Ξέρω
Ανθρώπους που το θάνατο του αγαπημένου κάνανε
Απέραντη σιωπή
Απουσιάζοντας έκτοτε οι ίδιοι απ' τη ζωή
Χωρίς σκιά
Με περπάτημα κάπως μετέωρο
Και προορισμό ασαφή
Σαν να πηγαίνουν μέσα τους σε αδιαπέραστα σκοτάδια και σπηλιές που γδέρνουν και ματώνουν τους πενθούντες.
Ξέρω ζωντανούς που είναι νεκροί
Νεκρούς που τρώνε στο τραπέζι
Και υψώνουν ένα ποτήρι κρασί
Κι ύστερα το χύνουν στη γη
Κι ανθίζει ένα ματωμένο δειλινό
Πού στέκει εκκρεμές για καιρό
Μέχρι να καταρρεύσει απότομα
Κι αθόρυβα
Σαν το φτερούγισμα της πεταλούδας.
Ξέρω τον ιστό της λησμονιάς
Πού σαν λουλούδι ανθίζει
Στις γωνιές των ετοιμόρροπων σπιτιών
Στα κρυμμένα γράμματα των νέων που γέρασαν
Στις τεράστιες πλατείες των παιδικών μας χρόνων
Στα στήθη των ναών που γδύθηκαν
Των σεντονιών τη σκέπη
Ύπουλο πράγμα ο θάνατος:
Μια αράχνη που σε καρφώνει
όταν εσύ αποφασίσεις να ελευθερωθείς
***
Ο πίνακας είναι του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη
