Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επί προσωπικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επί προσωπικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

Καλοκαίρι 2025: ημερολόγιο


Η πόλη που γεννήθηκα δεν είναι όμορφη, κι ας είναι όμορφα τα παιδικά μου χρόνια σε αυτήν. Οι κάτοικοί της δεν την αγαπούν, μοιάζει σαν κάποιος να τους ανάγκασε να ζήσουν εκεί, δεν θα φροντίσουν τα σπίτια τους, τους δρόμους και τις παραλίες της. Θα ψηφίσουν χυδαίους δημάρχους και δημοτικές αρχές. Είναι μια σκουριασμένη πόλη γεμάτη σκουπίδια καλά κρυμένα στις ψυχές των ανθρώπων της, υπάρχουν κι εξαιρέσεις που αντιστέκονται.
Η πόλη που γεννήθηκα δεν είναι η πόλη που γεννήθηκα. Ίσως γεννήθηκα σε ένα αγρόκτημα με ελιές και πορτοκαλιές, ίσως γεννήθηκα στα καλοκαίρια σκαρφαλωμένος στα δέντρα, στα κάστρα και στα περιβόλια, κάτω από τους σχίνους του Σαρωνικού ή δίπλα στα κυπαρίσια, στα αρχαία όστρακα ενός λαμπρού παρελθόντος (νομίζω πως αυτό ήταν το πιο μεγάλο ταξίδι που αξιώθηκα στη ζωή μου, ταξίδι στο χρόνο). Κι αλήθεια, ίσως να μην γεννήθηκα σε ένα τόπο, μα σε ένα χρόνο, ή καλύτερα στου χρόνου τα σκορπισμένα σπόρια εδώ κι εκεί.
Απόγευμα μιας Παρασκευής του Ιουνίου. Οι άνθρωποι φωνάζουν στην παραλία. Παίζουν, γελούν, νικούν, μαλώνουν, λένε μυστικά, κοιτάζουν μυστικά. Κι ύστερα φεύγουν. Και μένει η νύχτα απορημένη πίσω τους.


***
- Τέσσερα, τέσσερα...
Τα τριζόνια στο μονότονο τέμπο της νυχτερινής τους λειτουργίας. Μεσάνυχτα Σαββάτου στα σύνορα της πόλης που γιορτάζει τον πολιούχο της. Ξεκινάει ένα από τα πανηγύρια και οι καλλιτέχνες των σκυλοδημοτικών στο parking του σταθμού του Προαστιακού μετρούν αντίστροφα. Δώδεκα το βράδυ. Γιατί μπορούν. Γενικά στην πόλη τα σκυλοδημοτικά τα αγαπούν δημότες και δημοτικές αρχές, και τον Σεφερλή αγαπούν, γιατί είναι δικό τους παιδί, γεννήθηκε εδώ. Και η αστυνομία αγαπά τα πανηγύρια, γιατί οι ώρες κοινής ησυχίας δεν υπάρχουν όταν οι πολλοί γλεντούν, μαζί με τους πολλούς κι οι μπάτσοι. Γιατί στη θεοκρατία υποκύπτουν όλες οι αρχές, κι όποιου δεν του αρέσει να πάει να ζήσει στο Ιράν. Για ώρες το echo του κλαρίνου και της λαϊκιάς τρυπάει τα αυτιά μέσα στη νύχτα. Και συναντιέται με τους ήχους ενός άλλου πανηγυριού που γίνεται κάπου αλλού μέσα στην πόλη. Ένας έξαλλος αχταρμάς αρπαχτής, γουρνοπούλας, θρησκευτικού πάθους, άμφια και λαμέ στη φόρα, μπάτσοι που λικνίζονται ράθυμα στης τσίκνας τον καπνό, σκουπίδια, πολλά σκουπίδια παντού, κολλητοί, πολύ κολλητοί, μια πόλη για τα πανηγύρια. Η Κόρινθος. Στις 06.50 τελείωσαν τα κλαρίνα, ξεκίνησαν πια να χτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών...


***
Έχω αράξει στη βεράντα και διαβάζω ένα διήγημα του Bradbury, ή μάλλον προσπαθώ να διαβάσω. Γιατί κάθονται εκείνες πιο πέρα και μιλούν για άντρες και γελούν και διαβάζω ξανά και ξανά τις ίδιες φράσεις και το νόημά τους εξατμίζεται σαν νερό σε πυρωμένη άσφαλτο γιατί εκείνες γελούν, γυναίκες διαφορετικής γενιάς που μιλούν για άντρες γενικά και ειδικά. Έχω διαβάσει δέκα φορές ένα διήγημα 4 σελίδων και είναι κάθε φορά σαν να το διαβάζω πρώτη. Τελικά κλείνω το βιβλίο και νικημένος αποχωρώ. Νομίζω πως τώρα γελούν με μένα...


***
Κάποια μέρα πρέπει να ασχοληθούμε επιτέλους με τη λογοτεχνία - με μια ιδιαίτερη επιμονή στα διηγήματα. Πρέπει να δούμε τι συμβαίνει ανάμεσα στις ιστορίες που τελειώνουν κι αυτές που αρχίζουν. Είναι δυνατό να μην διαβιεί τίποτα στο σύνορο; Σε ένα διήγημα του Bradbury ένας σκύλος τρέχει στο γκαζόν "με τη μισή γλώσσα του έξω από το στόμα σαν μια χαλαρά δεμένη γραβάτα, χαμογελώντας στα δέντρα". Απάντησαν ποτέ τα δέντρα στο χαμόγελο του σκύλου; Πού πήγε μετά ο σκύλος; Σε ένα άλλο διήγημα του συγγραφέα; Στο μυθιστόρημα ενός άλλου συγγραφέα; Είναι της ίδιας ράτσας τα σκυλιά της πεζογραφίας και της ποίησης; Τα σκυλιά της λογοτεχνίας ζουν και στον δικό μας κόσμο; Εμείς είμαστε ήρωες μιας ιστορίας ή ζούμε απλά τη ζωή μας; Ένας συγγραφέας ζει μέσα στις ιστορίες του ή έξω από αυτές;
Μια μέρα πρέπει να ανασκάψουμε τις ιστορίες των βιβλίων - με κίνδυνο ίσως να ανακαλύψουμε τελικά πως είναι απλά ιστορίες


***
Διαβάζω το βιβλίο μου στη σκιά του σχίνου. Νομίζω πως όλα διεκδικούν την απόλυτη κυριαρχία: μυρίζει ρετσίνι των κυπαρισσιών, το αεράκι κουβαλάει την αλμύρα της θάλασσας, το τερέτισμα των τζιτζικιών είναι σε οργιώδη έξαψη. Ό,τι θα όριζες δηλαδή ως ελληνικό καλοκαίρι. Είμαι ξαπλωμένος στο χώμα. Πάνω στα πεσμένα φύλλα του σχίνου περπατάει ένα κόκκινο έντομο, τα βήματά του δεν τα ακούει κανείς. Κάτι ψάχνει με μεγάλη σπουδή. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν το βρήκε.


***
Αν μπορούσα, δεν θα την άφηνα μόνη της. Ακόμη και τις κρύες μέρες του χειμώνα. Αγαπώ τη θάλασσα λίγο λιγότερο από τα βιβλία, λίγο περισσότερο από τους ανθρώπους. Την αγαπώ όταν νευριάζει και γεμίζει φύκια τις ακτές και ξερνάει τα σκουπίδια στις άσχημες πόλεις της επαρχίας. Κι οι άνθρωποι καμώνονται πως δεν τα βλέπουν, πως δεν είναι δικά τους.


***
Ήταν ο πρώτος ποιητής που γνώρισα στη ζωή μου, νομίζω το 1987. Ανεβαίνοντας πρώτη φορά στην Πλούμιτσα. Ήμουν 13 χρόνων, στο σχολείο είχαμε διδαχθεί ένα ποίημά του - αν και η ποίηση δεν διδάσκεται. Νόμιζα πως οι ποιητές ήταν νέοι, έτσι τους είχα φανταστεί, κι ίσως έτσι να 'ναι. Όμως ο Νικηφόρος είχε σκαμμένο το πρόσωπό του σαν αρχαία χαρουπιά. Κάτι με επιστρέφει έκτοτε στην Πλούμιτσα. Οι θείοι μου, ο Γιώργος και η Λίτσα, οι παλιές ιστορίες της Τρίπολης και της Δρακοπηγής, της Κοκκινιάς και του Αιγάλεω, οι Πιπιλαίοι κι οι Βρεττακαίοι, οι Μανιάτες και οι Αρκάδες, ο εμφύλιος, η προπολεμική ταπισερί της προγιαγιάς μου της "Χρυσοθέμης", τελικά η ποίηση. Ο Γιώργος δεν είναι ποιητής με τον τρόπο του Νικηφόρου, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να ονομάσω το ότι ανεβαίνει και ζει εδώ πάνω με την Αμυγδαλιά μονάχοι τους για μήνες, κεντρώνοντας τις αγριλιές αντίκρυ του Ταΰγετου.


***
Πέθανε ο μητροπολίτης της Κορίνθου και χθες όλη μέρα καθάριζαν κι έπλεναν την πόλη. Τόσο καθαρή είχαμε να τη δούμε από το θάνατο του προηγούμενου μητροπολίτη.


