Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Μεγάλη πέμπτη δύο χιλιάδες είκοσι ένα

Λέει κάπου (στην "Μικρά Σύρτιν") ο Λορεντζάτος "Γιατί χωρίς θεούς πολιτισμοί δεν υπάρχουν". 

Γι' αυτό τον ανασταίνουμε εμείς κάθε χρόνο: για να μην φανεί που τον σταυρώνουμε αδιάκοπα. Με μια ανάσταση τη φορά αίρονται οι αμαρτίες μας,  παραδινόμαστε καθαροί στην επόμενη σταύρωση. Πόσο πιο αληθινά θα ήταν τα πράγματα,  πιο αποκαλυπτικά,  αν μια φορά δεν πείθονταν κανείς πως και πάλι αναστήθηκε,  πως ποτέ δεν αναστήθηκε; Πως μια φορά υπήρξε ένας θεός που πάει,  τον σκοτώσαμε. Και μείναμε ορφανοί από θεό. Κι από συγχώρεση. Και σωτηρία. 

***

Το χαρακτικό είναι του Χριστόφορου Κατσαδιώτη]

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη



Όσο κι αν επιδιώκει ένας συγγραφέας να τυλίξει την κεντρική ιδέα ενός μυθιστορήματος με την ιστορία που αφηγείται - επιχειρώντας βέβαια να το ντύσει, θα υπάρχει πάντα κάπου αφημένη η ιδέα, μόνη, σχεδόν αναπάντεχη, με τη μορφή μιας φράσης, να μαρτυρά την αιτία. Όπως λέει κι ο Τζ. Κ. Τσέστερτον "οι ενδυμασίες δεν κρύβουν, φανερώνουν".

Το σημείωμα αυτό γράφεται για να συγκρατήσω κάπως την αίσθηση του μυθιστορήματος του Τσέστερτον που ολοκλήρωσα χθες, "τον άνθρωπο που τον έλεγαν Πέμπτη" (Αστάρτη, 1989. Μετάφραση Κατερίνα Ροντογιάννη). Ο G. K. Chesterton (1874-1936) γεννήθηκε στο Λονδίνο και πέθανε στο Beaconsfield του Μπάκινχαμσαϊρ. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του γραπτού λόγου, πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, πολιτικό και θεολογικό δοκίμιο, λογοτεχνική κριτική. Τον φαντάζομαι στον Κάτω Κόσμο να κάνει παρέα με τον Μπόρχες, τον Κασάρες, τον Καλβίνο και τον Μπουτζάτι.

Ο Πέμπτη ανήκει σε μια μυστική οργάνωση αναρχικών, και μάλιστα στο κεντρικό συμβούλιό της. Κάθε μέλος του συμβουλίου έχει το όνομα μιας μέρας της εβδομάδας. Αυτά τα μαθαίνουμε ήδη στην αρχή. Τι άλλο μπορεί να προκύψει μέχρι το τέλος; Ο Τσέστερτον με εντυπωσιακή μαεστρία τυλίγει σε κάθε κεφάλαιο το κουβάρι και ταυτόχρονα το ξετυλίγει αποκαλύπτοντας ένα στοιχείο που ενεργοποιεί το επόμενο κεφάλαιο σχεδόν από μηδενική βάση. Κι ενώ όλα κυλούν με την προβλεπόμενη ανωμαλία, το τέλος έρχεται νωχελικά ομαλό - αυτό από μόνο του είναι ανώμαλο μες στην ανωμαλία (τις διαρκείς ανατροπές) της αφήγησης. Κι εδώ, νομίζω, είναι η κεντρική ιδέα του "ανθρώπου που τον έλεγαν Πέμπτη": "Είχαν όλοι συνηθίσει να βλέπουν τα πράγματα να εξελίσσονται ανώμαλα - και η ξαφνικά ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων τους έπνιγε". Τι ταιριαστή παραβολή για όσα ζούμε ένα χρόνο τώρα; "Το κακό" λέει ο Τσέστερτον στις φιλοσοφικά αποκαλυπτικές τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματός του, "είναι τόσο κακό που δεν μπορούμε παρά να σκεφτόμαστε το καλό σαν ατύχημα. Το καλό είναι τόσο καλό που είμαστε σίγουροι πως το κακό εξηγείται"....

Το μυθιστόρημα είναι και δεν είναι μια αστυνομική ιστορία, είναι και δεν είναι μια φιλοσοφική πραγματεία, αυτές οι αμφιγνωμίες το μετατρέπουν σχεδόν σε ποίηση. Είναι εθιστικό, σε ερεθίζει, σε προσαρμόζει στη διαρκή ανατροπή μέχρι να σε παραδώσει ανυπεράσπιστο στην ομαλότητα, την αποκάλυψη, το φιλοσοφικό, ποιητικό απόσταγμα.

"Εμείς οι επαναστατημένοι αραδιάζουμε ένα σωρό ανοησίες γι' αυτό ή εκείνο το έγκλημα της κυβέρνησης. Βλακεία: το μοναδικό έγκλημα της κυβέρνησης είναι ότι κυβερνά... Δεν καταριέμαι τη σκληρότητά σας. Δεν καταριέμαι μήτε και... την καλοσύνη σας. Καταριέμαι την ειρήνη και την ασφάλειά σας".



Τρίτη 13 Απριλίου 2021

δεκατρείς απριλίου δύο χιλιάδες δεκαεννιά



Μια μαύρη γάτα περπατάει αμέριμνη στο άδειο προαύλιο του σχολείου Σάββατο μεσημέρι. Καθώς είμαστε μονάχοι οι δυο μας, "έλα! " της λέω, "να κουρνιάσεις στο στόμα μου". Έρχεται και ξαπλώνει εντός του. Κλείνω το στόμα και την καταπίνω. Τώρα γουργουρίζω ευχαριστημένος.

