Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

δεκαέξι φεβρουαρίου δύο χιλιάδες εικοσιένα


Τυλίχτηκε με τη σιωπή όπως έκανε όταν ήταν παιδί, το σώμα του άρχισε να λιώνει, να παραδίδεται ράθυμα στου ύπνου τα προϋπαντήματα ή του θανάτου, μόνο τα μάτια του επέμεναν να κοιτούν απ' τα ανοιχτό παράθυρο το χιόνι να πέφτει ασταμάτητα, σαν ακούραστες μπαλαρίνες να πέφτει σε μπαλέτο σιωπηλό, απόκοσμα άηχο, το χιόνι να σβήνει κάθε του κόσμου χνάρι, κάθε χρώμα να σβήνει και να κυριαρχεί σίγουρο για τον εαυτό του, χωρίς αγωνία επίμονο, χωρίς βιασύνη. Κι ύστερα μέσα του να πέφτει βρίσκοντας ανοιχτά τα μάτια του ορθάνοιχτα, όλο και πιο μέσα του να μπαίνει το χιόνι σβήνοντας σαν μια τεράστια γομολάστιχα κάθε του χνάρι, κάθε σκιά από αυτές που αφήνουν τα λάθη, τα πάθη και οι απουσίες της ζωής μας.