Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοθήκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοθήκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Για τον Φίλιππο Τσιμπόγλου

Υπάρχουν δύο τρόποι που λείπεις εδώ κι ένα χρόνο: δεν απαντάς στο τηλέφωνο, είναι ο ένας. Πάντα απαντούσες, ακόμη κι ανάμεσα σε μία συνάντηση, ή σε μια ξενάγηση: "θα σε πάρω μετά. Έχω μπλέξει". Αυτή η ξενάγηση στο άφατο πια, θα τραβήξει καιρό;

Ο δεύτερος τρόπος, είναι κάπως ο τρόπος που λείπεις σε όλους μας: δεν είσαι εδώ, δεν είσαι παρών, δεν επηρεάζεις τα πράγματα, δεν καθορίζεις τις δυναμικές, δεν επιβεβαιώνεις πώς όσα σχεδιάστηκαν, θα υλοποιηθούν.

Ο Φίλιππος Τσιμπόγλου - μπορώ πια να μιλάω σε τρίτο πρόσωπο εν τη απουσία σου - ήταν για τις βιβλιοθήκες της χώρας μας και την Εθνική της μια ψευδαίσθηση ό,τι όλα μπορούν να αλλάξουν, λίγο πριν ολότελα χαθούν. Ήταν μια κάποια ανωμαλία του συστήματος: θα σχεδιάσουμε κι ύστερα θα εκτελέσουμε, θα φέρουμε τις ανταγωνιστικές δυναμικές που μυρίστηκαν δόξα και χρήμα σε μια εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ τους για να πετύχουμε επιτέλους το σκοπό μας. Στόχος μια καλά σχεδιασμένη, οικονομικά εξασφαλισμένη και στελεχιακά επαρκής άνθηση των βιβλιοθηκών στον τόπο και τον πολιτισμό που τις γέννησε. Σε ενέπνεε να σκεφτείς, σε έπειθε να τον εμπιστευθείς, ακόμη κι αν αμφισβητούσες τα κίνητρα και τις ορέξεις όσων τον εξέλεξαν και τον στήριξαν. Σε έπειθε να τον ακούσεις και να τον σεβαστείς, ακόμη κι αν διαφωνούσες μαζί του.

Ο θάνατός του πέρυσι, τέτοια μέρα,, ήρθε να δικαιώσει τις επιφυλάξεις μας. Ο πόλεμος των εκδοτών, η πολυετής διαμάχη της κυβερνώσας οικογένειας με το χορηγικό ίδρυμα, οι λεονταρισμοί και οι προσωπικές φιλοδοξίες συνεργατών και με κάθε τρόπο εμπλεκόμενων στη ζωή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, η αμηχανία του κρατικού μηχανισμού σε στέρεους σχεδιασμούς και τα ποικίλα συμφέροντα των τρωκτικών υπερίσχυσαν. Νομίζω πως ο Φίλιππος το ήξερε τους τελευταίους μήνες της ζωής του πως όλα χάνονται - νομίζω πως αυτό τον οδήγησε στο θάνατο. Το Υπουργείο Παιδείας κρατούσε στα καζάνια του για μήνες το στρατηγικό σχέδιο της Εθνικής Βιβλιοθήκης για να το μαγειρέψει με τους κολλητούς και να το τεμαχίσει για τα λυκόρνια της διαπλοκής - όπως και έγινε μετά το θάνατό του. Οι μεγαλοεκδότες έστελναν διάπυρες επιστολές στα υπουργεία ζητώντας την κεφαλή του επί πίνακι. Νομίζω πως ο Φίλιππος έγινε άθελά του ενοχλητικός επιμένοντας να γίνουν όλα σωστά σχεδιασμένα και με ακέραιο τρόπο.

Σήμερα σπάμε την ηχηρή σιωπή των θεσμικών του πολιτισμού για τον άνθρωπο που πήρε στους ώμους του τα τελευταία χρόνια την πιο φιλόδοξη προοπτική επιτέλους η χώρα μας να αποκτήσει τις βιβλιοθήκες που έχει ανάγκη και της αξίζουν. Η Εθνική Βιβλιοθήκη οργανώνει εκθέσεις ζωγραφικής στους χώρους της, αλλά δεν οργάνωσε τίποτα για να μας πει σήμερα πως η παρακαταθήκη του Τσιμπόγλου θα μείνει σεβαστή και θα υλοποιηθεί. Στη μωροφιλοδοξία δεν χωρούν τέτοιες δύσκολες υποσχέσεις.