***
η βινιέτα είναι από την έκδοση "Les Quatre Poétiques d'Aristote, d'Horace, de Vida, de Despréaux" (1771)

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Ένα δίκτυο, μα ποιο δίκτυο;


[Αναδημοσίευση του άρθρου μου στην "Εποχή", 28/2/2021]

Πριν λίγες μέρες δημοσιεύτηκε στον τύπο ένα κείμενο με τίτλο «Δίκτυο Βιβλιοθηκών – Κέντρων Πολιτισμού». Πρόκειται για ένα πολιτικό κείμενο που υπογράφουν 65 άνθρωποι των βιβλιοθηκών και των γραμμάτων, το οποίο προτείνει την αναγκαία δομική και θεσμοποιημένη συνεργασία των οργανισμών πολιτισμού με επίκεντρο τις βιβλιοθήκες και τη χρηματοδότησή του από πόρους του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Ένα πολιτικό κείμενο περιγράφει με πολιτικούς όρους τα δεδομένα της στιγμής, τους οραματικούς στόχους και τα μέσα για την επίτευξή τους και εκφράζει σαφείς κι ενιαίες ιδεολογικές απόψεις, είτε ατομικές, είτε συλλογικές - στη δεύτερη περίπτωση αποτελεί προϊόν συλλογικής επεξεργασίας. Το κείμενο δεν το έχουν συντάξει τα επιστημονικά όργανα της κοινότητας των βιβλιοθηκονόμων, τα συνδικαλιστικά όργανα των συγγραφέων ή των εκδοτών, το τμήμα πολιτισμού κάποιου κόμματος, ούτε καν το υπογράφουν αυτούσια οι συλλογικότητες αυτές, αλλά 65 άνθρωποι των βιβλιοθηκών και των γραμμάτων.

Τα δίκτυα και οι συνεργασίες δεν είναι μόνο μια αυτονόητη συνθήκη στις σύγχρονες πλαισιώσεις της παραγωγής, συγκέντρωσης, οργάνωσης και παροχής του πολιτιστικού προϊόντος, η οποία αποσκοπεί στη παροχή σε κάθε δέκτη ποιοτικότερων πολιτιστικών υπηρεσιών, αξιοποιώντας τα σύγχρονα εργαλεία της τεχνολογίας και της επικοινωνίας. Είναι επίσης μια πράξη άμυνας των οργανισμών του πολιτισμού να αντιμετωπίσουν διά της μεταξύ τους συνεργασίας την καχεκτική, ολοένα καχεκτικότερη, χρηματοδότησή τους από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Η δε συνεργασία συχνά γίνεται και με τον ιδιωτικό τομέα, χορηγικό ή επενδυτικό. Γκαλερί, Βιβλιοθήκες, Αρχεία και Μουσεία (G.L.A.M) γίνονται ευέλικτοι και έτσι ευάλωτοι οργανισμοί στην οικονομική εκμετάλλευση του πολιτιστικού αγαθού που διαφυλάσσουν και προσφέρουν. Η ομογενοποίηση αυτή διευκολύνει την παραγωγή ενιαίων πολιτικών στη διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών και υπηρεσιών. Ανάλογα με τα κίνητρα, μια τέτοια διευκόλυνση μπορεί να είναι ωφέλιμη ή ολέθρια.

Η πρόταση των 65 έχει ορισμένα κενά και αδυναμίες. Δεν αποτυπώνει τις συνθήκες του παρόντος και δεν καταγράφει τους λόγους που οι συνεργασίες των βιβλιοθηκών δεν άφησαν καθοριστικό αποτύπωμα όλα αυτά τα χρόνια. Χρειάζεται λοιπόν να προσπαθήσουμε να θέσουμε στο διάλογο που γίνεται σημεία που φαίνονται να είναι καθοριστικά. Οι δημοτικές, δημόσιες, νοσοκομειακές, σχολικές, ερευνητικές, παιδικές, ακαδημαϊκές, ειδικές κ.α. βιβλιοθήκες της χώρας δεν επιδιώκουν μόνο χρηματοδότηση και στελέχωση, αλλά έχουν ανάγκη τη συνολική θεσμική και πολιτική φροντίδα του κράτους. Οι βιβλιοθήκες δεν είναι ούτε «ουδέτεροι», ούτε «φιλικοί» χώροι όπως λέει το κείμενο, κι αυτή η αντίρρηση δεν υπερασπίζεται κάποια «μονομέρεια» ή της «επιθετικότητα», αλλά στη θέση των δύο επιθέτων προτιμά τους χαρακτηρισμούς «αταξικοί» και «ελεύθεροι» χώροι. Οι βιβλιοθήκες είναι ναοί της διαλεκτικής, περιέχουν τον διατυπωμένο λόγο και αντίλογο, αλλά και το μη διατυπωμένο ακόμη σπόρο της επόμενης θέσης και αντίθεσης στην ερμηνεία και την κατανόηση του κόσμου μέσα από την επιστήμη και την τέχνη. Είναι χώροι δομικά και βαθιά δημοκρατικοί καταρχάς γιατί χωρίς προκαταλήψεις αφήνουν κάθε λουλούδι να ανθίσει στο περιβόλι τους, αλλά και κάθε μέλισσα να έρθει να το τρυγήσει.

