Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλληλογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλληλογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

5η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Αγαπητέ Νίκο,

μερικές φορές εντός μου εμφανίζονται ρωγμές κι αφήνουν να βγει ή να μπει το φως ή το σκοτάδι των πραγμάτων, των σχέσεων, των σκέψεων. Μπερδεύομαι όταν συμβαίνει αυτό, άτσαλα συνδέω πράγματα, επανατοποθετώ τον κόσμο σε μια δική μου κανονικότητα - διόλου συμβατή με την κανονική κανονικότητα.

Έχουμε καιρό να μιλήσουμε, το ξέρεις όμως πως κι αυτή η καρτ-ποστάλ δεν είναι κανονική συνομιλία. Είναι βέβαια αυτό που συνήθως ήταν παλιά μια καρτ-ποστάλ, ένα περίπου "είμαι εδώ", "υγιαίνω, το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς".

Χθες το βράδυ φίλε σε σκέφτηκα, σε θυμήθηκα. Άκουγα την Εαρινή Συμφωνία του Ρίτσου μελοποιημένη από το Μαρκόπουλο, αυτό το "άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε" (απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε). Κι άνοιξε μέσα μου μια ρωγμή, που προφανώς ήθελε να ανοίξει. Να δες: λέει κάπου "Αγαπούμε τη γη, τους ανθρώπους και τα ζώα, τα ερπετά, τον ουρανό και τα έντομα" κι εγώ ξαναθυμήθηκα τα λόγια του κου Γουέμπ στη Μικρή μας πόλη του Θόρντον Γουάϊλντερ, που λέει "όμως εδώ πρέπει να σας πω πως έχουμε κι εμείς ορισμένα πράγματα που τα χαιρόμαστε με το δικό μας τρόπο. Μας αρέσει ο ήλιος όταν βγαίνει το πρωί απ' τα βουνά. Κι όλοι μας προσέχουμε τα πουλιά, τα παρακολουθούμε πολύ. Και τα δέντρα και τα λουλούδια". Κι είναι παράξενο, γιατί έβαλα το τραγούδι να παίξει και να ξαναπαίξει και για κάποιο λόγο θυμήθηκα το "My lady d'Arbnaville" του Cat Stevens και σκέφτηκα πως αυτά τα τραγούδια συνδέονται με κάποιον τρόπο, πως τα ηχοχρώματα κάπως μπερδεύονται, πως μέσα στο ένα ακούς το άλλο. 

Είχες σηκώσει λοιπόν κάποια στιγμή στο blog σου ένα βίντεο μιας χειμωνιάτικης ή ανοιξιάτικης (πάντως όχι καλοκαιρινής) θάλασσας αφηνιασμένης,  ξαναμμένης αφήνοντάς μας να την παρακολουθούμε για κάποια λεπτά με τα δικά σου μάτια κι ήταν τότε σαν να μπαίναμε εμείς στις ρωγμές σου. Είναι ωραίες οι ρωγμές των ανθρώπων. Γι' αυτό σε θυμήθηκα πάλι φίλε. Αναπολώντας τις ρωγμές σου.

Γεια σου φίλε!

Γιώργος


Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Δεύτερη καρτ-ποστάλ στην Krotkaya


Αγαπητή Μαρίνα,

έλαβα την κάρτα σου και σε ευχαριστώ - την ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα, να ξέρεις, κυρίως γιατί διαπιστώνεις πόσο ευάλωτοι είμαστε κι οι δυο στο θαύμα! 

Δες τώρα τη δική μου: η μπροστινή όψη είναι ο πατέρας μου. Πριν λίγες μέρες τον κατέγραψα να λέει αυτό το παραμύθι για το γέρο και τη γριά που είχαν ένα γουρούνι. Τον θυμάμαι από πιτσιρίκος να μου το αφηγείται με αυτό τον παράξενο, γρήγορο κι αλλόκοτο τρόπο. Τον ρώτησα τι είδους ιδιωματισμούς έχει και μου είπε πως είναι ένα παραμύθι που έλεγε με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ένας ψευδός ξυλουργός όταν ήταν μικροί αυτός και τα αδέλφια του. Τόσα χρόνια δηλαδή μου έλεγε το παραμύθι του ψευδού ξυλουργού κι εγώ μαγευόμουν με την παράξενη γλώσσα και το παιχνίδισμά της. Ύστερα, αν το σκεφτείς, μπορεί αυτός ο ξυλουργός να μην άφησε και πολλά πράγματα πίσω του στο χρόνο, κανά τραπέζι που να στέκει ακόμη ίσως, κανά παιδί, κι αυτήν εδώ τη λαλιά την παράδοξη σε ένα παραμύθι.

Να, και τώρα γύρνα την κάρτα από την πίσω πλευρά, εκεί που γράφουμε τα νέα μας. Σήμερα λοιπόν ανέβηκα στο πατάρι που είχε λογγώσει από τις αναμνήσεις και τα πράγματα που δεν ξέρουμε πού να τα βάλουμε, αλλά δεν θέλουμε να τα πετάξουμε. Οι ήσυχες μέρες του Αυγούστου βολεύουν για κάτι τέτοιες δουλειές όταν δεν αναζητάς το άλλοθι του θαύματος στο περιγιάλι το ξανθό... Μην στα πολυλογώ, δυο μέρες μου πήρε η ταξιθέτηση, με τις αναγκαίες αποσύρσεις. Μια κούτα οι αναμνήσεις μου (ραβασάκια, σημειώματα, ποιήματα, γράμματα, κάρτες, εξοδόχαρτα, εργασίες, τηλεφωνικοί κατάλογοι, θραύσματα από δουλειές, λίγος από το σοβά των προσφυγικών της Αλεξάνδρας που έμενα 9 χρόνια, κ.α.), μια κούτα οι αναμνήσεις της (γράμματα, διακηρύξεις, ψηφοδέλτια, μια συλλογή με διαφημίσεις τσιγάρων, σκίτσα, ζωγραφιές, ραβασάκια, οι καταλήψεις του '90-'91, Leeds κ.α.). Κι ύστερα η κούτα των παιδιών (ζωγραφιές, λίγα τετράδια, τα πρώτα ρούχα τους, τα πρώτα παιχνίδια τους), και μετά οι κούτες με τα κόμικ (Βαβέλ, Λούκυ Λουκ, Αστερίξ, Μίκυ Μάους) και μετά τα χριστουγεννιάτικα, τα αποκριάτικα και κάποια παιχνίδια, Ένας μικρός θησαυρός, που καθώς πάλευα να τον φέρω βόλτα, να τον εντάξω σε ένα φάκελο, μια περίοδο, μια εποχή, μια σχέση χανόμουν. Και ξέρεις, κάποια στιγμή γύρισα και της είπα πως ήμασταν φλύαροι τα πρώτα 20-25 χρόνια μας. Εκατοντάδες σελίδες, ανακοινώσεις, λυρικές εξάρσεις, εκμυστηρεύσεις, δεκάδες γράμματα... κι αν έχουμε πετάξει εν τω μεταξύ ένα σωρό. Η πλάκα είναι πως τα θυμόμουν όλα, πότε τα έγραψα, πότε μου τα έδωσαν, πότε προέκυψαν στη ζωή μου. Τώρα πια είναι όλα ταξιθετημένα στα κουτιά τους, με τις ετικέτες τους, καλά οργανωμένα.

