ξέρουν πως είσαι στο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν το κρύβεις. Δεν κυριαρχεί στη δημόσια συμπεριφορά σου ως «γραμμή», δεν ζεις σε κομματικό σωλήνα, συμπεριφέρεσαι όμως ως αριστερός, αντιδράς ως τέτοιος, δρας ως τέτοιος. Και κρίνεσαι.

Ας μιλήσουμε τώρα για σένα. Τον άλλο εσένα, όχι εμένα εσένα (όχι αυτόν τον κατασκευασμένο εμένα σε δεύτερο πρόσωπο λόγω ύφους γραφής). Που δεν φαίνεσαι να είσαι κάτι σαφές, ανεξάρτητα τι έχεις ψηφίσει, που δεν βάζεις στην καθημερινότητά σου ούτε τη πολιτική συλλογικότητα, ούτε τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων σου, που περιφέρεσαι στους διαδρόμους ενός πολιτικού σουπερμάρκετ διαλέγοντας κάθε φορά το κομματικό μαλακτικό που θα αγοράσεις. Όχι γιατί το θες, αλλά γιατί πρέπει να ψηφίσεις, γιατί οι τρίχες σου είναι ξηρές και πρέπει να τις μαλακώσεις με μια κρέμα. Που κρίνεις. Δικαίωμά σου λες να κρίνεις. Όντως δικαίωμά σου! Τι εύστοχα που κρίνεις, πιο εύστοχα καταδικάζεις όταν σε πιέσουν να διαλέξεις ποιος θα σε κυβερνήσει, ποιος είναι πιο σταθερός στις απόψεις του, πιο ηθικός. Την Κυριακή διαλέγεις μαλακτικό. Δεν είσαι πολύ σίγουρος. Δεν θες το παλιό πολιτικό προσωπικό, αυτό που διάλεγες τόσα χρόνια. Φοβάσαι τους νέους μην κάνουν τα ίδια που διάλεγες τόσα χρόνια. Η εξουσία διαφθείρει λες. Δεν θες να λερωθείς, να χρεωθείς άλλη μια διάψευση. Δεν σηκώθηκες από τον καναπέ σου, δεν έφαγες δακρυγόνα στο δρόμο, ούτε γκλομπιές στο κεφάλι, δεν αντέδρασες στην αυθαιρεσία της διοίκησης, δεν συγκρούστηκες ποτέ, δεν εκτέθηκες σε μια εκλογή, δεν έγραψες έστω για όλα αυτά για να απευθυνθείς σε κάποιον, να τον προβληματίσεις. Δεν εκτέθηκες γιατί θα κρινόσουν. Είσαι καλύτερος στο να κρίνεις παρά στο να κρίνεσαι, έτσι; Θα σου φανούν σκληρά και άδικα ακόμη τα λόγια μου. Ακόμη κι αν ξέρεις πως σε νοιάζομαι και πως σε αγαπάω.

Πόσο αδύναμος ένιωσα ρε φίλε όμως που δεν ήσουν δίπλα μου όταν αντιδρούσα, όταν αντιστεκόμουν, όταν επέλεγα τη σύγκρουση από την υποταγή. Έλα πες μας την άποψή σου τώρα. Διάλεξε κι επιχειρηματολόγησε για τις ιδιότητες κάθε μαλακτικού.

Να σου πω και το άλλο. Υπάρχουν κι αυτοί με τις ιδεολογικές αναφορές – θες να τις λες παλαιοκομματικές αγκυλώσεις, δικαίωμά σου. Αυτούς τους σέβομαι φίλε – νάτο το πρώτο πρόσωπο. Σε αυτούς αναγνωρίζω μια βάση, μια αρχή – συμφωνώ ή διαφωνώ μαζί της. Μόνο αυτούς σέβομαι. Για να τα λέμε όλα.


Θα βάλω σε δυο παρενθέσεις αυτό το σημείωμα. Γιατί μια παρένθεση είναι (χα!). Η ζωή συνεχίζεται, οι φίλοι θα είναι φίλοι μου, και οι συνάδελφοι, οι γείτονες, οι γονείς στο σχολείο. Θα πάμε σινεμά την άλλη βδομάδα. Να κανονίσουμε και καμιά εκδρομή. Θα μιλήσουμε για τον καιρό, θα ντυθούμε μασκαράδες, θα κάτσουμε στα διπλανά γραφεία. Κι αυτές οι σκέψεις θα είναι ένα μικρό διάλειμμα )

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Εγώ κανονικά και η συνεννόησις των εραστών δι' ανθέων

Εσύ κανονικά αυτές τις μέρες θα έπρεπε να γράψεις ένα-δύο πολιτικά κείμενα: μια ανασκόπηση της καταστροφικής πολιτικής των κεντρώων και δεξιών κομμάτων του Μνημονίου (ιδιαίτερα στον πολιτισμό και την παιδεία) και μια οραματική σύνδεση με την προοπτική που απελευθερώνει μέσω των προσεχών εκλογών η νίκη της Αριστεράς.

Όμως τώρα που όλοι ασχολούνται με αυτά, ως αυθεντικός αντικοινωνικός που είσαι σε θέλγουν τα βιβλία σου, η μοναξιά, η ποίηση και ο έρωτας. Ένας φίλος ερωτεύτηκε λέει, και τον παρακολουθώ να ανθίζει.

Στη δουλειά ξέρεις τώρα: απολαμβάνω τα βιβλία που περνάνε από μπροστά μου. Είμαι σταθμός και είναι τραίνα που φεύγουν και πάνε. Σήμερα καταλογογράφησα κάποια: μια "νεκρώσιμο ακολουθία" από το Τυπογραφείο του Ανέστη Κωνσταντινίδη (αρχές 20ου αι.), μια συλλογή  ερωτικών ασμάτων με τον τίτλο "Λιανοτράγουδα" από το Τυπογραφείο του Μιχαήλ Σαλίβερου (κι αυτό αρχές του 20ου προφανώς), μια τεταρτοαυγουστιάτικη έκδοση του 1937 με τίτλο "Το νέον κράτος και η κοινωνική πρόνοια". Έρωτας, θάνατος, πολιτική... καταλαβαίνεις: τα σημαντικά της ζωής μας έρχονται, περνάνε, παίρνουν τη θέση τους στο ράφι και τον κατάλογο.

Κι έρχεται αυτό. Με τη γλώσσα και τα ήθη του. Τόσο παράξενο, παράταιρο, επιτηδευμένο, παλιοκαιρίτικο,


"1. Επιστολή δηλωτική έρωτος

Αξιέραστος δεσποινίς,
ο κάλαμός μου αδυνατεί να περιγράψη το ό,τι αισθάνομαι δι' υμάς. Αδυνατεί να περιγράψη τον έρωτα τον αγνόν και διακαή, ο οποίος από της πρώτης μας συναντήσεως με κατατρώγει ως ο αδηφάγος σκώληξ ο κατατρώγων τον καρπόν εν ω είνε κεκρυμμένος, την καρδίαν μου. Δεσποινίς, αφ' ης στιγμής σας είδον ετρώθην εκ των θελγήτρων σας, θέλω δε είμαι ο ευτυχέστερος των θνητών εάν τα αισθήματά μου συνηντώντο μετά των ιδικών σας..."


Αυτές οι συναντήσεις φίλε μου...
Είναι λοιπόν ένας οδηγός ερωτικής επιστολογραφίας των αρχών του 20ου αιώνα , τυπωμένος από τον Σαλίβερο. Στην ερωτική αλληλογραφία όμως "προσετέθη η Νέα Ανθοδέσμη ή συνεννόησις των εραστών δι' ανθέων"! Ένας ερωτικός κώδικας που ερμηνεύει την ανταλλαγή "ανθέων" μεταξύ των εραστών. Τα λουλούδια γίνονται ερωτικά μηνύματα. Αν της δώσεις ένα φύλλο αγιόκλημα της λες "θα ήσαι ευτυχής αν μ' απολαύσης", αν της δώσεις ένα κλωνάρι αγριελιά θα την προειδοποιείς πως σου είναι ψυχρή. Αν οι κάψες σου δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς, δώσε της αφιόνι, αν θες να απορρίψεις τον έρωτά του δώσε του ένα κλωνάρι από αμπέλι, αν προδόθηκε ο έρωτάς σας δώσε μια ανεμώνη.


Το ραντεβού στις 10 μ.μ. είναι ένα φύλλο Άψινθου, στις 11 ένα άνθος δαμασκηνιάς, τα μεσάνυχτα ένα κλαδί ελιάς. Μόνο μη δώσεις βαλεριάνα, γιατί θα τον πληγώσεις βαθιά, αφού σε άλλον θα έχεις υποσχεθεί τον έρωτά σου. Ούτε άνθος βερυκοκιάς να δώσεις. Δεν χρειάζεται να της πεις πως είναι άσχημη. Εκτός αν της το δώσεις με το κλωνάρι μαζί: στην ουσία θα ζητάς προίκα που θα αγοράζει την ασχήμια της! Αν είσαι φτωχός, δώσε ένα βρύο και περίμενε... Θα ήθελες ίσως να του πεις "η εικών σου είναι εγκεχαραγμένη εις την καρδίαν μου". Μπορείς να του δώσεις αντ' αυτού κουφοξυλιά και κανείς δεν θα σας καταλάβει.


Διαβάζω τη λίστα των κρυπτογραφημένων ερωτικών μηνυμάτων, την ερμηνεία των λουλουδιών και καταλαβαίνω πια γιατί οι ερωτευμένοι τρέχουν στα δάση και στους κήπους: ψάχνουν να βρουν το μήνυμα, να το κόψουν να το δώσουν στον ανήσυχο εραστή ή ερωμένο!

Και καθώς αυτό το εντελώς ενθουσιώδες και συνεπαρμένο ποστ τελειώνει, σκέφτομαι πως το μήνυμά του ήταν εξόχως πολιτικό, επαναστατικό, δημοκρατικό, ελεύθερο κι επίκαιρο: αφήστε όλα τα λουλούδια να καυλώσουν!