Σωστά (αν και σχεδόν διεκπεραιωτικά) το κείμενο εντοπίζει τόσο το πρόβλημα της υποστελέχωσης, όσο και της υποχρηματοδότησης. Τείνουμε να θεωρήσουμε την υπο/μη χρηματοδότηση και την υπο/μη στελέχωση των βιβλιοθηκών ως προϊόντα της πολιτικής/κυβερνητικής αδιαφορίας, και είναι, αλλά εκ του αποτελέσματος θα πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: η υποχρηματοδότηση και η μη στελέχωσή των βιβλιοθηκών με επαρκές ειδικευμένο προσωπικό αποτελεί κρατική προληπτική λογοκρισία. Αυτό για το οποίο χρειάζεται να παλέψουμε είναι πρώτιστα η επίλυση των δομικών προβλημάτων που ταλαιπωρούν τους χώρους αυτούς. Οι βιβλιοθήκες πρέπει να έχουν χώρους, περιεχόμενο και ανθρώπους. Από μόνη της αυτή η στόχευση είναι πλέον σχεδόν επαναστατική! Έπειτα πρέπει να συνδεθούν με τους χώρους που παράγουν και υπηρετούν την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και την οικονομία. Και ύστερα να δούμε πόσους πολλαπλασιαστές μπορούμε να συστρατεύσουμε στο σκοπό αυτό. Ένας από αυτούς είναι η δικτύωση.

Η δικτύωση που προτείνει το κείμενο υπήρχε κάπως χοντροκομμένη και στο πρόγραμμα πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ το 2014, αλλά αποτελεί και ζητούμενο χρόνια τώρα του χώρου των βιβλιοθηκονόμων, εκφρασμένο θεσμικά από τα επιστημονικά όργανα ή τις διασκέψεις για την πολιτική βιβλίου που έγιναν στο παρελθόν. Η δικτύωση δεν έρχεται να αντικαταστήσει την κρατική ολιγωρία. Δεν θέλουμε όλες τις ελληνικές βιβλιοθήκες σε ένα δίκτυο για να κάνουμε οικονομία σε όσα θα δαπανήσουμε, ούτε για να κρύψουμε κάτω από το χαλί τις τρομακτικές ελλείψεις εργαζομένων και περιεχομένου σε αυτές.

Θέλουμε το δίκτυο βιβλιοθηκών όχι σαν επιταχυντή, αλλά σαν αναγκαίο ενισχυτή της φωνής και του ρόλου τους. Θέλουμε δίκτυο εσωτερικό και εξωτερικό: ο βιβλιοθήκες μεταξύ τους και οι βιβλιοθήκες σε σχέση με τους παραγωγούς και παρόχους υπηρεσιών και προϊόντων πολιτισμού, τέχνης και γνώσης. Η εσωτερική δικτύωση μοιάζει εύκολη, αλλά δεν είναι, γι’ αυτό και όποιες προσπάθειες έχουν γίνει μέχρι τώρα, απέβησαν εν μέρει άκαρπες ή έστω όχι αρκούντως γόνιμες ή τελοσπάντων με μερική στόχευση… Ανισότητες μεταξύ των βιβλιοθηκών, έλλειψη προσωπικού, προβλήματα επιβίωσης, νομικές αγκυλώσεις, έλλειψη βούλησης των διοικήσεών, η προϊούσα μιζέρια από τη φυτοζωία, καισαρισμοί, αποσπασματικότητα και απουσία κεντρικού σχεδιασμού είναι κάποιοι από τους επιβραδυντές ή ανασχετικούς παράγοντες όποιων προσπαθειών έγιναν στο παρελθόν. Αν δεν αναγνωρίσουμε τους λόγους της μέχρι τώρα αποτυχίας, δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε ή να προτείνουμε κάτι καινούργιο.

Η εξωτερική δικτύωση έχει κι αυτή τα ζητήματά της: πρέπει να διερευνήσουμε το είδος των φορέων, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους, τη θέλησή τους, τους όρους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνεργασίας. Να εξασφαλίσουμε ότι υπάρχει κεντρική πολιτική βούληση για συνεργασία. Θέλει, ας πούμε, το Υπουργείο Παιδείας παρουσία και δράση των βιβλιοθηκών στα σχολεία; Πώς στηρίζει μια τέτοια συνεργασία, πώς την εντάσσει στην εκπαιδευτική πράξη;

Ο ρόλος της βιβλιοθήκης στην εκπαίδευση δεν είναι «υποστηρικτικός» της εκπαιδευτικής πράξης, ο βιβλιοθηκονόμος δεν συμπληρώνει τον εκπαιδευτικό. Η βιβλιοθήκη ανατρέπει το μοντέλο της εκπαίδευσης που εφαρμόζουμε: η βιβλιοθήκη πολεμά τη μονοκρατορία του σοφού διδάσκοντα που κατέχει την απόλυτη γνώση. Γιατί η βιβλιοθήκη δεν έχει όρια, ο άνθρωπος έχει. Αν θέλουμε συνεργασία βιβλιοθηκών και εκπαιδευτικού συστήματος θα πρέπει να έχουμε στο νου μας πως αναπόφευκτα θα πρέπει να αλλάξουμε το μοντέλο της εκπαίδευσης που εφαρμόζουμε, βάζοντας στο κέντρο τη βιβλιοθήκη και τον εκπαιδευτικό ως συμπληρωματικό της. Επομένως και η εξωτερική δικτύωση έχει να αντιμετωπίσει πολλαπλές ταχύτητες, αλλοπρόσαλλες και αντικρουόμενες προσδοκίες, αντιλήψεις, στοχεύσεις, (α)προθυμίες, δυνατότητες, αγκυλώσεις.