Είμαι σίγουρος: καταλαβαίνεις πως η μπροστινή και η πίσω όψη αυτής της κάρτας δεν απέχουν μεταξύ τους πολύ. Πια δεν με απασχολεί η ταυτότητα, αλλά ο χρόνος. Η φετινή χρονιά με κέρασε μια σπουδαία απώλεια κι όλα τα δεδομένα μου με κάποιο παράξενο τρόπο με γκρεμίζουν. Τι αφήνουμε πίσω μας, σε τι ξοδευόμαστε, πόσο μπλε μπορεί να χωρέσει η ψυχή μας. Να μπορούσαμε έστω να είμαστε μια μικρή παραφωνία, ένας ιδιωματικός τρόπος να αφηγηθεί κανείς το παραμύθι της ζωής...

Σε φιλώ,

Γιώργος

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Καρτ-ποστάλ με χαρταετούς


Να ξέρεις. Θα μου λείψει πολύ που δεν θα ξαναφτιάξουμε χαρταετό μαζί. Είναι παράξενο που δεν έμαθα τόσα χρόνια δίπλα σου να φτιάχνω, αλλά διάλεγα τα χρώματα και σχεδίαζα τα σχήματα κι ύστερα εσύ έφτιαχνες το σκελετό και τέντωνες τις πετονιές και κόβαμε τις κόλλες το χαρτί με τα μαθηματικά των ουρανών και λωρίδες τα πολύχρωμα στολίδια της ουράς. Και ανήμερα την Καθαρά Δευτέρα βγαίναμε περήφανοι στο δρόμο που είχαμε το δικό μας χαρταετό και παίρναμε τα βουνά να τον πετάξουμε. Θυμώνω με μένα  ξέρεις. Που δεν έμαθα.

Γιώργος

***
Ο πίνακας είναι του Σπ. Βασιλείου

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

4η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Αγαπητέ Νίκο,

Έχω ένα χρόνο να σου γράψω, αν και εν τω μεταξύ συναντηθήκαμε, χωρίς και πάλι να πούμε πολλά. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος αν έχω πολλά που αξίζει να πω, αν τα πολλά αξίζει να λέγονται – καταλαβαίνεις τώρα.




Αυτή η χρονιά ήταν πυκνή για όλους μας, λέω να την αραιώσω λίγο. Σαν να φτιάχνω βυσσινάδα. Φέτος έφτιαξα βύσσινο γλυκό και λικέρ λοιπόν. Κάθισα ένα ολόκληρο πρωινό στη βεράντα, φορώντας μόνο ένα σώβρακο για να μην λερωθώ και τυλιγμένος με σκισμένες νάυλον σακούλες που γέμισαν κόκκινους χυμούς. Σαν ημίγυμνος χασάπης ήμουν (που έχει ελαφρώς παχύνει) - αρκετά γελοία εικόνα φαντάζομαι. Με μια φουρκέτα αφαιρούσα το κουκούτσι από τα εκατοντάδες μικροσκοπικά βυσσινάκια κουτσομπολεύοντας με τη μάνα για συγγενείς και φίλους. Τώρα το ψυγείο μου έχει 5-6 βάζα με μικρές γλυκές εκρήξεις για ώρες ανάγκης. Μην ξεχάσεις να μου πεις, αν πράγματι θες να σου στείλω.




Ήθελα χρόνια να περπατήσω στο νεκρό σταθμό του τραίνου στην Τρίπολη, και φέτος το έκανα. Μείναμε ένα βράδυ εκεί και αργά το απόγευμα ξέφυγα από τους υπόλοιπους και άρχισα να περπατάω στις σκουριασμένες ράγες του, χαζεύοντας τους λιγοστούς συρμούς (μεταφοράς προϊόντων κυρίως) που ήταν παροπλισμένοι και ακίνητοι τριγύρω. Όλη αυτή η ακινησία άφηνε στα φαντάσματα των παιδικών μου χρόνων χώρο να κινηθούν: ο κυρ Αντρέας σήκωνε το πράσινο στρογγυλό σήμα που κρατούσε στο χέρι και τα τραίνα ξεκινούσαν, η Βούλα με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε να τον δούμε, οι άλλοι σιδηροδρομικοί με χαιρετούσαν χαϊδεύοντας και μπερδεύοντας τα μαλλιά μου, γυναίκες και άντρες έμπαιναν διστακτικοί κι έβγαιναν βιαστικοί από τραίνα που σφύριζαν. Με πονάει αυτή η χώρα που σκοτώνει τα τραίνα Νίκο. Και που οι σιδηροδρομικοί που με χαιρετούσαν γελαστοί πια δεν υπάρχουν – κι αυτό με πονάει. Φαίνεται πως η ωρίμανση είναι μια αναγκαστική συγκατοίκηση με τον πόνο.




Είδες Νίκο τη φωτογραφία του Aylan που ξάπλωσε δίπλα στο κύμα νεκρός. Λένε διάφορα διάφοροι για το «κύμα των προσφύγων» - ότι θα χάσουμε την καθαρότητά μας εμείς οι Ευρωπαίοι. Ξέρεις δα πόσο και πώς στο παρελθόν μας έχει απασχολήσει αυτό το θέμα της καθαρής μας φύσης και της ταυτότητας μας στα στρατόπεδα εξόντωσης των ναζί. Αν μας μολύνουν όλοι αυτοί οι ξένοι θα χάσουμε λένε την ταυτότητα μας, μην πω και την ποιότητά μας σαν άνθρωποι, σαν κοινωνίες, σαν έθνη. Κάποιοι ενοχλούνται από τη φωτογραφία του νεκρού παιδιού, αναρωτιούνται ποιο μάτι εστίασε, επέλεξε τη στιγμή του κλικ σε μια φωτογραφική μηχανή. Γι’ αυτούς δεν χρειάζεται η εικόνα της φρίκης, οι συνέπειες των πράξεων και των παραλήψεών μας δεν πρέπει να οπτικοποιούνται και να διαμοιράζονται. Αρκεί να ξέρουμε πως πεθαίνουν παιδιά, δεν χρειάζεται να τα βλέπουμε νεκρά λένε.



