Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Ο «Βασίλης» και η δημοκρατία.


Ας τον πούμε «Βασίλη». Ο Βασίλης έχει ένα ψιλικατζίδικο με την κυρά του. Από νωρίς το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα το ψιλικατζίδικο είναι ανοιχτό. Ο Βασίλης είναι από το Αγρίνιο και ήταν της "δημοκρατικής παράταξης" για πολλά χρόνια. Όποτε μπεις θα τον δεις να καπνίζει και η τηλεόραση πάνω από το ψυγείο θα είναι ανοιχτή. Ποτέ αυτά τα χρόνια ο Βασίλης δεν είπε κάτι για όσα έχουν γίνει, ίσως καμιά φορά να του ξέφυγε κάποιο μισόλογο όταν αγόραζα την Αυγή τις Κυριακές, όχι τίποτα παραπάνω από ένα «μας έχουν ταράξει στους φόρους». Ο Βασίλης έχει μαγαζί, δεν πρέπει να εκτίθεται. Προχθές την Κυριακή, πριν μπω, κάθισα να δω τα πρωτοσέλιδα απλωμένα έξω από το ψιλικατζίδικο, βγήκε και με κοιτούσε με ένα τσιγάρο στο στόμα. «Σπέρνουν πανικό» του είπα, «δες τα πρωτοσέλιδα, Βήμα, Έθνος, Πρώτο Θέμα». Νομίζω πως απλά εκείνη τη στιγμή έβαλα φωτιά στο φυτίλι. Ο Βασίλης άρχισε να φωνάζει, να βρίζει τον Τσίπρα, να αναπαράγει όσα μέχρι εκείνη την ώρα είχα ήδη ακούσει από την τηλεόραση, «ότι ο κόσμος δεν μπορεί να βγάλει τα λεφτά του από τις τράπεζες», ότι «το δημοψήφισμα γίνεται γιατί δεν θέλει να πάρει την ευθύνη ο Τσίπρας που γι’ αυτό τον ψήφισαν», ότι «από πού κι ως πού να αποφασίσει ο κόσμος σε δημοψήφισμα» και άλλα. Ο Βασίλης ήταν επιτέλους θυμωμένος. Η έντασή του με ξάφνιασε, ψέλλισα δυο κουβέντες αδύναμες, κυρίως γιατί σεβάστηκα την κατάστασή του, τον πανικό που τον είχε επιτέλους ξεγυμνώσει. Μέχρι να επιστρέψω στο σπίτι είχα προλάβει να σκεφτώ πως ο Βασίλης θα πρέπει για πρώτη φορά στη ζωή του να επιλέξει το μαύρο ή το άσπρο, πως ο μικρομεσαίος κεντρώος ψηφοφόρος που τόσα χρόνια ανέθετε τη σωτηρία σε έναν ηγέτη, τώρα έπρεπε να επιλέξει ο ίδιος όχι έναν ηγέτη, ούτε ένα κόμμα, αλλά μια πολιτική απόφαση, έπρεπε να επιλέξει μια πολιτική πράξη που δεν δίνεται σε αποχρώσεις πιο παλ.

Μια από τις συνέπειες του δημοψηφίσματος είναι ότι έκανε κάποιους ανθρώπους που δεν μίλησαν αυτά τα 5 χρόνια για όσα γίνονταν, πλέον να εκφραστούν, να αποκαλύψουν τι πιστεύουν. Ανθρώπους που ανάσαιναν εύκολα όταν οι διαδηλώσεις πνίγονταν στα δακρυγόνα και στην αστυνομική τρομοκρατία. Ανθρώπους που τρομοκρατήθηκαν μην απολυθούν από το Δημόσιο, αλλά δεν αντιστάθηκαν, δείχνοντας τους διπλανούς τους ως κατάλληλα θύματα. Ανθρώπους που συναινούσαν σιωπηλά, που δεν αντέδρασαν ούτε όταν τους είπαν συνενόχους στην καταστροφή. Αυτοί οι πάντα ψύχραιμοι, πάντα αδιάφοροι και ιδιοτελείς είναι έξαλλοι τώρα. Η οργή τους με ξαφνιάζει γιατί παρά τα δακρυγόνα και τη βία που έχω υποστεί, παρά τη διαρκή εργασιακή ανασφάλεια στην οποία ζω εδώ και 16 χρόνια, παρά τη στοχοποίησή μου ως αναλώσιμου από τους ίδιους τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους και συναδέλφους μου, εγώ συνεχίζω να είμαι φύσει ευγενικός και θέσει αλληλέγγυος.


Σας αγαπώ πασοκάκια μου. Που κάποτε νομίζατε πως είστε και η δημοκρατική παράταξη βρε κακό χρόνο να ‘χετε. Σας αγαπώ γιατί η ψυχραιμία που χάνετε και ο φόβος σας τρέφει τη βεβαιότητά μου.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Manual για παραμύθια


Μια φορά ήταν, κάθε φορά είναι, ένας άνθρωπος. Γεννήθηκε, έπαιξε, ερωτεύτηκε, έκανε ή δεν έκανε παιδιά και ύστερα πέθανε. Υπάρχουν άνθρωποι που λένε πως αυτό δεν μπορεί να είναι παραμύθι γιατί είναι μια πολύ κοινή ιστορία. Και πως οι κοινές ιστορίες δεν έχουν αφηγηματικό ενδιαφέρον και πως ένα παραμύθι πρέπει να έχει περιπέτεια, να έχει ένα τουλάχιστον υπερβατικό στοιχείο.

Μια φορά λοιπόν ήταν ένας άνθρωπος. Γεννήθηκε, έπαιξε, πέταξε, έκανε ή δεν έκανε παιδιά και ύστερα πέθανε. Να ένα παραμύθι!

Όμως θα ήθελα εδώ να πω πως μια ιστορία δεν είναι παραμύθι αν δεν τελειώνει σαν παραμύθι: και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Επομένως:


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος. Γεννήθηκε, έπαιξε, πέταξε, έκανε ή δεν έκανε παιδιά και ύστερα πέθανε. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Daniel Barkley

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

ένα αντίο στον Παιδότοπο


 Κάθε φορά που ταξιδεύω στη χώρα με τις παιδικές ζωγραφιές νομίζω πως κι εγώ μέσα μου είμαι μια παιδική ζωγραφιά. Με ένα πράσινο δέντρο δίπλα μου και φίλους με παράξενα χέρια και μεγάλα χαμόγελα, μπλε ουρανούς και άσπρα πουλιά και πολλά, πολλά λουλούδια.

Φέτος τελειώσαμε. Ήταν η τελευταία φορά που μπήκα στον παιδικό σταθμό. Και η μικρή μου κόρη πλέον θα πάει στο μεγάλο σχολείο. Εκεί τα πουλιά και τα καραβάκια γίνονται γράμματα. Έχουν περάσει 7 χρόνια από τότε που είδαμε πρώτη φορά το μαγικό κόσμο του Νίκου και της Νανάς στα Άνω Πατήσια.

Τους ευχαριστώ πολύ που γέμισαν χρώματα τα παιδιά μου και που κάθε χρόνο τον Ιούνιο με κάνουν να νομίζω πως κι εγώ μέσα μου είμαι μια παιδική ζωγραφιά.










Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Κρουστά κορμιά


Πήρε πάλι το δρόμο για το σταθμό του Ηλεκτρικού. Θα κατέβαινε στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Εδώ που τα λέμε είχε καιρό να κατεβεί σε διαδήλωση και δεν του άρεσε αυτή η αποχή, όσο κι αν άλλαξαν πολιτικά τα πράγματα τους τελευταίους μήνες. Τα κανάλια λένε πως τα πράγματα είναι κρίσιμα, πως βρισκόμαστε προ των πυλών της χρεοκοπίας. Η κυβέρνηση λέει πως χρειάζεται την υποστήριξη του κόσμου. Έχει κανονίσει μετά τη συγκέντρωση να πάει σινεμά με τους φίλους του. Είναι αρχή του καλοκαιριού και μια ράθυμη ευτυχία έχει αρχίσει να δουλεύει ύπουλα μέσα του. Γίνεται πάντα παρατηρητικός αυτή την εποχή, παρακολουθεί με εγρήγορση τον κόσμο γύρω του, νιώθει όχι τόσο αγάπη, αλλά κατανόηση.

Δεν θα ‘χει κόσμο. Δεν βλέπει γοργό περπάτημα και ροή στον κόσμο γύρω του. Δυο Αλβανοί πίνουν μπάφο και σφυράνε έναν δικό τους σκοπό στην μικρή πλατεία. Μια γύφτισσα έχει απλώσει τα λερά γυμνά της πόδια στο γκαζόν και ξεκουράζεται. Ένας γκριζομάλλης γύρω στα 60 με πουκάμισο μέσα στο τζιν παντελόνι και μια πλαστική σακούλα στο χέρι έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση – προφανώς επιστρέφει στο σπίτι από κάποια δουλειά. Εκεί έξω στο σταθμό μαμάδες κάθονται στα παγκάκια και πιτσιρίκια παίζουν, ένα κορίτσι με ροζ φουστάνι σπρώχνει ένα ποδήλατο με ένα αγοράκι επάνω και γελούν.

Μπαίνει στο τραίνο. Στην Αττική αλλάζει, παίρνει το μετρό. Μαζί του μπαίνουν στο βαγόνι 4 εικοσάχρονα παιδιά. Δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Η μία του έχει γυρισμένη την πλάτη. Φοράει ένα μαύρο φουστάνι με τιράντες. Η πλάτη της είναι κόκκινη, πρέπει να πήγε για μπάνιο το Σαββατοκύριακο. Το βλέμμα του ξεκινάει από το λαιμό της, σιγά-σιγά κατεβαίνει, στέκεται λίγο στον κώλο της και ύστερα γρήγορα ψάχνει να κρυφτεί στη γάμπα της. Ασφαλές πεδίο οι γάμπες. Ψάχνει να δει και την άλλη, έχει υπέροχα μάτια, ένα παράξενο μπλε. Δεν μιλάει πολύ, ακουμπάει στο αγόρι της, τα χείλη της αγγίζουν τα μπράτσα του, «πρέπει να γυμνάζεται» σκέφτεται καθώς πλέον το βλέμμα του τον εξετάζει. Το πρόσωπό του είναι ανέκφραστο, το γεροδεμένο σώμα του όμως φαίνεται να απαντά ήρεμα στα αγγίγματα του κοριτσιού. Φοράει στενή μπλούζα και στενή φόρμα. Τα πόδια της φαίνονται να πιέζουν τον καβάλο του παιχνιδιάρικα. Εκείνος ανταποκρίνεται, αν κρίνει κανείς από το φούσκωμα στο παντελόνι του. Μιλάει με τον κολλητό του. Λένε για μια φίλη τους που οργανώνει πάρτυ, κλείνει τα 20 της, πάντα τους καλούσε στα πάρτυ της. Ο άλλος έχει ξυρισμένο το μισό του κεφάλι. Όσο μιλάνε το χέρι του χαιδεύει την πλάτη, τον κώλο της δικιάς του, κάποιες στιγμές φαίνεται να της μιλάει ή να ανασαίνει παιχνιδιάρικα πίσω από το αυτί της.