Εμείς φίλε, δεν σε ξεχνούμε. Αλλά θα ήθελα τώρα να είσαι εδώ και να τσακωθούμε για όλα αυτά....

#gia_ton_filippo_tsimpoglou

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Δίκτυο Σχολικών Βιβλιοθηκών Δημόσιων Δημοτικών Σχολείων: μια επική μπαρούφα του Υπουργείου Παιδείας.


Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου στις 28 Φεβρουαρίου 2018 (Αριθμ Φ.14/22511/Δ1) ιδρύεται λέει «Δίκτυο Σχολικών Βιβλιοθηκών Δημόσιων Δημοτικών Σχολείων». Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να τελειώσει πριν καν αρχίσει, μόνο με την αναφορά των «λαμβανόντων υπόψη» του υπουργού και συγκεκριμένα του 16ου «λαμβάνοντος υπόψη»: «το γεγονός ότι από την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού».

«Χωρίς… δαπάνες πώς θα παντρευτούμε Μανωλιό μου, πώς θα βάλουμε στεφάνι» δηλαδή. Δηλαδή μετά από άπειρες εξαγγελίες των χρόνων διακυβέρνησης της πρώτης και δεύτερης φοράς Αριστεράς τελικά παραδίδουμε στην πολύπαθη σχολική κοινότητα ένα κακογραμμένο θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο με πολλές ελλείψεις και τρομερές στρεβλώσεις. Θα φτιάξουμε, λέει, δίκτυο σχολικών βιβλιοθηκών χωρίς λεφτά, με αγορές χωρίς λεφτά, εξοπλισμό χωρίς λεφτά, προσβασιμότητα χωρίς λεφτά και τρίωρη λειτουργία την εβδομάδα…

Για να δούμε λοιπόν τι ρυθμίζεται με την εν λόγω απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου, άμεσα εφαρμόσιμης από το τρέχον σχολικό έτος (2017-2018).

Μετά από μια εκτενή έκθεση ιδεών σχετικά με τους σκοπούς του συστήματος δικτύου και το κανονιστικό πλαίσιο, ερχόμαστε στο πρώτο καταγεγραμμένο… gap: χρήστες των εν λόγω βιβλιοθηκών ορίζονται τα μέλη των σχολικής κοινότητας: οι μαθητές, το διδακτικό και βοηθητικό προσωπικό, ενώ η βιβλιοθήκη λειτουργεί προς όφελός τους… Στα μέλη της σχολικής κοινότητας είναι γνωστό πως μέλη της είναι και οι γονείς, τόσο σε θεσμικό επίπεδο (σύλλογοι, ενώσεις, ομοσπονδίες γονέων, σχολικά συμβούλια, συμβούλια σχολικής κοινότητας, σχολικές επιτροπές), όσο και πρακτικό. Η εξαίρεσή τους από τις υπηρεσίες των σχολικών βιβλιοθηκών αποκαλύπτει το συνήθη συντεχνιακό «ιδρυματισμό» των φωστήρων του Υπουργείου Παιδείας. Αν αναλογιστεί μάλιστα κανείς τις προκυβερνητικές ρητορείες περί «ανοιχτών σχολείων» στη γειτονιά και την κοινωνία, καταλαβαίνουμε πόσο η όποια πράξη απομακρύνεται από την όποια ρητορεία.

Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση του Υπουργού:

Είναι εντυπωσιακές οι αρμοδιότητες που αποδίδονται στους επί 3 ωρών εβδομαδιαίως ασχολούμενους δασκάλους του δικτύου των βιβλιοθηκών: οι εν λόγω ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μαθαίνουν και θα κοινωνικοποιούν τους χρήστες τους, θα συγκεντρώνουν την παγκόσμια πνευματική κληρονομιά, θα συγκεντρώνουν, οργανώνουν και παρέχουν αποθετήρια «μορφωτικού υλικού», θα αναπτύσσουν τον επιστημονικό διάλογο, θα διακινούν τη γνώση, θα δίνουν πρόσβαση σε έναν «ανοιχτό κόσμο πληροφοριών (άρθρο 3, §δ) την ίδια στιγμή που η «ανοιχτότητα» του κόσμου αυτού θα περιορίζεται από προεπιλεγμένες προσβασιμότητες (από ποιους και με ποια κριτήρια) και θεματικές ιστοσελίδες (άρθρο 4, §ε).

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα αναπτύσσουν στρατηγικές αναζήτησης και εντοπισμού της πληροφορίας, θα αξιολογούν τις πληροφοριακές πηγές, θα αντιμετωπίζουν κριτικά τις ανακτημένες πληροφορίες μέσα από διαδικασίες ανάλυσης, γενίκευσης, αξιολόγησης της ακρίβειας και της σχετικότητας, της οργάνωσης και της σύνθεσης των επιλεγμένων πληροφοριών…

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μετατρέψουν με την τρίωρη εργασία τους, που θα λογίζεται ως διδακτική, τη βιβλιοθήκη από χώρο συγκέντρωσης και διαχείρισης (;) τεκμηρίων σε υβριδική με ολοκληρωμένη (;) μεν, ελεγχόμενη δε, πρόσβαση σε φυσικούς και ψηφιακούς χώρους πληροφόρησης. Οι επι τρίωρο εβδομαδιαίως ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα συντάσσουν κανονισμούς, θα δανείζουν υλικό, θα φτιάχνουν τις κάρτες μέλους, θα παράγουν φωτοαντίγραφα, θα ταξινομούν το έντυπο υλικό (με ποιο σύστημα;), θα εκπαιδεύουν μαθητές και εκπαιδευτικούς στην αναζήτηση βιβλιογραφίας, θα σχεδιάζουν την ανάπτυξη και επέκταση της συλλογής, θα αγοράζουν, ανταλλάσσουν, παράγουν βιβλία και θα υποδέχονται τις δωρεές, θα ελέγχουν, θα σφραγίζουν και θα καταγράφουν στον «Ηλεκτρονικό Κατάλογο Εισαγωγής» (βάση δεδομένων) το εισερχόμενο έντυπο υλικό, θα κόβουν τα ενωμένα φύλλα των εντύπων, θα προσθέτουν ετικέτες και αντικλεπτικά και θα καταγράφουν στον ηλεκτρονικό κατάλογο της βιβλιοθήκης τα τεκμήρια (προφανώς εφαρμόζοντας τους διεθνείς βιβλιοθηκονομικούς κανόνες).

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα απογράφουν το υλικό κάθε 4 χρόνια σε συνεργασία με άλλους δύο συναδέλφους τους ανειδίκευτους «βιβλιοθηκάριους» και θα αποσύρουν το υλικό είτε που δεν χρησιμοποιήθηκε (!), είτε που έχει φθαρεί ή καταστραφεί, συντάσσοντας ηλεκτρονικό κατάλογο αποσύρσεων και μεριμνώντας για την αποθήκευση ή διανομή σε άλλες βιβλιοθήκες του αποσυρμένου υλικού. Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα φροντίζουν για τη διατήρηση του έντυπου υλικού και την προληπτική συντήρησή του και θα ψηφιοποιούν τεκμήρια ευαίσθητα ως προς τη χρήση τους δημιουργώντας βάση δεδομένων που θα έχει και όνομα (…) , θα λέγεται «Ψηφιοθήκη». Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μεριμνούν ιδιαίτερα για τις σπάνιες ή πολύτιμες συλλογές.