Τα δικά μου παιδιά κάνανε μπάνια φέτος Νίκο. Ο μεγάλος πήγαινε για ψαροντούφεκο με τον παππού του και η μικρή έφτιαχνε παλάτια στην άμμο με τα κουβαδάκια της. Η ίδια θάλασσα που έπνιξε τον Aylan δρόσισε τα δικά μου παιδιά. Ύστερα πήγαμε οικογενειακώς στα Κύθηρα, κοντά σου δηλαδή! Ήπιαμε μοχίτα στο μπαράκι του Ηρακλή και της Αφροδίτης, ο μεγάλος κόλλησε με μια αγοροπαρέα, έπαιζαν με τα κύματα, πήγαιναν βόλτες κι έπαιζαν χαρτιά συνέχεια – φαινόταν να μην μας έχει ανάγκη, ερχόταν στο σπίτι μόνο για ύπνο (και τουαλέτα). Η μικρή μας θα πάει στην πρώτη δημοτικού σε λίγες μέρες ξέρεις. Ε, αυτά με τα παιδιά. Νομίζω πως είναι ευτυχισμένα. Ανησυχώ όμως, μήπως πρέπει να αφήσουμε όλα αυτά τα συλλογικά και κινηματικά που κάνουμε αυτά τα χρόνια, και στραφούμε απόλυτα στα παιδιά μας. Μήπως για να αντέξουν σε όσα έρθουν, πρέπει να τα δυναμώσουμε με κάθε τρόπο και μέσο – μήπως δεν αρκούν τα ευτυχισμένα παιδικά τους χρόνια για να επιβιώσουν σε αυτή τη χώρα. Μήπως δεν κάναμε και πολλά με τη συλλογική μας δράση...



Τι ήταν αυτό που έγινε με το ΣΥΡΙΖΑ ρε Νίκο; Πόσο επιχαίρουν «πιο» αριστεροί μου φίλοι που δικαιώθηκε η αμφισβήτηση και η αμφιβολία τους. Μήπως είμαστε κοντά στην ανατροπή του καπιταλισμού και πρέπει να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κοινωνία; Χάσαμε λέω, και θυμώνω με τα ποντίκια που αφήνουν το καράβι της Αριστεράς (έστω κι αν είχε πάρει δεξιά να γέρνει). Κι ανησυχώ που φαίνεται πως δεν είμαστε ποτέ ικανοί να κυβερνήσουμε.

Σε κούρασα. Συγχώρα με. Άκουσα προχθές ένα υπέροχο τραγούδι από τη Βελεσιώτου και σε σκέφτηκα. Είναι σε στίχους του Γιάννη Πανουσόπουλου, τη μουσική έχει γράψει ο Τάσος Γκρους. Να, δες το:



Σε φιλώ Νίκο. Και περιμένω νέα σου.

Με αγάπη,
Γιώργος


Υγ: έχεις χαιρετίσματα από τη Σταυρούλα, τη Λίνα, τη Ρούμπη, τη Μαριαλένα και τη Χάρις

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

2η καρτ-ποστάλ στο Χαμένο Επεισόδιο


Αγαπητέ Γιώργο,

έξω χιονίζει κι εγώ σου στέλνω χειμωνιάτικη καρτ-ποστάλ, κυρίως γιατί μας αρέσουν τα εσωτερικά τοπία αυτής της εποχής, η γειτνίαση με τα μύχια της ψυχής μας τα κάνει πιο σοφά, πιο στοχαστικά έστω. Σε αντίθεση με αυτά του καλοκαιριού με τον απρόσκλητο ερωτισμό τους, τη χειροπιαστή σωματικότητά τους, τις απόλυτα διακριτές σκιές τους.

Ένας φίλος που λες, μοιάζει να παίζει αυτές τις μέρες με τις ερωτήσεις, αποζητώντας αποχρώσες απαντήσεις. Νομίζω όμως πως οι πιο επιτυχημένες ερωτήσεις δεν γεννούν απαντήσεις, αλλά απορίες, ρωγμές, ασάφειες, αντανακλάσεις. Ο φίλος αυτός λοιπόν μάς ρώτησε «τι είναι εκείνο που μας κάνει να νιώθουμε ότι η ζωή μας έχει νόημα». Στην απορία του ετοιμάστηκα να απαντήσω «αυτά που έχω». Ήταν το πρώτο που σκέφτηκα. Ύστερα σταμάτησα να σκέφτομαι και προσπάθησα να θυμηθώ. Νόημα στη ζωή μού δίνουν βέβαια αυτά που έχω, που έφτιαξα, που κέρδισα. Αλλά και αυτά στα οποία απέτυχα, σε όσα έγιναν και δεν διορθώνονται, σε όσα έχασα, σε όσα πόθησα.

 Θα έχεις περάσει ίσως έξω από ένα σχολείο ώρες και μέρες που δεν λειτουργεί. Θα έχεις αναρωτηθεί πού πάνε οι φωνές των παιδιών όταν το σχολείο αδειάζει. Θα έχεις περπατήσει ίσως στους άδειους δρόμους μιας ξένης πόλης. Θα έχεις ψαύσει απελπισμένα ένα σώμα που έφυγε στα τσαλακωμένα σεντόνια κάποιου κρεβατιού. Θα έχεις εξερευνήσει ίσως ένα παλιό εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο και θα έχεις φανταστεί φαντάρους να περνούν χαλαροί ή με στρατιωτικό βήμα, να κάνουν αγγαρείες, σκοπιές, γυμνάσια, να βαράνε προσοχές. «Έχω την τιμή να αναφέρω»…Το στρατόπεδο αυτό θα έχει χορταριάσει, τα τολ θα έχουν ίσως γκρεμιστεί, σκουπίδια από τους ντόπιους θα έχουν σωρευτεί σε κάποιες απόκρυφες γωνιές, θα έχουν συληθεί όλοι οι χώροι με πράγματα  στοιχειώδους αξίας. Κάπου θα βρεις ίσως παλιές τσόντες με κιτρινισμένα γυμνά κορίτσια να χαϊδεύουν τα στήθη τους. Το βλέμμα τους θα έχει θολώσει από τη βροχή και τη βρώμα, όμως αυτές θα μένουν εκεί εγκλωβισμένες στον πόθο που τις αναζήτησε, μέχρι το χαρτί να λιώσει τελείως ή μέχρι κάποιο τρωκτικό να τις κάνει χαρτοπόλεμο στη φωλιά του. Η πύλη του παλιού στρατοπέδου θα έχει παραβιαστεί, η δεξαμενή του νερού θα στέκει άδεια και εγκλωβισμένη στην άκρη του στρατοπέδου. Θα ανέβεις ίσως τη σκουριασμένη σκάλα, θα φτάσεις ψηλά κι από εκεί πάνω θα δεις πάλι τον κόσμο σαν έφηβος