«Σύνταγμα». Η αναγγελία από τα μεγάφωνα τον βγάζει από την παρατήρηση. Λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες προλαβαίνει να βγει. Τα παιδιά συνεχίζουν. Ανεβαίνει στην πλατεία. Έχει κόσμο πολύ. Όχι όσο θα έπρεπε ίσως. Ψάχνει να βρει τους γνωστούς του. Το απόγευμα αποσύρεται πλέον, παίρνει μαζί του τα χρώματα της μέρας. Μια μελαγχολία τον ξύνει. Βρίσκει το Γιάννη και την Άννα, ύστερα τον άλλο Γιάννη, και μετά τη Ρένα και ύστερα την Κυριακή. Περπατάει μόνος του ανάμεσα στον κόσμο. Πάντα αυτό έκανε στις διαδηλώσεις. Σκέφτεται πάλι τα παιδιά που βέβαια συνέχισαν, δεν κατέβηκαν στο Σύνταγμα, ίσως να μην ήξεραν πως η κυβέρνηση χρειάζεται υποστήριξη, πως είμαστε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, τα σώματά τους κι ο έρωτας δεν έχουν χρεοκοπήσει, είναι ολάνθιστα και τόσο σίγουρα, δεν υπάρχει τίποτε άλλο από την έκρηξη της καύλας.

Τελικά οι φίλοι του ακύρωσαν τη βόλτα. Δεν θα βρεθούν για σινεμά. Κάθεται καμιά ώρα ακόμη, κάποια στιγμή εμφανίζεται και η Πρόεδρος της Βουλής στη συγκέντρωση, κόσμος στριμώχνεται γύρω της, αρκετοί χειροκροτούν. «Δεν έχω μάθει να χειροκροτώ τους συντρόφους μου» σκέφτεται και θυμώνει και ύστερα φεύγει απ’ την πλατεία με ένα αίσθημα ματαίωσης. Κατεβαίνει την Πανεπιστημίου κι εκεί στην πιάτσα της Βουκουρεστίου παίρνει ένα ταξί. «Άνω Πατήσια» του λέει.


Λίγο πριν κοιμηθεί πιάνει από το κομοδίνο το βιβλίο του Μπουκόφσκι που τελείωσε προχθές. Κάποιος του είπε πως αργά τον ανακάλυψε τον Μπουκόφσκι, πως τον Μπουκόφσκι τον διαβάσεις στα είκοσί σου, όχι στα σαράντα. Γεγονός είναι πως του έχει γίνει πια εμμονή ο πορνόγερος. Έχει λατρέψει τα ποιήματά του και έχει αρχίσει να παίρνει τα πεζά του ένα-ένα. Αυτό που τέλειωσε προχθές λέγεται «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών». Είναι ημερολογιακές σημειώσεις κάποιων εβδομάδων, σαν αναρτήσεις σε ένα μπλογκ. Ψάχνει να βρει αυτή τη φράση που τον καθήλωσε προχθές. Πέφτει πάνω σε μια άλλη που τον κάνει να χαμογελάσει, μία που λέει πως οι ποιητές είναι λαπάδες που κρύβονται πίσω απ’ τη μάνα τους, πως οι ποιητές δεν μπορούν να γράψουν για τίποτε πέρα από την προσωπική τους ανεπάρκεια. Όταν το ακούς από έναν συγγραφέα το δέχεσαι, δεν είναι το ίδιο με ένα δεξιό πολιτικό σαν του Κούβελα που είχε πει τα ίδια πριν κάποια χρόνια Τα μάτια του έχουν αρχίσει να κουράζονται και να βαραίνουν. Κόντεψε να ξαναδιαβάσει όλο το βιβλίο προκειμένου να βρει εκείνη τη φράση. Τελικά το πήρε απόφαση. Κάποιος είχε πάρει τη φράση από το βιβλίο, μια φράση που έλεγε περίπου πως γύρω σου δεν βλέπεις ευτυχισμένους ανθρώπους, αλλά στην καλύτερη περίπτωση χαρούμενους.

***
ο πίνακας είναι του Χρόνη Μπότσογλου

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Το παραμύθι της Στέλλας


- Μπαμπά θα μου πεις μια ιστορία;
- Ουφ ρε Στέλλα δεν μου 'ρχεται τώρα καμιά ιστορία στο μυαλό
- Έλα μπαμπά!
- Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μπαμπάς που δεν του ερχόταν καμιά ιστορία στο μυαλό, όμως η κόρη του του ζητούσε να της πει μια ιστορία και τότε εκείνος της έλεγε πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μπαμπάς που δεν του ερχόταν καμιά ιστορία στο μυαλό, όμως η κόρη του του ζητούσε να της πει μια ιστορία και τότε εκείνος της έλεγε...

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Μια συγγνώμη για τη Μαντά;

Δεν ξέρεις πώς είναι η επαρχία. Πόσο στεγνωμένη είναι κατά κανόνα από πνευματική ζωή, πόσο της λείπουν οι άνθρωποι που θα υψώσουν ένα όποιο πνευματικό ή καλλιτεχνικό ανάστημα, να γίνουν κάπως σαν φάροι για την πνευματικά ανήσυχη ομάδα των ανθρώπων κάθε επαρχιακής πόλης. Οι δημοτικές βιβλιοθήκες ήταν πάντα ένας χώρος που καλούνταν, συχνά με ανορθόδοξα και πενιχρά μέσα, να παίξει ένα τέτοιο ρόλο της πνευματικής εστίας. Το όλο πράγμα κάπως θολό στον πολιτικάντικο νου των «βλαχοδημάρχων» εξαρτιόταν πάντα από τον «πατριωτισμό των βιβλιοθηκαρίων», όποτε υπήρχε και όποτε υπήρχαν.

Τα τελευταία χρόνια με την ανάθεση από την Υπουργό Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου της ηγεμονίας και του συντονισμού της πολιτικής βιβλιοθηκών στο ίδρυμα Νιάρχου, οι δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες (φτωχοί συγγενείς των υπόλοιπων βιβλιοθηκών που πήραν ανάσες από ευρωπαϊκά προγράμματα) ήρθαν σε επαφή για πρώτη φορά με ζητήματα προώθησης και οργάνωσης εκδηλώσεων, δημοσίων σχέσεων και marketing του πολιτιστικού προϊόντος. Ήταν μια έξυπνα σχεδιασμένη κίνηση που ακούμπησε σε πραγματικές ανάγκες και ελλείψεις και αξιοποίησε δυνάμεις που εθελοντικά ήταν έτοιμες να συνδράμουν. Τα οφέλη υπήρξαν ποικίλα, τόσο για τις βιβλιοθήκες, για το κοινό τους, τους βιβλιοθηκάριους, όσο και για την κυβέρνηση που δεν χρεώθηκε την καταστροφή των βιβλιοθηκών (για τις οποίες έδινε πλέον ψίχουλα). Αυτά λίγο πολύ όμως τα έχουμε ξαναπεί. Γεγονός είναι πως οι δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες και με αυτό τον τρόπο πάλι ψίχουλα πήραν, όμως το επικοινωνιακό ντοπάρισμα δεν τους επέτρεψε να το διακρίνουν έγκαιρα αυτό. Τώρα όπως και να ‘ναι το παιχνίδι του χορηγού τελειώνει, το «μεγάλο στοίχημα» είναι η «Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη» και μένει να δούμε (ή να διαμορφώσουμε) την κατάσταση από ‘δω και πέρα για όλες αυτές τις βιβλιοθήκες σε όλη τη χώρα.

Μια από τις συνέπειες της περιόδου αυτής στις δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες ήταν το ότι έγιναν γνωστές σε διάφορους που μέχρι τότε τις αγνοούσαν, εμπόρους του βιβλίου, εκδότες, διάφορα σχήματα και οργανώσεις που πλέον κάλυψαν και το ρόλο του κρεουργημένου Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Οι εκδόσεις Ψυχογιός είναι μία από τις περιπτώσεις αυτές. Ενδεικτικό παράδειγμα η περιοδεία του εκλεκτού ονόματος του καταλόγου του, της ευπώλητης συγγραφέα Λένας Μαντά. Η Λένα Μαντά σε αντίθεση με την... ομότεχνή της Χρυσηίδα "συμπαθεί" τις βιβλιοθήκες και κάνει περιοδεία αυτό τον καιρό για το προμοτάρισμα του τελευταίου της βιβλίου σε αυτές. Ο σχεδιασμός της "περιοδείας" είναι έξυπνος: μια δημοτική βιβλιοθήκη (για το κοινό της), ένα βιβλιοπωλείο (για να πουλήσει βιβλία) και ένας χώρος να τους χωρέσει όλους. Προ ημερών η Δημοτική βιβλιοθήκη της Βέροιας με καμάρι φιλοξένησε τη συγγραφέα που "μάγεψε το βιβλιόφιλο κοινό". Τη Δευτέρα 15 Ιουνίου και η Δημόσια βιβλιοθήκη των Γρεβενών θα υποδεχτεί τη συγγραφέα (δεν είναι η πρώτη φορά). Φαντάζομαι το βιβλιόφιλο κοινό θα μαγευτεί και στα Γρεβενά. Και ποιος ξέρει, ποιος ψάχνει καλύτερα, ποιοι προορισμοί ακολουθούν.

Θα ήμασταν πολύ γκρινιάρηδες και άδικοι αν λέγαμε πως το ευκολάκι της Μαντά και η αισθητική του χαρακτηρίζει τη μετα-Future Library περίοδο των δημοτικών βιβλιοθηκών. Μπορούμε ωστόσο να αναρωτηθούμε για κάποια πράγματα που πάντα εξάλλου μας βασάνιζαν. Πόσο «δικαιούται» αλήθεια μια βιβλιοθήκη να υποκύπτει στα ευπώλητα θεωρώντας πως "υπηρετεί την «αναγνωσιμότητα»" (τη βιβλιοφιλία και την φιλαναγνωσία εννοεί). Μέσα σε όλα και αυτό, θα μπορούσες να πεις. Ωστόσο η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Βέροιας φαίνεται να καμαρώνει σε διαδοχικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την επιτυχία της εκδήλωσης. Ας μην σταθούμε εκεί.


Οργανώνουμε εκδηλώσεις στις βιβλιοθήκες. Κι έχουμε ανάγκη πρόθυμους ανθρώπους να μιλήσουν για το έργο τους. Κι έχουμε ανάγκη να είναι πολύς ο κόσμος που θα έρθει, γιατί πρέπει να ακουστεί η βιβλιοθήκη και ο βλαχοδήμαρχος να μην την ξεχάσει. "Μετακινήσιμοι" άνθρωποι είναι συνήθως αυτοί που πουλάνε, αυτούς πρόθυμα θα στηρίξει ο εκδότης για να αυξήσει το κέρδος του. Και θα τους πληρώσει και τα έξοδα. Πολλοί άνθρωποι θα έρθουν στην εκδήλωση αν αυτός που θα μιλήσει είναι star. Κι έτσι εμείς που διψάμε για λίγη ζωντάνια πρέπει να διαθέσουμε το φαγητό που μας σερβίρουν αυτοί που διψάνε για το κέρδος.