***
Μ' ετούτα και με τ' άλλα και με όλη τη χώρα να καίγεται παρατημένη στην τύχη της, δεν ξέρω τι νόημα έχουν πια (αν είχαν ποτέ), οι πολεμικοί εξοπλισμοί. Δεν ξέρω τι θα υπερασπίζονται τα F-35A, F-16 και Rafale, αφού όλα θα γίνουν στάχτη. Θα παραδώσουμε καμμένη γη στους κατακτητές - αν κι έχουμε ήδη κατακτηθεί από τις ύαινες της εγχώριας διαπλοκής.
Σκάνδαλα, ανικανότητα, αλλεπάλληλες καταστροφές, καθεστωτικός αυταρχισμός, φασισμός, ξεπούλημα κάθε τι πολύτιμου, υποδομές-θυσιαστήρια, διαλυμένο κράτος. Η κυβέρνηση της χώρας πρέπει άμεσα να παραιτηθεί.


***
Η θάλασσα έχει αυτή την ανησυχία του Αυγούστου. Φυσάει πολύ, οι παραθεριστές είναι ελάχιστοι, οι περισσότεροι απορροφημένοι στα κινητά τους. Ακόμη πιο λίγοι οι κολυμβητές, κυρίως παιδιά που παλεύουν με τα κύματα. Τζιτζίκια δεν ακούγονται, μόνο τα κύματα που σκάνε και σέρνονται στην ακτή.
Νομίζω πως ίσως να είναι τρελός, ίσως από μικρός να 'ταν έτσι, άγνωστο γιατί. Είναι μόνος, ένας γέρος που γέρνει μπροστά, έτοιμος να πέσει στο ανείπωτο. Φτάνει στην ακτή. Αφήνει μια ξεφτισμένη πετσέτα να φύγει από τα χέρια του, όπως θα αφαιρούσε ένας άγγελος τα φτερά του. Βγάζει την μπλούζα του, την αφήνει κι αυτή να πέσει, σαν γλάρος που ρίχνεται με πλάγια βουτιά στη λεία του, και προχωράει ετοιμόρροπος προς την ανταριασμένη θάλασσα. Πλησιάζει δύο εφήβους που παλεύουν με τα κύματα, τους καλημερίζει και τους χαμογελά αμήχανα. Εκείνοι δεν του απαντούν και συνεχίζουν ωραίοι κι αδιάφοροι να συγκρούονται με το πέλαγο. Εκείνος πηγαίνει ολοένα και πιο βαθιά, περνάει τη γραμμή του τυρκουάζ και μπαίνει στο σκούρο μπλε της θάλασσας που αφρίζει μανιασμένα και πιο πέρα. Μέχρι που ύστερα από λίγο το καλοκαίρι τελειώνει.


***
Όσο κι αν σας διαβεβαίωνα χθες πως το καλοκαίρι τελείωσε ξαφνικά, πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να το διαψεύσω τώρα. Πρώτα εμφανίστηκαν δύο σπουργίτια που άρχισαν να τιτιβίζουν παιχνιδιάρικα περπατώντας ανάμεσά μας σαν βιαστικές υπογραφές σε επίσημο συμβόλαιο. Ήταν λοιπόν ξεκάθαρο πως ανήγγειλαν με τον τρόπο τους τον ερχομό του. Ο τρελός γέρος εμφανίστηκε πάλι στην μισοέρημη παραλία. Κι ενώ λυσσομανούσε ο άνεμος, στάθηκε μπροστά στην αγριεμένη θάλασσα, τα μάτια του επιθεώρησαν το αφρισμένο στράτευμα, σήκωσε το χέρι του και με ένα νεύμα όλα σταμάτησαν: ο αέρας, τα όνειρα των ξεχασμένων κολυμβητών, οι σελίδες των ανοιγμένων βιβλίων. Μόνο τα δύο σπουργίτια συνέχιζαν να παίζουν αδιάφορα στο θαύμα.


***
Δεν έχω συνηθίσει να ομιλώ όπως εσείς, θα μου συγχωρέσετε ίσως τον τρόπο που κάπως θα επιχειρήσω να περιγράψω τα παρακάτω. Κοντολογίς δεν το βρίσκω απαραίτητο: για τι να πω όταν όλοι γύρω μου για κάτι μιλούν ;Τι θα πρόσθετα σε αυτή τη βουή του κόσμου; Ένας πιτσιρίκος ζητάει απελπισμένος την αγκαλιά της μαμάς του καθώς το κύμα της θάλασσας τον πνίγει - κι εμένα συνήθως με πνίγουν οι ταραχές της ζωής μου. Ένας άντρας δίπλα μας αφηγείται σε μία κυρία με κάθε αναλυτική λεπτομέρεια πώς έμαθε στα παιδικά του χρόνια να κάνει διάφορα ζογκλερικά κόλπα. Κι αλήθεια πόσες φορές δεν προσπάθησα κι εγώ να μην κόψω τα μέσα μου καταπίνοντας σπαθιά. Ένας ευειδής νεαρός ρώτησε πριν λίγο μια γηραιά κυρία "θέλετε βοήθεια;" κι αλήθεια ποιος δεν θέλει τη βοήθεια ενός ξένου, ειδικά αν του προσφέρεται. Ως κι η σιωπή των ανθρώπων γύρω μου μοιάζει να μου είναι χρήσιμη. Γιατί ποτέ η σιωπή δεν είναι σκέτη σιωπή. Εδώ που τα λέμε, το να μην πεις κάτι είναι ένας τρόπος να το πεις. Ακόμη και τα βιβλία που διαβάζω, κυρίως οι ιστορίες τρόμου και τα ποιήματα, είναι αυτά που θα ήθελα κι εγώ να αφηγηθώ.
Υπ' αυτή την έννοια λοιπόν δεν έχω ανάγκη να ομιλώ, αφού όσα χρειάζεται να ειπωθούν κάποιος άλλος τα λέει γύρω μου για μένα. Διαλέγω λοιπόν να μιλήσω με τα λόγια των άλλων
Υπ' αυτή την έννοια κακώς ερμηνεύετε τη σιωπή μου στην ερώτησή σας ως κάποιο αδικαιολόγητο σνομπισμό. Όμως αν προσέξετε καλύτερα, ήδη απαντήσατε ρωτώντας με "τι κάνετε;" Μα ακούω τον κόσμο. Έχουν τόσα πολλά να πουν...


***
Κι αν δεν συνεχίζαμε πια τη ζωή μας ως άνθρωποι; Κι αν ξερωγώ συνεχίζαμε σαν χαλικάκια σε παραλία ή σαν παμπάλαιος σχίνος ή σαν κάποιο ζουζούνι κάτω από αυτόν ή σαν ένα φιλί που δόθηκε κατακαλόκαιρο, βιαστικό αλλά με τόση ορμή; Αν έστω συνεχίζαμε το υπόλοιπο της ζωής μας σαν ένα καλοκαίρι που αποφάσισε να μην δώσει στο φθινόπωρο τη θέση του; Αν δεν κάναμε το πρώτο βήμα που είναι τόσο απαραίτητο για το πλήθος τα άλλα; Αν απλά λέγαμε "όχι"; Έγινε ποτέ αυτό; Και τι έγινε με αυτούς που αρνήθηκαν; Πού είναι τώρα; Μήπως; Μήπως το καλοκαίρι μου το πέρασα χαζεύοντας χαλικάκια, διαβάζοντας στη σκιά του σχίνου, φιλώντας για λίγα δευτερόλεπτα την καλή μου, μήπως όλα αυτά γύρω μου, ως κι η έξαψη της μέρας που τελειώνει είναι απλά όσοι κι όσες αρνήθηκαν να συμβιβαστούν; Όσοι δεν υποχώρησαν; Όσα γρανάζια δεν επέστρεψαν ποτέ στη μηχανή τους;


***
Σκληρύναν οι πατούσες μου. Μπορώ να περπατώ στα βότσαλα χωρίς να μοιάζω με σχοινοβάτη σε επίφοβη ακροβασία. Το δέρμα μου γδαρμένο από κλαδιά και γατιά, ψημένο στο αλάτι της θάλασσας παλεύει να αποκαταστήσει τη δική του τάξη. Τα μαλλιά μου μακρύναν - το επίμονο χτύπημα του ανέμου τα σμιλεύει στο μνημειακό σχήμα της ταραχής. Κι όσο το σώμα μου δοκιμάζεται από τις κακουχίες του καλοκαιριού, ημερεύουν τα μέσα μου και μαλακώνει το βλέμμα. Μπορώ να δω πια το βασίλεμα του ήλιου, την ανατολή και τις φάσεις της σελήνης, τα ποικίλα μπλε της θάλασσας του Αυγούστου, μπορώ να ακούσω τα τριζόνια τις νύχτες, τη βουή των κυμάτων, το σπάσιμο της ρώγας του σταφυλιού, τους ασήμαντους ήχους της ζωής.
Αποτιμώντας λοιπόν κάπως το φετινό καλοκαίρι θα έλεγα εντέλει αυτό: σκληρύναν οι πατούσες μου και μαλάκωσε η ψυχή μου. Αχ τα καλοκαίρια. Αν δεν υπήρχαν, θα είχαμε ολότελα χαθεί μες στα παπούτσια μας και πίσω απ' τα γραφεία και τις οθόνες μας.


***
Είναι ένας άντρας, στη θάλασσα είναι και με τα κύματα παλεύει. Νομίζω πως δεν παλεύει. Πως δεν παλεύει με τα κύματα. Με τα μέσα του παλεύει. Ίσως πάλι να είναι που τα κύματα είναι μεγάλα, μεγάλα είναι και μέσα του, αφρίζουν και δεν σταματούν. Στην ακτή να χτυπούν με μανία δεν σταματούν. Κι αέρα έχει. Κι οι γλάροι πετούν. Λευκοί, κι οι γλάροι λευκοί πετούν. Κι ο άντρας παλεύει να μείνει. Στη θάλασσα να μείνει γιατί το καλοκαίρι τελείωσε και πρέπει να φύγει. Δεν πρέπει να φύγει. Γιατί να μείνει θέλει. Εκεί να μείνει. Στα κύματα που μέσα του σκάνε με ορμή.