Τι κάνουμε λοιπόν με το κείμενο των 65; Αδιαφορούμε, επιμένοντας στις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις μας; Αφήνουμε τη συνεργασία των βιβλιοθηκών και των οργανισμών του πολιτισμού στην τύχη της κρατικής αδιαφορίας, τους αυτοσχεδιασμούς και τις (αρπακτικές) διαθέσεις του ιδιωτικού κεφαλαίου; Η παρούσα αφορμή που μας θέτει η «Πρωτοβουλία» αφορά καταρχάς την ένταξη της αναγκαίας δικτύωσης στο «Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» και τη «Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού», αναμφίβολα κρίσιμη και επιβεβλημένη και χωρίς όλη την υπόλοιπη κουβέντα. Η Πρωτοβουλία μας κινητοποιεί σε κριτική συστράτευση χωρίς αποκλεισμούς, φατριασμούς και στενόμυαλες προσεγγίσεις. Πρέπει να συναντήσουμε Γκαλερί, Αρχεία και Μουσεία στον προβληματισμό μας, να συνεργαστούμε με εκδότες, συγγραφείς, πανεπιστήμια, εκπαιδευτικούς συγκροτώντας ένα μίνιμουμ κοινών στόχων. Ένα δίκτυο, όποιο δίκτυο, δεν είναι απλά ένα πλέγμα σχέσεων, υπηρεσιών και αλληλεπιδράσεων. Είναι πρώτα και κύρια οι σταθμοί του. Πρέπει να μιλήσουμε με τους σταθμούς!

Ο σχεδιασμός ενός δικτύου βιβλιοθηκών – κέντρων πολιτισμού, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι οφείλει:

- Να υπηρετεί την απρόσκοπτη, ελεύθερη και ισότιμη πρόσβαση για κάθε κάτοικο, πολίτη, διαμένοντα στη χώρα μας σε όλο το διαθέσιμο υλικό και τις υπηρεσίες των βιβλιοθηκών και των κέντρων πολιτισμού.

- Να πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες, το υλικό και τις υπηρεσίες που παρέχονται σήμερα από αυτούς τους χώρους μέσω της γενναίας αύξησης της χρηματοδότησης και της γενναίας στελέχωσής τους με νέο, ειδικευμένο προσωπικό.

- Να δεσμευτεί για την θαρραλέα θεσμική θωράκιση του εγχειρήματος, την αντιμετώπιση των θεσμικών αγκυλώσεων που υπάρχουν.

- Να ενιαιοποιήσει τη διοικητική πανσπερμία όλων των βιβλιοθηκών κάτω από το ίδιο, ένα, υπουργείο.

- Να ορίσει τον επικεφαλής του δικτύου, που δεν μπορεί να είναι άλλος από την ενισχυμένη πολλαπλά Εθνική Βιβλιοθήκη, αποσαφηνίζοντας με ποιες συλλογικές διαδικασίες το εγχείρημα θα στελεχώνεται τόσο στο σχεδιασμό, όσο και στην υλοποίησή του στα διάφορα στάδιά του από τα μέλη του δικτύου.

- Να αποσαφηνίσει τα όρια, τους όρους, τους πόρους, τους τρόπους συνεργασίας με τους «εξωτερικούς φορείς»

- Να υπηρετήσει συνθετικά μια ευρύτερη κρατική πολιτική βιβλίου και ανάγνωσης, που επίσης θα έχει κεντρικά σχεδιαστεί σε συνεργασία με την εκπαίδευση, τη δημόσια διοίκηση, τα ΜΜΕ, τους εκδότες, τους συγγραφείς, τους φορείς πνευματικών δικαιωμάτων, τους διάφορους επαγγελματίες του βιβλίου, τα βιβλιοπωλεία κ.ά.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

δεκαέξι φεβρουαρίου δύο χιλιάδες εικοσιένα


Τυλίχτηκε με τη σιωπή όπως έκανε όταν ήταν παιδί, το σώμα του άρχισε να λιώνει, να παραδίδεται ράθυμα στου ύπνου τα προϋπαντήματα ή του θανάτου, μόνο τα μάτια του επέμεναν να κοιτούν απ' τα ανοιχτό παράθυρο το χιόνι να πέφτει ασταμάτητα, σαν ακούραστες μπαλαρίνες να πέφτει σε μπαλέτο σιωπηλό, απόκοσμα άηχο, το χιόνι να σβήνει κάθε του κόσμου χνάρι, κάθε χρώμα να σβήνει και να κυριαρχεί σίγουρο για τον εαυτό του, χωρίς αγωνία επίμονο, χωρίς βιασύνη. Κι ύστερα μέσα του να πέφτει βρίσκοντας ανοιχτά τα μάτια του ορθάνοιχτα, όλο και πιο μέσα του να μπαίνει το χιόνι σβήνοντας σαν μια τεράστια γομολάστιχα κάθε του χνάρι, κάθε σκιά από αυτές που αφήνουν τα λάθη, τα πάθη και οι απουσίες της ζωής μας.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