Όμως οι βιβλιοθήκες ούτε με τα ευπώλητα είναι ταυτόσημες, ούτε με τις εκδηλώσεις, ούτε με το κέρδος, ούτε με τις δημόσιες σχέσεις, ούτε καν με τους βλαχοδήμαρχους. Οι βιβλιοθήκες είναι ναοί της ανάγνωσης, είναι παράθυρα στον κόσμο της γνώσης και του πνεύματος. Ποτέ δεν ήταν μόνο λογοτεχνία, ποτέ δεν έκρυψαν ένα είδος για να αναδείξουν ένα άλλο, ένα συγγραφέα για έναν άλλο. Και ίσως να είχαν και να έχουν πάντα έναν παιδευτικό ρόλο, ειδικά στην ταλαιπωρημένη και στεγνωμένη επαρχία.

Θεωρώ πως δεν μπορούν να αγκαλιάζονται οι βιβλιοθήκες με τους καρχαρίες του ευπώλητου για να σωθούν. Δεν μπορούν να γίνονται πρόθυμοι χώροι για τους εμπόρους του εύκολου. Πρέπει να αντιστέκονται, ιδιαίτερα αυτή την εποχή της κατάρρευσης, να υπερασπίζονται περισσότερο από ποτέ το ρόλο, την αποστολή και την ιστορία τους. Να διεκδικούν αυτό που θα πάει το λαό παραπέρα και όχι αυτό που θα τον θάψει στην αφασία τις βλακείας οριστικά.

Ευτυχώς πολλές το κάνουν. Με τις λίγες τους δυνάμεις το κάνουν. Με ελλείψεις και αδυναμίες, αλλά το κάνουν. Και ίσως να αξίζει περισσότερο να ασχολούμαστε με τους ήρωες που αντιστέκονται στην ευτέλεια, παρά με αυτούς που ενδίδουν σε αυτή.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

στη... θερινή σύναξη των Κατσαμακαίων


Μέσα στο χτήμα υπάρχει μια παλιά βερικοκιά. Είχα γράψει ένα κείμενο γι' αυτήν πριν ένα χρόνο. Προχθές βρεθήκαμε στο χτήμα τρεις γενιές Κατσαμακαίων. Έλειπαν κάμποσοι, αλλά παρόντες ήταν όσοι ήθελαν να είναι παρόντες. Μια λειτουργία μνήμης για τους νεκρούς σε ένα βυζαντινό ξωκκλήσι στους αγρούς πρωί Σαββάτου, κι ύστερα η γιορτή για τους ζωντανούς. Ιστορίες από τα παλιά, νέες γνωριμίες. Την ώρα του αποχωρισμού ένα λίγο μεγαλύτερης διάρκειας αγκάλιασμα, ένα κάπως "θυμάμαι" που ξέφευγε με ένα άγγιγμα και ένα αμήχανο ίσως "να το ξανακάνουμε". Αυτό που θα μπορούσε να δει κανείς παρακολουθώντας τους να αποχαιρετιούνται: μια ανυπόκριτη και μύχια συγκίνηση.

Μεγάλωσα σε μια μεγάλη οικογένεια. Ακόμα κι αν μεγαλώνοντας νιώθω πως εκείνη μικραίνει, τη θεωρώ και τη νιώθω πατρίδα μου, είναι τα παιδικά μου χρόνια και είναι ταυτότητά μου ότι κι αν πεις.

Μέσα στο χτήμα υπάρχει μια παλιά βερικοκιά. Είχα γράψει ένα κείμενο γι' αυτήν πριν ένα χρόνο. Ακόμη κι αν μεγάλωσα σε αυτό το χτήμα, ακόμη κι αν έφαγα τους καρπούς της, έμαθα προχθές πως η βερικοκιά δεν είναι μονάχα δικιά μου πατρίδα. Το χτήμα άνηκε παλιά στο Μιχάλη που το πούλησε στον ανιψιό του, τον πατέρα μου. Ένα καλοκαίρι, χρόνια πριν γεννηθώ εγώ, η γυναίκα του Μιχάλη, η Ντίνα, ανέβαινε από την πόλη με μια τσάπα στον ώμο να σκάψει το κέρινο. Κουβαλούσε μαζί της τον μάλλον απρόθυμο γιο της τον Τάκη που κουβαλούσε μαζί του ένα ραδιοφωνάκι. Γιατί ο Τάκης προτιμούσε να ξαπλώνει κάτω από τη βερικοκιά, να κόβει τα λαχταριστά της βερίκοκα και να χορεύει μόνος του τις μουσικές. Η μάνα του τέλειωνε το τσάπισμα κι επέστρεφαν στην πόλη. Προχθές ο Τάκης στάθηκε δίπλα στη βερικοκιά και την κοιτούσε για ώρα.





Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Ο καγιανάς


Η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, αλλά η υποχώρηση στην ισχύ του ανέφικτου. Η τέχνη από την άλλη δεν εξαρτάται από το εφικτό και το ανέφικτο, επομένως δεν ορίζεται σε σχέση με την πολιτική.

Κατέβαινα με τα πόδια να πάρω το τραίνο χθες το απόγευμα. Θα πήγαινα να δω τον φίλο μου το Νίκο που ήρθε για λίγες μέρες στην Αθήνα. Περπατούσα στις γειτονιές της μεγάλης μας πόλης αφηρημένος κι απορροφημένος σε σκέψεις σαν αυτή που άνοιξε αυτό το κείμενο.

Ξαφνικά συνέβη κάτι που με αναστάτωσε. Μια μεθυστική μυρωδιά είχε δραπετεύσει από κάποιο σπίτι με ανοιχτά παράθυρα και με άρπαξε και με πήγε και με έφερε σε μέρη και χρόνια και συναισθήματα και μνήμες. Με έκανε σώμα πάλι με τον τρόπο της.

Έφτασα στο σταθμό. Η μυρωδιά είχε φύγει. Το τραίνο όμως ερχόταν. Είχε αφήσει ωστόσο πίσω της μια σκέψη, σαν σκιά: λοιπόν πατρίδα είναι εκεί που περπατάς σ’ ένα δρόμο κι έρχεται η μυρωδιά του καγιανά που τηγανίζεται και σε απαγάγει.

Μέχρι το βράδυ πίναμε μπύρες με το Νίκο. Ήρθαν κι άλλοι φίλοι του και συζητούσαμε για τα κινήματα, την πολιτική, το κόμμα και την κυβέρνηση κι όλα αυτά. Λίγο πιο πέρα ένα συγκρότημα από την Πολωνία έπαιζε τζαζ μουσικές.

"Οι θάνατοι των περισσότερων ανθρώπων είναι απάτη. Δεν έχει απομείνει τίποτα για να πεθάνει". Δεν το λέω εγώ, ο Μπουκόβσκι το λέει σε ένα ημερολόγιό του. Το διάβασα σήμερα το πρωί ερχόμενος στη δουλειά. "Δεν θα έχω πεθάνει ως τότε", σκέφτομαι και χαμογελώ (νομίζω) σε ένα κορίτσι που στέκεται απέναντί μου και φοράει ένα κοντό μπλε φουστάνι και τα λευκά της πόδια με οδηγούν στην έξοδο.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Κεσσανλή

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Η ιστορία του ανθρώπου που αγαπούσε τους χάρτες


Μα του άρεσε πάντα να διαβάζει χάρτες, όχι βέβαια για να σχεδιάζει ταξίδια – τα οποία εξάλλου σπάνια έκανε – αλλά γιατί όπως έλεγε «η μορφή του κόσμου στους χάρτες είναι μια εξουσιαστική αποτύπωση». Χρησιμοποιούσε σαν παράδειγμα έναν παλιό αραβικό χάρτη που είχε στη βιβλιοθήκη, που έδειχνε τον κόσμο «ανάποδα» γιατί είχε φτιαχτεί πριν οι Ευρωπαίοι επιβάλουν τη δική τους θέση στον κόσμο, πριν η Ευρώπη καθιερωθεί ως ο βορράς, πριν κάτσει η Δύση καβάλα στην Αφρική. Μας έλεγε πως οι χάρτες είναι ποιήματα και επιχειρηματολογούσε στην αμήχανη αντίδρασή μας λέγοντας για μια φράση του Καμπανέλλη από το «Μαουτχάουζεν»: δυο έγκλειστοι του στρατοπέδου κάνουν έρωτα πάνω στους χάρτες των ναζί. «Οι χάρτες» έλεγε, «είναι ο καλύτερος τόπος για να κάνουμε έρωτα, παραβιάζοντας τα σύνορα».

Νομίζω πως εδώ βρίσκεται το μυστικό της εμμονής του: διάβαζε τους χάρτες γιατί προσπαθούσε να καταλάβει τα σύνορα. Ή για να  επιβεβαιώσει πως οι άνθρωποι τα βάζουν πάντα για να τα ξεπεράσουν κάποια στιγμή. Όταν ήταν μικρός σχεδίαζε χάρτες φανταστικών χωρών και μετέτρεπε τις σκέψεις και τα βιώματά του σε «διακρατικές» συρράξεις και συμμαχίες. Πολιτεύματα και γλώσσες και θρησκείες, πόλεμοι και ομοσπονδίες ήταν οι ελπίδες και οι φόβοι του, οι διαψεύσεις και οι πόθοι του. Νομίζω πως ένας από τους χάρτες αυτούς κράτησε σε όλη του την εφηβεία. Υπήρξαν φορές που προσπάθησε να σχεδιάσει και τους χάρτες των ονείρων του, να αποτυπώσει το σχήμα των τοπίων που έβλεπαν τα κλειστά του μάτια.


Θυμήθηκα αυτή την ιστορία όταν πριν λίγες μέρες τον είδα στο παιδικό του δωμάτιο. Είχε κάτσει απέναντι στην υδρόγειο σφαίρα, της είχε φορέσει το ψάθινο καπέλο του και της μιλούσε.