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Το παραμύθι της κληματαριάς


Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι δυο άνθρωποι κάθονταν στην αυλή κάτω από την κληματαριά κι έτρωγαν αμίλητοι. Ύστερα δεν υπήρχαν. Γιατί είχαν φάει όλο τους το χρόνο.

* ο πίνακας είναι από την Πομπηία

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Καβάτζα


Μια φορά και μια νύχτα ένας άντρας ένιωσε μόνος ξαφνικά. Κάθισε κι έγραψε λοιπόν μια ιστορία να του κάνει συντροφιά. Της είπε για τη ζωή του, τα λάθη και τα πάθη του - πρώτη φορά ήταν τόσο ειλικρινής με ιστορία που γράφεται. 

Λίγο καιρό μετά αυτή την ιστορία κάποιος τη διάβασε, κι όπως είναι γνωστό η ανάγνωση είναι μια δεύτερη γραφή. Στην ιστορία άρχισαν πια να υπάρχουν κενά, απορίες, αμφιβολίες, διαφωνίες. Παραλλαγές. 

Ο χωρισμός τους ήταν πια αναπόφευκτος, χάθηκε η εμπιστοσύνη και ιστορία που ραγίζει δεν ξανακολλά. Κι ο άντρας που μια φορά και μια νύχτα έγραψε μια ιστορία να του κάνει συντροφιά, ένιωσε πάλι μόνος.

*ο πίνακας είναι του Μπάμπη Βενετόπουλου

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Πρόσωπο του 2014: ένα κορίτσι που μαζεύει βιβλία στη Γάζα


Συνήθως η τελευταία ανάρτηση στο «Βιβλιοθηκάριο» κάθε χρονιά είναι μια αυθαίρετη επιλογή του προσώπου που την σηματοδότησε κάπως. Στο παρελθόν ως τέτοιο πρόσωπο έχω επιλέξει την Ανεργία, τον Χαμιντουλάν Νατζαφί, τον ΑχιλλέαΜ., την ΕΡΤ. Δεν είναι αντικειμενική αυτή η… ανάδειξη, απλά φωτίζει κάπως τα γεγονότα που αυτά τα τελευταία χρόνια έχουν σκορπίσει στις ζωές μας σαν κάποια έκρηξη να τα απελευθέρωσε. Το θέμα βέβαια είναι κάθε φορά πόσο συμβάλλουμε εμείς σε αυτά που συμβαίνουν, πόσο συμμετέχουμε στην ιστορία.

Η χρονιά που φεύγει ξεκίνησε τρομακτικά σε προσωπικό επίπεδο, τελειώνει όμως με νίκη και ελπίδα: ο καρκίνος δεν νίκησε έναν άνθρωπο που αγαπώ και σέβομαι πολύ. Ο καρκίνος θέρισε φέτος όμως άλλους ανθρώπους γύρω μου και βασανίζει ακόμη αρκετούς…


Αυτή την ελπίδα που φέγγει κάπως κι από τα προσωπικά βιώματα σηματοδοτεί και η φετινή επιλογή «προσώπου της χρονιάς»: είναι Ιούλιος του 2014, το Ισραήλ βομβαρδίζει τη Γάζα, εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώνονται, βομβαρδίζονται σχολεία, πεθαίνουν παιδιά. Ένα κορίτσι από την Παλαιστίνη μετά από ισχυρό βομβαρδισμό επιστρέφει στο κατεστραμμένο σπίτι του και ψάχνει τα βιβλία του στα χαλάσματα. Ένα κορίτσι που δεν μαζεύει λουλούδια από ανθισμένα λιβάδια, αλλά βιβλία από κατεστραμμένα σπίτια είναι ίσως η ελπίδα που περνάει ανάμεσά μας και μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε να ζούμε. Ή έτσι θα ήθελα να είναι.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Το παραμύθι του τραίνου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα όμορφο τραίνο. Τα τραίνα ταξιδεύουν – ίσως γι’ αυτό είναι όμορφα. Γνωρίζουν τόπους και το αδιάκοπο πηγαινέλα των επιβατών– η προσδοκία του ταξιδιού κάνει όμορφα τα τραίνα. Και λίγο φαντασμένα ίσως, αφού δεν ξέρουν τι σημαίνει ένα ταξίδι που τελειώνει. Μια μέρα στο σταθμό της μικρής μας πόλης το όμορφο τραίνο συνάντησε έναν νεαρό άντρα. Παραξενεύτηκε λίγο που εκείνος έμεινε στην αποβάθρα, δεν φάνηκε να περιμένει κάποιον επιβάτη, ούτε αποχαιρέτησε κάποιον αγαπημένο – καθώς το τραίνο απομακρυνόταν εκείνος φαινόταν να στέκεται και να το παρακολουθεί. Τη δεύτερη φορά που πέρασε από το σταθμό, ο νεαρός άντρας ήταν πάλι εκεί. Και πάλι δεν επιβιβάστηκε, όμως τώρα πια το τραίνο δεν παραξενεύτηκε. Την Τρίτη φορά ήταν σίγουρο πως θα τον ξανάβλεπε, όπως κι έγινε. Ο χρόνος κυλούσε, οι εποχές άλλαζαν, άνθρωποι έφευγαν κι επέστρεφαν, όμως ο άντρας ήταν πάντα εκεί, στεκόταν στην άκρη του σταθμού, χαμογελούσε όταν το λαμπερό τραίνο σταματούσε και ύστερα έφευγε σκυφτός. Αυτή η συνάντηση έγινε μια συνήθεια και για τους δυο, μια σχέση λίγων λεπτών, χωρίς κουβέντες, χωρίς υποσχέσεις, γεμάτη νοήματα.


Μια μέρα ο άντρας δεν ήταν εκεί. Ούτε την επόμενη. Ούτε ποτέ ξανά. Το τραίνο ξαφνιάστηκε, ύστερα ανησύχησε, στο τέλος πόνεσε. Κι έγινε πιο όμορφο, γιατί η απώλεια ομορφαίνει τα τραίνα. Κι έπαψε να είναι φαντασμένο όταν κατάλαβε πως υπάρχουν και ταξίδια που δεν μπορείς να τα κάνεις.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

Διακόσιες βρυσούλες


Είναι Ιανουάριος του 1998. Μπαίνουμε στα λεωφορεία του ΚΤΕΛ καμιά διακοσαριά φαντάροι και από το 6ο Σύνταγμα Πεζικού της Κορίνθου φεύγουμε για τα Γιάννενα, για ειδικότητα. Στολή εξόδου, λουκάνικο, τηλεκάρτες και πολιτικά σακ-βουαγιάζ η μικρή μας περιουσία. Θέση δίπλα στο παράθυρο, στη δεξιά πλευρά και ο δρόμος αρχίζει να ξετυλίγεται. Στα μισά της διαδρομής, στάση για κατούρημα. Γύρω άδειο τοπίο, βαρύς καιρός και ομίχλη. Εγώ δεν θέλω και κάθομαι στη θέση μου. Τα λεωφορεία αδειάζουν. Διακόσιοι φαντάροι σκορπίζουν σε ένα μεγάλο, οργωμένο χωράφι. Ανοίγουν τα πόδια τους και κατουρούν την ίδια στιγμή. Διακόσιες βρυσούλες ποτίζουν τη γη. Ο αχνός του κάτουρου υψώνεται σαν προσευχή. Τινάζουν τον πούτσο τους και κλείνουν τα φερμουάρ. Μια υπέροχα συντονισμένη χορογραφία. Επιστρέφουν σιγά-σιγά. Το λεωφορείο ξεκινά πάλι για τα Γιάννενα.


Έχουν περάσει 17 περίπου χρόνια από τότε. Συνεχίζω να πιστεύω πως είναι η πιο ωραία εικόνα που έχω δει στη ζωή μου.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Ο χρονομέτρης


Μια μέρα ένας άνθρωπος αποφάσισε να μετράει το χρόνο με τις σταγόνες της βροχής. Όμως κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε κι εκείνος πέθανε. Ένας άλλος σκέφτηκε πως το χρόνο θα τον μετράει με τα φιλιά της καλής του. Όμως εκείνη κάποτε έπαψε να τον αγαπάει κι εκείνος πέθανε. Ένας άλλος βλέποντας όλα αυτά σκέφτηκε να μην μετράει το χρόνο και πέθανε στη στιγμή.

Ένας άλλος τότε άρχισε να μετράει το χρόνο με τους θανάτους των ανθρώπων. Κι ακόμη ζει.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Στη σιωπή απαντάς, στο θάνατο πώς απαντάς;


Πόσο δύσκολο είναι αλήθεια αυτές τις μέρες οι λέξεις μας να στηθούν δίπλα ή απέναντι στην κορυφαία πράξη του Νίκου Ρωμανού! Οι λέξεις είναι άχρηστες. Είναι οι φωνές και οι σιωπές μας. Λένε αυτό που λέγεται και το ανείπωτο. Πόσο κουρασμένες πρέπει να είναι με αυτή τους την αποστολή! Δεν τους επιτρέπουμε να λοξοδρομήσουν, δεν τις αφήνουμε να διαδηλώσουν στο δρόμο,  να γραφτούν σε τοίχους δημοσίων υπηρεσιών, να μιλήσουν έστω μεταξύ τους όταν τυχαία συναντηθούν. Οι λέξεις ίσως μια μέρα αντιδράσουν και αδειάσουν από μέσα τους όλη αυτή τη σιωπή που τις κατατρώει. Ίσως πάψουν μια μέρα να είναι δοχεία σιωπής. Προς το παρόν τίποτα δεν προσθέτουν (δεν θα έπρεπε καν να τολμούν κάτι τέτοιο) και σε τίποτα δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν μαζί του. Ό,τι κι αν πούμε, αυτός απαντάει με τη ζωή του. 