Μπορεί κάποιος κακοπροαίρετος να αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν απόφοιτοι παιδαγωγικής σχολής, γυμναστές, μουσικοί, καθηγητές ξένων γλωσσών ή πληροφορικοί να διαθέτουν αυτές τις δεξιότητες που περιγράφονται στην καταθλιπτική μπαρούφα του Υπουργείου Παιδείας, αλλά μάλλον ξεχνούν: α) το 16ο στοιχείο που έλαβε υπόψη ο υπουργός στην εν λόγω απόφαση β) ποιος τη σχεδίασε γ) πόσο συνήθης είναι η πρακτική από το σχολείο να εξοβελίζεται όποιος δεν εντάσσεται στο στενό πυρήνα των εκπαιδευτικών (ακόμη και οι γονείς απαγορεύεται να μπουν στο σχολείο), την ίδια στιγμή που και εν καιρώ ελλείψεων στα σχολεία εκατοντάδες εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας είναι αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου, αρχεία και βιβλιοθήκες.

Μπορεί κάποιος κακοπροαίρετος να πει πως σε αυτή την οχτασέλιδη μπαρούφα υπάρχουν ιδέες, κοινοτοπίες και βερμπαλισμοί, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία: α) με βάση ποιες διεθνείς προδιαγραφές θα οργανωθούν βιβλιοθηκονομικά οι βιβλιοθήκες των δημοτικών σχολείων; β) πώς, από ποιους και για πόσο χρόνο θα μορφωθούν οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» προκειμένου να αποκτήσουν τις απαιτούμενες από την περιγραφή των εργασιών δεξιότητες; γ) Με ποια κριτήρια θα επιλέγονται οι υπεύθυνοι των βιβλιοθηκών; δ) με ποιο τρόπο θα υλοποιηθεί το δίκτυο των βιβλιοθηκών, ποιος θα καλύψει τα έξοδα της δημιουργίας του δικτύου; ε)τι θα γίνει με τα σχολεία που δεν θα καταφέρουν να συγκροτήσουν συλλογές και βιβλιοθήκες ή που δεν έχουν χώρο για δημιουργία βιβλιοθήκης; Θα δημιουργηθούν σχολεία δύο ταχυτήτων; στ) ποιες προδιαγραφές πρέπει να έχει ο χώρος μιας σχολικής βιβλιοθήκης; ζ) ποιος θα χρηματοδοτεί τις αγορές βιβλίων, αφού η ανάπτυξη συλλογής δεν είναι στις επιλέξιμες δαπάνες των Σχολικών Επιτροπών; η) ποιος θα καλύψει το κόστος της υλικοτεχνικής υποδομής των βιβλιοθηκών των σχολείων; θ) επαρκούν τρεις ώρες λειτουργία εβδομαδιαίως για τις σχολικές βιβλιοθήκες προκειμένου «να αποτελέσουν βασικό πυλώνα της διά βίου μάθησης και της εκπαίδευσης για το περιβάλλον και την αειφορία»; (;) ι)σε τρεις ώρες εβδομαδιαίως οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα κάνουν όλα αυτά που περιγράφει η… έκθεση ιδεών του Υπουργού;

Είναι σαφές πως σχολεία χωρίς δασκάλους δεν μπορούν να υπάρξουν. Πως νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και νοσηλευτές επίσης. Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως μπορούν να υπάρξουν βιβλιοθήκες χωρίς βιβλιοθηκονόμους; Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως κάθε… σύναξη βιβλίων είναι βιβλιοθήκη; Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως με… αερολογίες βάφονται αυγά και με εκθέσεις ιδεών φτιάχνονται βιβλιοθήκες; Αυτός είναι ο σχεδιασμός και η πολιτική του για το βιβλίο; Τι εξυπηρετεί η γενικόλογη έκθεση ιδεών εν τω μέσω της σχολικής χρονιάς, έτσι μόνη της, χωρίς άλλες ανακοινώσεις, σχεδιασμούς, υποσχέσεις έστω;

[Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών]

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Θυμώνω με τη σκόνη των βιβλιοθηκών


Τον τελευταίο καιρό με αφορμή αυτοψίες σε συλλογές και βιβλιοθήκες προκειμένου να εντοπιστούν βιβλία της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα για τη Βιβλιογραφία της περιόδου που ετοιμάζουμε, έρχομαι σε επαφή με την τραγική κατάσταση που υπάρχει σε αρκετές από τις ειδικές βιβλιοθήκες. Νόμιζα αφελώς πως όλα αυτά, παρά τα τρομερά οικονομικά προβλήματα των μνημονιακών χρόνων, τα είχαμε κάπως ασαφώς αφήσει πίσω μας. Διαπιστώνω όμως πως πορευόμαστε αλματωδώς προς το κακό παρελθόν μας παρά τους ειδικούς που διαθέτουμε, παρά τα αμπαλαρίσματα των διαφόρων δράσεων χορηγών και υπηρεσιών, τις χρηματοδοτήσεις κι όλα αυτά. 