***
ο πίνακας είναι του Daniel Barkley

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Public 2015: βραβεία βιβλίου


Μια ενδιαφέρουσα συγκυρία μού επέτρεψε πριν λίγες μέρες να συμμετέχω ως μέλος σε μια επιτροπή βράβευσης του εκδότη της χρονιάς για λογαριασμό ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου. Από μόνη της αυτή η δυνατότητα έχει σημαντικά στοιχεία: καταρχάς επιλέχθηκα ως άνθρωπος του βιβλίου, ως εκπρόσωπος ενός χώρου που έχει να κάνει με αυτό. Θεωρώ χρήσιμο για το επάγγελμά μου και τις βιβλιοθήκες την «αναγνώριση» αυτού του τύπου. Έπειτα, με την ευθύνη της επιλογής αντιλαμβάνεται κανείς πως τα πράγματα δεν είναι εύκολα, πως χρειάζονται κριτήρια και γνώσεις που δεν θα αδικήσουν κάποιον, πως προφανώς η βράβευση ενός εκδότη δεν έχει πολλά κοινά με την ψηφοφορία για το τραγούδι της Eurovision (ή μήπως όχι;). Βασική έλλειψη, η γνώση της αγοράς. Ενώ εσύ προκρίνεις τον εκδότη που επιμένει στην Κρίση να εκδίδει ποίηση, μαθαίνεις (γιατί ρωτάς) πως ο ίδιος ούτε ρισκάρει γι’ αυτό (όποιος πληρώνει, εκδίδεται), ούτε καν επιλέγει (αφού όποιος πληρώνει, εκδίδεται). Επίσης, μπορείς να βραβεύσεις έναν γνωστό στην πιάτσα των μεταφραστών, επιμελητών, εικονογράφων κακοπληρωτή; Ρωτάς να μάθεις λοιπόν, και συγκεντρώνοντας πληροφορίες αντιλαμβάνεσαι τελικά πως οι βιβλιοθήκες είμαστε πολύ πιο κοντά στον αναγνώστη από ό,τι στο συγγραφέα ή τον εκδότη. Είμαστε μάλλον ένας αφελής ναός την ανάγνωσης, παρά σουπερμάρκετ του βιβλίου, πως εμείς δεν είμαστε οι δημιουργοί, αλλά οι τιμητές του βιβλίου.


 Η βράβευση έχει από μόνη της μια ελαστική ηθική. Επιτρέπει τον Έναν που θα τιμηθεί ως ο καλύτερος. Διάτρητη πάντα αυτή η επιλογή. Είναι όμως και μια αναγνώριση και απόδοση τιμής και παρότρυνση στο δημιουργό να συνεχίσει. Τι γίνεται όμως όταν ο φορέας που θα βραβεύσει είναι ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο, ένα υπερκατάστημα που πουλάει βιβλία, video games, gadget και cd; Σε μια αγορά διαλυμένη από την οικονομική κρίση και τις μεταβάσεις που ούτως ή άλλως συμβαίνουν διεθνώς στο εμπόριο (και) του βιβλίου, αυτού του τύπου τα πολυκαταστήματα συγκεντρώνουν τη διακίνηση του βιβλίου και εν πολλοίς καθορίζουν και το χρηματιστήριο των ευπώλητων.


 Στον ελληνικό μικρόκοσμο του βιβλίου διάφοροι επιχειρούν αυτό τον καιρό να πλασαριστούν ως τιμητές της δημιουργίας. Δεν είναι μόνο το Public. Σε λίγες μέρες για παράδειγμα και ο Αναγνώστης θα ανακοινώσει τα βραβεία του. Ας κρίνουμε τι έγινε φέτος με τα βραβεία του Public, τη δεύτερη χρονιά αυτού του «θεσμού» (ένθετο σχόλιο: απαξιώνονται από κάθε κατεύθυνση οι δημόσιοι θεσμοί, για να υμνηθούν επίμονα οι ιδιωτικοί που τους αντικαθιστούν). Το ατού των βραβείων αυτών, όπως επισημάνθηκε και τη βραδιά που ανακοινώθηκαν και δόθηκαν (26/5/2015) στο Μέγαρο Μουσικής, είναι ότι «ψήφισε ο λαός», «ψήφισαν οι αναγνώστες». Αυτό με κάποιον τρόπο νομιμοποιεί το αποτέλεσμα. Ακόμη και αν λίγο γκρινιάρικα πούμε πως μάλλον θα έπρεπε να λέμε «ψήφισαν οι καταναλωτές». Πάνω από 100.000 άνθρωποι «νομιμοποίησαν’ με τη συμμετοχή τους τα βραβεία του Public. Η μετα-δημοκρατία όμως σταματάει εκεί: η αρχική, μεγάλη λίστα των υποψηφίων δεν προέκυψε από τον «λαό», αλλά από τους εκδότες. Οι κατηγορίες δεν προέκυψαν από το «λαό», αλλά από τους οργανωτές. Όλα αυτά κρίνονται και πρέπει να κρίνονται. Έχει ενδιαφέρον πως το μη λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό βιβλίο στριμώχνεται σε μία κατηγορία, στο «δοκίμιο». Την ίδια ώρα η λογοτεχνία απλώνεται σε 7 βραβεία (6 πεζογραφία, 1 ποίηση). Η ανάγνωση σύμφωνα με τη σημειολογία του Public είναι κυρίως απόλαυση και πολύ λίγο γνώση. Τι γίνεται λοιπόν αν σκεφτείς πως ο τρόπος της ψηφοφορίας έτσι όπως διεξάγεται, είναι μια εμπορική κι επικοινωνιακή ευκολία;


 Ποιος θα κρίνει τους κριτές και την επιλογή τους όταν είναι τόσοι πολλοί; Πόσο απέχει η Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη  στην κατηγορία «ο πιο ερωτικός χαρακτήρας» από το μιντιακό απόφθεγμα «δίνουμε στο λαό αυτό που προτιμάει;». Παρεμπιπτόντως δεν μπόρεσα παρακολουθώντας τη βραβευθείσα μπεστσελλερίστρια να ευχαριστεί το κοινό συγκινημένη να μην θυμηθώ τη Μέριλ Στριπ στη «διαβολογυναίκα»! Τι σημαίνει η συνυποψηφιότητα του μεταφυσικού δοκιμίου «Υπάρχει θεός» με το πολιτικό «η γένεση της μνημονιακής Ελλάδας» του Γιάνη Βαρουφάκη; Τελικά η μεταφυσική νίκησε την πολιτική στην Ελλάδα του Public το 2015 (βραβεύθηκε ο Φιλοκτήτης Διακομανώλης της Ιωλκού).


 Αν για τον τρόπο και τη σημειολογία της ψηφοφορίας των «λαϊκών» βραβείων του Public μπορεί προφανώς κανείς να πει πολλά, θα πρέπει κάπως να περιγράψουμε και το event της βράβευσης, που νομίζω πως συμπληρώνει το παζλ. Στήθηκε λοιπόν στο Μέγαρο ένα μικρό σόου, ένα νευρωτικό πηγαινέλα σε μια κανονική πασαρέλα,  με δόσεις ποιότητας κλεμμένες από τη θεατρική συγκυρία της Αθήνας και ένθετες στη «βαρετή» διαδικασία του ανοίγματος των φακέλων με τα αποτελέσματα και των αναπόφευκτων ευχαριστιών των βραβευθέντων. Από μόνο του το βιβλίο είναι επικοινωνιακά αδύναμο, επομένως πρέπει να στήσουμε μια φωτογραφήσιμη κατάσταση που δεν θα εστιάζει στο έργο, αλλά στα πρόσωπα. Θα φέρουμε τον αναβαπτισμένο ποιοτικά σταρ Ρουβά να βραβεύσει τον σταρ Τριβιζά που όμως δεν ήρθε από την Αγγλία να παραλάβει το βραβείο του (αντίθετα, η αγγλίδα Natalie Meg Evans μπόρεσε να έρθει). Και την ίδια ώρα που ο ποπ Ρουβάς δίνει το βραβείο της παιδικής λογοτεχνίας, η προβλεπόμενη και πάντα πρόθυμη Λαμπράκη-Πλάκα βραβεύει το "εκδοτικό αποτύπωμα', και η Μάγια Τσόκλη, πρώην βουλεύτρια του ΠΑΣΟΚ, το ΕΥ ΖΗΝ (που προφανώς υπηρέτησε, όταν υπερψήφιζε στη Βουλή τις μνημονιακές πολιτικές…) στο πρόσωπο του τηλεοπτικού μάγειρα Άκη Πετρετζίκη. Την ίδια ώρα παρόντες στην εκδήλωση και με τη μικρή ή μεγάλη αγωνία της βράβευσης στο πρόσωπό τους διέκρινες τόσο τον ιστορικό και μέλος την Ακαδημίας Αθηνών Κωνσταντίνο Σβολόπουλο (υποψήφιο, αλλά όχι νικητή στην κατηγορία του δοκιμίου), αλλά και τη Χρυσηίδα τη Δημουλίδου (υποψήφια στο «ελληνικό μυθιστόρημα», συνυποψήφια στην ίδια κατηγορία με την ομότεχνή της Λένα Μαντά, η οποία Μαντά όμως ήταν υποψήφια και στο βραβείο «ο πιο ερωτικός χαρακτήρας). Στο καλοστημένο σκηνικό της βραδιάς υπήρξαν δύο καταφανή φάουλ: το πρώτο (εντοπίστηκε από τον μεταφραστή Γιώργο Δεπάστα) όταν αγνοήθηκε εντελώς τόσο από τα Public, όσο και από τον εκδότη της (Μεταίχμιο), η μεταφράστρια του βραβευθέντος Ian Rankin Βάσια Τζανακάρη. Το δεύτερο, όταν η επιτροπή του ειδικού βραβείου για το εξώφυλλο της χρονιάς βράβευσε ένα εξώφυλλο που δεν είδαμε στις οθόνες της εκδήλωσης.


 Κι έτσι μια γλυκιά σούπα διασημοτήτων και φιλότιμων, σεμνών δημιουργών γίνεται δελτίο τύπου και φωτογραφίες στις πολιτιστικές σελίδες των εφημερίδων και των portal. Μακριά ίσως από τη συγκίνηση της ανάγνωσης και τη δημιουργία στήνεται ένα κοσμικό γεγονός. Θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι άλλο; Είναι τα πράγματα μονοσήμαντα; Δικαιολογώντας κάπως τη δική μου συμμετοχή στο ειδικό βραβείο του «εκδοτικού αποτυπώματος» και στην επιτροπή που επέλεξε τον εκδότη της χρονιάς νομίζω πως μπορώ να υπερασπιστώ την άποψη που λέει πως δεν είναι μονοσήμαντα τα πράγματα. Χωρίς να γνωρίζω ποιοι συγκροτούν την επιτροπή, χωρίς να μπορώ να μιλήσω μαζί τους και να συσκεφτώ, χωρίς καν να μπορώ ελεύθερα να επιλέξω τον εκδότη που επιθυμώ (αφού όπως μας ειπώθηκε δεν αποδέχθηκαν όλοι την πρόσκληση των Public, επομένως η επιλογή γινόταν από μια λίστα), ψήφισα τους εκδότες που δεν βραβεύτηκαν. Έναν εκδότη της Θεσσαλονίκης που εκδίδει παιδικά βιβλία, έναν εκδότη της Αθήνας που εκδίδει δοκίμιο κι έναν πιο mainstream εκδότη που επιμένει στην τυπογραφική ποιότητα των εκδόσεών του. Κυρίως όμως ψήφισα για την αναγκαία (κατά τη γνώμη μου) εμπειρία ενός τέτοιου γεγονότος και γιατί ένιωθα πως είναι τιμή σε αυτές τις βιβλιοθήκες και τους ανθρώπους τους να συμμετέχουν σε μια διαδικασία ανάδειξης του βιβλίου, έστω εμπορική. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της βραδιάς, σκεφτόμουν πώς θα ήταν, ποια θα ήταν τα βραβεία που θα έδιναν οι συνάδελφοί μου στις δεκάδες βιβλιοθήκες της χώρας αν με κάποιο τρόπο αποφασίζαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο συλλογικά…

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Αναπηρίες


Πρωινό Σαββάτου. Η πόλη νυσταγμένη, τεντώνεται να ξεπιαστεί κι ύστερα βυθίζεται πάλι στη ράθυμη απόλαυση του ύπνου. Λίγα μαγαζιά ανοιχτά, δυο καφετέριες και ο γρουσούζης ο βιβλιοπώλης που δεν γνωρίζει σχόλες και αργίες. Λιγοστά αυτοκίνητα στο δρόμο ακόμη, οι εργαζόμενοι του Σαββάτου που πάνε στις δουλειές τους. Δυο ηλικιωμένοι περπατούν, «περπατούν» που λέει ο λόγος. Κουτσαίνοντας και σιγά-σιγά σπάνε την ακινησία του πρωινού. Συναντιούνται στη γωνία. Αλλάζουν δυο κουβέντες, κάτι σαν «καλημέρα Μιχάλη! Καλημέρα Χρήστο» ή «τι κάνεις; Καλά!» και συνεχίζουν τον προορισμό τους.