Στη σιωπή απαντάς, στο θάνατο πώς απαντάς;

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Μένης Κουμανταρέας (1931-2014)

 
Είναι ένα ήσυχο απόγευμα του ΄96 ή του ΄97 σε ένα διαμέρισμα στα προσφυγικά της Αλεξάνδρας. Έχουμε κάνει έρωτα, τα σώματά μας χορτασμένα μπλέκουν το ένα μέσα στο άλλο. Σαν να φωλιάζουν. Μου λέει: σου πήρα ένα βιβλίο. Και θέλω να στο διαβάσω. Αρχίζει. Ακουμπάω στον γυμνό της ώμο και βυθίζομαι στην ανάγνωσή της. Η μέρα έγερνε κι αυτή σιγά σιγά στο πλάι μας. Η πόλη έξω βιαζόταν, για μας ο χρόνος ήταν δικός μας, τον κάναμε ό,τι θέλαμε. Είχε νυχτώσει όταν τελείωσε. Ντυθήκαμε. Βγήκαμε έξω. Στην Αλεξάνδρας "μια γυναίκα κι ένας άντρας". Σηκώνει το χέρι κι ένα ταξί σταματάει. "Καληνύχτα αγάπη μου". "Καληνύχτα" προλαβαίνω να της πω, πριν χαθεί.
 
Έχουν περάσει μάλλον 18 χρόνια από τότε. Άκουσα το πρωί πως ο Κουμανταρέας δολοφονήθηκε. Πήγα στη βιβλιοθήκη, πήρα το βιβλίο. Έχουν κιτρινίσει τα φύλλα του. Κι άρχισα πάλι να το διαβάζω.
 
"Έσμιγαν κάθε βράδυ στις οχτώ. Ο ένας έμπαινε Θησείο, η άλλη Μοναστηράκι. Ο νεαρός φορούσε παντελόνι κοτλέ, πουλόβερ κλειστό ως το λαιμό, και είχε τα μαλλιά του μακριά, άταχτα ριγμένα πίσω. Από το ένα χέρι του κρατούσε τα τσιγάρα του, από το άλλο ένα μάτσο χαρτιά μέσα σε ντοσιεδάκι. Έπιανε την ίδια θέση, γωνιακή, δίπλα στο παράθυρο, αντίθετα στη φορά του τραίνου..."
 
Αντίθετη με τη φορά του τραίνου και η ζωή του, σκέφτομαι...

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Ελευθερία


Ντύνουμε τις λέξεις μας με στολές πολεμικές, κράνη κι αρβύλες – μέσα τους αχνίζει το γυμνό σώμα της σιωπής φτιαγμένο για χάδια και έρωτα. Όχι για τον πόλεμο. Τα στήθη τους… αχ τα στήθη των λέξεων!

***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Μπουρναζάκη

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Το νέο χανουμάκι


Εβαρέθηκα, δεν θέλω
τέτοια νειότη κι ευμορφιά
Χανουμάκι στο χαρέμι
με χανούμια συντροφιά

Να φύγω θέλω από το χαρέμι
και το Ελληνόπουλο ναύρω
κείνο που αγαπώ.
γιατί μου πήρε την καρδιά
με μια ολόθερμη ματιά
και μ'έκαμε να τρελλαθώ.

Τουρκοχαρέμι να θορώ
κι όλαις στο χαρέμι
τώρα με υποψία με φωνάζουν
χανουμάκι σκεπτικό

***
Το ποίημα είναι από μια αχρονολόγητη έκδοση του Σαλίβερου (πιθανά του 1908-1909) με τίτλο "Η Καστανή, το νέο χανουμάκι και τα νεώτερα τραγούδια"

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Το μάτι: ιστορία σε μια βιβλιοθήκη


Δούλευα κάποτε στη βιβλιοθήκη μιας καλλιτεχνικής σχολής. Χρήστες της ήταν σπουδαστές οι οποίοι κυρίως ενδιαφέρονταν για εικόνες και λιγότερο για κείμενα, οπότε το υλικό της βιβλιοθήκης, οι υπηρεσίες κι εγώ ο ίδιος ήμασταν εκεί για να καλύψουμε αυτή την ανάγκη.

Μια μέρα στη βιβλιοθήκη μπήκε μια ντροπαλή κι ευγενική κοπέλα που έπρεπε να εικονογραφήσει την «ιστορία του ματιού» του Ζωρζ Μπατάιγ, στο πλαίσιο του μαθήματος της «εικονογράφησης βιβλίου». Η «ιστορία του ματιού» είναι ένα ιδιαίτερα «βέβηλο» και προκλητικό ερωτικό αφήγημα του διάσημου Γάλλου συγγραφέα – ο οποίος ήταν και «συνάδελφός» μου, δούλευε δηλαδή στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Η εικονογράφηση επομένως ενός τέτοιου βιβλίου έπρεπε να είναι στο αντίστοιχο πνεύμα. Η κοπέλα δειλά-δειλά μου ζήτησε να τη βοηθήσω, αφού τα σχέδια που είχε παρουσιάσει στον καθηγητή θεωρήθηκαν «αμήχανα», «ήπια», «εξαιρετικά βαρετά και συντηρητικά». «Πρέπει να βρω μια λύση» μου είπε. «Τόσο καιρό χρησιμοποιώ σαν μοντέλο το αγόρι μου, τον ερεθίζω, τον δένω και την κατάλληλη στιγμή πιάνω το μολύβι και αρχίζω να τον σκιτσάρω. Δεν αντέχει άλλο και δεν ξέρω πώς να του πω πως τα σχέδια απορρίφθηκαν και πρέπει να τον πάω σε πιο ακραίες καταστάσεις από την αρχή…». Αφού κατάπια σύντομα την έκπληξή μου, της ζήτησα να έρθει στη βιβλιοθήκη αργά το απόγευμα που θα έκλεινα.


Είχε πια σουρουπώσει όταν η κοπέλα ήρθε. Κλείσαμε τα φώτα της εισόδου, τα παράθυρα και τις πόρτες και κάτσαμε στο γραφείο μου. Αρχίσαμε να σερφάρουμε στο internet ψάχνοντας σαδομαζοχιστικές σελίδες με εικαστικό ενδιαφέρον, υλικό το οποίο κάποια στιγμή βρήκαμε και με ενθουσιασμό αρχίσαμε να τυπώνουμε. Περάσαμε υπέροχα, γελώντας στην αρχή αμήχανα, ύστερα εντελώς απενοχοποιημένοι, και τελικά ανεβάζοντας το μέτρο της αισθητικής μας άποψης επί του θέματος. Αργά τη νύχτα φύγαμε από τη βιβλιοθήκη σαν τους κλέφτες. Η εργασία βαθμολογήθηκε με 10 και στην τελική έκθεση των αποφοίτων «η ιστορία του ματιού» «έβγαζε μάτι» σε περίοπτη θέση με την εξαιρετική της εικονογράφηση!

***
Μια μεγάλη ομάδα βιβλιοθηκονόμων ξεκινούμε αυτές τις μέρες τη συγκέντρωση αστείων, ιδιαίτερων, παράξενων ιστοριών που μας έχουν τύχει στις βιβλιοθήκες. Στόχος μας είναι να εκδώσουμε ένα βιβλίο που θα τις περιέχει. Αυτή η ιστορία είναι μία από αυτές.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Ένα δρόμο αν θες


Ένα δρόμο αν θες
μπορείς να τον πάρεις
και να φύγεις
ή πάλι να τον βάλεις
σ' ένα ποίημα

Οι δρόμοι στα ποιήματα
είναι αδιέξοδοι

***
ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μανουσάκη

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ο άντρας που αγάπησε τη σιωπή


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος. Ένας άντρας που αγάπησε τη σιωπή. Την παντρεύτηκε κι έζησε μαζί της για πάντα. Χωρίς ποτέ ν' ακούσει απ' αυτήν μια επιβεβαίωση πως κι εκείνη τον αγάπησε.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Γαμήστε μας!


Εδώ, στο χαρτί ή στα pixels, μόνο η σκιά της καμιά φορά περνάει. Η ζωή εκεί έξω είναι. Εκεί έξω. Ο αέρας απόψε δεν μυρίζει νοτισμένη σιωπή, φθινοπωρινές διαδρομές και σαπισμένα φύλλα. Ο αέρας απόψε σε πνίγει, τα δακρυγόνα σου καίνε την ανάσα, οι «κρότου-λάμψης» σκίζουν τη νύχτα, τη γδύνουν και με τα γκλομπ τη γαμάνε ξανά και ξανά. Και οι νοικοκυραίοι στα σπίτια τους γαμάνε, κλείνουν τα αυτιά, κλείνουν τα μάτια, ασθμαίνουν, πρέπει να αναπαραχθούν. Η χαρά της ζωής δεν είναι η αναπαραγωγή, αλλά η σύγκρουση φίλε μου.

 Όμορφα παιδιά τα παιδιά που τους Νοέμβρηδες βγαίνουν στους δρόμους, μπορείς να ανθίσεις ανάμεσά τους, μπορείς να τα ερωτευθείς. Μιλούν με πάθος για το δίκαιο, ξέρουν το δίκαιο, ξέρουν το άδικο. Είναι όμορφα τα κόκκινα παιδιά σαν φλόγες που ανθίζουν μέσα στη νύχτα – η θαλπωρή τους είναι η αλήθεια. «Γαμήστε τους» φώναζαν οι μπάτσοι χθες το βράδυ την ώρα που τα έδερναν έξω από το Πολυτεχνείο. Και ορμούσαν. Και τα μάτια τους γέμιζαν δάκρυα, και ο λαιμός τους καιγόταν, και κολλούσαν στους τοίχους το ένα δίπλα στο άλλο, σαν συνθήματα.


Γαμήστε μας λοιπόν – τη σπορά σας θα τη γεννήσουμε αύριο! Θα τη λένε σύγκρουση!