είκοσι επτά νοεμβρίου δύο χιλιάδες δεκαεννιά


Της έλεγα το πρωί πως θα ήθελα πολύ να φύγω, να μπορούσαμε να πάμε ένα ταξίδι κάπου στο εξωτερικό, να ανασάνουμε. Η μέρα τελειώνει, επιστρέφω στο σπίτι, το τρόλεϋ είναι γεμάτο κουρασμένους ανθρώπους, Ρώσους, Πολωνούς, Αλβανούς, Ρουμάνους, Αφρικανούς, Κινέζους, Φιλιππινέζους, Πακιστανούς, μια μικρή βαβέλ που φλυαρεί σε μια τροχοφόρα κιβωτό που κάθε λίγο αδειάζει λίγο από το περιεχόμενό της στην Πατησίων. Δεν έχω παράπονο, ένα ταξίδι στον κόσμο είναι κι αυτό: Ευαγγελισμός-Άνω Πατήσια.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Το παραμύθι του επιβάτη


Μια φορά ένας άνθρωπος μπήκε στο τραίνο να φύγει, να πάει μακριά, μα από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο βαγόνι όλα γύρω του άρχισαν να τρέχουν: σπίτια, δέντρα, άνθρωποι, δρόμοι... ως και βουνά και θάλασσες άλλαξαν θέση και χάθηκαν. Λίγες ώρες μετά τίποτα δεν ήταν ίδιο γύρω του, αλλά κι αυτά τα καινούρια που υπήρχαν έξω από το παράθυρό του, σπίτια, δέντρα, άνθρωποι, δρόμοι... ως και βουνά και θάλασσες, συνέχιζαν να τρέχουν χωρίς να προλαβαίνει να τα ρωτήσει πού πάνε, τι τα διώχνει από τον τόπο τους.

Τότε ο άνθρωπος αποφάσισε να τελειώσει το ταξίδι του - κι όλα άρχισαν να επιστρέφουν εκεί που ήταν και πριν, ως και ο τόπος του έμοιαζε να είναι ο ίδιος. Σχεδόν όλα ήταν στη θέση τους.

***
o πίνακας είναι του Andrzej Wróblewski

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Το παραμύθι των περιπατητών


Από μικρός τους άκουγε να περπατούν κάτω από τα πόδια του, να πηγαίνουν και να έρχονται, άλλοτε βιαστικοί κι άλλοτε ράθυμοι, όπως οι άνθρωποι που πορεύονται στον πάνω κόσμο. Γιατί γι' αυτόν όλη αυτή η κίνηση ήταν τρανή απόδειξη πως κάτω από το χώμα που πατούσε ζούσαν οι άλλοι. Κάποτε σκέφτηκε πως είναι ο κόσμος των σκιών, πως οι σκιές βαδίζουν κάτω από τα πόδια του. Κι όταν βρουν τον τρόπο ή όταν κάποιος έκτακτος λόγος το επιβάλει, ανεβαίνουν στους τοίχους και ξαπλώνουν στους δρόμους του πάνω κόσμου. Όσο μεγάλωνε, συνήθιζε αυτό το συνωστισμό και δεν του έκανε εντύπωση, ούτε του προκαλούσε αγωνία. Ίσα-ίσα, μερικές φορές το διασκέδαζε όλο ετούτο το σούρτα-φέρτα κι ακολουθούσε υπάκουα τις διαδρομές των κάτω. Μέχρι που τον οδηγούσαν σε νοσοκομεία ή σπίτια που πενθούν ή σε νεκροταφεία, όπου οι άνθρωποι συνηθίζουν να φυτεύουν τους νεκρούς τους (χωρίς ελπίδα καμιά να ανθίσουν κάποια Άνοιξη).

Μια φορά κι έναν καιρό ένοιωσε πως κάποιος τον ακολουθεί από τον κάτω κόσμο, πως τα βήματά του αντηχούν κάτω από τα πόδια του σε κάθε διαδρομή. Το ίδιο βράδυ έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε βαθιά κι είδε στο όνειρό του πως άνοιγε τα χέρια του και πετούσε ψηλά σε κίτρινους και γαλάζιους ουρανούς. Και δεν ξύπνησε ποτέ κι έμεινε να πετά με τα χέρια ανοιχτά για χρόνους πολλούς, τόσους που ούτε το παραμύθι ετούτο δεν τους ξέρει. Πετούν ψηλά όσοι αρνήθηκαν να περπατούν στον πάνω ή στον κάτω κόσμο, να σκαρφαλώνουν τους τοίχους ή να ξαπλώνουν στην άσφαλτο των επαρχιακών δρόμων. Πετούν ψηλά όσοι αρνήθηκαν να περπατούν.

***
ο πίνακας είναι του Paul Delvaux

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Φλλσστ, Φλλσστ, Φλλλσσστ (Άρης Μαραγκόπουλος)



[Μια κουβέντα για το βιβλίο του Άρη Μαραγκόπουλου "Φλλσστ, Φλλσστ, Φλλλσσστ" (Τόπος, 2020), στο καφέ του Νομισματικού Μουσείου την Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020]

(Είχα την αίσθηση διαβάζοντάς το πώς δεν ήταν η φωνή μου που σχημάτιζε εντός μου τις λέξεις, τις φράσεις που συγκροτούν την ιστορία. Διάβαζα, αλλά ήταν σαν να άκουγα τον Άρη να μου διαβάζει)

Τελικά «θα φύγουμε με τον καημό ότι δεν κάναμε το καθήκον μας, αχρηστεμένοι κι αδικαίωτοι»; 

Φτάνει μια συμμορία των πέντε (κι όχι των εφτά) και μια νέα συμφωνία, όχι της Βάρκιζας αυτή τη φορά, αλλά του Θριασίου, να αλλάξει τον κόσμο;

Αλλάζει ο κόσμος; Αλλάζουν οι άνθρωποι; Οι γέροι λυγίζουν;

