Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλένοντας τα πιάτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλένοντας τα πιάτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Πλένοντας τα πιάτα της Κυριακής


Ξέρεις ξέρω πόσο πολύ ξοδεύω για το λίγο – δεν είναι η πρώτη φορά που αναρωτιέμαι αν αξίζει. Δεν βοηθάει κι ο καιρός. Ποτέ δεν με βοήθησε. Αυτά τα κρύα απογεύματα, τα συννεφιασμένα, είναι η ανάσα μου που δυσκολεύεται. Αν δεν ήμουν άνθρωπος, θα ήμουν ένα τέτοιο απόγευμα. Χωρίς πολύ κόσμο, μόνο με λίγους διαβάτες στους δρόμους, σκυμμένους προς τα μέσα τους και με αυτό το κάτι που πάντα περισσεύει ή πάντα λείπει – ποτέ δεν μπόρεσα να διαχωρίσω αυτές τις δύο καταστάσεις, ίσως γιατί ό,τι περισσεύει από κάπου λείπει. Αυτό το ξόδεμα λοιπόν στα «δημόσια πράγματα» δεν είναι ελπιδοφόρο, αναγκαίο ίσως, αλλά ελπιδοφόρο όχι. Πολύ το λίγο των ανθρώπων αυτή την εποχή και δεν ξέρω ποιος κάνει ταμείο με αυτό που λείπει. Πάντως όχι εγώ.

Χθες το απόγευμα σκεφτόμουν πλένοντας τα πιάτα της Κυριακής πόσο θα ήθελα να ταξιδέψω στη Χιλή. Να υπάρχει τελικά η άλλη άκρη της γης, είναι μια μπάλα δεμένη στα πόδια μας αυτός ο πλανήτης ή μήπως φτάνοντας στην άκρη του ωκεανού θα χαθούμε στην άβυσσο; Θα ‘θελα να πιω κρασί στους δρόμους του Σαντιάγο, να με γράψει κάποιος στον τοίχο μιας λαϊκής γειτονιάς, ας πούμε να μείνω εκεί σαν ένα σύνθημα ή σαν ποίημα του Νερούντα «θέλω να κάνω μαζί σου αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές». Κατοικούμε στους τόπους των βιβλίων που αγαπήσαμε, όμως πόσο θα ήθελα να τους δω, να μυρίσω τις μυρωδιές τους, να γευτώ τις γεύσεις τους, να ερωτευτώ τους ανθρώπους τους, να ‘μαι εγώ το λίγο κι εκείνοι το πολύ μέσα στο οποίο θα χαθώ ψάχνοντας. Να ‘μαι εγώ αυτό που λείπει κι εκείνοι αυτό που περισσεύει.


Ακόμη κι η γραφή γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, δεν τολμά να δραπετεύσει, να φύγει χωρίς επιστροφή. Οι σκέψεις σαν το κύμα επαναλαμβάνονται, χτυπούν την ίδια παραλία ξανά και ξανά, σαν να μην ξέρουν πως θα το κάνουν αιώνια, σαν να μην θυμούνται πως πάντα αυτό έκαναν. Βαρετή αυτή η επιμονή.

***
ο πίνακας είναι του Gonzalo Cienfuegos