Λοιπόν καθώς αφήνομαι στην ανάμνηση αυτή, ενώ υποτίθεται πως άλλα είχα στο νου μου να σου πω, σκέφτομαι πως ίσως όχι αυτά που έχουμε, αλλά αυτά που χάσαμε ή ποτέ δεν κερδίσαμε δίνουν νόημα στη ζωή μας. Όχι η ικανοποίηση, αλλά η απουσία, όχι η ευτυχία, αλλά ο πόνος. Είναι λίγο άδικο όλο αυτό βέβαια. Αλλά από τη συγκίνηση που μου προκαλεί αυτό που λείπει νομίζω πως τις περισσότερες φορές αντιλαμβάνομαι την αξία αυτού που ποθώ. Γι' αυτό ίσως μου αρέσουν τα σημάδια της απουσίας, η ηχώ της ζωής.

Χθες στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου εδώ στην Αθήνα, ένας άντρας, λίγο μεγαλύτερός μου, με καρκίνο στον οισοφάγο και στο στομάχι ανάρρωνε από μια εγχείρηση. Δίπλα στο κρεβάτι του είχε μια φωτογραφία με τις κόρες του. Στην κουβέντα με τους διπλανούς ασθενείς και συνοδούς είπε κάποια στιγμή πως η μεγαλύτερη ευτυχία είναι τα παιδιά. Το είπε αβίαστα και νομίζω πως το εννοούσε με έναν τρόπο πιο στοχαστικό. Τα παιδιά είναι μια ευτυχία που δεν σου ανήκει, τη φροντίζεις, την αγαπάς, αλλά δεν είναι δικιά σου, θα φύγει, θα πάρει το δικό της δρόμο. Τα παιδιά είναι ένα κομμάτι που φεύγει στο μέλλον, είναι ελπίδα προφανώς και αγάπη δίχως όρους βέβαια.

Στην ερώτησή σου λοιπόν θα απαντούσα, προσπαθώντας μάταια ίσως να αποφύγω το διδακτισμό, πως νόημα στη ζωή δίνει το παρελθόν και το μέλλον, η διάψευση και η ελπίδα, η απουσία κι ο πόθος, οι άνθρωποι που χάσαμε και οι άνθρωποι που θα κερδίσουμε. Ευτυχώς.

Έξω σταμάτησε να χιονίζει. Και σε αυτή την καρτ-ποστάλ το τοπίο αλλάζει σιγά-σιγά. Ωραία τα τοπία που αλλάζουν.

σε φιλώ,
Γιώργος

***
ο πίνακας είναι του Γιάννη Στεφανάκι

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Καρτ-ποστάλ στον Οδυσσέα (που γνώρισα στα Πούλιθρα)


Μικρέ Οδυσσέα,

επέτρεψέ μου να σε λέω «μικρό», αφού είσαι μόνο 4 χρόνων εξάλλου, ενώ εγώ 40. Τούτο δεν σημαίνει τίποτε άλλο από τρυφερότητα. Νομίζω πως το μέγεθός σου σού επιτρέπει να βλέπεις τα πράγματα μεγάλα, σαφώς πολύ μεγαλύτερα από μένα. Μείναμε λοιπόν σε διπλανά δωμάτια στις διακοπές μας και ο αποχωρισμός μας ήταν δύσκολος όταν ήρθε η ώρα. Πιο δύσκολος από τη γειτνίαση, τα ωράρια και τις διαθέσεις μας που δεν ταυτίζονταν. Είπες μουτρωμένος πως δεν θες να φεύγουν οι άνθρωποι από τον κόσμο σου. Μην νομίζεις πως δεν μας πονάει όλους το ίδιο αυτό το φευγιό, εννοώ μικρούς και μεγάλους. Η διαφορά μας είναι πως εμείς θεωρούμε φυσιολογική και διαχειρίσιμη την απώλεια ενώ εσύ όχι. Ωστόσο εσύ μπορείς πιο εύκολα να ξεχνάς ή να στρέφεις αλλού το ενδιαφέρον σου, ενώ εμείς μένουμε συνήθως κολλημένοι στη σκιά της απουσίας. Μαθαίνουμε να ζούμε με αυτήν. Καμιά φορά συνηθίζουμε να φεύγουμε.

Έτσι καθώς γλιστράει το καλοκαίρι μέσα από τα χέρια μας και αφήνουμε πίσω την ελευθερία του, επιστρέφοντας στους ρόλους και τις υποχρεώσεις, σκέφτομαι στενόχωρα πράγματα μικρέ μου φίλε. Σκέφτομαι ας πούμε πως ολοένα και περισσότερο έχω την αίσθηση πως αγοράζω την ελευθερία μου, ή μάλλον πως επιβάλλεται να πληρώσω γι’ αυτήν. Πρέπει να δουλεύω όλο το χρόνο για λίγες μέρες στο γαλάζιο της θάλασσας, αγοράζω την υγεία μου, την επιβίωση και την ευτυχία μου, τους φίλους, τα πράγματα που αγαπώ να κάνω. Αγοράζω τις βουτιές των παιδιών μου από τους ώμους μου, τα σπασμένα αστέρια ψηλά στο οροπέδιο, το ψάρεμα με ένα ποτήρι, τα τραγούδια και τις ιστορίες των φίλων μου, κατοικημένες και ακατοίκητες σελίδες, αγοράζω ακόμη και την ανατολή του ήλιου που ξαπλωμένος ανάσκελα με ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια γυμνός στη φλούδα της θάλασσας αναμετριέμαι με το πρώτο γαλάζιο της μέρας εκεί ψηλά στο θόλο. Για όλα πληρώνω, ξοδεύομαι, δίνω πολλά για τα λίγα που μπορώ ελεύθερα και ανέμελα να χαίρομαι. Και είμαι τυχερός και γι’ αυτά. Επίσης πρέπει εκτός από όλα αυτά να ζω και να δρω συλλογικά, να συμμετέχω στην πολιτική, στα κινήματα, στην προσπάθεια των λίγων να αλλάξει επιτέλους ο κόσμος για όλους. Κι εκεί πρέπει να δίνω και ελπίδα εκτός από τη δουλειά μου, πρέπει να απαντάω στην αμφισβήτηση των φοβισμένων, να προσπαθώ να κερδίσω τη συμμετοχή σαν να μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, να προσδιορίζομαι, να εξελίσσομαι.