Είδα καταπληκτικά πράγματα στη βιβλιοθήκη του Πολεμικού Μουσείου (έντυπα εγχειρίδια χειρισμού όπλων), στην Ένωση Σμυρναίων (σχολικά βιβλία της Σμύρνης), στο Σύλλογο των Αθηναίων, στο Τάγμα των Ιησουιτών (κανονισμούς και εγκυκλίους των καθολικών των Κυκλάδων). Δεν είδα τίποτα από την άλλη στο τραγικό αρχείο της ΟΛΜΕ. Άκουσα για μια ορφανή συλλογή στρατιωτικών εντύπων στη Λέσχη Αξιωματικών, έχω μια καλή εικόνα χρόνων της δουλειάς και των προβλημάτων των ΑΣΚΙ. Εν κατακλείδι μιλάμε για φορείς που για διάφορους λόγους υπερασπιζόμενοι την όποια αυτάρεσκη αυτονομία τους, δεν έχουν ή δεν διαθέτουν πια χρήματα για την οργάνωση των βιβλιακών ή αρχειακών συλλογών τους. Που δεν υποστηρίζουν τη σταθερή λειτουργία με ειδικευμένο προσωπικό των βιβλιοθηκών και των Αρχείων τους. Μιλάμε συχνά για μια μεγάλη ομάδα φορέων που τους νέμονται διάφορα "ερευνητικά αρπακτικά", μικρές οάσεις της ιστορίας ή του πολιτισμού μας που για ερευνητικούς λόγους δεν είναι προσβάσιμοι στους πολλούς, στους "έξω". Μιλάμε και για περιπτώσεις, όπως αυτές που ανέφερα παραπάνω, που υποστηρίζονται με ψυχή και πείσμα από ανθρώπους (συνήθως μη ειδικούς), εθελοντικά.

Σήμερα είδα μια τέτοια περίπτωση: το "Ωδείον Αθηνών". Έναν καταπληκτικό οργανισμό στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στο Λύκειο του Αριστοτέλη, ο οποίος παρήγαγε εξαιρετικό πολιτισμό από το 1871 που ξεκίνησε να λειτουργεί, που τον υπηρέτησαν άνθρωποι εξαιρετικά σημαντικοί στην ιστορία της μουσικής. Είδα εγκατάλειψη αλλά και φροντίδα (από ψυχωμένους εθελοντές), είδα αρχεία σκονισμένα σε κούτες, δεκάδες τεύχη με παρτιτούρες του προηγούμενου και προπροηγούμενου αιώνα, φωτογραφίες, προγράμματα συναυλιών, προσωπικά αρχεία, συλλογές βιβλίων επιφανών μουσικών, δεκάδες ρολά για πιανόλα, επιστολές, πρακτικά συνεδριάσεων, δίσκους βινυλίου. Σκόνη, σκόνη, σκόνη και κούτες σε τοίχους και διαδρόμους. Και κάποιους μουρλούς που παλεύουν με αυτή, αλλά και με την απουσία χρηματοδότησης. Έμαθα πως έχουν κατατεθεί προτάσεις για χρηματοδότηση από ΕΣΠΑ, αλλά και πάλι νομίζω πως μιλάμε για αμφίβολες σωστικές παρεμβάσεις.