***
Και γυρίσαμε. Εννοώ γυρίσαμε. Κι ο καθένας βάζει κάτι στη θέση του. Κι έχω κάτσει στο τραπέζι της κουζίνας. Και χωρίζω τα βιβλία του καλοκαιριού. Όσα πρόλαβα να διαβάσω κι όσα μείναν στη μέση γιατί αλλού με πήγαιναν οι αναγνωστικές μου διαθέσεις και θα τα συναντήσω το επόμενο διάστημα. Φωτογραφίζω όσα διάβασα. Τα κοιτάζω μια τελευταία φορά πριν μπουν στο ράφι. Καθένα κι οι δικές του συνθήκες σε αυτό το δίκοχο καλοκαίρι. Η Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου (ξανά μετά από 25 χρόνια) στην Ποσειδωνία τα απογέματα του Ιουλίου, το Θείο τραγί στον κήπο αργά το βράδυ, τα Ημερολόγια των άστρων στο σχίνο του Σαρωνικού, ο Μπράντμπερι στην πολυθρόνα, ο Λοιμός στα 5Φ, ο Λάβκραφτ στο υπόγειο, ο Roth ένα σούρουπο του Ιουλίου, ο Γονατάς μετά τον Λάβκραφτ - πρόσθετα δικά μου στον Καρδινάλιο, συνδύαζα Λάβκραφτ με Γονατά, άβυσσος το μυαλό του αναγνώστη.
Κοιτάζω τα βιβλία μου, όχι σαν κάποιο τρόπαιο ανάγνωσης, αλλά σαν καρτποστάλ από τα ταξίδια του καλοκαιριού. Σιγά τα ταξίδια θα μου πεις, δίπλα είναι η Κόρινθος. Μα η Κόρινθος είναι η πύλη μου στο χθες και το αύριο, στο μέσα και το πιο μέσα μου και το πέρα-πέρα.
Έχω βάλει στο στερεοφωνικό της κουζίνας το Γουόκμαν του Μούτση. Μεταιχμιακή αυτή η ειρωνική του τρυφερότητα, σαν τις εποχές που εναλλάσσονται. Το ακούω ξανά και ξανά.

***


οι ζωγραφιές είναι της Στέλλας Κ.

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Μεγάλη εβδομάδα του 2025

 

Ένα απλωμένο σάβανο πάνω σ' ετούτη την άνοιξη, και σε αυτή την άνοιξη - με τον τρόπο του Άρη Μαραγκόπουλου. Κι εμείς ανεβαίνουμε στην Παναγιά των Βράχων, στην εμπασιά της Νεμέας, μια Παναγιά σκαρφαλωμένη στο Πολυφέγγος. Μεγάλη Δευτέρα. Ένα όρνιο αρπάζει ένα αρνί. Μια μάνα κρατάει το παιδί της αγκαλιά δίπλα σε μια κολυμπήθρα, ένα κανάτι, φτερωτοί άνδρες, αντίρροπες σκέψεις, άσχημη πόλη η Νεμέα, άσχημη μέρα η σημερινή, σαβανωμένη Άνοιξη κι η ομορφιά των βυζαντινών μορφών κι οι κουτσουπιές και τα κίτρινα λιβάδια κι οι ανθισμένες πορτοκαλιές κι η εκδρομή όχι στον τόπο - στους χρόνους εκδρομή...
***


Επιλέγουμε τα τελευταία χρόνια για Επιτάφιο ένα μοναστήρι μετά το Λουτράκι, στο δρόμο της Περαχώρας. Αυτό το λέω, για το δρόμο εννοώ, γιατί όταν ήμασταν μικροί λέγαμε μια φράση πως ένας δρόμος ήταν τόσο κακός και γεμάτος στροφές "σαν το δρόμο της Περαχώρας". Ήθελα κάπως να πω γι' αυτή την παιδική μας ιδιόλεκτο. Έκτοτε μεγαλώσαμε βέβαια, κι οι δρόμοι μας πήγαν πολύ πιο μακριά από την Περαχώρα κι ίσως καταλάβαμε πως υπάρχουν χειρότεροι και πιο κακοτράχαλοι δρόμοι από αυτόν, κυρίως της ζωής. Νομίζω πως από 'κει πάνω συνειδητοποιείς πιο εύκολα πως η ποίηση της απώλειας, ο μελωδικός θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής συντονίζεται κάπως με την ομορφιά της ανοιξιάτικης μέρας που τελειώνει με μια κατάφαση. Μπορείς απλά να αποδέχεσαι τη φυσικότητα του τέλους γαληνεμένος από όσα αποκαλύπτει ένα απόγευμα που το σβήνει η γομολάστιχα του χρόνου. Σκεφτόμουν πώς θα προτιμούσα το χριστιανισμό, αν με αφορούσε κάπως η μεταφυσική αγωνία. Αυστηρό ή ανεκτικό; Η αυστηρότητα θα απαιτούσε το δύσκολο δρόμο της αγάπης, δεν είναι διόλου εύκολο να αγαπάς, να συγχωρείς, δεν είναι απλό πράγμα η σεμνότητα. Δεν χωράει αυτάρεσκους ταυραμπάδες και υποκριτές με μεγαλόσταυρους, δεν χωράει κενά βλέμματα που μουρμουρίζουν εγκώμια χωρίς ποτέ να προσπάθησαν να καταλάβουν. Ή ένα χριστιανισμό ήπιο κι ανεκτικό, σχεδόν ευρύχωρο που να υπομένει τη λατρευτική συνήθεια των κατ' έθος πιστών, το ταυτόχρονο ήχο της καμπάνας και των νομισμάτων του παγκαριού, την ψευτιά της σωτηρίας της ψυχής κι εντέλει να ακυρώνει την ίδια την ελπίδα της σωτηρίας; Δεν ξέρω αν υπάρχουν ταυτόχρονα αυστηρές και γελαστές θρησκείες. Πάντως για τους πιστούς τους οι θρησκείες είναι λιγότερο σημαντικές, από ό,τι για τους άπιστους ή τους άθεους. Εύκολα δέχεσαι κάτι φέρνοντάς το στα μέτρα σου.

Αντιμετωπίζω τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής με την ίδια συγκίνηση που ακούω τα κοτσύφια να κελαηδούν στις γωνιές της Άνοιξης.
***



Σήμερα το απόγευμα κάπως χάθηκα στο κελάηδισμα των κοτσυφιών. Φαντάστηκα πως τα πουλιά μπορεί να είναι ήχοι φτερωτοί και μόνο. Χωρίς σώμα, χωρίς υλική παρουσία. Τα έγχορδα της μέσα φύσης των πραγμάτων. Σαν ρωγμές της ανυπαρξίας.
Ύστερα νύχτωσε και οι ρωγμές έκλεισαν. Κι εγώ προσποιήθηκα πως δεν τις διέκρινα...
***

Και σβήνει σιγά-σιγά το φως. Ξεφλουδίζει η μέρα της Ανάστασης. Κι ακούγεται στο τραπέζι η φωνή της Μοσχολιού να περιγράφει ακριβώς αυτή τη σταδιακή συσκότιση. Άλλο ένα Πάσχα οικογενειακό τελειώνει. Έχουμε μείνει πιο λίγοι. Κάποιοι παίζουν σκάκι, κάποιοι ερωτοτροπούν, κάποιοι ταξιδεύουν στους άγνωστους λαβύρινθους των μυστικών αναμνήσεων, κάποιοι συζητούν. Η μεγάλη καρυδιά φέτος δεν μας σκέπασε με τα φύλλα της, γριά και σακατεμένη απ' το έντομο στέκει ακίνητη στο πλάι, με χέρια ικετευτικά προς τον ουρανό. Μόνο απλώσαμε κάτι μεγάλα λιόπανα, τα δέσαμε με σκοινιά στα γύρω δέντρα και φτιάξαμε το σκίαστρο του μεσημεριού μας. Όπως τα φυσάει το αεράκι του απογεύματος, φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν σαν να ανασαίνει το ανείπωτο. Σαν κύματα μιας αόρατης φουρτούνας. Ξαπλώνω στα χόρτα και κοιτώ ψηλά - όπως έκανα παιδί. Κι ύστερα τελειώνει το τραγούδι του Ξαρχάκου. Ή συνεχίζεται ακόμη μέσα μου.

Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Μάιος 2021


Ένας Αιγύπτιος πιτσιρικάς, ο Μαγκντί, είπε στην Κ. "πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς ιδέες;" και πρόσθεσε "η πιο ωραία ιδέα είναι η συμφιλίωση". Και η Σούνα είπε "η πιο ωραία ιδέα είναι η μουσική". Και η Κέλλυ είπε πως οι ιδέες είναι σαν τα αυγά: πρέπει να σπάνε για να βγει από μέσα τους η σκέψη και να τη δουν οι άνθρωποι.
***
η ζωγραφιά είναι της Στέλλας (05/2021)

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Ανάμεσα


Ζω ανάμεσα στις ιστορίες και τους ανθρώπους - νομίζω αυτές κι αυτοί είναι οι διαφυγές μου, τα όρια της ύπαρξής μου ορίζονται από αυτές κι αυτούς. Το συνειδητοποίησα χθες μιλώντας με τον Φ. Περπατούσαμε μέσα στη νύχτα και με ρώτησε τη γνώμη μου για τα ηρεμιστικά, τα αντικαταθλιπτικά χάπια, τους ψυχολόγους και τους ψυχιάτρους, όσα πενθούμε, τις κρίσεις πανικού που ορίζουν τις ζωές των συνομηλίκων και των μεγαλύτερών μας πια αυτό τον καιρό. Το ξανασκέφτηκα σήμερα που βρεθήκαμε για καφέ με τον Αλ. και συζητούσαμε για την Αριστερά και μου είπε πως δικαιούμαστε να κοιτάξουμε και τον εαυτό μας και από ένα διπλανό τραπέζι σηκώθηκε ένας γέρος με σάπια δόντια και καταγάλανα μάτια και μας ζήτησε να πει κι αυτός τη γνώμη του (για την Αριστερά). Και μας είπε ο "σύντροφος ο Γ." πως έχει 24 εγγόνια, 8 παιδιά, πως είχε τρεις γυναίκες στη ζωή του (οι οποίες αγαπιούνται μεταξύ τους) και τώρα ζει με μια γυναίκα που πήγαιναν σε διπλανά σχολεία κι ήταν φίλοι όταν ήταν παιδιά. Πως ήταν στο ΚΚΕ, αλλά έφυγε, πως ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα ήθελε να μην υπάρχει ένα αστικό κόμμα στη θέση ενός αριστερού, πως πρέπει να σχεδιάσουμε το αύριο στα θεμέλια της ανατροπής. Κι αφού κάπνισε το στριφτό του, χωρίσαμε και είδαμε στην Πλατεία τον Γ. και την Ε. που ήταν παλιά αναρχικοί κι ακόμη επιμένουν να αγωνίζονται -"ρεφορμιστικά" έστω, αν και το μάτι τους αστράφτει αν πάει σε αυτά η συζήτηση.

Διάβασα μεσημέρι ένα ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον*, της κορυφαίας "έγκλειστης" ποιήτριας των ΗΠΑ. Το είχε γράψει το 1859. Με δυο κουβέντες λέει κάτι υπέροχο, πως τον ορισμό της νίκης δεν μπορεί πιο καθαρά να τον δώσει κανείς άλλος, παρά ο ηττημένος. Καμιά φορά ο γιος μου με πειράζει που αγαπώ την ποίηση και τη διαβάζω. Όμως σε αυτήν και στα τυχαία συναπαντήματα της ζωής βρίσκω καμιά φορά τους ορισμούς της ζωής μου, με τέτοια ενάργεια, που μου αρκεί για να αντέχω και να συνεχίζω...

*από το βιβλίο "Έμιλυ Ντίκινσον: αυτό είναι το γράμμα μου στην οικουμένη : 160 ποιήματα / εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Χάρης Βλαβιανός. Αθήνα : Πατάκης, 2021"

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017

Δεν θέλω να είμαι



Πριν από χρόνια ξύπνησα ένα πρωί. Έμενα τότε στα προσφυγικά της Αλεξάνδρας, το κρεβάτι μου ήταν δίπλα στο παράθυρο και πάντα κοιμόμουν με ανοιχτά τα παντζούρια. Το φως του ήλιου έμπαινε το πρωί μέσα στο σπίτι χαϊδεύοντας σιγά-σιγά το κρεβάτι, το χαλί, τα βιβλία και τα ρούχα μου κι όλα ξυπνούσαν. Πρέπει να έβγαινα από κάποιο υπέροχο όνειρο γιατί με το που άνοιξα τα μάτια μου ένιωσα μια παράδοξα έντονη ευτυχία που ήμουν ζωντανός. Ξαπλωμένος στο πλάι κοιτούσα τα δάχτυλα του χεριού μου να λούζονται στο φως και ήμουν χαρούμενος, τα κουνούσα και με εντυπωσίαζε το θαύμα της ζωής κι η ομορφιά τους. Νομίζω πως δεν έχω νιώσει πάλι τόση ευτυχία.

Ανακαλώ καμιά φορά αυτή τη μνήμη γιατί μου θυμίζει πώς αξιολογώ εγώ τη ζωή, τι θεωρώ σημαντικό, τι πραγματικά θέλω από αυτήν. Καθώς ξοδεύομαι σε ένα διαρκές και αδιάκοπο και αγχωτικό πηγαινέλα με ανθρώπους και ρόλους και υποχρεώσεις, άλλοτε με τεντώνουν επικίνδυνα και άλλοτε με καλοπιάνουν με μικρές χαρές, νομίζω πως επιταχύνω το χρόνο – που ούτως ή άλλως είναι μετρημένος, συγκεκριμένος, αμετάκλητος. Ξέρω πως για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή και πως οι εποχές μας συντηρούν απλά το πνεύμα της επανάστασης και δεν δουλεύουν γι’ αυτήν (όσο αναγκαία και αν είναι). Ουσιαστικά περιφρονώ τους ανθρώπους της απραξίας και θαυμάζω τους ανθρώπους της δράσης – αν και πια ξέρω πως οι τελευταίοι δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους, είναι απλά χαλασμένοι, σαν τους ποιητές και αυτοί: φτιαγμένοι και καταδικασμένοι να δρουν. Η δράση είναι αδυσώπητος αγώνας, σε δοκιμάζει, σε θέλγει, σε νικάει, σε ενθαρρύνει, σου χαρίζει το σώμα της αλλά όχι την ψυχή της. Προτιμώ την ποίηση – αν μπορούσα να την κάνω δική μου νομίζω πως θα ξανάνιωνα την ευτυχία εκείνου του πρωινού. Γιατί η ποίηση είναι ο κόσμος που ονειρευτήκαμε και φτιάξαμε, αν υπάρχει είναι ένα θέμα που κανέναν (πόσο μάλλον εμάς) δεν ενδιαφέρει. Η τέχνη είναι νομίζω τρυφερή και βίαιη μαζί. Η δράση είναι μόνο βίαιη, και η απραξία σοφή, δεν θέλω να είμαι ούτε βίαιος ούτε σοφός.

Μου αρέσουν τα παραμύθια. Για την τρυφερή και βίαιη ειρωνεία τους μου αρέσουν, που νοιάζεται για τους αγώνες των ανθρώπων χαρίζοντας τη νίκη πάντα στο καλό, αλλά που στο τέλος με αυτό το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» κλείνει το μάτι στο αναπόφευκτο παιχνιδιάρικα.

***
Ernst Ludwig Kirchner

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Ο Δίας


Τις τελευταίες μέρες ο Δίας μονάχα κοιτούσε. Ή άκουγε. Ή προσπαθούσε να δει και να ακούσει. Είχε σταματήσει να τρώει. Δεν σηκωνόταν, δεν περπατούσε. Μόνο στεκόταν ξαπλωμένος έξω από το σπίτι του. Οι άνθρωποι του σπιτιού μάλλον ένοχα κινούνταν μπροστά του, ένιωθαν το βλέμμα του να τους αγκιστρώνει στο αναπόφευκτο φευγιό του. Ήταν πια 14 χρόνων. Ένα λυκόσκυλο που έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα θα μπορούσες να πεις. Και έσβησε χθες το πρωί.

Ήρθε στο πατρικό σπίτι αρχές του 2002. Όταν παντρευτήκαμε ο Δίας ήταν κουταβάκι, το δέσαμε αναγκαστικά στο πίσω μέρος του σπιτιού, το μπροστινό θα υποδεχόταν τους πολυάριθμους καλεσμένους μας. Ένας από αυτούς, ο πεθερός μου ο Γιώργος, τον πλησίαζε όλο το βράδυ, έπαιζε μαζί του, του μιλούσε, δεν το πολυχώνευε αυτό το δέσιμο και τον αποκλεισμό από τη γιορτή. Ύστερα από δυο χρόνια, τον Ιούνιο του 2004, κάναμε το πρώτο μας παιδί. Ο Δίας και ο Κωνσταντίνος γίναν φίλοι. Τα καλοκαίρια στην Κόρινθο ήταν για τον Κωστή ο παππούς, η θάλασσα, η γιαγιά και ο Δίας. Έτρεχαν μαζί, έκαναν κωλοτούμπες στο χορτάρι, κυνηγούσαν τη μπάλα, κρύβονταν, μιλούσαν (ο Κωστής με τη γλώσσα και ο Δίας με τα μάτια του). Τις πρώτες μέρες του καλοκαιριού και των διακοπών ο Δίας μας έφερνε στην αυλή σκοτωμένους αστρίτες και κωλοσαφράδες, αποδεικνύοντας πως ήξερε να προστατεύει το παιδί.