Κουρασμένος λοιπόν επιστρέφω μικρέ μου γείτονα στην καθημερινότητά μου. Κουρασμένος γιατί η ξεκούραση πάντα μου θυμίζει με τι κούραση την αγοράζω. Βλέπεις λοιπόν πως σ’ εμάς τους μεγάλους τα πράγματα είναι σύνθετα: η απώλεια είναι και ήττα σε έναν διαρκή πόλεμο. Κερδίζουμε στην καλύτερη περίπτωση μάχες σε έναν πόλεμο εξαρχής χαμένο. Παραλογισμοί ενηλίκων. Πάντως, ξέρεις τι θα μου λείψει πιο πολύ; Που εκεί στα Πούλιθρα το βράδυ καθόμουν στη βεράντα αργά τη νύχτα και άκουγα τα χαρούπια να πέφτουν με το φύσημα του ανέμου κάτω από τις χαρουπιές, σαν τριξίματα από ρωγμές ονείρων, σαν ξύλινοι κρότοι, σαν να περπατάνε μαριονέτες μέσα στη νύχτα. Ξέρεις, αυτά τα θλιβερά ανθρωπάκια που τα κουνάνε αόρατα σκοινιά, που κάποιοι άλλοι από ψηλά ορίζουν τις κινήσεις τους, την πορεία τους στον κόσμο, τη ζωή.

*** το γλυπτό είναι του Jason E. McPhillips

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στη Stavrula


Αγαπητή Σταυρούλα,

Σε ευχαριστώ πολύ για την καρτ-ποστάλ απ’ το χωριό – σε ευχαριστώ που την έγραψες στην πίσω όψη ενός ψηφοδελτίου: λογικά η φωτογραφία που θα τη συνόδευε θα ήταν τα ασταύρωτα ονόματα των υποψηφίων κάποιου κόμματος. Ξέρω πολύ κόσμο που κρατάει τα ψηφοδέλτια για να γράφει σημειώσεις. Είναι μια χρήση κι αυτή. Νιώθεται…

Σκεφτόμουν χθες το βράδυ επιστρέφοντας από την Κόρινθο στην Αθήνα και είχε φεγγάρι γεμάτο και ο Σαρωνικός ήταν ντυμένος σαν νύφη, τι σημαίνει «επιστρέφοντας». Και πόσες φορές επέστρεψα στη ζωή μου, θεωρώντας άλλοτε ως αφετηρία τον τόπο που γεννήθηκα και άλλοτε τον τόπο που ερωτεύτηκα. Τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ ήταν σχεδόν πάντα το προνομιακό μέσο αυτής της μετάβασης των συναισθημάτων. Δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε αυτόματο να αλλάζεις πατρίδα – γιατί αυτό είναι η πατρίδα: ο τόπος έναρξης. Οπότε ανάλογα με τα επεισόδια της ζωής μας ορίζονται κάθε φορά και οι αφετηρίες μας. Πολλές φορές δεν είναι τόπος, αλλά άνθρωποι, περιφερόμενοι δηλαδή τόποι στο χρόνο. Χα, ναι αυτό είναι οι άνθρωποι: περιφερόμενοι τόποι! Ως εκ τούτου το πράγμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Νομίζω πως κάποια στιγμή και η διαδρομή η ίδια ανάμεσα σε εναλλασσόμενες πατρίδες γίνεται αφετηρία και πατρίδα επίσης. Και τέλος, για να τελειώνουμε με αυτό το λαβύρινθο των συναισθημάτων, νομίζω πως πατρίδα είναι πάντα το σημείο από το οποίο θέλουμε να φεύγουμε και στο οποίο αναπόφευκτα επιστρέφουμε.

Είχε πανσέληνο, όπως σου είπα, επιστρέφοντας από την Κόρινθο. Εκείνη ήταν στο πλάι μου, οδηγούσε, και ακούγαμε ραδιόφωνο, είχε σε play list τραγούδια του φεγγαριού. Στα περισσότερα τραγούδια το φεγγάρι είναι ο μάρτυρας ή ο ταχυδρόμος του έρωτα – πόσα μηνύματα διαμεσολάβησης έχει δεχθεί. Εκεί πριν τα διόδια της Ελευσίνας έχω πάντα την αίσθηση πως επιστρέφω στον Matrix κόσμο μου με τα φουγάρα και τα εργοστάσια και τα διυλιστήρια να απλώνουν μπροστά μου τεμαχισμένα φωτάκια και κρύο μέταλλο και φλόγες που ανασαίνουν δηλητήριο. Πρέπει να ήταν πανέμορφος αυτός ο τόπος πριν γίνουν όλα αυτά, τα στενά ανάμεσα στην Ελευσίνα και τη Σαλαμίνα κάποτε θα φωτίζονταν από ολόγιομα φεγγάρια και κορίτσια και αγόρια γυμνά στην παραλία θα έκαναν έρωτα και θα υπόσχονταν αιωνιότητες. Πόσο μοιάζουν σαν ήχος αυτές οι δυο λέξεις: αιωνιότητα και νεότητα.

Ύστερα μπήκαμε στην Αττική Οδό. Σε λίγα λεπτά ήμασταν στο σπίτι. Ο ψιλικατζής της γειτονιάς ήταν ανοιχτός. Και το φεγγάρι είχε έρθει μαζί μας – πίσω από τις πολυκατοικίες μπορούσες να μαντέψεις την ύπαρξή του.

Υγ: θα σου φανεί ρομαντικά τετριμμένο, θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να πάρω το δρόμο του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα και να φύγω. Νομίζω πως αυτό δεν μπορεί να γίνει.

Να είσαι καλά Σταυρούλα!