Υπάρχουν τρικυμίες στη νηνεμία; Πάντα το τρίτο κύμα, και στην πιο ακύμαντη θάλασσα, είναι πιο δυνατό, πιο παρατεταμένο από τα δυο προηγούμενα. Η τρίτη ηλικία είναι ένα τρίτο κύμα κι αν «δεν αρέσει στους γέρους να αλλάζουν τα πράγματα» έρχεται ίσως κάποια στιγμή που μπορούν να μαλακώσουν, να κλονιστούν συθέμελα και να κλονίσουν.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η θάλασσα. Δίπλα στη θάλασσα ήταν 5 γέροι. Δίπλα στους γέρους μια κοινωνία που είχε χάσει το μπούσουλα και βολόδερνε σε τρικυμισμένες εποχές. Σε αυτή την εποχή την τρικυμισμένη οι γέροι αυτοί, θαυμάσιοι και θαυμαστοί ούτως ή άλλως που χαίρονται τη ζωή απαλλαγμένοι εν πολλοίς από τα βάρη της, μετατρέπονται σε συνωμότες, απονέμουν δικαιοσύνη με το δικό τους τρόπο. Εφόσον το τέλος είναι τέλος (ακόμη και στα παραμύθια) είναι καλό ή κακό ανάλογα με το τι έρχεται να δικαιώσει.

Το «φλλσστ, φλλσστ, φλλλσστ» του Άρη Μαραγκόπουλου είναι ένα πολιτικό βιβλίο, έξω από τους κανόνες, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα έξω από τις νόρμες, μια ερωτική ιστορία έξω από τα κλισέ. Είναι μια αγγελία ελπίδας στο παρά πέντε μιας χώρας που βουλιάζει, μιας ζωής ξοδεμένης, μιας κοινωνίας σαρκοβόρας και κανιβαλικής. Είναι η ακτινογραφία των μαλακών μορίων του ανθρώπινου ψυχισμού. Είναι ένα παραμύθι με λυτρωτικό τέλος. Μια βροχή λέξεων, εικόνων, ήχων, στοχασμών και αναστοχασμών που ποτίζει τα μέσα μας. Μια πραγματική βροχή, ζωογόνα, ελπιδοφόρα.

Ο Μαραγκόπουλος ψηλαφεί τις πληγές του και τις δικές μας πληγές, δεν τις ξύνει, συγχωρεί, κατανοεί, εν τέλει αγαπάει. Αλλά δεν υποχωρεί. Ούτε λεπτό δεν υποχωρεί. Έστω και την τελευταία στιγμή μπορούμε να διορθώσουμε την αδικία, μπορούμε να αποδώσουμε τη δέουσα δικαιοσύνη. Να αποκαταστήσουμε. Ένας συγγραφέας εν τέλει μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, έστω με τη φαντασία του.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης: σφραγίδες και επισήματα του 19ου και του 20ου αιώνα


Ήταν ελληνικά και δυτικά βιβλιοπωλεία στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Πωλούσαν ελληνικά, γερμανικά και γαλλικά βιβλία. Τα περισσότερα ήταν μεικτές επιχειρήσεις, βιβλιοπωλεία και τυπογραφεία/εκδοτικοί οίκοι, όπως του Σεϊτανίδη, των Νοταραίων ή του Αγγελίδη. Όλα όμως σφράγιζαν τα βιβλία που πωλούσαν με τη δική τους επωνυμία ή κωλλούσαν κάποιο δικό τους επίσημα. Τόσο για να διαφημίσουν την παρουσία τους, όσο και για να αποτρέψουν παράνομες μεταπωλήσεις. Οι σφραγίδες μένουν μες στις δεκαετίες πάνω στα βιβλία, μπορείς να τις δεις στις βιβλιοθήκες όταν τα χέρια σου πιάσουν κάποιο βιβλίο της περιόδου αυτής. Τις επόμενες δεκαετίες η συνήθεια της σφράγισης ατόνησε, οι "αποδείξεις" ύπαρξης των βιβλιοπωλείων έπαψαν να ταυτίζονται με τα ίδια τα βιβλία. Τα χνάρια όμως στα παλιά βιβλία μας αφήνουν μια εικόνα του αριθμού και της δυναμικής των βιβλιοπωλείων στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα κι αλλού, που θα μπορούσε να διερευνηθεί περισσότερο, μεθοδικότερα, προς συμπλήρωση της ιστορίας του ελληνικού βιβλίου...

Δεν είναι η πρώτη φορά που μας απασχόλησαν οι σφραγίδες των βιβλιοπωλείων. Παλαιότερη καταγραφή του "Βιβλιοθηκάριου": εδώ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Ν. ΣΕΪΤΑΝΙΔΟΥ ΟΔΟΣ ΜΠΑΛΜΟΥΜΤΖΙΔΙΚΑ Νο 291
ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΖΟΥΝΤΑΝ ΚΑΠΟΥ

Γ. Ι. Σε
 Γ. Ι. ΣΕΪΤΑΝΙΔΗΣ, ΕΚΔΟΤΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ, ΓΑΛΑΤΑ
ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
                                                                   

Μ. ΜΠΑΧΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΑΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ-ΕΚΔΟΤΑΙ
ΟΔΟΣ ΓΙΟΡΓΑΝΤΖΙΛΑΡ ΑΡ. 19 ΓΑΛΑΤΑ-ΚΩΝ/ΠΟΛΙΣ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Λ. ΠΑΝΩΡΙΟΥ ΚΑΙ Γ. ΑΛΙΜΠΕΡΤΟΥ
ΕΝ ΚΩΝΣΤ/ΠΟΛΕΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ
Ν. ΔΕΠΑΓΕ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΕΝ ΓΑΛΑΤΖΙΩΙ
ΑΔ. ΓΡΟΥΜΠΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ
Ο ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ Δ. ΦΙΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΑΣ

CHRISTODOULOS CONSTANTINOU CONSTANTINOPLE
LIBRAIRE Teke Place du Tunnel No 525
PERA

CHRISTODOULOS CONSTANTINOU CONSTANTINOPLE
LIBRAIRE TEKE PLACE dU TUNNELl No 525
PERA

ΑΔΕΛΦΟΙ  Σ. ΝΟΤΑΡΗ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΑΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Π. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ & ΣΑΣ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ


                    ΑΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΑΙ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ                  DEPASTA FRERES LIBRAIRES EDITEURS A CONSTANTINOPLE


(ΑΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ) Librairie Depasta Freres Galata,
pres du Han de la Commission du cote du Tramway Constantinople

Fournisseur de S.M.I. Le Soultan Otto Keil
Librairies Internationale Constantinople
Otto Keil
Librairie Internationale Constantinople

S. H. Weiss Constantinople
Libraire

Librairies internationale LORENTZ& KEIL
457, Grand' rue de Pera, 457 Vis a vis le Passage Oriental CONSTANTINOPLE

Librairie internationale OTTO KEIL
457, Grand' rue de Pera, 457 Vis a vis le Passage Oriental CONSTANTINOPLE

LIBRAIRIES DES ECOLES CONSTANTINOPLE
PERA (TEKE) Place du Tunnel, No 525



ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΦΙΛΙΚΟΥ ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤ/ΛΕΩΣ ΟΔΟΣ ΓΙΟΡΓΑΝΤΖΙΛΕΡ 26


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Α. Κ. ΓΕΡΑΡΔΟΥ ΚΑΙ ΣΑΣ
ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


J. PAPADIS, LIBRAIRE, CONSTANTINOPLE


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Σ. ΛΕΜΟΝΙΔΟΥ, ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤ/ΠΟΛΕΩΣ
ΓΙΟΡΤΑΝΤΖΙΛΑΡ 26


LIBRAIRIE ANTOINE PH. CHALAS
490 Galata Yuksek-Kaldirim 490
CONSTANTINOPLE

ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΕΙΟΝ & ΚΑΤΑΣΤΙΧΟΠΟΙΕΙΟΝ ΤΟΥ ΧΑΡΤΟΠΩΛΕΙΟΥ Ν. ΤΣΑΟΥΣΗ


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Το παραμύθι του ποταμού


Στον ύπνο ενός ανθρώπου υπήρχε πριν πολλά χρόνια μια μικρή πολιτεία κρυμμένη μέσα στα βουνά. Κάποτε όμως εμφανίστηκε εκεί τελείως ξαφνικά ένα ποτάμι. Άρχισε να κυλά αθόρυβα, τόσο ήσυχα που κανείς δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του. Σαν φίδι ξαπλωμένο το απομεσήμερο κι ακίνητο σε λιβάδι ξανθό του Αυγούστου παραμονεύοντας τη φωνή των ανθρώπων που προδίδει τις σκέψεις τους. Οι άνθρωποι που το πλησίαζαν άθελά τους, έχαναν μονομιάς τη μιλιά τους. Το ποτάμι έπαιρνε τα λόγια τους και τα πήγαινε μακριά σε κάποια ανταριασμένη θάλασσα στην άκρη του κόσμου. Άνοιγαν το στόμα τους πλέον οι άνθρωποι και ο ήχος δεν υπήρχε πια. Μην μπορώντας με κανέναν τρόπο να προφυλάξουν τους υπόλοιπους υπηκόους απ' το παράξενο κακό, σιγά-σιγά ολόκληρη η πολιτεία έχασε τη μιλιά της. Στο τέλος η αγορά, οι ναοί και τα σπίτια ήταν αθόρυβα, τόσο ήσυχα που κανείς δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της πολιτείας ξανά στον κόσμο. Κι ακόμη κανείς δεν ξέρει γι' αυτήν, εξόν από έναν γέροντα ψαρά στην άκρη του κόσμου. Που ακούει χρόνια τώρα τα μυστικά των ανθρώπων της κρυμμένης πολιτείας στον ύπνο ενός ανθρώπου ψαρεύοντας.

***
ο πίνακας είναι του Louis Gugliemi

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Το παραμύθι του τελευταίου βιβλιοθηκάριου


Μεταφράστηκε πριν λίγες μέρες από ομάδα ειδικών γλωσσολόγων, μαθηματικών και πληροφορικών ένα παράξενο κείμενο, γραμμένο σε μια άγνωστη γλώσσα πριν πολλά χρόνια. Αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια συντήρησης ενός αρχέτυπου,  είναι γραμμένο με σινική μελάνι σε ένα αντίτυπο της editio princeps του λεξικού του Σούδα που φιλοξενείται στη Βιβλιοθήκη. Οι ειδικοί έδωσαν στη δημοσιότητα τη μετάφραση της περιβόητης "ιστορίας του τελευταίου βιβλιοθηκάριου", όπως ονομάστηκε από τον τύπο το εν λόγω σημείωμα:

"Είχαμε τόσο πολύ συνηθίσει την παρουσία του που ήταν πια σαν να μην υπήρχε για εμάς. Ερχόταν νωρίς το πρωί κι έφευγε τελευταίος όταν σουρούπωνε στον κόσμο των βιβλίων κι έξω. "Τη νύχτα γράφονται τα βιβλία, ας τα αφήσουμε να γεννηθούν" μας έλεγε την ώρα που βυθιζόταν στο σκοτάδι του πηγαιμού του.

