Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2020

είκοσι επτά νοεμβρίου δύο χιλιάδες δεκαεννιά


Της έλεγα το πρωί πως θα ήθελα πολύ να φύγω, να μπορούσαμε να πάμε ένα ταξίδι κάπου στο εξωτερικό, να ανασάνουμε. Η μέρα τελειώνει, επιστρέφω στο σπίτι, το τρόλεϋ είναι γεμάτο κουρασμένους ανθρώπους, Ρώσους, Πολωνούς, Αλβανούς, Ρουμάνους, Αφρικανούς, Κινέζους, Φιλιππινέζους, Πακιστανούς, μια μικρή βαβέλ που φλυαρεί σε μια τροχοφόρα κιβωτό που κάθε λίγο αδειάζει λίγο από το περιεχόμενό της στην Πατησίων. Δεν έχω παράπονο, ένα ταξίδι στον κόσμο είναι κι αυτό: Ευαγγελισμός-Άνω Πατήσια.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020

Το παραμύθι του επιβάτη


Μια φορά ένας άνθρωπος μπήκε στο τραίνο να φύγει, να πάει μακριά, μα από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο βαγόνι όλα γύρω του άρχισαν να τρέχουν: σπίτια, δέντρα, άνθρωποι, δρόμοι... ως και βουνά και θάλασσες άλλαξαν θέση και χάθηκαν. Λίγες ώρες μετά τίποτα δεν ήταν ίδιο γύρω του, αλλά κι αυτά τα καινούρια που υπήρχαν έξω από το παράθυρό του, σπίτια, δέντρα, άνθρωποι, δρόμοι... ως και βουνά και θάλασσες, συνέχιζαν να τρέχουν χωρίς να προλαβαίνει να τα ρωτήσει πού πάνε, τι τα διώχνει από τον τόπο τους.

Τότε ο άνθρωπος αποφάσισε να τελειώσει το ταξίδι του - κι όλα άρχισαν να επιστρέφουν εκεί που ήταν και πριν, ως και ο τόπος του έμοιαζε να είναι ο ίδιος. Σχεδόν όλα ήταν στη θέση τους.

***
o πίνακας είναι του Andrzej Wróblewski

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

Το παραμύθι των περιπατητών


Από μικρός τους άκουγε να περπατούν κάτω από τα πόδια του, να πηγαίνουν και να έρχονται, άλλοτε βιαστικοί κι άλλοτε ράθυμοι, όπως οι άνθρωποι που πορεύονται στον πάνω κόσμο. Γιατί γι' αυτόν όλη αυτή η κίνηση ήταν τρανή απόδειξη πως κάτω από το χώμα που πατούσε ζούσαν οι άλλοι. Κάποτε σκέφτηκε πως είναι ο κόσμος των σκιών, πως οι σκιές βαδίζουν κάτω από τα πόδια του. Κι όταν βρουν τον τρόπο ή όταν κάποιος έκτακτος λόγος το επιβάλει, ανεβαίνουν στους τοίχους και ξαπλώνουν στους δρόμους του πάνω κόσμου. Όσο μεγάλωνε, συνήθιζε αυτό το συνωστισμό και δεν του έκανε εντύπωση, ούτε του προκαλούσε αγωνία. Ίσα-ίσα, μερικές φορές το διασκέδαζε όλο ετούτο το σούρτα-φέρτα κι ακολουθούσε υπάκουα τις διαδρομές των κάτω. Μέχρι που τον οδηγούσαν σε νοσοκομεία ή σπίτια που πενθούν ή σε νεκροταφεία, όπου οι άνθρωποι συνηθίζουν να φυτεύουν τους νεκρούς τους (χωρίς ελπίδα καμιά να ανθίσουν κάποια Άνοιξη).

Μια φορά κι έναν καιρό ένοιωσε πως κάποιος τον ακολουθεί από τον κάτω κόσμο, πως τα βήματά του αντηχούν κάτω από τα πόδια του σε κάθε διαδρομή. Το ίδιο βράδυ έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε βαθιά κι είδε στο όνειρό του πως άνοιγε τα χέρια του και πετούσε ψηλά σε κίτρινους και γαλάζιους ουρανούς. Και δεν ξύπνησε ποτέ κι έμεινε να πετά με τα χέρια ανοιχτά για χρόνους πολλούς, τόσους που ούτε το παραμύθι ετούτο δεν τους ξέρει. Πετούν ψηλά όσοι αρνήθηκαν να περπατούν στον πάνω ή στον κάτω κόσμο, να σκαρφαλώνουν τους τοίχους ή να ξαπλώνουν στην άσφαλτο των επαρχιακών δρόμων. Πετούν ψηλά όσοι αρνήθηκαν να περπατούν.