Γιώργος

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στο Χαμένο Επεισόδιο

Φίλε Γιώργο,



Είναι αφοπλιστική η συγγνώμη και σε αφήνει γυμνό και ανυπεράσπιστο όταν σου απευθύνεται. Νομίζω πως οι άνθρωποι είναι πιο ωραίοι ανυπεράσπιστοι και γυμνοί, αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που θέλω να κάνουμε κάποια στιγμή κατεβαίνοντας την «Αλεξάνδρας» το χειμώνα. Μετά τη «θεία λειτουργία» με τις ρακές στο «Κονσερβοκούτι» - οι… «θείες» αυτές καθαρίζουν την ψυχή μας και εξαερώνουν τον πνεύμα μας!

Χθες περιφερόμενος στο ίντερνετ αναζητούσα από περιέργεια ίχνη παλιών μου φίλων, αναρωτιόμουν τι να έχουν κάνει στη ζωή τους, πώς είναι σήμερα. Ο Αύγουστος συναινεί σε κάτι τέτοιες αναζητήσεις. Βρήκα λοιπόν τα ίχνη ενός φίλου μου. Ήμασταν μαζί σε μια σχολή δημοσιογραφίας το 1993 και αυτοκόλλητοι φίλοι για 3 χρόνια. Έχει αφήσει γενάκι, παντρεύτηκε, πορεύεται με τον δικό του τρόπο στη δημοσιογραφία. Εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, διάσημοι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι και ηθοποιοί την παρουσίασαν. Ένιωσα τόση χαρά που δεν έχει αλλάξει. Αυτό ήταν από τότε: ένας λαμπερός, φιλόδοξος, φιλάρεσκος και ικανός άνθρωπος – μια πεταλούδα με πολύχρωμα και ευαίσθητα φτερά. Όπως λέει το τραγούδι, «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε». Είχε πάντα ιδιαίτερο τρόπο να κοιτάει, διαπεραστικό, νομίζω πως το βλέμμα του γύμνωνε τους ανθρώπους με τον τρόπο που το κάνει και η συγγνώμη. Λοιπόν χρώμα δεν άλλαξαν, ούτε και τρόπο. Βλέπω ακόμη στο βλέμμα του το 19χρονο παιδί που μεγάλωσε με το γέρο πατέρα του, που δεν φοβήθηκε ποτέ το επόμενο βήμα, που έλεγε και έκανε πάντα παραπάνω και όσο γίνεται πιο μακριά από αυτό που ήταν, που ήθελε να πετάξει στης δημοσιότητας τα φώτα. Μια φορά θυμάμαι, ενώ εξερευνούσα εκστασιασμένος το στήθος μια κοπέλας, εκείνος δίπλα μου αναπαριστούσε τον ήχο των όλμων στο Σεράγεβο – ήμασταν 20 χρονών και είχε ήδη πάει ανταποκριτής εκεί.

Τι στα λέω; Να, σκέφτηκα πως η συγγνώμη είναι κάπως σαν συναισθηματική ενημερότητα, βεβαιώνει πως δεν έχεις οφειλές στη μοναξιά. Πώς θα μπορούσες εξάλλου; Είναι ωραίο που περνάνε άνθρωποι από τη ζωή μας νομίζω. Έγραψα στη Μαρίνα πριν λίγες μέρες πως τα τραγούδια είναι πατρίδα. Νομίζω πως και οι φίλοι, πατρίδα είναι. Κι αν μετοικούμε καμιά φορά, τουλάχιστον μένει η συγγνώμη.

Σε ασπάζομαι,

Γιώργος.

υγ: ο πίνακας είναι του Konstantin Andreevich Somov (1933)

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στην Krotkaya



Αγαπητή Μαρίνα,

Μου αρέσει πώς εξελίσσεται όλο αυτό αυτές τις μέρες. Θέλω να πω αυτή η ιστορία με τις καρτ-ποστάλ, μια επικοινωνία στα σύνορα ιδιωτικής και δημόσιας επιστολογραφίας. Έχει ιδιαίτερα στοιχεία η επιστολογραφία – γράφονται ας πούμε πράγματα που για δικούς τους λόγους δεν λέγονται. Και μένουν μετά εκεί, κουφάρια ενός συναισθήματος στο οποίο, αν θέλουμε, μπορούμε να επιστρέφουμε ή να αφήνουμε τους άλλους γύρω να το κατοικούν για όσο θελήσουν. Το βρίσκω υπέροχο όλο αυτό.

Ετοίμασα χθες την κασέτα των φετινών διακοπών μας. Τέλος Αυγούστου μέχρι τις παραμονές των σχολείων θα είμαστε πάλι στα Πούλιθρα, στη Νότια Κυνουρία να βαπτίζουμε όλα τα βάρη της χρονιάς που πέρασε, που δεν ήταν καθόλου λίγα, και να σκορπάμε στις παραλίες τα χαλίκια της ψυχής μας (σαν κοντορεβιθούληδες μην χάσουμε το δρόμο της επιστροφής). Θα είμαστε πάλι στα σύνορα των πραγμάτων, στη γραμμή που χωρίζει το καλοκαίρι που τελειώνει με το φθινόπωρο που αρχίζει, θα βλέπουμε τον κόσμο που πάει κι έρχεται, επιστρέφοντας ο καθένας στον πάγκο και το κουπί της γαλέρας του.

Ξέρω, ξέρω. Θα μου πεις «μα ακόμα υπάρχουν κασέτες;». Υπάρχουν για το παλιό και μικρό μας αυτοκινητάκι, το «Σπίθα». Κάθε χρόνο φτιάχνω μία, της δίνω κι όνομα για να μας συντροφεύει στις διαδρομές στην Αρκαδία: Πούλιθρα 2011, Πούλιθρα 2012, Πούλιθρα 2013. Πούλιθρα 2014. Είναι σαν ημερολόγιο τραγουδιών. Στη φετινή χώρεσα πολλά: το «καλντερίμι» του Γαλανού και του Ξαρχάκου με τη φωνή της Πόλυς Πάνου, το «χάρτινο το φεγγαράκι» και «το φεγγάρι είναι κόκκινο» του Χατζηδάκι – αρέσουν και τα δύο πάρα πολύ στην μικρή μου κόρη, τραγούδια του Βασίλη (που αρέσουν στην Κυρά μου) και των Loco Mondo που αρέσουν στο γιο μου, του Ζούδιαρη, του Ανδρέου, το «παλιό τραγούδι» του Νικολούδη που τραγουδάει ο Χαρούλης, του Μαυρουδή «ο παλιάτσος» (παραγγελιά κι αυτό) και το «πρωινό τσιγάρο», Ξυλούρης, Παπάζογλου. Στρίμωξα και δικά μου πράγματα εκεί: «τα διόδια» ας πούμε, του Σιόλα. Όμως το πράγμα θέλει την ισορροπία του: πρέπει και οι τέσσερις να έχουμε μερίδιο στην κασέτα κι ενώ όλο αυτό μοιάζει ένα αλλοπρόσαλλο πράγμα, εμείς θα τραγουδάμε σαν κυριακάτικη εκδρομή πηγαίνοντας.