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Αντίστροφο παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Γιατί μετά τα πράγματα άλλαξαν. Και τα παραμύθια τελείωσαν

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Τα φυσεκλίκια


Ήταν εκεί όλο το νοσοκομείο: οι χειρούργοι της πτέρυγας, οι νοσηλεύτριες, οι καθαρίστριες, ο πρόεδρος, ο εκπρόσωπος των συνδικαλιστών (που φρόντισε να κάτσει βέβαια δίπλα στον πρόεδρο), μέχρι και οι συγγενείς κάποιων τεθνεώτων και μη ασθενών. Στο πάνελ κάθονταν ήδη ο κος Παρασκευαΐδης, ακαδημαϊκός και παλιός διευθυντής του νοσοκομείου (επί Χούντας) και θείος της Ποιήτριας, η γηραιά πρόεδρος της «Λογοτεχνικής Συντροφιάς του Απόστολου Βαρνάβα», και ο Υπουργός – για την ακρίβεια, πρώην Υπουργός Υγείας κος Θύμιος Πετρόπουλος. Ο τελευταίος μάλιστα χαριεντιζόταν με τη φιλόλογο με έναν απίστευτα αγοραίο τρόπο, κολακεύοντας πειστικότατα το σάψαλο για το «νεαρόν της ηλικίας της». Ο ακαδημαϊκός καθόλη τη διάρκεια της αναμονής γυάλιζε επίμονα τα γυαλιά του, σαν να επιχειρούσε με κάποιο τρόπο να τα κάνει να πάρουν φωτιά.

Η μουσική των Doors συνόδευε αυτό το κάπως αμήχανο και ηλεκτρισμένο πηγαινέλα των παριστάμενων που πρόδιδε μια απειρία με τις ποιητικές και εν γένει λογοτεχνικές παρουσιάσεις. Μια νοσηλεύτρια είχε πάρει και τον γιο της μαζί, που μάταια προσπαθούσε να του αποσπάσει το σκασμό προμηθεύοντάς τον ένα σκασμό κρουασάν και καραμέλες. Ο ηλεκτρολόγος του νοσοκομείου είχε αποσβολωθεί στην καρέκλα του σαν να άκουγε ήδη τις πρώτες αναλύσεις της παρουσίασης,. Προφανώς τον εξέπληξε όλο αυτό το πράγμα και φορούσε το περισπούδαστο ύφος του ανθρώπου που «ξέρει από αυτά». Το τέχνασμα της ποιήτριας είχε πιάσει: όλοι νόμιζαν πως οι προσκλήσεις ήταν σχεδόν εμπιστευτικές, στοιχείο που τους δέσμευσε να μην μπορέσουν να αποφύγουν την παρουσία στο γεγονός. Γρήγορα έγινε αντιληπτό το λάθος που είχαν κάνει, όταν μέσα στο ημίφως από την ψηλή σκάλα του εκδοτικού οίκου άρχισε να κατεβαίνει σαν τη Rita Hayworth η Ποιήτρια – δόκιμη γιατρός και ερωμένη του συνδικαλιστή που κάθισε δίπλα στον πρόεδρο – οι κακές γλώσσες λένε «όχι μόνο». Το πρόσωπό της έδειχνε μια επιτηδευμένη αυτοσυγκράτηση, μια ελαφρά, πολύ ελαφρά ντυμένη αίσθηση θριάμβου. Ήταν επιτέλους το επίκεντρο μιας βραδιάς, για πρώτη φορά θα έδινε την παράστασή της μπροστά σε ένα αδιάφορο για κείνη κοινό, το οποίο είχε δεσμεύσει απόλυτα ωστόσο να την παρακολουθήσει μέχρι το τέλος.

Η ξαφνική σιγή του κοινού την τρόμαξε. Ακουγόταν μόνο το τσαλάκωμα του περιτυλίγματος από τα πατατάκια του γιου της νοσηλεύτριας. Αγνόησε το μη χειροκρότημα και αργά προχώρησε προς το πάνελ, ενώ οι Doors σέρνονταν σαν το φίδι ανάμεσα από τις καρέκλες, τα πόδια, τις τσάντες και τα φουλάρια των παριστάμενων. Κάθισε επιτέλους στο πάνελ την ώρα που ένας δυνατός κρότος απέξω  σηματοδοτούσε την έναρξη της καταιγίδας που θα κρατούσε οριστικά μέσα ακόμη και τους πιο θαρραλέους που ήδη είχαν σκεφτεί να φύγουν. Μαζί με την βροχή ξεκίνησε και η παρουσίαση – άνιση μολαταύτα και για τούτο ενδιαφέρουσα.

Ο ακαδημαϊκός έβαλε τα καλογυαλισμένα του γυαλιά και άρχισε αργά και βασανιστικά να διαβάζει από ένα χειρόγραφό του – μίλησε για τα χρόνια που δούλευε στην κλινική, για το έργο που διετέλεσε και το οποίο τον είχε οδηγήσει στο Μέγαρον της Ακαδημίας, για το έργο των αρχαίων Ελλήνων ιατρών και την προσφορά του ελληνικού πνεύματος στον παγκόσμιο πολιτισμό. Το νανούρισμα του κοινού είχε αρχίσει ήδη να λειτουργεί εντυπωσιακά, όταν προς το τέλος της ομιλίας τα πράγματα ξαφνικά ανακόπηκαν. Ο «θείος» μίλησε για τη μικρή ανηψιά που ερχόταν από παιδί στην κλινική και παρακολουθούσε τους ασθενείς, τα τραύματα και τα χειρουργεία τους, τα άπειρα μπουκαλάκια του φαρμακείου με τα παράξενα υγρά τους. Προς «επίρρωσιν της αναμνήσεως ταύτης» διάβασε και ένα από τα ποιήματα της συλλογής, ένα παράξενο που μιλούσε για έναν γιατρό που όργαζε στη μυρωδιά των χειρουργείων και είχε γίνει ο κορυφαίος γιατρός της χώρας.

Ύστερα πήρε το λόγο η γηραιά κυρία που με αυτό το ενοχλητικό «ε» στο τέλος κάθε λέξης που τελειώνε σε «ς» μίλησε επί μακρώ για το «έργο της λογοτεχνικήςε συντροφιάςε στα πνευματικά πράγματα της πόληςε σε συνθήκεςε βαθειάςε κοινωνικήςε και πολιτικήςε κρίσηςε». Οι πίσω καρέκλες όλη αυτή την ώρα είχαν αρχίσει να φωτίζονται από ένα παράξενο κρύο φως, που μάταια προσπαθούσε να κρύψει την ενασχόληση των καθήμενων με ποικίλες εφαρμογές των κινητών τους τηλεφώνων. Ο γιος της νοσηλεύτριας τη στιγμή που η γηραιά ποιήτρια διάβαζε το ποίημα για το «άφατο, που είναι το άβατο της σιωπής» έκλασε και η δυσάρεστη μυρωδιά ξεκούνησε αρκετούς από τη θέση τους κάνοντάς τους να στρέφονται καχύποτα και διερευνητικά στους διπλανούς τους.

Το λόγο πήρε ύστερα ο κύριος Υπουργός, ο οποίος με τη δυνατή φωνή του έβγαλε απότομα από τη σκοτοδίνη της νύστας όλη την αίθουσα. Τα κινητά κλείσαν, ο γιος της νοσηλεύτριας είχε πια τελειώσει όλα τα μπινελίκια που του είχε πάρει η μάνα του, όλοι καθηλωμένοι άκουγαν πια τον Υπουργό να μιλάει για την ποιήτρια, «την αδερφή ψυχή», την «παλιά του φίλη και συνοδοιπόρο στον πολιτικό βίο». Γρήγορα ο λόγος του στράφηκε στις ποικίλες συνδηλώσεις του ποιητικού σύμπαντος αποτολμώντας θαρραλέες συγκρίσεις με το έργο του μέγιστου Ελύτη και τον υπόγειο και σκοτεινό λυρισμό του Καρυωτάκη, υπό το πρίσμα ενός μεταμοντέρνου φωτισμού που συνδιαλέγεται ισότιμα με την Αισχύλεια εμφατικότητα.

Φαίνεται πως κάποιο αόρατο σύνθημα δόθηκε- έτσι μάλλον εξηγείται το γεγονός πως με το τέλος της ομιλίας του Υπουργού τελείωσε η βροχή. Και άρχισαν όλοι βιαστικά να ετοιμάζονται να φύγουν, «γιατί περιμένει ο σύζυγος στο σπίτι» κι «έχω το παιδί άρρωστο» και «θα με πάρετε μαζί σας γιατί δεν έχω αυτοκίνητο;» και «ποιος πάει χειρουργείο αύριο;» και «πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση δεν βρίσκετε;». Σε λίγα λεπτά η αίθουσα είχε αδειάσει, όχι εντελώς, αφού είχαν μείνει μόνο ο πρόεδρος και ο συνδικαλιστής, μόνοι, αφήνοντας την εμβρόντητη Ποιήτρια να διαβάσει με ραγισμένη φωνή το τελευταίο ποίημα της βραδιάς, «τα φυσεκλίκια».


Βγήκαμε στο νοτισμένο δρόμο, οι καφετέριες είχαν πάλι γεμίσει κόσμο, το φθινοπωριάτικο βραδάκι ήταν τόσο αναζωογονητικό και ευχάριστο. Μια διάχυτη μυρωδιά φούντας ταξίδευε στην πλατεία, μαλακώνοντας κι άλλο τη διάθεσή μας. «Ρε σεις δεν πάμε για κανά ποτάκι;» πρότεινε κάποιος. «Άντε ρε, πάμε να σχολιάσουμε και την Ποίηση» απάντησε κάποιος άλλος. Και γελώντας όλοι κατευθυνθήκαμε προς τον «Ιππόκαμπο».

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Έλα να παίξουμε


Αυτό το κείμενο θα ξεκινούσε με μια πρόσκληση. Θα έλεγα ας πούμε: "έλα να παίξουμε. Όπως κάναμε παιδιά. Τα κρύα βράδια του χειμώνα στην Κόρινθο. Με τα αυτοκινητάκια και τους στρατιώτες μας. Ο κόσμος να γίνει πάλι τα κρόσια μιας πολυθρόνας και τα αναποδογυρισμένα σκαμνάκια που σέρναμε καβάλα στο πάτωμα και οι μαξιλάρες και τα χαλιά..."