Τα χρόνια πέρασαν, το παιδί μεγάλωσε, γεννήθηκε και η μικρή, έμαθε κι εκείνη να ζει μαζί του, να παίζει με το γέρο, να του μιλάει. Για εκείνη τα καλοκαίρια στην Κόρινθο γίναν η γιαγιά, η θάλασσα, ο παππούς και ο Δίας. Τα Χριστούγεννα τον είδαμε όλοι τελευταία φορά. Η μάνα μας είπε πως δεν του μένει πολλή ζωή μέσα του. Ένας νέος σκύλος είχε εν τω μεταξύ μπει στην οικογένεια, ο Μόρτης. Αλητάκος και στα ντουζένια του. Ο Γιώργος, ο πεθερός μου, είχε αποχαιρετήσει το γέρο φεύγοντας τα Χριστούγεννα. Ένας διπλός αποχαιρετισμός, αφού κι εκείνος πέθανε πριν 10 μέρες. Πριν δέκα μέρες είπαμε στον Κωστή πως πέθανε ο παππούς. Χθες του είπαμε πως πέθανε και ο Δίας.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Αγκαλιά


Τρωτός. Αυτές τις μέρες είμαι τρωτός. Γυμνός, χωρίς πανοπλίες και μάσκες. Γυμνός αγαπάς πιο αληθινά τους ανθρώπους. Παραμορφώνουν το βλέμμα σου οι πανοπλίες. «Αγαπάς», ήθελα να πω «συγχωρείς», «καταλαβαίνεις»... Οι γυμνοί άνθρωποι είναι ωραίοι, - πάντα το πίστευα αυτό. Είναι ωραίοι χωρίς απαραίτητα να είναι καλοί ή σπουδαίοι, χρήσιμοι, εργατικοί, δίκαιοι ή ανοιχτόκαρδοι. Μονάχα αληθινοί, τραυματισμένοι. Η γύμνια τους είναι ένα τραύμα που χαίνει, η αλήθεια είναι ένα τραύμα εδώ που τα λέμε. Οι τραυματισμένοι άνθρωποι είναι ο καθρέφτης μου, αν θέλω τον κοιτώ, του μιλάω, ομολογώ τη συνενοχή μου με τους καθρέφτες μου. Αθώοι κι ένοχοι, τι σημασία έχει όταν είμαστε νικημένοι; Τους κοιτώ στο δρόμο. Άνθρωποι πολλοί, διαφορετικοί. Ένας ψηλός νέος με μούσι, μια μεσήλικη γυναίκα πολύ χοντρή, ένας λερός άστεγος άντρας, πρέπει να είναι άπλυτος χρόνια, κάθεται σε μία στάση στην Ασκληπιού. Πίσω του είναι μια γυναίκα – δεν είναι στα καλά της (γιατί ποιος είναι;), έχει απλώσει παράξενα αντικείμενα και κορδέλες στους θάμνους γύρω της (εκεί πίσω από το καθισμένο άγαλμα του Παλαμά στην Ακαδημίας) και μιλάει μόνη της – σαν μάγισσα που λέει ξόρκια που διώχνουν το κακό που επιμένει. Είναι κάτι γέροι ένα πρωί της προηγούμενης εβδομάδας, καθισμένοι σε ένα παγκάκι στην Πλατεία Παπαδιαμάντη, τους λούζει ο ήλιος κι εκείνοι συνομιλούν χαμηλόφωνα. Δεκάδες άνθρωποι, ανεβασμένοι σε μηχανάκια, μια κοπέλα που περπατούσε χορτασμένη έρωτα, μια στερημένη από έρωτα δασκάλα που χόρευε συνεχώς, ένας άντρας που χόρευε τους καημούς και τη μοναξιά του και τα ασήκωτα βάρη της ζωής του, μια άλλη γυναίκα που χόρευε μονάχα για τον άντρα της και μια γυναίκα, η δικιά μου γυναίκα, που χορεύει με χέρια ανοιχτά κοιτώντας πάντα ψηλά: καριόλη θεέ κοίταξέ με, χορεύω μαλάκα. Είναι ένα πόδι σε μια παλιά φωτογραφία, ένα χέρι που σε ακουμπάει στον ώμο. Και οι αγκαλιές. Οι αγκαλιές αυτών των ημερών. Που υποδέχονται. Έλα να σε πάρω αγκαλιά, μέσα μου τρέμει η ψυχή μου, ταράζονται οι παιδικές μου βεβαιότητες. Έλα να τη σκεπάσουμε, να τη θερμάνουμε με τη ζωή των σωμάτων μας. Έλα μαζί να χορέψουμε το χορό της απώλειας. Αγκαλιά. Νομίζω πως για να αγκαλιάζεις τον κόσμο πρέπει να είσαι γυμνός. Ανυπεράσπιστος. Χωρίς πανοπλία. Οι πανοπλίες δυσκολεύουν τις αγκαλιές. Η αγκαλιά είναι ο χορός της απώλειας

***
ο πίνακας είναι του Γεώργιου Ρόρρη

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Blue Monday


Είναι κι αυτή η θαλπωρή που σε τραβάει πίσω ή που δεν θέλει να φύγεις. Μην την αφήσεις, θα σου θυμώσει. Θα σου κρατήσει μούτρα. Οι θαλπωρές επιμένουν να γίνεται το δικό τους σαν κακομαθημένα μοναχοπαίδια. Είναι κι αυτή η θαλπωρή που σε παρακαλεί δευτεριάτικα, στα μέσα του Γενάρη, «μην βγεις έξω, κάνει παγωνιά. Κάτσε μαζί μου, σκεπάσου ως πάνω με το πάπλωμα κι αφήσου.». Δεν είναι η θαλπωρή. Είναι που θες να λυγίσεις μέσα στα σκεπάσματα, σαν έμβρυο, να κοιμηθείς, να μην σκέφτεσαι, να ζήσεις όσο περισσότερο γίνεται στον ύπνο σου και στα όνειρά σου. Να τα λέμε αυτά: πάντα σου άρεσε να κοιμάσαι, τώρα μάλλον το προτιμάς.


Είναι βέβαια και το άλλο. Που ξυπνούσες παλιότερα τις Δευτέρες καυλωμένος να κατακτήσεις τον κόσμο. Προχθές έγραψες στο… "τετράδιο νυχτός": "Μεγάλωσα – πολύ αργά για να πεθάνω νέος"

***
Ο πίνακας είναι του Mateja Petcovic

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Πρόσωπο του 2015: ο Μικρός Πρίγκηπας της Λέσβου


Στριμώχνονται πολλά πράγματα στο λευκό χαρτί, στη λευκή οθόνη έστω. Και πράγματα που θέλω ή πρέπει να ειπωθούν και κυρίως αυτά που δεν θέλω να πω. Ο «Βιβλιοθηκάριος» σε λίγες μέρες συμπληρώνει  7 χρόνια διαδικτυακής παρουσίας και 721 αναρτήσεις. Τι νόημα έχει να συνεχίσω να υπάρχω μέσα σε αυτόν; Ποιον αφορούν αυτά που γράφω; Εν τω μεταξύ η «κοινότητα» των ιστολόγων έχασε τον ενθουσιασμό ή την πίστη της, έχασε το ενδιαφέρον της αλληλεπίδρασης, έχασε τη συνοχή της. Νιώθω λίγο μόνος πια ιστολογικά. Πολιτικά το 2015 ήταν μια χρονιά πυκνή, έγιναν πολλά, διαψεύστηκαν προσδοκίες, επιβεβαιώθηκαν κριτικές, προδόθηκαν ελπίδες από την πρώτη φορά Αριστερά στο κυβερνητικό τιμόνι. Όλο ετούτο διέλυσε φιλίες σε φυσική και ψηφιακή μορφή…, ειπώθηκαν κουβέντες, έγιναν επιθέσεις, αμφισβητήθηκαν προθέσεις. Μια κοινότητα ανθρώπων που μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προσπάθησε, και σε πολλές περιπτώσεις το πέτυχε, να δώσει έναν αγώνα λόγου απέναντι στις πολιτικές των τελευταίων χρόνων, στη βία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και στις τακτικές των οπαδών του, βρίσκεται πια σπασμένη σε ποικίλα κομμάτια από ‘δω κι από ‘κει, πικραμένη, θυμωμένη, παραιτημένη, σαρκαστική.

Δεν καβαλήσαμε την ιστορία, δεν ξεσηκώσαμε, δεν ενθουσιάσαμε, δεν ενεργοποιήσαμε, δεν συστρατεύσαμε ή κι αν το κάναμε με αυτό το περιβόητο «ΟΧΙ» του δημοψηφίσματος γρήγορα το μετατρέψαμε σε μια μοιραία παραδοχή και στη στρέβλωση της ίδιας της πραγματικότητας που επέβαλε ο συμβιβασμός μας. Η παλιά μου φίλη η Κροτ στο τελευταίο της ποστ λέει πως ίσως να πρέπει να παίρνουμε τα πράγματα ελαφρύτερα, τον εαυτό μας λιγότερο στα σοβαρά κι έτσι να διορθώνουμε γρηγορότερα τα λάθη μας. Με θύμωσε πολλές φορές φέτος η καλή μας Κροτ, όπως τότε που προέτρεψε να πέφτει ξύλο στους Συριζαίους στις πορείες. Κι άλλοι πολλοί με θύμωσαν και ίσως τους θύμωσα, εννοώ διαδικτυακοί φίλοι και blogger. Χάλασαν φιλίες με κουβέντες κοφτερές.

Ευτυχώς δεν κατοικούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στα κόμματα. Συνεχίζω ωστόσο να νιώθω πως τα κόμματα είναι φυσικοί χώροι συλλογικότητας και μέμφομαι αυτούς που τα κρίνουν από την ασφάλεια της όποιας ιδιωτικότητάς τους. Καμιά φορά νιώθω πως σχεδόν δεν δικαιούνται να μιλούν σαν εξαπατημένες γκόμενες ή ανικανοποίητοι πελάτες του όποιου πολιτικού προϊόντος. Πικρή χρονιά το 2015 – ειπώθηκαν ή κρύφτηκαν πολλές κακίες. Υπήρξαν όμως και στιγμές τρυφερές, ανθρώπινες, φωτεινές. Γνώρισα ανθρώπους, έκανα φιλίες, διεκδίκησα στιγμές γαλήνης, διάβασα ενδιαφέροντα πράγματα, έπαιξα θέατρο και ήπια. Και ταξίδεψα. Το ταξίδι στη Βαρσοβία και το Άουσβιτς ακόμη με τροφοδοτεί με συγκίνηση και εικόνες. Κυρίως όμως γνώρισα ανθρώπους.