Την τελευταία φορά που ήρθε στη βιβλιοθήκη με πλησίασε και μου είπε κάτι παράξενο, το οποίο δεν θα το θυμόμουν αν δεν το είχα αναπόφευκτα συνδυάσει με την εξαφάνισή του: "τα γράμματα γέννησαν το έθνος μας κι όχι το γένος μας τα γράμματα. Εμφανιστήκαμε στον κόσμο γιατί μίλησαν τη γλώσσα μας τα βιβλία, γιατί έγραψαν για εμάς οι συγγραφείς, ζούμε την ιστορία που αφηγήθηκαν οι παραμυθάδες στα παιδιά μια κρύα, βροχερή νύχτα δίπλα στο τζάκι - γι' αυτό καμιά φορά δακρύζουμε χωρίς λόγο κι οι σκέψεις μας θροΐζουν σαν τα φύλλα της βελανιδιάς.

Από εκείνη τη μέρα όλα άρχισαν να αλλάζουν. Εξαφανίζονταν ένας-ένας οι άνθρωποι, ο βασιλιάς κι ο λαός μας, σαν να μην υπήρξαμε ποτέ χάνονταν τα ίχνη μας. Είμαι ο τελευταίος του έθνους μας που παραμένω ζωντανός, νομίζω όμως πως έρχεται και μένα η σειρά μου να βυθιστώ στο σκοτάδι του πηγαιμού μου. Είμαι μόνος πια στη Βιβλιοθήκη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να μην χαθεί ποτέ η ιστορία του έθνους μου και ο τρόπος του αφανισμού μας. Δεν ξέρω ποιος θα καταφέρει ποτέ να διαβάσει αυτό το κείμενο, αφού κανείς δεν θα ζει από όσους μίλησαν τη γλώσσα μας, αλλά δεν υπάρχει και κάποια άλλη γλώσσα για να αφηγηθώ την ιστορία αυτή. Αν ποτέ κανείς μπορέσει να διαβάσει αυτή την ιστορία, ίσως το έθνος μας ξαναγεννηθεί."

***
Το χαρακτικό είναι του John DePol

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

Σε γνωρίζω από την κόψη του βιβλίου την πλουμιστή...


Τα βιβλία είναι το περιεχόμενό τους. Είναι οι συνθήκες συγγραφής τους. Ο συγγραφέας τους. Ο σχολιαστής, ο μεταφραστής, ο επιμελητής τους. Ο εικονογράφος τους. Ο εκδότης ή/και ο τυπογράφος τους, ο τόπος έκδοσης. Τα χαρτί, το τιράζ. Ο αριθμός έκδοσης ή ανατύπωσης, το εξώφυλλο, το "αυτί" ή η κουβερτούρα τους, οι πληροφορίες στο οπισθόφυλλο, ο κολοφώνας τους. Η βιβλιοδεσία, το δέσιμό τους. Ο χρόνος έκδοσης, το ύψος, το πλάτος τους, οι σελίδες τους, η  έντυπη αφιέρωση του συγγραφέα, η σελίδα τίτλου. Είναι αυτός που τα διάβασε κι αυτός που δεν τα διάβασε, αυτός που τα ολοκλήρωσε και αυτός που τα άφησε στα μισά. Είναι αυτός που τα αγόρασε κι αυτός που τα πούλησε, αυτός που τα χάρισε κι αυτός που του χαρίστηκαν, είναι μια χειρόγραφη αφιέρωση, είναι αυτός που τα μεταπούλησε κι αυτός που τα ξαναγόρασε, είναι ο συστηματικός ή ο επιπόλαιος αναγνώστης, ο συλλέκτης, ο βιβλιόφιλος, ο βιβλιοδέτης. Είναι ο τόπος που έζησαν, τα μέρη που διαβάστηκαν (η παραλία, ένα γραφείο, ένα τραπέζι σε μία αυλή, μια αιώρα δεμένη στη λεμονιά), είναι οι βιβλιοθήκες που τα φιλοξένησαν κι αυτές που τα φιλοξενούν. Είναι ο αριθμός εισαγωγής τους, το ISBN, το ταξιθετικό τους σύμβολο, το barcode στην τελευταία σελίδα ή το RFID, η τιμή τους. Είναι ο σελιδοδείκτης τους (πάνινος, μεταλλικός, χάρτινος), οι τσακισμένες σελίδες τους, οι χειρόγραφες υπογραμμίσεις, οι μουτζούρες, οι σημειώσεις, οι ζωγραφιές τους, ένα ίχνος καφέ που κάποτε χύθηκε δίπλα τους, ένας λεκές λαδιού ή υγρασίας, τα "τούνελ" του βιβλιοσκώληκα. Είναι οι ράχες τους.

Είναι η κόψη των σελίδων τους. Συνήθως λευκή. Όμως κάποιες φορές έγχρωμη. Μονόχρωμη ή ζωγραφιστή, στο χέρι ή με την τεχνική της μαρμαρόκολλας. Και σκέφτεσαι την παράδοξη αγάπη κάποιες φορές των ανθρώπων για τα βιβλία, που τα στολίζει με την τυχαιότητα των χρωμάτων, σαν να ομορφαίνει το μέσα τους ή σαν να υποδεικνύει την ομορφιά των κειμένων, μετατρέποντάς τη σε μια χρωματική πανδαισία στην κόψη του κόσμου.

Μου αρέσει αυτή η κόψη του κόσμου που βρίσκω στις βιβλιοθήκες. Χάνεται μες στο χρόνο. Όμως κάποτε υπήρξε.