Γι΄ αυτό το ταξίδι στο παρελθόν δεν έχω βγάλει όμως εισιτήρια. Για κάποιο λόγο αναβάλλω πάντα τα ταξίδια μου. Λιποταξία τα νιώθω. Δεν είναι πολύ σπουδαίο και ενδιαφέρον να είσαι ενήλικος νομίζω, ή τουλάχιστον είναι λιγότερο ευχάριστο από το να είσαι παιδί. Κυρίως γιατί...
Γράφω αυτό το κείμενο στο τραπέζι της κουζίνας ενώ τα παιδιά παίζουν κυνηγητό στο σπίτι. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ μες στις φωνές τους κι εκνευρίζομαι, φωνάζω "ησυχία! Προσπαθώ να γράψω κάτι". Σταματούν ξαφνιασμένα κι έρχονται να δουν τι γράφω και τα διώχνω να φύγουν, να με αφήσουν λίγο. Φεύγουν. Ύστερα από λίγο έρχεται η μικρή. "Μπαμπά να ζωγραφίσω δίπλα σου;" Και αρχίζει να γεμίζει τα χαρτιά της χρώματα μουρμουρίζοντας τραγούδια και μένω να την κοιτώ νικημένος. Επιχειρώ λοιπόν να φύγω για την παιδική μου ηλικία όταν δίπλα μου την έχω να γεμίζει χρώματα τα λευκά της χαρτιά; Και τι ζωγραφιές μπορώ να κάνω πια εγώ με τα γραμματάκια αυτά και τις λέξεις μου και τις σιωπές μου που ξεχειλίζουν κάτι νύχτες σαν κι αυτές τις χειμωνιάτικες;
Λοιπόν σκεφτόμουν πως μερικές φορές νιώθω πολύ κουρασμένος που δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Με απελπίζουν οι κλειδωμένοι άνθρωποι γύρω μου που κάτι εποχές σαν κι αυτές ασκούνται στην "αυτοβελτίωση" (η αυτοβελτίωση είναι μια μορφή αυτοϊκανοποίησης ήθελα να πω προ καιρού σε μια φίλη). Δουλεύουν να αλλάξουν τον εαυτό τους, όχι τον κόσμο. Και ύστερα ξεχνιούνται στο μέσα κόσμο τους.
Το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα εμείς. Σταματάμε προφανώς για λίγο, για να παρακολουθήσουμε την κόρη μας να ζωγραφίζει και τον γιο μας να παίζει με στρατιωτάκια. Και ξεχνιόμαστε σε αυτή τη δημιουργική αμεριμνησία.

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Λίγα λόγια για το "Βιβλιοθηκάριο" της "Αυγής"" και τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό


Τα τελευταία δύο χρόνια η Αυγή της Κυριακής φιλοξενούσε το «Βιβλιοθηκάριο», μία στήλη σχολιασμού για ζητήματα πολιτικής του πολιτισμού και ειδικότερα του βιβλίου και των βιβλιοθηκών. Εδώ και λίγες εβδομάδες η στήλη αυτή έπαψε να υπάρχει γιατί επιχειρήθηκε λογοκρισία σε ένα κείμενο. Ενόχλησε συγκεκριμένα μία αναφορά στο Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Ο «Βιβλιοθηκάριος» έκλεισε τον κύκλο του στη Αυγή.

Ως στήλη υπήρξε μια ενδιαφέρουσα εμπειρία για μένα: από το προσωπικό blog στην εφημερίδα, από δεκαπενθήμερη σε εβδομαδιαία βάση, συνήθισα να γράφω για βιβλία και βιβλιοθήκες. Ξεκίνησε μια πορεία που άλλοτε με ευχέρεια και άλλοτε δύσκολα εμπνεόταν από τις συγκυρίες και επιχειρούσε να μιλήσει για βιβλιοθήκες, να ερεθίσει και να προβληματίσει τους (αριστερούς) αναγνώστες της εφημερίδας, να μιλήσει με τρόπο πρωτότυπο ή καμιά φορά προκλητικό για θέματα που σχετίζονται με την ελευθερία της γνώσης ή να «απαντήσει» στις στρεβλώσεις που δημιουργεί ο εναγκαλισμός των βιβλιοθηκών από ιδιωτικά χορηγικά ιδρύματα και να προκαλέσει ερωτήματα ή αντίλογο. Το να μιλάς σε αριστερούς για βιβλιοθήκες είναι σαν να μιλάς σε δεξιούς για βιβλιοθήκες. Δεν διαφοροποιούνται κάπως στη σχέση τους με αυτές ή στην άποψη και την εικόνα που έχουν γι’ αυτό το θεσμό. Ακόμη και αν ως αριστεροί τοποθετούνται εξαρχής υπέρ της ελευθερίας της γνώσης. Η σχέση μας με τις βιβλιοθήκες είναι η σχέση των βιβλιοθηκών με εμάς. Το έλλειμμα δυσχεραίνει την επικοινωνία.

Το κομματικό έντυπο, εν προκειμένω του ΣΥΡΙΖΑ, επιτρέπει μια κοινή βάση πολιτικών αρχών μεταξύ συντάκτη και αναγνωστών και επιπλέον έχει την ενδιαφέρουσα πρόκληση να επιδράς και να συμβάλλεις στη διαμόρφωση απόψεων στην πολιτιστική πολιτική της λεγόμενης κυβερνώσας πλέον Αριστεράς. Εξάλλου στην «Αυγή» δεν έγραψα ως έμμισθος συντάκτης, αλλά ως μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και ως συνεργάτης. Τα κομματικά έντυπα έχουν και τις δυσκολίες τους βέβαια, τις αγκυλώσεις, τον παραγοντίστικο ιδρυματισμό τους. Δεν μου ζητήθηκε ποτέ να γράψω για κάτι, υπήρξαν ωστόσο φορές που «διορθώθηκαν» σημεία με τη συναίνεσή μου ή που δεν βγήκαν κείμενα. Κάποια στιγμή έγραψα πως το βιβλίο του Κουφοντίνα πρέπει να μπει στις βιβλιοθήκες, όχι γιατί το αξιολογώ με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά γιατί αποτελεί χρήσιμη πηγή για όσους θα ασχοληθούν με την ιστορία της τρομοκρατίας ή των επαναστατικών οργανώσεων στην Ελλάδα. Στις βιβλιοθήκες δεν αξιολογούμε τα βιβλία και τις πηγές με βάση τις προσωπικές μας απόψεις, ιδεολογίες και αντιλήψεις. Συστατικό στοιχείο της δουλειάς μας είναι η διαλεκτική σχέση του υλικού που επεξεργαζόμαστε και διαθέτουμε σε όποιον το ζητήσει. Την ίδια εποχή η λεγόμενη «μονταζιέρα» ήταν ο μπαμπούλας «που δεν πρέπει να προκαλέσουμε». Το άρθρο «κόπηκε». Νομίζω πως μπορείς να δεχτείς μια τέτοια παρέμβαση όσο ο Τύπος είναι για σένα ένα πεδίο προς διερεύνηση, με κανόνες που η πολιτική συγκυρία θα επιβάλει.

Δεν είναι ότι έμαθα τους «κανόνες». Είναι πως καταρχάς συνήθισα στην απαίτηση μιας τακτικής, εβδομαδιαίας γραφής που πάντα σκέφτεται και υπολογίζει το δημόσιο χαρακτήρα της, αλλά υπηρετεί και την ευκαιρία να μιλήσει για τις βιβλιοθήκες – αδιαμεσολάβητη ευκαιρία που σπάνια μας δίνεται. Αυτό όμως που έμαθα είναι πως πέραν του ποιοτικού (θεμιτού) ελέγχου της ύλης, υπάρχει και ο πολιτικός έλεγχος, όπως τον αντιλαμβάνεται αυτός που έχει την εξουσία να τον ορίζει. Τα προσωπικά προτεκτοράτα στήνονται πάνω στην ανοχή που υπάρχει σε αυτό τον «έλεγχο» και εφαρμόζουν την εξουσία τους εκεί που τους παίρνει.

Όλη αυτή η στρέβλωση δεν θα με αφορούσε αν δεν συγκρουόταν με τις αρχές μου και με την εν γένει πολιτική μου συμπεριφορά. Οπότε το κόψιμο ενός κειμένου που ασκεί κριτική στις δομές του κόμματος ήταν για μένα ένα όριο, μια ενέργεια που αν την κατάπινα θα επέτρεπα σε άλλους να ορίζουν ακόμη και την κομματική μου συμπεριφορά. Δεν αναγνωρίζω σε κανέναν αργηγίσκο της Αυγής να υποδεικνύει την κομματική μου έκφραση. Το θέμα είναι αν η εκτός των άλλων αγενής υπόδειξη «το κείμενο δεν βγαίνει, γράψε άλλο», «τα παιχνίδια σου με την Επιτροπή Πολιτισμού να τα κάνεις στην Επιτροπή, όχι στην εφημερίδα» είναι άποψη της αρχισυντάκτριας του πολιτιστικού της εφημερίδας ή είναι και άποψη της Αυγής. Οπότε δόθηκε ο χρόνος να αποδειχτεί ή να αναιρεθεί το δεύτερο. Εν τω μεταξύ το «κομμένο κείμενο» βγήκε στο blog και έκανε μια εντυπωσιακή πορεία ανάγνωσης και αναπαραγωγής (σε κάποιες περιπτώσεις με εμφανείς κανιβαλικές πολιτικές σκοπιμότητες από όσους το διακίνησαν). Με δυο λόγια η προσπάθεια λογοκρισίας έπεσε σε χαοτικό κενό, το κείμενο διαβάστηκε από πολύ περισσότερους από όσους θα διαβαζόταν αν δημοσιευόταν κανονικά.

Η πορεία του κειμένου και οι αντιδράσεις που υπήρξαν από την καταγγελλόμενη λογοκρισία ήταν προφανώς πολλές, κάτι που συντέλεσε στο να δεχτώ τηλεφώνημα από τη διεύθυνση της εφημερίδας που θορυβημένη από τον πολιτικό σχολιασμό επιχείρησε να ερμηνεύσει την ενέργεια και να δώσει μια διέξοδο: το άρθρο θα δημοσιευόταν επώνυμα και τα «πράγματα θα έπαιρναν πια την πορεία τους». Όπως περίπου έγινε. Γιατί τα πράγματα δεν «πήραν την πορεία τους». Πριν λίγες μέρες έμαθα πια πως η στήλη κόβεται και πως κάποιος συνάδελφος βιβλιοθηκονόμος (με γνώση όσων έχουν εν τω μεταξύ γίνει) θα συντηρεί ανώνυμα μία στήλη «περί βιβλιοθηκών» στην «Αυγή». Το αριστερό ήθος της αυτοκριτικής προφανώς δεν ίσχυσε, το λάθος «διορθώθηκε», αλλά ο εγωισμός κυριάρχησε. Την Κυριακή στη θέση που για δυο χρόνια καταλάμβανε ο «βιβλιοθηκάριος» στην «Αυγή» υπήρχε πλέον μια νέα στήλη «περί βιβλιοθηκών».