Τους παρατηρώ τόση ώρα. «Ο καθένας κουτσαίνει με τον δικό του τρόπο» σκέφτομαι και αμέσως μου ‘ρχεται στο νου η πρώτη φράση από την «Άννα Καρένινα»: «όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη όμως, είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο». Ύστερα παίρνω κι εγώ τον δικό μου δρόμο. Θα πάμε για μπάνιο σήμερα. Η μικρή είναι χαρούμενη.


Νομίζω πως κι εγώ καμιά φορά κουτσαίνω μέσα μου.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Ο κινηματογράφος σε ένα σχολείο της Κορινθίας το 1932


"Σχολείον διτάξιον. Μαθηταί 91. Δημοδιδάσκαλοι: 1) Γεώργιος Παπαγεωργίου εκ Κεφαλαρίου Στυμφαλίας, ετών 34, έγγαμος, πατήρ 5 τέκνων…. 2) Πηνελόπη Παπαγεωργίου, εκ Συκιάς, ετών 30, άγαμος…."

Είναι τα πρώτα στοιχεία μιας έκθεσης που συντάσσει ένας συνεπώνυμος των δημοδιδασκάλων επιθεωρητής δημοτικών σχολείων το 1933 για το Σχολείο Μελισσίου (Σικυωνίας). Η έκθεση  στόχο έχει να  αναδείξει το παράδειγμα ενός καλού "λαϊκού σχολείου" και δημοσιεύεται στα "Εκπαιδευτικά Χρονικά' το Φεβρουάριο του 1933.

Θα μπορούσες να σταθείς στο μεγάλο αριθμό μαθητών που είχε στο δημοτικό του σχολείο το Μελίσσι την περίοδο 1931-1932 ή στο δυσανάλογα μικρό αριθμό δασκάλων σε σχέση με τους μαθητές. Η να διερευνήσεις ανούσια το γεγονός της συνεπωνυμίας δασκάλων και επιθεωρητή. Ή θα μπορούσες να χαθείς στην ομορφιά που καμιά φορά έχει αυτή η παλιά λόγια γλώσσα όταν περιγράφει τον κόσμο: "Η διδασκάλισσα… σεμνή το ήθος και φιλόπονος έχει ελκύσει την αγάπην και την εκτίμησην της κοινωνίας ολοκλήρου και των μαθητών. Διδάσκει επιτυχώς εργόχειρα και κεντήματα ως και μηχανήν κεντήματος και ραπτικής. Το σχολείον έχει εφοδιασθή με ραπτομηχανήν κεντήματος Singer". Πιο παρακάτω διαβάσεις πως ο δάσκαλος έχοντας μετεκπαιδευτεί στο «Γεωργικόν Φροντιστήριον» ασχολείται ιδιαίτερα με το σχολικό κήπο και τα μαθήματα γεωργίας των μαθητών του, οι οποίοι πουλώντας σπόρους στους αγρότες της περιοχής εξασφαλίζουν μέχρι και 10000 δραχμές το χρόνο. Με τα χρήματα αυτά αγοράζουν εργαλεία και εξοπλισμό για τον κήπο, εμπλουτίζουν τη σχολική βιβλιοθήκη με βιβλία, προμηθεύονται τετράδια, εικόνες, γραφική ύλη, ως και… κινηματογράφο.

Κι εδώ θα σταθείς: σε ένα «λαϊκό σχολείο» ενός χωριού της Κορινθίας, ανάμεσα στο Κιάτο και το Ξυλόκαστρο, που το 1933 αγοράζει κινηματογράφο. Το υπόλοιπο χρημάτων "εκ της προπαρελθούσης χρήσεως" είναι 1171.50 δραχμές. Μετά το καλοκαίρι οργανώνονται στο χωριό θεατρικές παραστάσεις και τα μετρητά στα χέρια των μαθητών φτάνουν τις 2772.50 δραχμές. Προστίθενται και ατομικά χρήματα και πλέον αγοράζεται «ένας κινηματογραφικός προβολεύς μετά εργαλείων συντηρήσεως, 2 ταινίες ζωολογικού κήπου, 1 ταινία "το κυνήγι των μαϊμούδων" και 3 ταινίες "ο Σαρλό δεν έχει τύχη". Και αφού οι μαθητές είδαν μέχρι και… "επτάκις" τις ταινίες αρχίζουν τις προβολές για τους χωρικούς με ένα μικρό αντίτιμο και με τα κέρδη τους αγοράζουν και άλλες ταινίες και πλήρη τα εξαρτήματα του κινηματογράφου. Και άρχισαν να έρχονται για τον κινηματογράφο και μαθητές των γειτονικών σχολείων: την 6 Νοεμβρίου 1931 τα σχολεία του Μεγάλου Βάλτου, του Μικρού Βάλτου, του Θολερού, του Λαλιώτη, του Θροφαρί και της Συκιάς. Την 18η Νοεμβρίου το σχολείο των Γελληνιάτικων, το Δεκέμβριο το ημιγυμνάσιο του Ξυλοκάστρου. Τον Απρίλιο του 1932 ξανάρχονται όλα να δουν τις νέες ταινίες.

Έγιναν πολλά σε αυτό το σχολείο. Οι αγρότες άρχισαν να συμβουλεύονται τους μαθητές για μια σειρά αγροτικές εργασίες, για μπολιάσματα, φυτεύσεις, κλαδέματα και λιπάσματα. Το 28σέλιδο ανάτυπο τελειώνει με τη φράση: «Ημείς εκ καθήκοντος φέρομεν εις δημοσιότητα τα ειρημένα και οι αρμόδιοι ας αντλήσουν όσα διδάγματα ήθελον νομίσει σκόπιμα και αποτελεσματικά». Τα χρόνια πέρασαν βέβαια όπως κάνουν πάντα. Δεν ξέρω τι διδάγματα άντλησαν οι αρμόδιοι. Στέκομαι σε αυτή την ελπίδα που χρόνια τώρα μας βασανίζει, πως οι αρμόδιοι αντλούν διδάγματα, πως οφείλουμε να δημοσιοποιούμε τα πεπραγμένα μας για να κεντρίσουμε την αντλία των αρμοδίων.


Είναι αστείο κάπως: στη μόνη "συναισθηματική" παρεκτροπή αυτής της έκθεσης, ο συντάκτης της παραπονιέται για την Ακαδημία Αθηνών που αδιαφορεί για το παράδειγμα του «Λαϊκού Σχολείου Μελλισιού Σικυωνίας». Το βιβλίο αυτό το βρήκα στη Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας!


***
το πρωί ανάρτησα στο blog του Συλλόγου Γονέων του σχολείου του γιου μου ένα κείμενο για την κινηματογραφική μας ομάδα που την Παρασκευή κάνει την τελευταία της προβολή στο σχολείο. Το χειμώνα είχαμε παίξει και το "Τσίρκο' του Τσάπλιν. Φαίνεται πως η μαγεία του κινηματογράφου κρατάει χρόνια πολλά ή πως οι αρμόδιοι δεν έχουν ακόμη αντλήσει διδάγματα

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Από το ημερολόγιο ενός μεσήλικα


Η αίσθηση πως έχει αρχίσει να «χαλάει» είναι ενοχλητικά κυρίαρχη τα τελευταία δύο-τρία χρόνια. Δεν είναι μόνο όσα έτυχαν στον ίδιο ή οι αλλαγές που παρακολουθεί στο σώμα του, αλλά και όσα συμβαίνουν γύρω του, στους κοντινούς του ανθρώπους. Είχε συνηθίσει να είναι τέλειος, απρόσβλητος, ακμαίος, ακέραιος. Από όταν θυμάται τον εαυτό του, ένιωθε νέος, πράγμα που όσο αυτονόητο και αν είναι, για τον ίδιο ήταν μια κυρίαρχη διάθεση που εκτός των άλλων ανέβαλε τα όνειρά του σε έναν πιο δόκιμο μελλοντικό χρόνο. Προφανώς δεν είναι μόνο ότι το σώμα του «χαλάει» – προτιμά αυτό τον όρο από το «μεγαλώνει» ή «ωριμάζει» - αλλά και η βεβαιότητα ότι τα σχέδια που έκανε μια ζωή, τώρα του ζητούν το λόγο. Κάποια από αυτά εξαιρετικά αποδυναμωμένα: προφανώς δεν βρίσκει νόημα να γίνει πρωθυπουργός ή επαναστάτης, αλλά και συγγραφέας ή ποιητής. Η ζωή του, λέει, είναι αρκετά στρωμένη και συμβατική για να έχει να αφηγηθεί ιστορίες και η εξουσία τελικά δεν τον ενδιαφέρει, του φαίνεται άδεια.

Ροχαλίζει. Είναι σε αυτό το κάτι πολύ τοις εκατό των αντρών που μετά τα 40 το κάνουν. Όπως και ο πατέρας του. Και ο ίδιος είναι πατέρας όπως ο πατέρας του. Και όπως ο πατέρας του, συχνά δεν καταλαβαίνει το γιο του που ψάχνει χώρο να βρει για τη δικιά του ζωή που μεγαλώνει άτρωτη και σφριγηλή. Δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα ποτέ να είναι ερωτεύσιμος, όμως τώρα ανησυχεί πότε θα πάψει να είναι. Αυτό το τελευταίο όχι πως τον ενδιαφέρει να το αξιοποιήσει, απλά να θα ήθελε να ξέρει πως ακόμη μπορεί. Προχθές σκεφτόταν πως καλώς εχόντων των πραγμάτων έχει μπροστά του άλλα τόσα χρόνια ζωής και ήδη όσα έχει ζήσει του φαίνονται πολλά. Αν και αυτό φαντάζει αισιόδοξη σκέψη, ξέρει καλά πως ο χρόνος όταν είσαι παιδί διαρκεί περισσότερο, πως ο χρόνος μεγαλώνοντας ολοένα και πιο βιαστικός γίνεται.


Πριν λίγες μέρες βρέθηκε σε κάτι «κινηματικές διαδικασίες»,. Κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα να κατουρήσει. Τελειώνοντας γύρισε στο νιπτήρα να πλυθεί και από συνήθεια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και χαμογέλασε. Τουλάχιστον ακόμη μπορούσε να κάνει ζαβολιές.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Lucille


Κάθισε πλάι της, πιο κοντά από όσο συνήθιζε να πλησιάζει τους ανθρώπους. Γιατί ήταν το άρωμά της, η ανάγκη του να κλέβει από τις κοντινές μυρωδιές του σώματός της, καύλωνε αμέσως ακούγοντας το δέρμα της να ανασαίνει, το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει, τη φανταζόταν σαν ανοιχτό λουλούδι μπροστά του κι αυτός να μπαίνει μέσα της αρπάζοντας κάθε τι στο πέρασμά του, ρουφώντας λαίμαργα τους χυμούς της.

-        Λοιπόν; Τι έγινε, πάλι ερωτευτήκαμε;
-        Ναι. Είναι έξυπνος, τρυφερός, κούκλος, αστείος, καθαρός, κάνει καλό…
-       Φτάνει! Θα ξεράσω. Δεν φοβάσαι πάλι να αγαπήσεις; Ξέχασες τι έγινε την τελευταία φορά με τον άλλο το μαλάκα;

Θα μπορούσε να είναι σκηνή από ταινία αν δεν ήταν κανονική ζωή, αλλά εκείνη την ώρα το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει τη Lucille του B. B. King. Σταμάτησαν να μιλάνε. «Θυμάσαι;» της είπε. Θυμόταν είπε. (Που ήταν πιτσιρίκια, τρίτη γυμνασίου τέλη της δεκαετίας του ΄80 σε ένα πάρτυ το είχαν χορέψει αγκαλιά, ιδρωμένοι και ζαλισμένοι ο ένας μέσα στον άλλο στο τέλος είχαν φιληθεί στο στόμα το πρώτο τους φιλί). Το πρώτο και τελευταίο του φιλί με γυναίκα. Και βέβαια θυμόταν. Σταμάτησαν να μιλάνε κι άκουγαν μειδιώντας.


«Την τελευταία του πνοή άφησε χθες το βράδυ σε ηλικία 89 ετών ο μεγάλος μουσικός και τραγουδιστής των blues Β. Β. King» ακούστηκε ο εκφωνητής να λέει. «Να πληρώσουμε;» της πρότεινε κάπως απότομα. Τον κοίταξε παραξενεμένη και συναίνεσε με τον τρόπο που πάντα το έκανε μαζί του. «Κερνάω» της είπε.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Μάιντ δε γκαπ



«Προσοχή στο κενό» της λέω, επαναλαμβάνοντας αυτολεξεί το μήνυμα από τα μεγάφωνα του τραίνου. Ναι, με –αι- θα γράφω το τραίνο και σε όποιον γουστάρει. «Μάιντ δε γκαπ» συνεχίζω στα αγγλικά, σαν να έχει κάποιο νόημα αυτή η μετάφραση που σε ‘κείνη τίποτα δεν δηλώνει βέβαια, όμως για κάποιο λόγο την κάνω. Κι ενώ είναι ευνόητο έστω ότι προστατεύω την κόρη μου μην πέσει στο κενό ανάμεσα στο τραίνο και την αποβάθρα, είμαι σίγουρος πως αυτό το αγγλόφωνο στραβοπάτημα είναι τελικά για μένα. Γιατί νομίζω πως μεγαλώσαμε πέφτοντας πάντα στο κενό, τόσο που πια πιστεύουμε πως δεν υπάρχει αποβάθρα ή που αν υπάρχει, από αυτήν θα πρέπει να προσέχουμε. Γιατί αν πέσουμε στην αποβάθρα το τραίνο θα φύγει. Και το κενό θα γίνει τεράστιο. Έλεγα λοιπόν πως πέφτουμε στο κενό. Στο κενό της διάψευσης. Οι διαψεύσεις είναι το μετέωρο χρονικό σημείο που φτάνεις στον προορισμό σου και πρέπει να αποχωριστείς τον τρόπο ή την επιθυμία που σε έφερε σε αυτόν. Με τα χρόνια η διάψευση είναι ο προορισμός σου, το ξέρεις. Φορτωμένος τα μπαγκάζια σου, με διπλωμένη την εφημερίδα στη μασχάλη και την κόρη στο ένα σου χέρι. Η γιαγιά σάς περιμένει . Ανοίγει τα χέρια της, και η μικρή χάνεται στην αγκαλιά της. «Θα πάμε για μπάνιο;» της λέω.

***
Ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μανουσάκη

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Η γυναίκα που αγαπούσε τους βατράχους


Μια φορά κι έναν καιρό ο σύζυγος μιας γυναίκας έγινε βάτραχος. Εντελώς ξαφνικά άλλαξε μορφή, αν και όπως της εξήγησε πάντα το ήθελε, ποτέ του δεν ένιωσε άνθρωπος αληθινός. Όπως και να είναι, ο γάμος τους τελείωσε. Εξάλλου εκείνος προτιμούσε τη λιμνούλα εκεί κοντά και τα κοάσματα

Η γυναίκα δεν μπόρεσε ποτέ πια στο εξής να ερωτευτεί άνθρωπο, με το φόβο μήπως μια μέρα μεταμορφωθεί κι αυτός. Κι έκτοτε αγαπούσε μόνο τους βατράχους.

Τα χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι άλλαξαν την αρχική ιστορία. Συνήθως οι άνθρωποι αλλάζουν τις ιστορίες και τις κάνουν παραμύθια για μικρά παιδιά.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Άννυ


Η ελληνική κοινωνία συνηθίζει να σοκάρεται όταν εγκλήματα με ειδεχθή χαρακτηριστικά βγαίνουν στο φως από τα αιμοδιψή Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Δείχνει έκπληκτη, μένει εμβρόντητη, προσφεύγει σε εξαιρετικά βίαιους αφορισμούς, προκειμένου να αποκαταστήσει τη μνήμη των θυμάτων ή να αποδώσει δικαιοσύνη όπως εκείνη την αντιλαμβάνεται.

Το σύστημα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κάτω από την επικοινωνιακή επίδραση και των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι ένας ενδιαφέρον καθρέφτης σε τέτοιες περιπτώσεις: αποτυπώνεται εμφατικά το είδωλο μιας πρωτόγονης και αμόρφωτης κοινωνίας με ένστικτα αμείλικτα και αγελαία αντίληψη που έχει πλέον χάσει τους κοινωνικούς της δεσμούς και που ούτε στοιχειωδώς δεν διαθέτει κοινωνικό φρόνημα. Η ευκολία της έκφρασης, η ευκολία της απερίσκεπτης συμφωνίας καταδικάζει την κριτική σκέψη, αντικαθιστώντας τη με ένα αχαλίνωτο συναίσθημα που βίαια απαιτεί το αίμα, τη θυσία του ενόχου, την εξιλέωση μέσω του κανιβαλισμού.

Μία συγγραφέας παιδικών βιβλίων με αφορμή τη δολοφονία της τετράχρονης Άννυ έγραψε χθες στο προφίλ της στο facebook: 

«Είναι ντροπή για την Ελληνική δικαιοσύνη να μην υπάρχει παραδειγματική ποινή για όποιον κάνει φρικαλέα εγκλήματα όπως ο πατέρας της μικρούλας, όπως στην Καβάλα εκείνος που έκαψε αφού βίασε την φοιτήτρια, όπως πχ τα εγκλήματα των σατανιστών που αφέθηκαν ελεύθεροι....
Αλήθεια πως θα ησυχάσει η ψυχούλα της μικρής? ξέροντας πως σε λίγα χρόνια θα βγει έξω και πιθανότατα θα το ξανακάνει, ενώ όσο καιρό ζει στις φυλακές θα τον πληρώνουμε να τρώει και να πίνει τσάμπα και θα επιδίδεται πιθανότατα και στο προσφιλές του σπορ τη διακίνηση ναρκωτικών...
Αντί να περιμένουμε τη "δικαιοσύνη" των φυλακών ,όπως στην περίπτωση του Δουρή ,καλό θα ήταν πχ να σκεφτεί ο υπουργός δικαιοσύνης να επαναφέρει πχ το κώνειο....
Δεν πιστεύω να θεωρεί κανείς πως αυτό το τέρας οφείλει να ζήσει????». 

Ακόμη και ο "αριστερός" Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη είπε σχετικά με τον πατέρα-θύτη ««Συνήθως αυτοκτονούν ή έχουν κάποιον βίαιο θάνατο από αλλού. Δεν αντέχεται αυτό ούτε από τον ίδιο που το έκανε» και συνέχισε λέγοντας «δεν μπορεί κανείς ούτε να το αναλύσει εγκληματολογικά, ούτε ποινικά, ούτε κοινωνικά. Μιλάμε για μια ακραία, μη ανθρώπινη συμπεριφορά, πολλώ μάλλον που ήταν και παιδί του…».

Ας μην αφεθούμε όμως στο τι έγραψε ο καθένας ή είπε αυτές τις μέρες που αποκαλύφθηκε η δολοφονία της Άννυ από τον πατέρα της. Και ας σταθούμε μόνο στο πνεύμα αυτών των αντιδράσεων. Είναι μάλλον αφελές να περιμένουμε ευαισθησία από μια συγγραφέα παιδικών βιβλίων ή γνώση από έναν εγκληματολόγο υπουργό – οπότε ας μην σταθούμε και στο ποιοι μίλησαν και μιλούν για το θέμα, μόνο και μόνο για να πούμε ποια ευθύνη έχουν δημοσιολογώντας και ποιες οι συνέπειες των δημόσιων τοποθετήσεών τους.

Πολλοί είναι αυτοί λοιπόν που ζητούν «παραδειγματική τιμωρία» του ενόχου, εννοώντας καταδίκη σε θάνατο του εγκληματία. Σε κάποιες περιπτώσεις ακούγονται και προτάσεις για αφαίρεση των ζωτικών του οργάνων ή και μεταμόσχευσης σε παιδιά που τα έχουν ανάγκη και άλλα τέτοια πολλά… Η χρήση των λέξεων σε συγχρωτισμό με τη διαχείριση των συναισθημάτων δημιουργεί πάντα ενδιαφέρουσες απόψεις: η θανάτωση του εγκληματία θα παραδειγματίσει τους επίδοξους εγκληματίες. Αν θανατωθεί ο πατέρας της Άννυ κανείς άλλος δεν θα σκοτώσει, θα βράσει και θα τεμαχίσει το παιδί του. Μα πουθενά στον κόσμο δεν σταμάτησαν να σκοτώνονται άνθρωποι, κάποιες φορές να τεμαχίζονται και σπανιότερα να βράζονται πριν τεμαχιστούν μόνο και μόνο γιατί η θανατική καταδίκη φόβισε τους επίδοξους εγκληματίες.