Θα μου πεις τι στα λέω. Τι επιστολική αξία έχει μια κασέτα; Στην «Αυγή» αυτής της Κυριακής λέω πως η γλώσσα είναι μια πατρίδα. Νομίζω πως και τα τραγούδια είναι μια πατρίδα, και οι άνθρωποί μας πατρίδα είναι. Πατρίδα είναι κι «ο Σπίθας» - μια πατρίδα που θα περιφέρεται στους δρόμους της Αρκαδίας τραγουδώντας:

«…
Πίκρα, δάκρυ, στεναγμός
ξεχαστήκαν κι ο καημός
έγινε όνειρο γαλάζιος ουρανός
και τα πρόσωπα χλωμά, 
κουρασμένα τα κορμιά
μέσα στον ύπνο ψάχνουν να `βρουν λησμονιά.»

Γεια σου Μαρίνα!

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

3η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Φίλε Νίκο,

σου είπα στην τελευταία καρτ-ποστάλ πως κανόνισα ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη Μάνη προκειμένου να συναντήσω την κυρά Βούλα που δεν υπάρχει πια - γύρω από αυτή μου την ανάγκη κέντησα μια εκδρομή στη Νότια Πελοπόννησο με την Κυρά μου και τα πιτσιρίκια. Σταθήκαμε λίγα λεπτά στο νεκροταφείο στο Σκουτάρι. Περίμενα πως θα σηκωθεί να με αγκαλιάσει, όπως έκανε όταν ήμουν παιδί, να με φωνάξει "κορώνι" της, όμως δεν το έκανε. Οι συγγενείς της πρόσθεσαν το όνομά της και τη χρονολογία θανάτου στο κρύο μάρμαρο και τίποτε άλλο. Ούτε καν μια φωτογραφία της δεν βρήκα. Ίσως να έλειπε η κυρά Βούλα εκείνη την ώρα. Φαντάζομαι θα είχε πάει να μαζέψει φραγκόσυκα για μένα. Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε είναι πάντα συνεπείς στα ραντεβού τους με τον δικό τους τρόπο λέω.

Είμαι, νομίζω, μια τραγική φιγούρα Νίκο. Έχω συναίσθηση του εύθραυστου χαρακτήρα της ευτυχίας μου και της πρόσκαιρης αντοχής της... Πότε θα αλλάξει ο καιρός δεν το ξέρω, ξέρω όμως πως θα αλλάξει. Το να ισχυρίζομαι πως είναι τραγικό να είμαι ευτυχής, όταν γύρω μου υπάρχουν τόσοι άνθρωποι με ποικίλους τρόπους δυστυχείς μοιάζει και είναι προφανώς τουλάχιστον εγωιστική υπερβολή και αμετροέπεια ίσως. Το θέμα όμως δεν είναι η ευτυχία, αλλά η επίγνωση για τον εφήμερο τρόπο της στη ζωή μας. Θέλω να πω πως αυτό που με κάνει τραγικό πρόσωπο σε αυτή την παράσταση είναι που σκέφτομαι πως θα την χάσω, αγνοώ πότε και πώς, αγωνιώ κι έτσι έρχομαι λιπόψυχος στην ευτυχία μου, σχεδόν θλιμμένος. Η ευτυχία δηλαδή γι' αυτούς που δεν παραμυθιάζονται από τα θέλγητρά της είναι μια στενάχωρη κατάσταση. Η ευτυχία είναι μια δυστυχία μισή και γι' αυτό ανάξια λόγου. Παρόλα αυτά δεν θα ήθελα να χάσω την ευτυχία μου.

Τουλάχιστον υπάρχει η γραφή και η ανάγνωση Νίκο- αυτό λέω στην ουσία στις προηγούμενες καρτ-ποστάλ που σου έστειλα. Η ανάγνωση είναι συναντήσεις εκτός τόπου και χρόνου, χρήσιμες για ανθρώπους που ίσως δεν φαντάζεσαι. Μην μου θυμώνεις επομένως: δεν σου ζητώ το χρέος του πολίτη να εκπληρώνεις, αλλά του γραφιά, του ληξίαρχου των μαγικών και κρίσιμων στιγμών της ζωής μας.

υγ.1: δεν έχω διαβάσει το "τι ωραίο πλιάτσικο" του Κόου - αν μου το στείλεις δώρο κάποια στιγμή μην ξεχάσεις να γράψεις αφιέρωση!

υγ2: Θα πρόσεξες πως έχουν αρχίσει κι άλλοι να στέλνουν καρτ-ποστάλ αυτές τις μέρες, άλλοι στον εαυτό τους, άλλοι σε ποικίλους ή συγκεκριμένους παραλήπτες: ο αγαπημένος El Romandante έστειλε χθες σε μία Νάντια, η Nefosis στον Τσαλαπετεινό, η Renata ξέρω πως κάτι ετοιμάζει... Αυγουστιάτικο αφιέρωμα η επιστολογραφία.


Να είσαι καλά Νίκο!

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

2η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Φίλε Νίκο,

φαίνεται πως στα σατανικά σου λιμάνια οι άνθρωποι είναι πιασμένοι απ’ το χέρι και αγαπημένοι πάνε στης θάλασσας το κύμα – εδώ στην πόλη το κύμα μάς πνίγει μάλλον, δεν ξέρω. Φυσικά και δεν θα υποκύψω στη στροφή που δίνεις στην κουβέντα μας: το κορίτσι που τσακωνόταν στην Πανεπιστημίου με το αγόρι της έφυγε. Δεν μπορώ να ξέρω τι σκέφτονται τα κορίτσια, είναι κάπως αλλόκοτες φορές-φορές. Νομίζω πάντως πως οι πληγές σε αυτές τις ηλικίες κλείνουν ή επουλώνονται και δεν χαίνουν απόκοσμα και σιχαμένα όπως στις μεγαλύτερους.