Αυτό εδώ το κείμενο δεν θα γραφόταν ίσως, αν δεν δεχόμουν ερωτήσεις και απορίες για την «επανεμφάνιση» της στήλης στην Αυγή. Όχι λοιπόν: η νέα στήλη για τις βιβλιοθήκες δεν είναι «ο βιβλιοθηκάριος», δεν γράφεται από μένα. Γράφεται από κάποιον που λογικά θα αποδεχτεί τον πολιτικό έλεγχο έτσι όπως τον εννοούν άνθρωποι με εξουσία στην εφημερίδα, ξέρει σαφώς με ποιους όρους μπαίνει, αφού ξέρει με ποιους όρους βγήκε ο προηγούμενος από αυτόν.

Η «Αυγή» δεν είναι μόνο η παθολογία που με αφορά. Θα ήταν άδικο να γενικεύσω το προσωπικό βίωμα, ή όψιμα να χαρακτηρίσω συλλήβδην το φύλλο λόγω μιας πρακτικής που εφαρμόστηκε σε μένα. Στην πορεία του ΣΥΡΙΖΑ για την εξουσία τέτοια φαινόμενα όμως προβληματίζουν. Όπως επίσης και η παρουσία των φαινόμενων που έθιξε το επίμαχο άρθρο, η αντίληψη του Κόμματος για τις κομματικές του δομές τη μεταβατική αυτή περίοδο, αλλά και η αντίληψή του για τον πολιτισμό.


 Δύο μέρες μετά το κόψιμο του άρθρου κυκλοφόρησε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό ή μάλλον «οι προτάσεις του». Το πρόγραμμα που έγινε «προτάσεις» γρήγορα δέχτηκε ανηλεή πόλεμο και κριτική τόσο από τους «απέναντι» (αναμενόμενο) όσο και από τους «δικούς μας». Ενδεικτική είναι η συνοπτική και αμείλικτη κριτική του Νίκου Ξυδάκη στο Κόκκινο ή το άρθρο της Έλενας Πατρικίου στην Εφημερίδα των Συντακτών. Η «Αυγή» και η αρχισυντάκτριά της επί των πολιτιστικών ανέλαβε να απαντήσει στην κριτική των «απέναντι» - άχαρο πράγμα να υπερασπίζεσαι εμφανώς προβληματικές θέσεις, πόσο μάλλον αν έχεις συμβάλει κι εσύ σε αυτές. Οι «προτάσεις» μας είναι ένα ξύλινο, άνισο, ανέμπνευστο συμπίλημα κειμένων με αρχική έκταση αρκετών δεκάδων σελίδων που η αυθαίρετη κοπτοραπτική μετέτρεψε σε μικρής έκτασης προτάσεις. Κανένα απλό μέλος της Επιτροπής Πολιτισμού και των υποεπιτροπών της δεν γνώριζε το περιεχόμενο και το χρόνο δημοσιοποίησης του προγράμματός μας. Κανείς έστω δεν είχε δει το προϊόν της κοπτοραπτικής, έστω για να διορθώσει τις παρανοήσεις και τα λάθη, που τελικά μας εξέθεσαν.

Δόθηκε και εδώ χρόνος, προκειμένου να φανούν οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της επιτροπής, όμως κανείς δεν αντέδρασε. Όταν το θέμα τέθηκε από μένα σε ηλεκτρονική επικοινωνία με τα μέλη αντιλήφθηκα γιατί: σχεδόν όλοι δεν είχαν αντιληφθεί τη δημοσίευση του προγράμματος. Από τα μέλη της υπο-επιτροπής βιβλίου ζητήθηκε σύγκλιση προκειμένου να συζητηθεί το θέμα. Από αναβολή σε αναβολή οι εβδομάδες πέρασαν και η επιτροπή δεν συνεδρίασε. Συνεδρίασε όμως το «συντονιστικό» των υπο-επιτροπών, το οποίο αποφάσισε να «διορθώσει» το λάθος.

Θεωρώ πως οι συλλογικότητες είναι ο πλέον ισχυρός και διαρκής πόλος παραγωγής πολιτικής και περίμενα τη χθεσινή συνεδρίαση της Επιτροπής Βιβλίου του ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία ανήκω, προκειμένου να ασκήσω την κριτική μου, να διερευνήσω τις ευθύνες και να προτείνω όσα θεωρώ πως θα αποκαταστήσουν το λάθος που έγινε. Ο δημόσιος λόγος δεν οφείλει να υποκαθιστά το λόγο και τις διαδικασίες του συλλογικού ελέγχου (βλ. πολιτική ηθική της δημόσιας τοποθέτησης της Έλενας Πατρικίου). Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε χθες, οπότε μπορώ τώρα και «δημόσια» να πω τη γνώμη μου. Κυρίως γιατί θεωρώ πως ο ιδρυματισμός του κομματικού σωλήνα δεν αντιλαμβάνεται ούτε το μέγεθος και την ουσία της κριτικής που δέχεται, ούτε τις απαιτήσεις της πολιτικής και ιστορικής συγκυρίας. Κυριαρχεί νομίζω μια ηττοπαθής αντίληψη ρεαλισμού σε όσα «θα κάνουμε» ως κυβέρνηση: θα αποκαταστήσουμε πολλά από όσα γκρέμισαν οι προηγούμενοι. Όσα μπορούμε. Επομένως δεν μπορούμε να μιλάμε για σχολικές βιβλιοθήκες αφού λεφτά δεν υπάρχουν. Πώς εννοούμε όμως την αλλαγή των χαρακτηριστικών της παιδείας, πώς οραματιζόμαστε την παιδεία χωρίς βιβλιοθήκες;

Προσπαθώ να πείσω τους συντρόφους μου πως η επίμονη και επαναλαμβανόμενη αναφορά στις βιβλιοθήκες δεν είναι «συντεχνίλα» ή γραφική εμμονή. Πως οι βιβλιοθήκες είναι γερό εργαλείο για την πολιτική μας για τον πολιτισμό, την έρευνα και την παιδεία, εργαλείο που και άλλοι χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν σε όλο τον κόσμο. Ο τρόπος για να πείσω είναι ο δημόσιος λόγος (πχ «ο βιβλιοθηκάριος» της Αυγής) και οι κομματικές διαδικασίες, δηλαδή ο λόγος που δημιουργεί γόνιμο περιβάλλον υποδοχής και ο λόγος που μεθοδικά επιχειρεί να θέσει τα ζητήματα εκεί που λαμβάνονται αποφάσεις.


Η αναγκαία μάλλον αυτοαναφορικότητα αυτού του κειμένου ελπίζω πως δεν θα επαναληφθεί. Έπρεπε όμως να ειπωθούν κάποια πράγματα. Πιστεύω πως οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό είναι ένα σκουπίδι που πρέπει να πεταχτεί στον αντίστοιχο κάδο. Κυρίως γιατί δεν πέτυχαν να συντονιστούν σε ένα ενιαίο πνεύμα που θα συνταιριάζει το οραματικό πλαίσιο των βασικών αρχών με την αποκατάσταση των χαμένων κεκτημένων, αλλά και το σχεδιασμό υλοποίησης των αξόνων της πολιτιστικής πολιτικής μας. Νομίζω πως πρέπει θαρρετά να ξεκινήσουμε από την αρχή και να καλέσουμε την κοινωνία, τους πολίτες, τις συλλογικότητες και όσους έχουν θεσμικές θέσεις στον πολιτισμό (ακόμη και αυτούς) σε μια σειρά «συνεδρίων του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό», να τους ακούσουμε, να διαμορφώσουμε ένα διάλογο, να τους δεχτούμε στο σχεδιασμό μας και να καταγράψουμε τα αποτελέσματα αυτής της διαβούλευσης. Ως τότε μπορούμε να διακηρύξουμε τις βασικές δεσμευτικές αρχές που θα υπερασπιστεί και θα υπηρετήσει η πολιτιστική μας πολιτική. Νομίζω ας πούμε πως είναι σπουδαίο να πεις πως δεσμεύεσαι για την ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση όλων στη γνώση…

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Ο μάγος που έχασε το μαγικό ραβδί του


Είμαι ένας μάγος – για δες:
Γίνομαι δέντρο – σηκώνω
τα χέρια ψηλά και ανθίζω σαν ικεσία
Γίνομαι λίμνη – τα μάτια μου
δακρύζουν, στην όχθη της κάθεσαι εσύ
Γίνομαι πουλί –οι λέξεις μου
αποδημούν την επόμενη μέρα

Είμαι ένας μάγος

που έχασε το μαγικό ραβδί του

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Το ρολόι


Διάλογος στην κουζίνα με την πεντάχρονη κόρη μου (εκείνη ζωγραφίζει κι εγώ προσπαθώ να φτιάξω κείμενο στο πορτοκαλί μου τετράδιο- περισσεύω μέσα μου και πρέπει να ξεχειλίσω):
Στέλλα: τι γράφεις;
Εγώ: κάποια πράγματα που σκέφτομαι...
Στέλλα: Για ποιον τα γράφεις;
Εγώ:....
Στέλλα: για ποιον;
Εγώ: ... ε... δεν ξέρω... έλα ντε...
Στέλλα: Για τον εαυτό σου; Μπράβο σου!

