Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

Το παραμύθι της Πηνελόπης


Μια φορά κι έναν καιρό η καρέκλα κουράστηκε να κάθεται, το βάρος να σηκώνει των ανθρώπων που κουράστηκαν να περπατούν. Και σηκώθηκε κι έφυγε, τους δρόμους πήρε. Αφού δεν υπήρχε η καρέκλα να ξεκουράζει τους ανθρώπους, οι πιο θαρραλέοι νέοι μας σκόρπισαν στον κόσμο να τη βρουν. Χρόνια μετά ρακένδυτοι και βρώμικοι, νικημένοι από τις κακουχίες και το δρόμο που σβήνει των ανθρώπων την ελπίδα με την τεράστια γομολάστιχά του, τη βρήκαν. Σε ένα βασίλειο, σε ένα παλάτι μακρυά, με χρυσές πόρτες και παχιά χαλιά τη βρήκαν. Πάνω της καθόταν ένα όμορφο βασιλόπουλο κι εκείνοι θύμωσαν κι έκαναν πόλεμο γιατί ήταν μεγάλη προσβολή να κάθεται ένας ξένος στην καρέκλα τους. 10 χρόνια πολεμούσαν εκεί, μέχρι που νίκησαν και γκρέμισαν τους τοίχους κι έκαψαν τα χαλιά και σκότωσαν το όμορφο βασιλόπουλο και πήραν την καρέκλα με άγρια χαρά σαν κεραυνός που καίει τα δέντρα τα ψηλά μια μέρα ανταριασμένη.

Όμως τότε ξεκίνησε ο αποτρόπαιος καυγάς των ανθρώπων ποιος πάνω της θα κάτσει πρώτος, και δεν αργήσανε στα χέρια να πιαστούν, και βγήκανε σπαθιά απ' τα θηκάρια και στα μαλακά υπογάστριά τους τα καρφώσανε με μίσος και φωνή ο ένας του άλλου. Ώσπου δεν έμεινε κανείς να κάτσει στην καρέκλα.

Τα χρόνια πέρασαν και μια μέρα ήρθε ξανά στα μέρη μας η καρέκλα, η μοναξιά έγινε το τίμημα της ελευθερίας της και πεθύμησε το βάρος μας να ξεκουράσει. Ολόχρυση και επιβλητική όπως ήταν, την κάναμε βασίλισσά μας. Και την είπαμε Πηνελόπη. Και ζήσαμε εμείς καλά κι εσείς καλύτερα. Και μην ρωτήσετε αν κάτσαμε ποτέ πάλι πάνω της, γιατί κανείς δεν τολμάει να κάτσει πάνω στη βασίλισσά του. Όλοι το ξέρουν αυτό!

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Το παραμύθι του εξόριστου συγγραφέα


Ένας συγγραφέας ζούσε σε ένα καλύβι μιας πόλης που είχε φανταστεί κάποτε σε ένα βιβλίο του. Μια μέρα είδε να περνά έξω απ' το σπίτι του η κόρη του βασιλιά. Τα μαλλιά της ήταν άνθη μυγδαλιάς που τα παίρνει ο άνεμος μαζί του περνώντας, τρόπαια της αδυσώπητης σαγήνης του. Το περπάτημά της ήταν λέξεις που τρέχουν στο χαρτί, ατίθασες, αδιάφορες που τις κοιτάς με πάθος που σε κατακλύζει και λέξεις δεν μπορείς να πεις να τις φωνάξεις να τους πεις "εδώ είμαι, εγώ σας είπα, δικές μου είστε", γιατί οι λέξεις που στείλαμε στον πόλεμο σκοτώθηκαν όλες κι ήταν παιδιά μας όμορφα και τώρα ορφανέψαμε από κληρονόμους.

Κι ο συγγραφέας ερωτεύτηκε ευθύς την πριγκιποπούλα κι άνοιξε το στόμα του κι έβγαλε από μέσα του ένα υπέροχο λουλούδι με χιλιάδες χρώματα κι υπερκόσμια λάμψη και της το χάρισε. Και το κορίτσι του χαμογέλασε κι εκείνος την έκανε δικιά του. Κι ο βασιλιάς πολύ θύμωσε που η κόρη του αγάπησε έναν παρακατιανό γραφιά και τον εξόρισε από το βασίλειο, μακρυά να ζήσει και σε αυτό ποτέ να μην ξαναγυρίσει.

Έκτοτε ο συγγραφέας ζει μονάχος του έξω από τις ιστορίες που έχει φανταστεί, ξένος και πρόσφυγας σαν τα λουλούδια που κόψαμε και χαρίσαμε κάποτε σ' ένα κορίτσι κ ύστερα μαράθηκαν στου ήλιου το χάδι και του έρωτα την κάψα κι ύστερα και το κορίτσι μαράθηκε γιατί πιο συχνά ο χρόνος ανάμεσα στο "μια φορά κι έναν καιρό" και στο "ζήσαν αυτοί καλά" είναι απέραντα μεγάλος και τραχύς.

Το χαρακτικό είναι του Abram Krol