Συνήθως το τελευταίο ποστ της χρονιάς αναφέρεται με αυτή τη διάθεση της ανασκόπησης στο πρόσωπο της χρονιάς που φεύγει. Το 2009 ήταν η Ανεργία, το 2010 ο Χαμιντουλάν Νατζαφί, το 2011 ο Αχιλλέας Μ., το 2013 η ΕΡΤ, το 2014 το κορίτσι που μαζεύει βιβλία στη Γάζα. Η φετινή χρονιά είχε πολλά πρόσωπα: το μισητό πρόσωπο του Σόιμπλε, το φιλάρεσκο του Βαρουφάκη, το υπεροπτικό της Προέδρου της Βουλής, το αμφισβητούμενο του Τσίπρα, το τραγικό του Βαγγέλη Γιακουμάκη, το συγκλονιστικό του Αϊλάν, το φοβισμένο των κάπιταλ κοντρόλ, το αληθινό ευρωπαϊκό του Ντάισελμπλουμ, το αλληλέγγυο της Λέσβου, της Κω, της Καλύμνου, της Αθήνας, της Ειδομένης. Το πρόσωπο της τρομοκρατίας των τζιχαντιστών στο Παρίσι. Υπάρχει και ένα πρόσωπο πιο κοντινό, που με κυκλώνει χρόνο με το χρόνο, το βλέπω σε κοντινούς μου ανθρώπους: το πρόσωπο του καρκίνου.


Αν δεν υπήρχε αυτή η εικόνα, αν δεν την είχε σχολιάσει το «Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών» σε μια ανάρτησή του στο facebook, ίσως να επέλεγα ένα από τα πρόσωπα που προανέφερα. Όμως τώρα δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο. Πρόσωπο του 2015 ήταν ο Μικρός Πρίγκηπας της Λέσβου.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Ένας μικροαστός στολίζει το δέντρο


Είναι ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι, μια χαρτονένια μικρή εκκλησίτσα περίπου 40 χρόνων. Λίγο παράταιρη σε σχέση με όλα τα άλλα που κρέμονται στο δέντρο. Εκείνα λάμπουν με αυτή την εύθραυστη υπερβολή της νεότητάς τους, εκείνη είναι μόνο μια κυκλική λευκή κατασκευή από χαρτί, με πράσινο τρούλο και πράσινα παραθυράκια στο πλάι. Εδώ που τα λέμε όλο το δέντρο είναι μια σπουδή στο χρόνο: άλλα στολίδια του ’80 (κάποια λίγα ασημόχρωμα γυάλινα κουκουνάρια και δυο τσαρούχια στο χρώμα του μπρούτζου), άλλα του ’90, του ΄00 (είναι κάτι κόκκινες μπάλες που κρεμούσες στο εργένικο σπίτι σου στην Αλεξάνδρας) ή μετά από αυτό. Τώρα πια θα βρεις και κάποια που φτιάξαν τα παιδιά σου στο σχολείο με ζυμάρι ή πηλό. Θα θυμηθείς, την ώρα που τα σκορπάς στο δέντρο, άλλες χρονιές που τα κρεμούσες ή πότε τα πήρες κι από πού, πόσοι ήσασταν τότε ή που με άφατο πόνο τα αποκαθήλωνες πριν δυο χρόνια έχοντας μόλις μάθει πως ο καρκίνος χτύπησε την πόρτα και του δικού σου σπιτιού. Κι όλη αυτή η ιστορία να στολίσεις το δέντρο καταλαβαίνεις πως χρόνια τώρα δεν είναι η χαρά της γιορτής που ένιωθες σαν ήσουν παιδί, αλλά άλλη μια τελετή για να ξορκίσεις την απώλεια και τη φθορά, είναι για να πεις στον εαυτό σου πως «να, άλλη μια φορά στολίζουμε το δέντρο» όπως τότε που περίμενες τον Άγιο Βασίλη να φέρει όσα ποθούσες κι ας ήξερες πως δεν υπάρχουν Άγιοι Βασίληδες. Στολίζεις το δέντρο και είναι σαν να προσπαθείς άλλο ένα μαγικό που δεν σου βγαίνει, αλλά εσύ δεν θα σταματάς να το επιχειρείς.

Το Δεκέμβρη του ’08 σε σημάδεψε το καιόμενο δέντρο στο Σύνταγμα. Η Αθήνα φλεγόταν από την οργή της δολοφονίας του παιδιού από το μπάτσο κι εσύ φλεγόσουν που όλη αυτή η αμπαλαρισμένη γιορτινή ψευτιά του δημάρχου γινόταν στάχτη με αυτό τον πανέμορφο τρόπο του εμπρησμού. Και με οίηση χόρευες γύρω από τη φωτιά τραγουδώντας «κόβε πριονάκι μου κι η ώρα πλησιάζει, Χριστούγεννα ζυγώνουνε το αίμα μας και βράζει». Και είπες τότε πως τα πιο ωραία χριστουγεννιάτικα δέντρα είναι τα δέντρα που τους βάλαμε φωτιά.


Είναι ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι, μια χαρτονένια μικρή εκκλησίτσα περίπου 40 χρόνων. Παράταιρη μέσα στα άλλα στολίδια. Δεν θέλεις πια να την κάψεις, δεν θέλεις να καεί κι αυτή. Και την κρεμάς στην πιο περίοπτη θέση (νομίζεις), για να την βλέπουν όλοι. Ίσως να είσαι μικροαστός - αυτό δηλώνει μάλλον η ανάγκη σου αυτή. Γιατί οι επαναστάτες, όπως ξέρεις, καίνε τις ψευδαισθήσεις, δεν τις επιδεικνύουν.

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Φλυαρία


Είναι μια μαύρη γραμμή που αναβοσβήνει στην οθόνη μου. Μια κάθετη μικρή γραμμούλα μέσα στην κυριαρχία του λευκού κι αδημονεί. Έτσι μου ‘ρχεται να τη σκοτώσω.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

στη... θερινή σύναξη των Κατσαμακαίων


Μέσα στο χτήμα υπάρχει μια παλιά βερικοκιά. Είχα γράψει ένα κείμενο γι' αυτήν πριν ένα χρόνο. Προχθές βρεθήκαμε στο χτήμα τρεις γενιές Κατσαμακαίων. Έλειπαν κάμποσοι, αλλά παρόντες ήταν όσοι ήθελαν να είναι παρόντες. Μια λειτουργία μνήμης για τους νεκρούς σε ένα βυζαντινό ξωκκλήσι στους αγρούς πρωί Σαββάτου, κι ύστερα η γιορτή για τους ζωντανούς. Ιστορίες από τα παλιά, νέες γνωριμίες. Την ώρα του αποχωρισμού ένα λίγο μεγαλύτερης διάρκειας αγκάλιασμα, ένα κάπως "θυμάμαι" που ξέφευγε με ένα άγγιγμα και ένα αμήχανο ίσως "να το ξανακάνουμε". Αυτό που θα μπορούσε να δει κανείς παρακολουθώντας τους να αποχαιρετιούνται: μια ανυπόκριτη και μύχια συγκίνηση.

Μεγάλωσα σε μια μεγάλη οικογένεια. Ακόμα κι αν μεγαλώνοντας νιώθω πως εκείνη μικραίνει, τη θεωρώ και τη νιώθω πατρίδα μου, είναι τα παιδικά μου χρόνια και είναι ταυτότητά μου ότι κι αν πεις.

Μέσα στο χτήμα υπάρχει μια παλιά βερικοκιά. Είχα γράψει ένα κείμενο γι' αυτήν πριν ένα χρόνο. Ακόμη κι αν μεγάλωσα σε αυτό το χτήμα, ακόμη κι αν έφαγα τους καρπούς της, έμαθα προχθές πως η βερικοκιά δεν είναι μονάχα δικιά μου πατρίδα. Το χτήμα άνηκε παλιά στο Μιχάλη που το πούλησε στον ανιψιό του, τον πατέρα μου. Ένα καλοκαίρι, χρόνια πριν γεννηθώ εγώ, η γυναίκα του Μιχάλη, η Ντίνα, ανέβαινε από την πόλη με μια τσάπα στον ώμο να σκάψει το κέρινο. Κουβαλούσε μαζί της τον μάλλον απρόθυμο γιο της τον Τάκη που κουβαλούσε μαζί του ένα ραδιοφωνάκι. Γιατί ο Τάκης προτιμούσε να ξαπλώνει κάτω από τη βερικοκιά, να κόβει τα λαχταριστά της βερίκοκα και να χορεύει μόνος του τις μουσικές. Η μάνα του τέλειωνε το τσάπισμα κι επέστρεφαν στην πόλη. Προχθές ο Τάκης στάθηκε δίπλα στη βερικοκιά και την κοιτούσε για ώρα.





Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Όλα καλά;

Όχι ρε φίλε, δεν είναι όλα καλά. Για την ακρίβεια είναι όλα…. πονάω ρε φίλε, πονάω γιατί έμαθα πως θα χάσω ένα δικό μου άνθρωπο αργά ή γρήγορα (τι σημαίνει αργά;) από καρκίνο. Ναι, μην κάνεις πως δεν θες να ακούσεις τη λέξη. Όλοι την ξέρουν, όλοι έχουν χάσει έναν τουλάχιστον άνθρωπό τους από καρκίνο, όλοι την ψιθυρίζουν, είναι μια λέξη που αν την αποσιωπήσεις νομίζεις πως ξορκίζεις το κακό που κουβαλάει μέσα της, τον πόνο που... Βλακείες…

«Όλα καλά;» σου λένε, το σύνθημα που περιμένει το παρασύνθημα («όλα καλά», «το παλεύουμε»…) για να περάσεις δίπλα από τον άλλο, να τον προσπεράσεις. Στη δουλειά, στο δρόμο, στο σχολείο, στη γειτονιά, στο τηλέφωνο «όλα καλά;», «όλα καλά;», «όλα καλά;».