Και θλίβομαι και θυμώνω με όλα αυτά. Που τόσες δεκαετίες δεν πείσαμε οι βιβλιοθηκονόμοι και οι αρχειονόμοι πως είμαστε οι ειδικευμένοι θεματοφύλακες του πολιτισμού και της ιστορίας μας, που ολόκληρα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας κρύβονται στη σκόνη και διασώζονται είτε από τύχη, είτε από δόλο και κέρδος. Θυμώνω που κάνουμε πανηγύρι μια μετακόμιση της Εθνικής Βιβλιοθήκης την ίδια στιγμή που δεν είναι αυτονόητο πως αυτή θα έπρεπε να έχει ρόλο ενεργό στη διάσωση, επεξεργασία και ανάδειξη του βιβλιακού μας πολιτισμού. Θυμώνω που το Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών δεν έχει δέσει την κυβέρνηση σε μια δεσμευτική, μακρόπνοη πολιτική βιβλίου, αρχείων και βιβλιοθηκών. Που οργανώνουμε παγκόσμιο συνέδριο βιβλιοθηκών την ίδια στιγμή που οι πανεπιστημιακές μας βιβλιοθήκες δεν αγοράζουν βιβλία τα τελευταία χρόνια λόγω έλλειψης κονδυλίων. Που θα γιορτάσουμε την Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου στην Αθήνα που φιλοξενεί ακόμη βιβλιοθήκες κρυμμένες στη σκόνη και την απαξίωση. Που έχουμε δεκάδες συναδέλφους με διδακτορικά και ανακοινώσεις στα μεταδεδομένα, τις οντολογίες και τη διαχείριση της πληροφορίας και της γνώσης, την ίδια στιγμή που τα δεδομένα της πραγματικότητας του επαγγέλματός μας είναι απαξίωση, η μη χρηματοδότηση, η πλήρης απουσία προσλήψεων εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, η στελέχωση βιβλιοθηκών με ανειδίκευτους εκπαιδευτικούς (που λείπουν από τα σχολεία), η σκόνη, η σκόνη, η σκόνη...

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Πολιτική βιβλίου; Τι είναι αυτό;



Τα τελευταία χρόνια της Κρίσης, στις ελληνικές βιβλιοθήκες έλαχε μια καλή δημοσιότητα για τα δεδομένα τους και στο βαθμό που γενικά αφορούν την ελληνική κοινωνία. Διαλύτης αυτής τη δημοσιότητας ήταν η παρουσία και δράση των μεγάλων χορηγικών ιδρυμάτων που εμφανίστηκαν, υποστηρίχθηκαν και έδρασαν στο προνομιακό πολιτικό, οικονομικό και επικοινωνιακό πεδίο της φιλελεύθερης επέλασης αυτών των χρόνων. Ο καλός χορηγός διεκδικεί το ρόλο του οραματιστή και υλοποιητή εκεί που το κράτος έχει χρεοκοπήσει, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά, στα μάτια των πολιτών. Ο καλός χορηγός χτίζει τη νέα Εθνική Βιβλιοθήκη και τη Λυρική Σκηνή, συγκροτεί δίκτυα για τις βιβλιοθήκες του μέλλοντος, φτιάχνει νοσοκομεία, τρέφει παιδιά, οργανώνει πολιτιστικές δράσεις. Ο καλός χορηγός είναι παντού, από όπου αίφνης απουσιάζει το κράτος.

Ακόμη και αν ο χορηγός φτιάξει υποδομές, ούτε θέλει, ούτε μπορεί να τις συντηρεί μόνιμα και σίγουρα δεν μπορεί και δεν θέλει να συγκροτήσει πλαίσια και πολιτικές, σχεδιασμό και στρατηγικές για τη λειτουργία όσων υποστηρίζει. Το δύσκολο και λιγότερο «επικοινωνήσιμο» μέρος της δουλειάς αφήνεται στο κράτος, οπότε, για έναν ακόμη λόγο, θα έχουμε να λέμε για την ανικανότητά του να παραλάβει μια δωρεά και να τη λειτουργήσει.

Το κράτος στις διάφορες θεσμικές του εκφράσεις έχει προσπαθήσει να παίξει, αδύναμα και δειλά, στο πεδίο της πολιτιστικής πολιτικής με τους όρους που επικοινωνιακά έβαλαν οι χορηγοί και τα Μέσα τους όλον αυτό τον καιρό. Ευκρινές είναι το παράδειγμα που μας δίνει ο τρόπος που πολιτεύεται ο δήμαρχος της Αθήνας και η κυβερνώσα παράταξή του στην πρωτεύουσα. Συνέργειες με πάσης φύσης ομάδες, στις οποίες παραχωρούνται οι χώροι του Δήμου, προκειμένου άναρχα, περιπτωσιακά, χωρίς μπούσουλα και πλαίσιο, να οργανώνονται τζάμπα πολιτιστικές δράσεις στο πνεύμα της χίπστερ εναλλακτικότητας, ένα λίγο-πολύ χαζοχαρούμενο, εύπεπτο, ποπ προϊόν στο οποίο μπαίνει η σφραγίδα του Δήμου της Αθήνας, χωρίς να έχει μπει τίποτε άλλο δικό του.