Δεν μπορώ να δικαιολογώ τη βία στη μοναξιά των ανθρώπων Νίκο – ούτε καν τη βία που ασκώ εγώ. Είναι πολύ βολικά όλα αυτά: «ας λύσουμε τα μέσα μας και θα γίνει ο κόσμος μας καλύτερος» λένε. Και ύστερα χάνονται σε μια διαρκή ομφαλοσκόπηση, σε έναν ακόρεστο εγωισμό, μεταθέτοντας τον κόσμο που πρέπει να αλλάξει σε ένα απώτερο μέλλον. Άσε κι αυτό με τις ταμπέλες: είσαι δυνατός εσύ, θα αντέξεις…

Για να επανέλθω όμως στα δικά μου ζητήματα. Τι κλέβει η ευτυχία μας από τη δυστυχία του κόσμου; Πόση ατομικότητα χωράει στην κοινωνική μας ζωή; Πόσο ευτυχείς μπορούμε να είμαστε και πόσο μπορούμε να προσπαθούμε για την προσωπική μας ευτυχία; Δικαιολογώ σε σένα τις καρτ-ποστάλ που μου έστειλες. Τις αντιλαμβάνομαι σαν παστίλιες ζωής κι αισιοδοξίας και όχι σαν μια χαζοζαρούμενη επίδειξη ευτυχίας και αδιαφορία – το ξέρεις αυτό, το κάνουν όλοι σχεδόν. Νομίζω πως με την παραίνεσή μου να γράψεις ένα κείμενο για όσα γίνονται (με τον τρόπο σου), στην ουσία απαίτησα να σε διαβάσω, περίμενα από σένα να πάρεις μια θέση, ακριβέστερα να διατυπώσεις τη θέση που ξέρω.

Φίλε Νίκο δεν θα έρθω, γιατί με όλα αυτά θα ερχόμουν: τις απορίες και τις σκέψεις μου. Κι εσύ θα μου έλεγες «άστα αυτά τώρα» και θα πηγαίναμε να πιούμε ρακές και προφανώς θα μιλούσαμε για τον έρωτα και όλα αυτά που κάνουν σκόνη τη σκόνη των σκέψεων που πάει και κάθεται πάνω στη ζωή. Και θα τραγουδούσαμε και δεν αντέχω τη γαϊδουροφωνάρα σου Νίκο.

Την ερχόμενη εβδομάδα θα λείψω λίγες μέρες. Κι ενώ θα συνεχίζονται οι βομβαρδισμοί στη Γάζα θα γυροφέρνω στη Μάνη, στα παιδικά καλοκαίρια μου με την κυρά-Βούλα που δεν υπάρχει πια. Ήθελα να πάω στον τάφο της και γύρω από αυτό οργανώσαμε ολόκληρη εκδρομή. Θα πάμε τη μικρή στο Διρό να δει το σπήλαιο κάτω απ'τη γη και τον μεγάλο στο Μυστρά, να δει τα κάστρα που χτίζουν οι άνθρωποι. Νομίζω πως χτίζω στα παιδιά μου τα παιδικά καλοκαίρια τους. Είναι πολύτιμα τα παιδικά καλοκαίρια.


Σε φιλώ Νίκο.

υγ: έχεις χαιρετίσματα από την παρέα του "Πράσινου Αναπτήρα"

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Καρτ ποστάλ


Φίλε Νίκο,

Σε ευχαριστώ πολύ για την ας την πούμε «καρτ ποστάλ». Σου ζήτησα να γράψεις «γι’ αυτά που γίνονται» κι εσύ μου είπες πως αυτά που γίνονται είναι πως φτιάχνεις, ή μάλλον πως χαλάς πύργους στην άμμο, κάτω από τους κέδρους (χωρίς κέρδος προφανώς). Πάντα είχα μια αμηχανία με σένα – σε διαβάζω πιο εύκολα από όσο σου μιλώ.

Νομίζω πως όταν γράφεις, υπάρχεις  (κι όταν ερωτεύεσαι) – και είναι χρήσιμο αυτό. Τώρα μου λες πως υπάρχεις και κάτω από τους κέδρους. Λοιπόν αυτό είναι το θέμα – μπορούμε να γκρεμίζουμε πυργάκια την ίδια στιγμή που γκρεμίζονται παιδιά στις παραλίες της Παλαιστίνης. Ξέρουμε προφανώς πως αν γράψουμε κάτι, αν φωνάξουμε, αν δείξουμε την εικόνα με τον πιτσιρίκο ξαπλωμένο στη ματωμένη άμμο δεν θα αλλάξουμε τον κόσμο, δεν θα γυρίσουμε πίσω το κακό. Ίσως αναγνωρίζουμε πια πως τα κλειστά μάτια, τα κλειστά αυτιά, τα κλειστά στόματα δεν ανοίγουν – ελπίζω να μην έχουμε γίνει κυνικοί. Ίσως πάλι επιχειρώ να εξηγήσω εκεί που δεν υπάρχουν ερμηνείες – εξάλλου κι εγώ που δεν κυλιέμαι στην άμμο με ένα σκυλί, τι κάνω για την Παλαιστίνη;

Εγώ δεν πειράζω τα καβούρια Νίκο, καμιά φορά πειράζω τους ανθρώπους γύρω μου. Είμαι στη δουλειά, ανάμεσα στα βιβλία μου, σαν το μυρμήγκι στρατολογώ στη συλλογή μας μια δωρεά κυρίως γαλλικών βιβλίων των αρχών του 20ου αιώνα. Πίσω από την πλάτη μου κόσμος περνάει, ακουμπάμε στον ίδιο τοίχο, κάποιοι ζητιανεύουν τη δόση τους, ένα κορίτσι το πρωί μάλωνε με το αγόρι της, οι περισσότεροι στέκουν για λίγο στη σκιά. Από το παράθυρο βλέπω κόσμο μαζεμένο στα Προπύλαια. Μην φανταστείς: κάποια ορκωμοσία έχει, κορίτσια κι αγόρια ντυμένα στην πένα, η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά, η νονά και τ’ αδέρφια, ανθοδέσμες κι ο φωτογράφος για τα απαραίτητα με φόντο τις κολώνες. Δεν θα έρθω που σου είχα πει – μου αρκεί που μπορώ να το κάνω.


Σε αφήνω τώρα. Κάποιος ζήτησε ένα βιβλίο. Το απόγευμα έχει συγκέντρωση για την Παλαιστίνη στο Σύνταγμα. Λέω να πάω. Γεια σου Νίκο.