*********************************************************************************

Εκείνοι επιμένουν για το αντίθετο
όμως εγώ ξέρω καλά
πως κάτι μέσα μου έχει χαλάσει

Και δείχνω πάντα την ίδια ώρα

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Χειροπιαστά οράματα

[Άρθρο που η "Αυγή" τελικά δημοσίευσε την Τετάρτη 8/10/2014]


«Ο λόγος της Αριστεράς για τις βιβλιοθήκες, ακόμα και ο πιο ριζοσπαστικός, έχει ένα κενό: να δώσει χειροπιαστά τα οράματα. Να δώσει κοινωνικά παραδείγματα που η ίδια έχει προκαλέσει με τους αγώνες της. Και αυτό δεν είναι εύκολο…»

Αυτό είναι ένα μήνυμα που μπορείς να λάβεις σαν απάντηση στη δημόσια συζήτηση που επιχειρείς να κάνεις γύρω από τα ζητήματα της πολιτιστικής πολιτικής και συγκεκριμένα της πολιτικής βιβλιοθηκών. Και είναι δύσκολο να διαφωνήσεις με τον αποστολέα του, αφού κι εσύ το ξέρεις πως η συζήτηση, ακόμη και η συζήτηση, γίνεται με όρους περιπτωσιακούς και αποσπασματικούς. Είναι γεγονός πως λείπει από τη δημόσια σφαίρα ένας «χώρος» αριστερής σκέψης και συνεργασίας για τον πολιτισμό, ένα περιοδικό που όχι μόνο θα απαντάει στις δεξιές και νεοφιλελεύθερες ρητορικές, αλλά θα συγκροτεί και ένα οραματικό πλαίσιο για τον πολιτισμό που θέλει η Αριστερά να υπηρετήσει και να σχεδιάσει. Πόσο μάλλον η λεγόμενη «κυβερνώσα». Λείπουν η συνεργασία και οι επεξεργασίες, λείπει ο συντεταγμένος κριτικός λόγος στα ιδεολογήματα που περιφέρονται στα κανάλια αναπαραγωγής της κυβερνώσας δεξιάς. Λείπουν οι απαντήσεις στις στρεβλώσεις που δημιουργεί η επικοινωνιακά πανίσχυρη κυριαρχία των ιδιωτικών ιδρυμάτων .

Γίνονται πράγματα βέβαια. Γίνονται ζυμώσεις, αναπτύσσονται ενδιαφέρουσες συζητήσεις, υπάρχει κινητικότητα. Είναι σημαντικός για παράδειγμα ο προβληματισμός που κατατίθεται στο «εσωτερικό» της Ανοιχτής Πόλης για τον πολιτισμό ή οι επεξεργασίες που γίνονται από τις νέες (αριστερές) δημοτικές αρχές, όλα αυτά είναι μια πραγματικότητα. Δεν είναι όμως συνολική και διασπείρει τις προσπάθειες. Δείγμα αυτής της αδόμητης κατάστασης είναι ότι μετά το θάνατο του Σωτήρη Σιώκου το Μάρτιο του 2014 το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ακέφαλο, ή έστω χωρίς συντονιστή. Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό δεν αποτελεί ένδειξη ενός προβλήματος είτε στην κομματική αντίληψη για τα ζητήματα του πολιτισμού, είτε στην κομματική αντίληψη για το ρόλο των κομματικών δομών. Πόσο μάλλον που κατά πώς φαίνεται πλησιάζει η ώρα να υλοποιήσουμε τα οράματά μας.

Οι βιβλιοθήκες είναι ανοιχτόμυαλοι οργανισμοί, προοδευτικοί. Δομικό τους συστατικό είναι η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση. Τα παραδείγματα που δίνουν με την ύπαρξη και το ρόλο τους αυτό, ακόμη και με τις αδύναμες πολιτικές που εφαρμόζονται γι’ αυτές όλα αυτά τα χρόνια, είναι χειροπιαστά οράματα. Που έχουν όμως την ανάγκη κεντρικού σχεδιασμού, οικονομικής και πολιτικής υποστήριξης. Θα μπορούσαν να γίνουν με ευχέρεια το προνομιακό πιλοτικό πρόγραμμα αριστερής πολιτικής πολιτισμού. Εξάλλου και οι νεοφιλελεύθεροι αυτό το χώρο έκαναν όχημα για τις αντίστοιχες πολιτικές τους. Χρωστάμε πάντως μια ευρεία συζήτηση για τον πολιτισμό, όχι μια χαοτική έκθεση ιδεών, αλλά ένα γερό σχέδιο που θα το πλουτίσει η εμπειρία και η θέληση του λαού.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Η ιστορία ενός χαμόγελου


Ήταν μια άσχημη γυναίκα. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δηλαδή, όπως λένε τα παραμύθια. Όλο λένε τα παραμύθια πως "μια φορά ετούτο" και "μια φορά το άλλο". Αυτή η ιστορία όμως δεν είναι παραμύθι, κι ας έγινε μια φορά κι έναν καιρό. Αγάπησε λοιπόν έναν όμορφο άντρα. Εκείνος σε μια στιγμή παράφορης ευτυχίας ή ίσως μέθης, της χάρισε ένα χαμόγελο, ένα πραγματικά σαρκώδες, κόκκινο και λαμπερό χαμόγελο. Κι εκείνη πίστεψε πως ήταν δικό της, το πρώτο της ζωής της χαμόγελο. Και το μόνο.

Μέχρι που γέρασε η άσχημη γυναίκα φύλαγε πάντα μέσα της το πολύτιμό της χαμόγελο. Το περιποιούνταν και το φρόντιζε ξοδεύοντας λίγη-λίγη την τρυφερότητα που σιγά-σιγά της τελείωνε. Το γυάλιζε και το ξανάβαζε στη θέση του και ύστερα κάτι πρωινά του Οκτώβρη καθόταν και το κοιτούσε ώρες από το παράθυρο να περνάει στα πρόσωπα των νεαρών αντρών αυτής της πόλης.

Τη βρήκαν μέρες μετά το θάνατό της - εξάλλου δεν ζούσε πια κανένας δικός της να τη νοιαστεί. Οι αστυνομικοί είπαν πως κρατούσε στα χέρια της ένα βιβλίο με παραμύθια.

***
ο πίνακας είναι του Fernando Botero

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Χειροπιαστά οράματα

[Άρθρο που η "Αυγή" αρνήθηκε να δημοσιεύσει στη στήλη του "Βιβλιοθηκάριου" την Κυριακή 28/9/2014]*


«Ο λόγος της Αριστεράς για τις βιβλιοθήκες, ακόμα και ο πιο ριζοσπαστικός, έχει ένα κενό: να δώσει χειροπιαστά τα οράματα. Να δώσει κοινωνικά παραδείγματα που η ίδια έχει προκαλέσει με τους αγώνες της. Και αυτό δεν είναι εύκολο…»

Αυτό είναι ένα μήνυμα που μπορείς να λάβεις σαν απάντηση στη δημόσια συζήτηση που επιχειρείς να κάνεις γύρω από τα ζητήματα της πολιτιστικής πολιτικής και συγκεκριμένα της πολιτικής βιβλιοθηκών. Και είναι δύσκολο να διαφωνήσεις με τον αποστολέα του, αφού κι εσύ το ξέρεις πως η συζήτηση, ακόμη και η συζήτηση, γίνεται με όρους περιπτωσιακούς και αποσπασματικούς. Είναι γεγονός πως λείπει από τη δημόσια σφαίρα ένας «χώρος» αριστερής σκέψης και συνεργασίας για τον πολιτισμό, ένα περιοδικό που όχι μόνο θα απαντάει στις δεξιές και νεοφιλελεύθερες ρητορικές, αλλά θα συγκροτεί και ένα οραματικό πλαίσιο για τον πολιτισμό που θέλει η Αριστερά να υπηρετήσει και να σχεδιάσει. Πόσο μάλλον η λεγόμενη «κυβερνώσα». Λείπουν η συνεργασία και οι επεξεργασίες, λείπει ο συντεταγμένος κριτικός λόγος στα ιδεολογήματα που περιφέρονται στα κανάλια αναπαραγωγής της κυβερνώσας δεξιάς. Λείπουν οι απαντήσεις στις στρεβλώσεις που δημιουργεί η επικοινωνιακά πανίσχυρη κυριαρχία των ιδιωτικών ιδρυμάτων .

Γίνονται πράγματα βέβαια. Γίνονται ζυμώσεις, αναπτύσσονται ενδιαφέρουσες συζητήσεις, υπάρχει κινητικότητα. Είναι σημαντικός για παράδειγμα ο προβληματισμός που κατατίθεται στο «εσωτερικό» της Ανοιχτής Πόλης για τον πολιτισμό ή οι επεξεργασίες που γίνονται από τις νέες (αριστερές) δημοτικές αρχές, όλα αυτά είναι μια πραγματικότητα. Δεν είναι όμως συνολική και διασπείρει τις προσπάθειες. Δείγμα αυτής της αδόμητης κατάστασης είναι ότι μετά το θάνατο του Σωτήρη Σιώκου το Μάρτιο του 2014 το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ακέφαλο, ή έστω χωρίς συντονιστή. Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό δεν αποτελεί ένδειξη ενός προβλήματος είτε στην κομματική αντίληψη για τα ζητήματα του πολιτισμού, είτε στην κομματική αντίληψη για το ρόλο των κομματικών δομών. Πόσο μάλλον που κατά πώς φαίνεται πλησιάζει η ώρα να υλοποιήσουμε τα οράματά μας.

Οι βιβλιοθήκες είναι ανοιχτόμυαλοι οργανισμοί, προοδευτικοί. Δομικό τους συστατικό είναι η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση. Τα παραδείγματα που δίνουν με την ύπαρξη και το ρόλο τους αυτό, ακόμη και με τις αδύναμες πολιτικές που εφαρμόζονται γι’ αυτές όλα αυτά τα χρόνια, είναι χειροπιαστά οράματα. Που έχουν όμως την ανάγκη κεντρικού σχεδιασμού, οικονομικής και πολιτικής υποστήριξης. Θα μπορούσαν να γίνουν με ευχέρεια το προνομιακό πιλοτικό πρόγραμμα αριστερής πολιτικής πολιτισμού. Εξάλλου και οι νεοφιλελεύθεροι αυτό το χώρο έκαναν όχημα για τις αντίστοιχες πολιτικές τους. Χρωστάμε πάντως μια ευρεία συζήτηση για τον πολιτισμό, όχι μια χαοτική έκθεση ιδεών, αλλά ένα γερό σχέδιο που θα το πλουτίσει η εμπειρία και η θέληση του λαού.