Πολλές φορές η θανάτωση του ενόχου ντύνεται τον "παραδειγματισμό", μόνο και μόνο για να μην φανεί πως αυτό που ζητάμε είναι τελικά η «απόδοση δικαιοσύνης» ή αυτό που λέει η συγγραφέας «να ησυχάσει η ψυχή» του θύματος. Δεν θα σταθούμε εδώ στις ιδεοληψίες περί ψυχής, αλλά στην ενδιαφέρουσα πάλι άποψη ότι η ψυχή ενός θύματος είναι ανήσυχη και ησυχάζει όταν ο θύτης χάσει κι αυτός τη ζωή του (για την ψυχή του θύτη ας μην αναρωτηθούμε τι παθαίνει όταν του αφαιρέσουμε τη ζωή…). Στην ουσία όμως ούτε για τις ψυχές ενδιαφερόμαστε. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να εξαφανίσουμε, να εξοντώσουμε το υποκείμενο του εγκλήματος γιατί με τον τρόπο αυτό θεωρούμε ότι κλείνουμε δίκαια την εκκρεμότητα που αφήνει η τέλεσή του στην κοινωνική ζωή και αντίληψη. Στην ουσία ενώ δεν θέλουμε να επαναληφθεί το έγκλημα τελειώνουμε με αυτόν που ήδη το έχει τελέσει.


 Μια ακόμη σκέψη γεννάει το αρχικό κείμενο που παρατίθεται εδώ, αυτό της συγγραφέα παιδικών βιβλίων. Ποιος είναι ο ρόλος των φυλακών και του σωφρονιστικού μας συστήματος; Μήπως είναι να «ταΐζει τσάμπα» τους εγκληματίες πριν τους βγάλει λίγο μετά πάλι στην κοινωνία; Αυτό φαίνεται να είναι μια διάχυτη εντύπωση στον «κόσμο» γύρω, και μάλιστα κυρίαρχη σε συγκυρίες σαν αυτή. «Πληρώνουμε για να τρώνε τσάμπα» λένε για εγκληματίες, «πρεζόνια» και «λαθρομετανάστες» συνειδητοί και ασυνείδητοι φασίστες γύρω μας. Είναι σαν το «πληρώνουμε τους δημόσιους υπαλλήλους για να κάθονται» που ακούστηκε πολύ τα τελευταία χρόνια που χρειάστηκε οι κοινωνικοί αυτοματισμοί να βοηθήσουν τις μνημονιακές πολιτικές των κυβερνήσεων. Ο σωφρονισμός είναι τουλάχιστον άγνωστη έννοια για τους περισσότερους από εμάς και η αποστολή των φυλακών είναι μάλλον συντεχνιακό μυστικό όσων με οποιοδήποτε τρόπο συνδέονται με το σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης εργασιακά. Η άγνοια αυτή ωστόσο, γιατί φυλακίζουμε τους ενόχους και τι προσδοκούμε με το σωφρονισμό,  είναι ένα ζήτημα που πρέπει κάπως να αντιμετωπίσουμε. Πρέπει να ξέρουμε και ας κρίνουμε κατά την πεποίθησή μας.

Τι καταδικάζουμε σε ένα έγκλημα αφαίρεσης ζωής; Την αφαίρεση της ζωής ή τον τρόπο που αυτή έγινε; Είναι φρικιαστικές, «απάνθρωπες» οι περιγραφές που αφορούν στην προσπάθεια εξαφάνισης του πτώματος της Άννυ από τον πατέρα της. Δεν τις χωράει προφανώς ο νους μας. Αλλά το κύριο είναι η αφαίρεση της ζωής του παιδιού. Η αφαίρεση της ζωής είναι το έγκλημα. Πάνω σε αυτό αρχίσουν να προστίθενται στοιχεία που βαραίνουν την αντιμετώπισή του από εμάς: το θύμα είναι παιδί, ο θύτης είναι ο πατέρας, η πράξη περιλαμβάνει τεμαχισμό και βράσιμο του σώματος (προσβολή της σωρού). Πώς ιεραρχούμε τα εγκλήματα; Πιο θάνατος είναι ο θάνατος μιας γυναίκας από ενός άντρα, ενός παιδιού από ενός ενηλίκου, ενός ηλικιωμένου από ενός μεσήλικα; Πιο θύτης είναι ένας πατέρας από έναν περαστικό, μια μάνα από έναν πατέρα, ένας ενήλικος από έναν ανήλικο, μια γυναίκα από έναν άντρα; Πιο έγκλημα είναι μια δολοφονία με υπολογισμό από μια δολοφονία εν βρασμώ, μια δολοφονία συνοδεία προσβολής της σωρού από μια δολοφονία σκέτη; Και αν όλα αυτά έχουν μια αντικειμενική, γραφειοκρατική ιεράρχηση ο πατέρας δολοφόνος ενός κοριτσιού πρέπει να θανατωθεί, ενώ ο περαστικός δολοφόνος ενός μεσήλικα δεν πρέπει; Χιλιάδες απελπισμένοι άνθρωποι αυτοκτόνησαν τα τελευταία χρόνια της Κρίσης στην Ελλάδα. Πολλοί από αυτούς έχασαν τις δουλειές τους και απότομα αντιμετώπισαν την ανεργία και τη φτώχεια. Αυτούς τους δολοφόνησε κανείς; Το αφεντικό τους ίσως ή η κυβέρνηση; Ποιος θα τιμωρηθεί γι’ αυτές τις δολοφονίες, αν τις θεωρήσουμε δολοφονίες;

Ποιος «οφείλει να ζει»; Υπάρχουν άνθρωποι που δεν οφείλουν; Η ζωή είναι μια οφειλή; Τέρας είναι όποιος δολοφονεί ή όποιος τρώει το θύμα του μετά τη δολοφονία; Είναι ανθρώπινη η δολοφονία, αλλά τερατώδης ο κανιβαλισμός; Τι εξυπηρετούν όλες αυτές οι αξιολογήσεις, ιεραρχήσεις, ταξινομήσεις της παραβατικότητας και των εγκλημάτων, ποιους αφορούν και σε ποιους είναι γνωστές;


Τελικά αν ξεσκίσουμε το κτήνος που σκότωσε την Άννυ θα ξεμπερδέψουμε με την αποτρόπαιη δολοφονία ανθρώπων ή με την ένοχη συνείδησή μας που επιτρέπει την αδιαφορία στις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων δίπλα μας και στην ολιγωρία των υπηρεσιών να αντιμετωπίσουν τα αίτια της εγκληματικότητας και να παρέμβουν στη λειτουργία των κοινωνικών δομών (οικογένεια, σχολείο κ.ο.κ.) προκειμένου να προφυλάξουν πιθανά θύματα;

***
Οι πίνακες είναι του Andrzej Wróblewski

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Warsaw Session VII: Koniec


Έχουν περάσει δύο βδομάδες από το τέλος το ταξιδιού. Νομίζω πως πολύ άντεξε αυτή η αίσθηση που σου αφήνουν τα ταξίδια, μια πραγματικότητα εσωτερική που δεν έχει ακόμη εντοπιστεί στο παρόν και στο εδώ, μια λίγο αφηρημένη παράλληλη ανάσα που τρέφεται από τη μνήμη των αισθήσεων. Τις εντυπώσεις από όσα είδες, αντικαθιστούν όσα ένιωσες. Και ίσως αυτό το τελευταίο να είναι το πιο πολύτιμο, αυτό που περισσότερο πρέπει να προστατέψεις σε αυτή τη σκληρή, απαιτητική και λαίμαργη πραγματικότητά σου.

Τις νύχτες, λίγο πριν δεχθεί να σε πάρει ο ύπνος, επιστρέφεις στο παράθυρό σου στο Dworzec Gdansky και για λίγο κοιτάς τους φίλους σου: το Γιώργο να γράφει στο μικρό του σημειωματάριο ένα απόγευμα καθισμένος σε ένα παγκάκι σε ένα πάρκο, τη Σταυρούλα να εκστασιάζεται κάθε φορά που στο δρόμο συναντούσαμε το σήμα που έλεγε “koniec” θυμίζοντάς μας πώς τέλειωνε το παιδικό των παιδικών μας χρόνων, ο Μπόλεκ και ο Λόλεκ. Τη Ρούμπη να υπομένει την αδηφάγα περιέργειά μας να δούμε τα πάντα και να μας φροντίζει. Τη Χάρις που ήθελε να ανέβει στην «αράχνη» σε ένα πάρκο και που κατεβήκαμε από το τραμ μόνο και μόνο για να το κάνουμε. Τη Λίνα που αποζητούσε τη Βαρσοβία για μικρούς στο Μουσείο του Κοπέρνικου γελώντας με τον ενθουσιασμό μας να της πούμε τι είδαμε, τι φάγαμε, πού πήγαμε την πρώτη μέρα που δεν ήταν μαζί μας. Τη Μαριαλένα που έμεινε πίσω αλλά σαν να ήταν μαζί μας. Το πρωινό στην Κρακοβία και τις μουσικές του Γιώργου, τη χαρά μας για την κόκκινη σούπα borsch, τους πίνακες στο μουσείο μοντέρνας τέχνης και στο εθνικό μουσείο, το υπόγειο ιρλανδέζικο εστιατόριο που φάγαμε την πρώτη μέρα, τη βόλτα με το τραμ, τις σέλφι που στέλναμε στη Μαριαλένα, περπατώντας 8.5 χιλιόμετρα στην παλιά πόλη, την πόλη από τον ουρανοξύστη του Στάλιν, το τραίνο που διάβαζε επιστρέφοντας από την Κρακοβία, τις μανόλιες στο κάστρο στην Κρακοβία, το Άουσβιτς. Μα πιο πολύ που ένα βράδυ καθίσαμε στο καναπεδάκι στο μπαλκόνι και πιάσαμε κουβέντα για τον έρωτα και το φόβο. Σαν να ήμασταν μόνοι στον κόσμο εμείς για λίγο. Σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο να πούμε.


Έχουν περάσει δύο βδομάδες από το τέλος του ταξιδιού και προφανώς πρέπει να σταματήσω να μιλώ γι’ αυτό. Κοιτάζω τις φωτογραφίες που τράβηξα και πέφτω πάνω σε μία: ένα ποδήλατο ακουμπισμένο σε μια ταμπέλα που γράφει “piesi”. Ένα διάλειμμα ήταν όλο αυτό. Επιστρέφοντας ένιωσες ένοχος που μπόρεσες να το κάνεις, που δεν έμαθες εν τω μεταξύ για τους πνιγμένους πρόσφυγες στη Λαμπεντούζα και για την πορεία της διαπραγμάτευσης της ελληνικής κυβέρνησης. Ένιωσες ένοχος που ξέφυγες από την αβάσταχτη και παντού παρούσα πίεση της καθημερινότητας της δικής σου, των αγαπημένων σου, όλων τριγύρω. Στην “piesi” της φωτογραφίας διάβασες τη δική σου «πίεση», πριν δεις τελικά πως στα πολωνικά “piesi” σημαίνει απλά «πεζοί»….