Καθόλου καλά ρε. Γι’ αυτόν που φεύγει -  το ξέρει δεν το ξέρει, το μάθει δεν το μάθει – που μετράει τις αυγές που θα ξημερώσουν γι’ αυτόν, που μετράει τις φορές που θα δει με τον εγγονό του μπάλα, που θα πει παραμύθι στις εγγονές του, που θα φάει το αγαπημένο του φαγητό και θα μουρμουρίσει το αγαπημένο του τραγούδι στο μπάνιο. Που μετράει το υπόλοιπο της ζωής και το βρίσκει λίγο.

Και για μας που μένουμε πίσω, καθόλου καλά. Ασυνήθιστη ιδέα η απουσία, εννοώ δεν μπορείς να τη συνηθίσεις, ιδιαίτερα αν ο άνθρωπός σου δεν ήταν περαστικός από τη ζωή. Τι μένει πίσω λοιπόν; Από έναν άνθρωπο που ερωτεύτηκε, δούλεψε, αφηγήθηκε παραμύθια, έπαιξε ποδόσφαιρο, αγωνίστηκε για το δίκιο του κόσμου, τι μένει; Λόγια παρηγοριάς; Μόνο λόγια;


Όχι φίλε μου, δεν είναι λοιπόν όλα καλά. Αν σου το πω θα φρενάρεις, θα σκοντάψεις πάνω σε αυτά που φέρνει η ζωή, θα μαυρίσει η ψυχή σου αν με αγαπάς, θα τρομάξεις έστω, αν απλά με ρώτησες γιατί δεν είχες κάτι άλλο να πεις. Αν σου το πω θα αργήσεις να πας στη δουλειά σου, ίσως να σου κάνουν παρατήρηση, ίσως να είσαι λίγο αφηρημένος ή κακόκεφος. Καλύτερα να μην στο πω. Θα το κρατήσω για μένα. Εξάλλου το ξέρεις πως κι εσύ θα χάσεις ή έχεις χάσει κάποιον που αγάπησες πολύ, έτσι είναι η ζωή: ένα ταξίδι στην απουσία. Όταν με ρωτάς λοιπόν «όλα καλά;» κι εγώ σου απαντώ «όλα καλά» να ξέρεις πως συμφωνούμε: την απουσία δεν θα την συνηθίσουμε ωστόσο ποτέ.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Ένα χρόνο μετά...



Πέρυσι, σαν σήμερα - 5 Ιουνίου -  είχα αναρτήσει εδώ ένα κείμενο με τίτλο "Άνεργος". Ελάχιστες μέρες πριν μας είχε ανακοινωθεί ξαφνικά η διακοπή της σύμβασης με την οποία εργαζόμαστε στη βιβλιοθήκη. Το πρόβλημα είχε προκύψει από την εφαρμογή ενός εκδικητικού νόμου της κυβέρνησης Παπαδήμου που "έβαζε χέρι" στα κληροδοτήματα των Πανεπιστημίων και επέβαλε όρους παράλογους στη διαχείρισή τους. Χρόνια τώρα  υπό αυτό το καθεστώς έχω συνηθίσει να δουλεύω  με διορία, να είμαι εργαζόμενος με αναστολή - όμως η αναγγελία ήταν ξαφνική, μόλις είχε ξεκινήσει μια καινούρια σύμβαση, νόμιζα πια πως θα έχω δουλειά για έναν ακόμη χρόνο.

Όσα ακολούθησαν εκείνη την αναγγελία μέχρι που το ζήτημα λύθηκε δεν θα μπορέσω ίσως να τα αφηγηθώ "δημόσια" - ήταν όμως ένα χρήσιμο μάθημα για μένα. Πάντα οι ακραίες συνθήκες βγάζουν την πραγματική ποιότητα των ανθρώπων στην επιφάνεια.

Δεν θα ξεχάσω την απελπισία εκείνων των ημερών. Ούτε τη μοναξιά που ένιωσα βλέποντας μια οικογένεια Ρώσων τουριστών να γελούν ευτυχισμένοι δίπλα μου. Το σημερινό σημείωμα δεν έχει σκοπό όμως να αναμοχλεύσει αυτά, αλλά έντιμα να πει ότι η αντίδραση όσων διάβασαν εκείνο το κείμενο εκείνες τις μέρες ήταν για μένα ένα πολύ σημαντικό στήριγμα και ένα γερό ανάχωμα στην απογοήτευση.

Και ήθελα κάπως να τους ευχαριστήσω γι' αυτό ένα χρόνο μετά.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Αφήγηση


 Τελικά τι έχει περισσότερο ενδιαφέρον; Πώς θα ζήσεις τη ζωή σου ή πώς θα την αφηγηθείς; Μια ζωή ωραία αφηγημένη είναι μια ενδιαφέρουσα ζωή- κι ας μην είναι δική σου, ή έστω αυτή που ζεις, αλλά αυτή που φαντάστηκες ή αυτή που επέλεξες να αφηγηθείς. Όπως στα παραμύθια, που επιλέγουν εκείνα πού θα τελειώσουν, αφήνοντας για το τέλος αυτό το πλάνο καλόπιασμα πως εμείς ζήσαμε καλύτερα.

Νομίζω πάντως πως πιο ενδιαφέρον είναι να ζούμε τη ζωή μας σαν μια αφήγηση, μια καλογραμμένη ιστορία ενός ανθρώπου που γεννήθηκε πριν 39 χρόνια στην...
***
ο πίνακας είναι του Νίκου Αγγελίδη

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Αχ αυτή η πόλη

σφραγίδα σε σχολικό βιβλίο του 1946

Αχ αυτή η πόλη. Οι υπόγειες διαδρομές της. Η χειμωνιάτικη μοναξιά της. Όμορφη πόλη, αληθινή δηλαδή. Γυμνή. Έχει συνηθίσει να ζει με τις πληγές της. Τρίτη απόγευμα περιφέρομαι στην πλατεία Κοτζιά. Το παζάρι βιβλίου πνιγμένο στον κόσμο. Χιλιάδες βιβλία σε χαμηλές τιμές, βλέμματα και χέρια ψάχνουν, πρώτη κίνηση γυρίζουν το βιβλίο ανάποδα, κοιτούν την τιμή, ύστερα ενδιαφέρονται για το περιεχόμενο. Υπάρχει μια χυδαία ασέβεια σε αυτή την διαδικασία, μια βίαιη αδιακρισία: τα βιβλία είναι φτηνά, δεν αξίζουν το θαυμασμό, τα γδύνουν, ζουλάνε το σώμα τους, κοιτούν τα δόντια τους κι ύστερα τα πετούν σε ένα καλάθι ή στη θέση τους πίσω. Δεν αγαπήσαμε ποτέ τα βιβλία, την ανάγνωση αγαπήσαμε, σκέφτομαι. Δίκαιο κι άδικο όλο ετούτο. Χιλιάδες βιβλία: την αξία τους την πολλαπλασιάζει το πλήθος ή την υπονομεύει; Η περιδιάβασή μου τελειώνει, αγοράζω τρία, η μέρα έξω έχει κάτσει βαριά πάνω από την πόλη, σαν στομαχόπονος.

Αχ αυτή η πόλη. Οι υπόγειες διαδρομές της γίνονται μέσα μας. Τρίτη βράδυ. Το σπίτι μας ετοιμάζεται να πέσει για ύπνο. Κλείνω τα παντζούρια. Η τελευταία εικόνα της μέρας είναι η ίδια πάντα αυτό τον καιρό: παγωμένη νύχτα, κάθετη. Ο δρόμος άδειος έξω, δεν κυκλοφορεί κανείς. Μονάχα το πορτοκαλί φως της λάμπας στην κολόνα σαν πλάγιος προβολέας κοιτάει το σκηνικό. Ναι είναι αυτό ακριβώς: ένα σκηνικό. Η πόλη αυτή είναι μια θεατρική παράσταση. Στη σκηνή στέκουν αμίλητοι και ακίνητοι σαν τα στρατιωτάκια των παιδικών μας παιχνιδιών οι ηθοποιοί. Εσύ έχεις έρθει να παρακολουθήσεις την παράσταση φίλε μου ανυποψίαστος. Σιγά-σιγά σου προκαλεί απορία, αδημονία, εκνευρισμό αυτή η ανυπαρξία, θαρρείς πως το σκηνικό του δρόμου είναι πιο ενεργό από τους ανθρώπους, κινείται, μιλάει με μια μέσα φωνή, οι άνθρωποι θαρρείς πως έγιναν το σκηνικό, το έργο το παίζει η πόλη, η πόλη είναι ο ρόλος και οι ηθοποιοί. Όπως και να είναι οι περισσότεροι δεν αντέχουν αυτή την παράσταση κι αποχωρούν οργισμένοι. Εσύ επιμένεις. Κι αρχίζεις να νικάς σιγά-σιγά. Όλο και κάποιος ηθοποιός στη σκηνή κουνιέται, κουράζεται, πεινάει, αποχωρεί, πάει για κατούρημα. Είναι ξεκάθαρο σε σένα πια. Το έργο είναι η μάχη του ηθοποιού με το θεατή, της σκηνής με την πλατεία. Το τέλος ίσως να δείξει πως εξαρχής εσύ, ο θεατής, ήσουν ο ήρωας του έργου, το έργο είναι ο θεατής που επέμενε να ακούει και να κοιτάει τη σκηνή να στέκει ακίνητη μια παγωμένη νύχτα του χειμώνα, τις αμέτρητες παγωμένες νύχτες του χειμώνα, ο χειμώνας είναι μια εποχή, η εποχή μας. Τελικά ποτέ δεν αγαπήσαμε αυτή την πόλη. Τη ζωή μας σε αυτήν αγαπήσαμε, σκέφτεσαι. Κλείνεις το φως και πας να ξαπλώσεις.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Ένα κουβάρι κείμενο