*επομένως o "Βιβλιοθηκάριος" διακόπτει τη διετή συνεργασία του με την εφημερίδα.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Μικρό παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας. Αυτά που ποθούσε η ψυχή του δεν τα 'φερνε η ζωή. Έτσι ένα βράδυ του Σεπτέμβρη κάθισε κι έγραψε μια ιστορία, μπήκε μέσα της και χάθηκε για πάντα.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Το πουρμπουάρ


Καμιά φορά νιώθω σαν σκουπίδι που το παρασέρνει το ρυάκι της βροχής μια μέρα του Σεπτέμβρη. Από τις τελευταίες, που το έχεις πια χωνέψει πως το καλοκαίρι δεν γυρίζει πίσω. Ένα σκουπίδι με σκέψεις παράδοξες. Ας πούμε, επιστρέφοντας πριν λίγες μέρες αναρωτιόμουν ποια ιδέα θα είχαμε για τον εαυτό μας αν δεν υπήρχαν καθρέπτες και  το είδωλό μας δεν ήταν παρά μια φευγαλέα σκιά, άλλοτε μικρή στο κάθετο σφυροκόπημα του ήλιου και άλλοτε θεόρατη στων τοίχων τα πεδία (τις νύχτες που οι δρόμοι μάς οδηγούν στα αδιέξοδά τους), άλλοτε κρύα σαν το σίδερο και άλλοτε φλεγόμενη σαν τον έρωτα. Αν βλέποντας τη σκιά μας πριν βγούμε έξω λέγαμε «είσαι ωραίος σήμερα».

Μια άλλη μέρα σκέφτηκα πως κάποιες γενικές δεν είναι καθόλου γενικές – ας πούμε, οι κτητικές. Και μια άλλη, πως ξέρω ανθρώπους που όταν τελειώνουν την ανάγνωση ενός βιβλίου, αφήνουν πίσω τους λευκές σελίδες. Στη βιβλιοθήκη παρακολουθώ καμιά φορά τους αναγνώστες να μελετούν και σκέφτομαι πως ο τρόπος που κάποιος διαβάζει είναι και ο τρόπος που γαμάει: άλλος αργά και γλυκά χαϊδεύοντας τις λέξεις, άλλος σκυμμένος πάνω τους θέλοντας ίσως να είναι ο μοναδικός που θα τις καταλάβει, άλλος βιαστικός και αγχωμένος γυρνώντας βάναυσα τις σελίδες σαν να τις εκδικείται.

Τέτοια σκουπιδάκια σκέψεις μαζεύονται πολλά. Μια καλοκαιρινή σκέψη είναι πως τα φύκια που ‘βρισκα στην παραλία είναι σαν φράσεις μισές, μπερδεμένες, υπαινικτικές, ματαιωμένες. Τα έχει ξεβράσει εκεί η θάλασσα. Τα μαζεύω με προσοχή, τα κλείνω σε ένα τετράδιο και τα αφήνω εκεί. Να γίνουν ποίημα. Υπάρχουν και σκέψεις επίμονες, που όσο και αν προσπάθησαν, δεν κατέληξαν κάπου. Θα έχεις προσέξει κι εσύ τους ζητιάνους στο δρόμο που έχουν ένα χαρτόνι μπροστά τους που λέει πως πεινάνε, δεν έχουν σπίτι ή έχουν παιδιά και ζητάνε λίγα χρήματα να ζήσουν. Και ύστερα γράφουν στο τέλος «ευχαριστό». Κάποιο νόημα θα έχει αυτή η ανορθογραφία, για κάποιο λόγο τα χαρτόνια των ζητιάνων είναι γραμμένα όλα με το ίδιο λάθος.

...
Κάθομαι μέσα μου καμιά φορά και ξεκουράζομαι. Παραγγέλλω καφέ κι ανάβω τσιγάρο. Μπορεί να σφυρίξω και έναν σκοπό, όπως κάνουν τα πουλιά που στέκονται δίπλα μας κάποια στιγμή σε ένα κλαδί και κελαηδούν. Και ύστερα από λίγο σηκώνομαι και φεύγω. Συνήθως αφήνω και πουρμπουάρ στο τραπέζι. Καλή ώρα…

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα ρεπεράζ στις βιβλιοθήκες


Το "ρεπεράζ" είναι η αναζήτηση των χώρων που κάνει ένας σκηνοθέτης για να ετοιμάσει τα γυρίσματά του. Είναι δηλαδή η ανίχνευση όσων μας περιβάλλουν , όλων όσων αποτελούν το φόντο της παρουσίας και της δράσης μας. Το "ρεπεράζ" είναι όμως και η εκπομπή του Παναγιώτη Φραντζή στο "Μεταδεύτερο", το αυτοδιαχειριζόμενο διαδικτυακό ραδιόφωνο κάθε Σάββατο από τις 14.00 ως τις 16.00. Σε αυτή την εκπομπή το προηγούμενο Σάββατο έγινε μια ενδιαφέρουσα ανίχνευση για τις βιβλιοθήκες, την ανάγνωση και το ρόλο των χορηγών και των ιδρυμάτων στον πολιτισμό, στην οποία συμμετείχαμε τρεις βιβλιοθηκονόμοι: η Ειρήνη Δαφέρμου (συνάδελφος και φίλη από το Πάντειο Πανεπιστήμιο), εγώ και ο Παναγιώτης - που είναι απόφοιτος του τμήματος της Κέρκυρας. 

Στην αρχή οι... ερασιτέχνες της παρέας ήμασταν λίγο αμήχανοι και τρακαρισμένοι. Το γεγονός όμως πως ο φιλόξενος "εκπομπάρχης" μάς κράτησε ολόκληρο το δίωρο μαζί του σημαίνει πως μάλλον είχαμε πράγματα να πούμε. Τα μοιράζομαι και από 'δω μαζί σας, γιατί πολύ την απόλαυσα αυτή την κουβέντα και τις συναντήσεις που είχαν οι προβληματισμοί μας.


Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η «νέα βιβλιοθήκη» (ΙΙ)

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 21/9/2014]


Αναρωτιόμαστε αν πρόοδος είναι ό,τι καινούριο υπάρχει στον τρόπο που κάνουμε ή αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Συχνά μας λένε πως αυτό είναι η πρόοδος, πως η τεχνολογία είναι η πρόοδος, η απαγκίστρωση από ιδεολογήματα του παρελθόντος είναι η πρόοδος, πως «ό,τι γυαλίζει είναι χρυσός.». Πρέπει λοιπόν να απαντήσουμε πως πρόοδος είναι ό,τι βελτιώνει την απόδοση των σκοπών μας, ό,τι υπηρετεί καλύτερα το στόχο των προσπαθειών μας.

Είναι συχνές οι στρεβλώσεις τα τελευταία χρόνια στον τομέα των θεσμικών ζητημάτων του πολιτισμού μας. Εμφανίζονται ως «πρόοδος» πράγματα που πίσω από το εντυπωσιακό περιτύλιγμά τους κρύβουν οικονονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σχεδιασμό. Η στρέβλωση είναι μεγαλύτερη σε εμάς που δεν πετύχαμε όλα αυτά τα χρόνια ένα γερό θεσμό, τον οποίο έστω θα ταλαιπωρούμε, αλλά κατά κανόνα αυτοσχεδιάζαμε πετυχαίνοντας ενίοτε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ένας τέτοιος κόσμος είναι οι ελληνικές βιβλιοθήκες.


Η «νέα βιβλιοθήκη» του Almere ή η δικιά μας «νέα εθνική βιβλιοθήκη» του Ιδρύματος Νιάρχου είναι ιδεολογικοποιημένοι τίτλοι που επιχειρούν να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν ανασκευάζοντας και τους σκοπούς που αυτό υπηρετούσε (λειψά και μίζερα στην περίπτωση τη δικιά μας). Η «νέα βιβλιοθήκη» βαφτίζεται στους κανόνες της αγοράς, επιχειρηματολογεί με τη διαφήμιση και τα σημαινόμενά της, πολιτικολογεί συστημικά απαξιώνοντας το κράτος και αδιαφορεί για τις μειονότητες.


Θέλουμε κόσμο στις βιβλιοθήκες, αλλά τον θέλουμε να διαβάζει και να ανακαλύπτει τον κόσμο της γνώσης και της σκέψης. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να δουλέψουμε πάνω στην ανάγκη της ανάγνωσης, πρέπει να καλλιεργήσουμε τη σκέψη, πρέπει να μάθουμε στην αναζήτηση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διαφημιστικά τρικ για να τους βάλουμε σε αυτές, δεν πρέπει να τους εξαπατήσουμε αλλοιώνοντας τους στόχους μας. Στόχος δεν είναι να πούμε πόσοι μπήκαν, προκειμένου να πείσουμε τις εκφυλισμένες ηγεσίες μας για την ανάγκη σταθερής και γενναίας χρηματοδότησης. Δεν θέλουμε τις βιβλιοθήκες σημεία διαφήμισης, δεν θέλουμε τις βιβλιοθήκες βήμα πρόσβασης της αγοράς στη γνώση και τη σκέψη, δεν θέλουμε την αγορά και τους πολιτικούς της ταγούς να καθορίζουν το περιεχόμενο και την προσβασιμότητα στις βιβλιοθήκες, δεν θέλουμε ματωμένους χορηγούς σε επιτοίχιες πλάκες. Δεν τους θέλουμε γιατί επιπλέον ξέρουμε πως θα περάσουν πάνω από το σώμα μας, που απελπισμένα τους παραδώσαμε, και θα φύγουν. Λίγη πρόσκαιρη κλεμμένη δόξα θα έχει μείνει, και τα μυαλά δεν θα έχουν αλλάξει. Πρέπει να πείσουμε τις πολιτικές ηγεσίες που καβαλάνε την εξουσία πως η επένδυση στις βιβλιοθήκες από το κράτος είναι σταθερή και μόνιμη επένδυση στη μόρφωση και την καλλιέργεια του λαού μας. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να καβαλήσουμε την αποστολή μας, τον πνευματικό και κοινωνικό μας ρόλο.