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Warsaw Session VI: Oświęcim


Αμήχανο πράγμα να γράψεις, να περιγράψεις την επίσκεψή σου στο Auschwitz. Καταρχάς τι έχεις εσύ να πεις, όταν έχεις διαβάσει, όταν έχουν μιλήσει γι’ αυτό άνθρωποι που το έζησαν. Ποιος είσαι εσύ ο τουρίστας που νομιμοποιείσαι να περιγράψεις ένα… «αξιοθέατο». Έχεις καταλάβει όταν το επισκέφθηκες πως εκεί που περπάτησες, ανάσανες, ακούμπησες, είδες, μύρισες, κάποτε, πριν 70 χρόνια, άνθρωποι πέθαναν, κραυγές ρηγμάτωσαν το χρόνο, απελπισία, αγωνία, παραίτηση πότισε το χώμα, τα τούβλα, τις πέτρες, τα δέντρα, τα σίδερα, τις σκάλες.

Το Άουσβιτς δεν είναι τόπος μαρτυρίου, δεν είναι μόνο αυτό. Ο θάνατος, η δολοφονία, η γενοκτονία είναι αποτρόπαιες πράξεις, συστατικές των εθνικισμών, των -ισμών, της εξουσίας, των πολέμων. Ήταν, είναι και δυστυχώς θα είναι. Το ιδιαίτερο με τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης είναι ότι εδώ μιλάμε για ψυχρή, μεθοδική εξόντωση. Το Άουσβιτς ήταν μια εκπληκτική γερμανική βιομηχανία παραγωγής θανάτου. Δούλεψε σαν τέλεια μηχανή εξαφανίζοντας 1,1 εκατ. ανθρώπους. Καθετί από όσα αποτρόπαια ξέρουμε (τα ντους με αέριο, τα χρυσά δόντια, τα μαλλιά, τα κρεματόρια) είχαν μια απόλυτη λειτουργικότητα που παρήγαγε οφέλη ή υπηρετούσε οικονομία χρόνου και δυνάμεων παράγοντας και προϊόντα προς εκμετάλλευση: τόνοι χρυσού για τον πόλεμο, υφάσματα για τις στρατιωτικές στολές από τα μαλλιά και τις τρίχες των εγκλείστων, τόνοι αντικειμένων καθημερινής χρήσης για το γερμανικό λαό, κούκλες και παιχνίδια εβραιόπουλων που θανατώθηκαν με Zyklon B για τα παιδάκια των Αρίων. Πόσοι ηλικιωμένοι Γερμανοί σήμερα έχουν παίξει με κουκλίτσες που έχασε ένα κοριτσάκι στο παγωμένο Άουσβιτς λίγο πριν αναπνεύσει το αέριο για τις κατσαρίδες που του έκαψε τα σωθικά. Τα τατουάζ στα χέρια δεν είναι κανένα φετίχ ή παραξενιά τίποτα σαλταρισμένων SS. Είναι τυπωμένη στο δέρμα γραφειοκρατία της βιομηχανίας θανάτου. Οι Γερμανοί κρατούσαν εκπληκτικό αρχείο εισροών, εκροών των στρατοπέδων. Οι Γερμανοί δολοφόνησαν οργανωμένα. Υπάρχουν, υπήρξαν καρτελίτσες, εγγραφές για τον καθένα εκεί μέσα. Στην αρχή τους φωτογράφιζαν, όπως κάνουμε σήμερα στους κρατούμενους και τους φυλακισμένους. Όμως οι φωτογραφίες κόστιζαν, και σκέφτηκαν να γράφουν τον αριθμό μητρώου του κρατούμενου με μελάνι στο στήθος. Όμως το μελάνι ξέφτιζε και το στήθος δυσκόλευε την ταχεία αναγνώριση. Επόμενη ιδέα και βελτιστοποίηση της διαδικασίας: το τατουάζ. Απλά πράγματα.


Τι είναι το Άουσβιτς σήμερα; Τι ήθελα λοιπόν εγώ εκεί; Ήθελα να προσκυνήσω. Ήθελα να καταθέσω τον πόνο μου, υπερβολική η λέξη…, την οδύνη, στον τόπο αυτό. Ήθελα κάπως να κάνω απτό στο μυαλό μου το έγκλημα, όχι για να αποδειχτεί πως όσα διαβάζω έγιναν, αλλά γιατί όσα έγιναν, δεν έγιναν σε ένα ή δεκάδες βιβλία που διάβασα στο σπίτι, στο τραίνο, στην αυλή μου. Έγιναν σε αυτό τον παγωμένο τόπο, πίσω από αυτούς τους τοίχους, σε αυτό το ανθισμένο χώμα. Όπως έγινε η Ακρόπολη που επισκέπτομαι, έγινε και το Άουσβιτς. Δεν ήμουν μόνος εκεί. Στην ίδια ομάδα ήμασταν 3 Έλληνες, 2 Καναδοί, 2 Πολωνοί, 1 πανύψηλος Δανός, 2 Βέλγοι με την κόρη τους, θα ήταν και κάποιοι Ισπανοί. Δεν ήμασταν μόνοι μας. Τις ώρες που ήμασταν στο Άουσβιτς 1 και το Άουσβιτς 2 (Μπιρκενάου) ήταν μαζί μας χιλιάδες προσκυνητές κάθε φυλής και χρώματος. Ένα απίστευτο μελίσσι ψιθύρων σε κάθε γλώσσα σερνόταν στους διαδρόμους και τα κτίρια. Οι παραφωνίες σε όλα αυτά, ανάξιες λόγου. Νομίζω πως το πρώτο φιλτράρισμα γίνεται γιατί δεν τολμούν όλοι να επισκεφτούν το Άουσβιτς. Δύσκολα επομένως θα δεις έναν μαλάκα να γελάει εκεί μέσα, να μιλάει δυνατά, να βγάζει σέλφι. Βγάζουν όμως φωτογραφίες. Παρακολουθώντας τον κόσμο που μαζί μου και γύρω μου κινούνταν δεν είδα ανθρώπους να φωτογραφίζουν «τοπία», νομίζω πως αποτύπωναν αυτά που βλέπουν, αγωνιώντας κάπως να τα κρατήσουν παραπάνω από το φευγαλέο πέρασμά τους. Εξάλλου και η μουσειακή διαχείριση της μνήμης σε ένα τέτοιο χώρο έχει αμήχανα στοιχεία: τα μαλλιά, οι βαλίτσες, τα μεταλλικά αντικείμενα πρέπει να συντηρηθούν όπως όλα τα εκθέματα σε όλα τα μουσεία του κόσμου. Να μετατραπούν από υπολείμματα ανθρώπων και ζωών, από προϊόντα του εγκλήματος, σε εκθέματα ενός μουσείου.


Όλα τα κτίρια είναι χαμηλά, πιο χαμηλά από όσο περίμενα. Αυτή η παράδοξη εντύπωση δεν ήταν η μόνη που είχα πηγαίνοντας εκεί. Υπήρχε κι ένα περίεργο πράγμα: ένιωσα πως δεν μπορώ να αφήσω κάποιο αντικείμενο ή κάποιο χώρο χωρίς να το δω. Στο Άουσβιτς 1, στο υπόγειο του διοικητηρίου υπάρχουν κελιά. Είναι 4-5 στη σειρά, όλα ίδια. Έχουν «ματάκι» στην πόρτα. Ζυγώνεις, σκύβεις, κοιτάς έναν άδειο χώρο. Και το δεύτερο είναι ίδιο. Έσκυψα και κοίταξα σε όλα - ένιωθα πως δεν είναι δίκαιο κάτι να μην το δω γιατί θα είναι ίδιο, γιατί τίποτα δεν είναι ίδιο, γιατί δεν κοιτάζω το χώρο, αλλά όσα έγιναν εκεί.

Η επίσκεψη στο Άουσβιτς ήταν ένα από τα στοιχεία αυτού του ταξιδιού. Δεν πήγαμε όλοι οι φίλοι εκεί. Και ακόμη δεν μιλήσαμε μεταξύ μας γι’ αυτό. Δεν μοιραστήκαμε τις σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας. Το ταξίδι αυτό ήταν και η χαρά και η περιέργεια. Όπως το Άουσβιτς είναι και το Οσβιέσιμ, το όνομα του χωριού στα Πολωνικά. Δικαιούται το Άουσβιτς να λέγεται και Οσβιέσιμ.


Αν το Άουσβιτς ήταν «αυτό που έπρεπε να είναι», δεν πίστεψα το ίδιο επισκεπτόμενος το Εβραϊκό Μουσείο της Βαρσοβίας. Ήμουν ο μόνος από την παρέα που βγήκα από εκεί ενοχλημένος. Προσδοκούσα ένα μουσείο αληθινό με αντικείμενα που θα αφηγούνται την ιστορία και τον πολιτισμό της μεγάλης εβραϊκής κοινότητας της Πολωνίας και είδα ένα διαδραστικό ψηφιακό παιχνιδάκι για αμερικανάκια. Το Εβραϊκό Μουσείο της Βαρσοβίας είναι μια απάτη που μετατρέπει τη γνώση σε σκηνοθεσία, τη σκέψη σε συναίσθημα, την περιήγηση σε βιωματικό σεμινάριο. Σχεδόν τίποτα δεν είναι αληθινό, πραγματικό, απτό, όλα είναι μια προεπιλεγμένη virtual υποβολή, μια τρισδιάστατη μετα-εγκυκλοπαίδεια. Είσαι στο 1943 και περπατάς. Οι χώροι έχουν μικρύνει, είναι υποφωτισμένοι, ασφυκτιάς. Τα βήματά σου πάνω στο ξαφνικά μεταλλικό δάπεδο ακούγονται σαν το τραίνο που αφήνει το Ghetto για τα στρατόπεδα εξόντωσης. Γίνεσαι βέβηλα μεταφερόμενος στον ιμάντα του θανάτου. Υποβάλλεσαι γιατί κάποιοι ειδικοί φρόντισαν να σε εξαπατήσουν με αυτή την εικονική πραγματικότητα. Δεν μου αρέσει η ηθική και η αισθητική αυτών των χώρων που καταλαβαίνω και βλέπω πως προκύπτουν τα τελευταία χρόνια σε διάφορες χρήσεις (μουσεία, βιβλιοθήκες κ.α.) και προσπαθούν να «εκσυγχρονίσουν» το προϊόν τους, να το περιτυλίξουν με μια μοντέρνα παρουσίαση. Αυτή η τελευταία αναφορά σε αυτό το κείμενο γίνεται γιατί αν και υπηρετούν διαφορετικού περιεχομένου και σημασίας αφηγήματα, οι δύο χώροι της Πολωνίας, το Άουσβιτς και το Εβραϊκό Μουσείο, με τον τρόπο που διανέμουν το μήνυμά τους νιώθω πως υπερασπίζονται διαφορετικές αρχές.


Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Warsaw Session V: τα παράθυρα


Γράφω:
Τα παράθυρα είναι καθρέφτες. Ποτέ δεν βλέπεις αλήθεια τον κόσμο
Σβήνω και ξαναγράφω:
Οι καθρέφτες είναι παράθυρα. Ποτέ δεν βλέπεις αλήθεια το ίδιο πρόσωπο.

Δεν οδηγεί πουθενά αυτή η αμφιβολία. Ίσως γιατί ποτέ δεν είσαι σίγουρος πως είσαι εσύ που βλέπεις.