***
ο πίνακας είναι του Paul Delvaux

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

Φλλσστ, Φλλσστ, Φλλλσσστ (Άρης Μαραγκόπουλος)



[Μια κουβέντα για το βιβλίο του Άρη Μαραγκόπουλου "Φλλσστ, Φλλσστ, Φλλλσσστ" (Τόπος, 2020), στο καφέ του Νομισματικού Μουσείου την Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020]

(Είχα την αίσθηση διαβάζοντάς το πώς δεν ήταν η φωνή μου που σχημάτιζε εντός μου τις λέξεις, τις φράσεις που συγκροτούν την ιστορία. Διάβαζα, αλλά ήταν σαν να άκουγα τον Άρη να μου διαβάζει)

Τελικά «θα φύγουμε με τον καημό ότι δεν κάναμε το καθήκον μας, αχρηστεμένοι κι αδικαίωτοι»; 

Φτάνει μια συμμορία των πέντε (κι όχι των εφτά) και μια νέα συμφωνία, όχι της Βάρκιζας αυτή τη φορά, αλλά του Θριασίου, να αλλάξει τον κόσμο;

Αλλάζει ο κόσμος; Αλλάζουν οι άνθρωποι; Οι γέροι λυγίζουν;

Υπάρχουν τρικυμίες στη νηνεμία; Πάντα το τρίτο κύμα, και στην πιο ακύμαντη θάλασσα, είναι πιο δυνατό, πιο παρατεταμένο από τα δυο προηγούμενα. Η τρίτη ηλικία είναι ένα τρίτο κύμα κι αν «δεν αρέσει στους γέρους να αλλάζουν τα πράγματα» έρχεται ίσως κάποια στιγμή που μπορούν να μαλακώσουν, να κλονιστούν συθέμελα και να κλονίσουν.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η θάλασσα. Δίπλα στη θάλασσα ήταν 5 γέροι. Δίπλα στους γέρους μια κοινωνία που είχε χάσει το μπούσουλα και βολόδερνε σε τρικυμισμένες εποχές. Σε αυτή την εποχή την τρικυμισμένη οι γέροι αυτοί, θαυμάσιοι και θαυμαστοί ούτως ή άλλως που χαίρονται τη ζωή απαλλαγμένοι εν πολλοίς από τα βάρη της, μετατρέπονται σε συνωμότες, απονέμουν δικαιοσύνη με το δικό τους τρόπο. Εφόσον το τέλος είναι τέλος (ακόμη και στα παραμύθια) είναι καλό ή κακό ανάλογα με το τι έρχεται να δικαιώσει.

Το «φλλσστ, φλλσστ, φλλλσστ» του Άρη Μαραγκόπουλου είναι ένα πολιτικό βιβλίο, έξω από τους κανόνες, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα έξω από τις νόρμες, μια ερωτική ιστορία έξω από τα κλισέ. Είναι μια αγγελία ελπίδας στο παρά πέντε μιας χώρας που βουλιάζει, μιας ζωής ξοδεμένης, μιας κοινωνίας σαρκοβόρας και κανιβαλικής. Είναι η ακτινογραφία των μαλακών μορίων του ανθρώπινου ψυχισμού. Είναι ένα παραμύθι με λυτρωτικό τέλος. Μια βροχή λέξεων, εικόνων, ήχων, στοχασμών και αναστοχασμών που ποτίζει τα μέσα μας. Μια πραγματική βροχή, ζωογόνα, ελπιδοφόρα.

Ο Μαραγκόπουλος ψηλαφεί τις πληγές του και τις δικές μας πληγές, δεν τις ξύνει, συγχωρεί, κατανοεί, εν τέλει αγαπάει. Αλλά δεν υποχωρεί. Ούτε λεπτό δεν υποχωρεί. Έστω και την τελευταία στιγμή μπορούμε να διορθώσουμε την αδικία, μπορούμε να αποδώσουμε τη δέουσα δικαιοσύνη. Να αποκαταστήσουμε. Ένας συγγραφέας εν τέλει μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, έστω με τη φαντασία του.