Είμαι ένα γατούλης- γκρίζος και μικροκαμωμένος - βγαίνω από τις γιορτές των Χριστουγέννων με ένα κουβάρι κλωστές ανάμεσα στα πόδια μου μπερδεμένες κλωστές κομμένες ιστορίες δεμένες ζωές η μία με την άλλη με κόμπους χοντρούς και ξέφτια παίζω με το κουβάρι μου είναι πολύ διασκεδαστικό το παιχνίδι μου αυτό όταν δεν γράφω ανοίγω τα παράθυρά μου ή μεταμορφώνομαι σε χελώνα που βγάζει τα πόδια και το κεφάλι της έξω και προχωράω ανάμεσα στις ζωές των ανθρώπων και πάνω τους κοπανάω και γδέρνω τις ιστορίες τους και πάνω μου τις κουβαλώ είμαι ένας γατούλης με ροζ πατουσάκια με τα νύχια μου αρπάζω το κουβάρι των ανθρώπων και το πετώ από 'δω κι από 'κει είμαι ένα κουβάρι ιστορίες μυστικά ηδονές κι αδιέξοδα και κάποιος γατούλης - γκρίζος και μικροκαμωμένος - παίζει μαζί μου το θεό.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Όταν πωλείται το Παρόν


Υπάρχει κάπου ένα χωριό μέσα στη νύχτα (τη μαύρη νύχτα που δεν μοιράζεται ούτε με τη σιωπή την επικράτειά της). Ας πούμε πως είναι ένα ορεινό χωριό της Νότιας Κυνουρίας και πως το λένε «Πηγάδι». Πως είναι ένα χωριό που δεν περνάς για να πας κάπου αλλού (ας πούμε στην άκρη της νύχτας), δεν είναι πέρασμα, είναι προορισμός – αν είναι. Στο Πηγάδι πεζοπορήσαμε ανάμεσα στις ριπές των τριζονιών ένα βράδυ του Αυγούστου.

Κάποια στιγμή ανταμώσαμε μια ταμπέλα έξω από ένα σπίτι κλειστό: «Πωλείται το Παρόν». «Τι είναι το παρόν μπαμπά;» με ρώτησε ο γιος μου. Προσπάθησα πάλι τρομαγμένος να αποφύγω την απάντηση. Του απάντησα πως το «παρόν» είναι ένα ακατοίκητο σπίτι. Πώς να του πω πως το «παρόν» είναι αυτό που πουλάμε όταν χρεοκοπεί το «μέλλον» μας;

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Ένα παιδί που κλαίει

Μέρες στριμωγμένες σαν και αυτή…

(κρατώντας στο χέρι μια ομπρέλα σε μια αποτρόπαια αναμονή θανάτου που τρίβει μέσα μου με λύσσα το χρόνο με μια βούρτσα συρμάτινη παλεύοντας απεγνωσμένα να τον καθαρίσει από την απελπισία και την οργή και βλέμμα που ψάχνει στα τυφλά ματώνει σε κοφτερές γωνίες κάτι να βρει να βάλει στο στόμα του ένα λουλούδι ίσως που να φέρνει την άνοιξη και με ένα παλιό κέντημα στο παιδικό δωμάτιο ένα παιδί που κλαίει μέσα μου και απέναντί μου)



… θα ήθελα να καβαλήσω το μηχανάκι των εφηβικών μου χρόνων και να φύγω. Να πάω στο ρημάδι του Γιώργου του κουτού, στα περιβόλια γύρω από το πατρικό μου σπίτι , στο παλιό στρατόπεδο, στον Μάη Θανάση. Να ξαπλώσω στο χορτάρι και να κοιτάω στον ουρανό τα σύννεφα που τρέχουν.

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Τα χρόνια μιας καλοκαιρινής μέρας.

Το «μεγαλώνω» είναι σχετική έννοια, άσχετη βέβαια με το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι καθώς φορτώνονται χρόνια ζωής, ξεφορτώνουν ωριμότητα. Συνειδητοποίησα φέτος πως όσο μεγαλώνω, τόσο λιγοστεύουν τα πράγματα της ζωής μου. Ας πούμε, γίνονται συντομότερες οι αποστάσεις, κρύβονται τα τοπία, πεθαίνουν οι άνθρωποι, κονταίνουν τα βουνά, μικραίνουν τα καλοκαίρια ως και οι μέρες τους ακόμη. Μερικές φορές κι αυτοί που θαύμασα μικρός, τώρα χάνουν τη λάμψη τους και δείχνουν λίγοι. Επομένως δεν είναι ότι μεγαλώνω, ή μάλλον εγώ μεγαλώνω επειδή οι σχέσεις που όριζαν το ύψος μου όταν ήμουν νεώτερος τώρα ορίζονται από μένα. Άθελά μας γινόμαστε εμείς οι μονάδες μέτρησης- και αυτό λογικά είναι καλό.


Τέλος πάντων για μια ακόμη φορά προσπαθώ (ανεπιτυχώς) να διαμορφώσω μια σειρά από σκέψεις, να συσκευάσω σ’ αυτές μια σειρά συναισθήματα, κυρίως στενάχωρα. Αν το σκεφτείς, τα στενάχωρα (λάθη, κακίες, τύψεις και τραύματα) διαρκούν περισσότερο στη μνήμη από τα ευρύχωρα της ζωής μας. Δυσκολεύομαι ωστόσο να είμαι τόσο αφαιρετικός ώστε να πετύχω το στόχο της γενίκευσης.

Δες ας πούμε τα εξής παραδείγματα:

***
Όταν ήμουν πιτσιρίκος χάζευα με τις ώρες τα μυρμήγκια που πήγαιναν και έρχονταν φορτωμένα την αποστολή τους, και αυτό ήταν μια πολύ σημαντική ασχολία. Φέτος καθώς το βλέμμα μου τα συναντούσε που πήγαινα και ερχόμουν στη θάλασσα, σκέφτηκα πόσο πληκτική και καταναγκαστική είναι η ζωή των μυρμηγκιών, επαναλαμβανόμενη και εμμονική, αφιερωμένη αποκλειστικά στη συγκέντρωση της τροφής. Καθώς τα συναντούσα πολλές φορές μέσα στη μέρα έκανα την ίδια σκέψη συνέχεια. Στο τέλος είχα γίνει και εγώ μυρμήγκι που κουβαλούσα την εμμονή μου – για να τραφώ κάποια στιγμή του χειμώνα με αυτήν.


***
Στις λίγες αυτές μέρες του αυγουστιάτικου παραθερισμού μας επαναλάμβανα κάθε πρωί μια αυτοσχέδια τελετή εξαγνισμού. Λίγο υπερβολικός ο όρος για να πω πως ξυπνούσα πρώτος νωρίς, πριν αρχίσουν τα τζιτζίκια τα καυλωμένα γλέντια τους, έφευγα μόνος με το βιβλίο στα χέρια και την πετσέτα στους ώμους, περνούσα το χτήμα με τις ελιές και τα μυρμήγκια και ξάπλωνα σχεδόν γυμνός στο κρύο μπλε της θάλασσας. Κι ύστερα, για καμιά ώρα πάλευα με το χάδι του ήλιου που ολοένα δυνάμωνε.

Θα με καταλάβεις αν σου πω πως αυτό ήταν μια συμπύκνωση όλων των καλοκαιριών τα ζωής μου, που την είχα ανάγκη προκειμένου να τα διασώσω; Που ξόρκιζε το μέγεθός τους μέσα μου;

***
Θα σε διαβεβαιώσω λοιπόν, με κίνδυνο να γίνω επικίνδυνα σαφής (και αυτοαναφορικός επομένως), πώς έδωσα φέτος ένα ισχυρό χτύπημα στο χειμώνα που θα ‘ρθει και θα δοκιμάσει πάλι μέσα και έξω μου τα μεγέθη που λέγαμε στην αρχή: αγόρασα στο γιο μου πολλά Μίκυ Μάους. Τα διάβαζε ο μπαγάσας, τα «ρούφαγε» απίστευτες ώρες. Κάποια μεσημέρια δεν κοιμήθηκε διαβάζοντάς τα. Και τον μάλωσα βεβαίως. Κατά πως έκανε κάποτε και ο πατέρας μου. Και του ‘λεγα: «κοιμήσου. Πώς θα μεγαλώσεις αν δεν κοιμηθείς;»


***
Οι φωτογραφίες είναι από τα Πούλιθρα. Ο Ραφαηλίδης επαναλάμβανε στο βιβλίο του ("Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού". Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) τον Ηράκλειτο. Προσπάθησα να αποτυπώσω τη φράση του «ΠΟΤΑΜΩ ΓΑΡ ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΕΜΒΗΝΑΙ ΔΙΣ ΤΩ ΑΥΤΩ»