Αν πάμε στο επίπεδο της Κεντρικής Σκηνής, δεν μπορεί παρά να αποδεχτούμε πως όλα αυτά τα ελπιδοφόρα και καινούρια που ευαγγελιζόταν η πρώτη φορά Αριστερά στην κυβέρνηση δεν τα έχουμε δει, δεν τα βλέπουμε και μάλλον δεν θα τα δούμε ούτε στον πολιτισμό. Αν εξαιρέσει κανείς τις αλλαγές σε πρόσωπα και διοικήσεις (κι αυτές, στις περισσότερες περιπτώσεις ατυχείς), δεν έχουν υπάρξει δομικές αλλαγές που θα αποτελμάτωναν τους οργανισμούς που υπηρετούν τον πολιτισμό σε αυτή τη χώρα. Βέβαια από εξαγγελίες πάμε καλά, πόσο μάλλον που αλλάζουμε συχνά υπουργούς και υφυπουργούς. Εξαγγελίες ο Νίκος Ξυδάκης, εξαγγελίες ο Αριστείδης Μπαλτάς, εξαγγελίες ο Κώστας Γαβρόγλου, εξαγγελίες ο Νίκος Φίλης, εξαγγελίες η Λυδία Κονιόρδου… (για να μην πιάσουμε τους υφυπουργούς – σύντροφε Πελεγρίνη τρέμε…). Με τόσες εξαγγελίες λες «δεν μπορεί, θέλουν…, αλλά δεν μπορούν» και μετά λες «να τους αφήσουν να προλάβουν να τα φτιάξουν»… Τόσοι υπουργοί άλλαξαν και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου παραμένει αιχμάλωτο των μνημονίων – κι αν δούλεψαν γι’ αυτό στο παρελθόν άνθρωποι κι άνθρωποι της Αριστεράς, κι αν έγιναν ημερίδες και επεξεργασίες στο Τμήμα Πολιτισμού του κυβερνώντος κόμματος. Και από τις αντιχορηγικές κορώνες της προκυβερνητικής περιόδου γρήγορα φτάσαμε στο «προσκύνημα» Τσίπρα στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» και τη συγκίνηση του Υπουργού Μπαλτά για το μέγεθος της δωρεάς. Ο ρεαλισμός άνθισε, ο καρπός έδεσε – αλλά είναι σάπιος.

Στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό στη Βουλή ο μέχρι τώρα υπουργός Παιδείας είπε εν μέσω πολλών άλλων και τα εξής (όπως τα αποδίδει η «Αυγή»): «Η μεγάλη εικόνα της εκπαίδευσης δεν αφορά μόνο τις τυπικές βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αφορά και τον τρόπο που συναντιέται με τη γνώση ολόκληρη η κοινωνία. Οι Βιβλιοθήκες, όπως και τα Αρχεία, πρέπει να γίνουν ζωντανές κοιτίδες πολιτισμού στον ιστό των πόλεων. Μια από τις πιο σημαντικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή, είναι η επανεκκίνηση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στη νέα της έδρα και ο επανασχεδιασμός των δράσεών της. Η διασύνδεσή της με τις δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας φιλοδοξούμε να πυροδοτήσει μία νέα πολιτική για το βιβλίο και την ανάγνωση». Όμορφα λόγια, αναμφισβήτητα. Τα είχε πει και ο προκάτοχος και ο προκάτοχος του προκατόχου. Όμως λόγια και αοριστίες: πώς θα συναντηθεί η γνώση με την κοινωνία; Πώς μια προ αρκετών μηνών εξαγγελία για τις λαϊκές/δημόσιες βιβλιοθήκες και τα Αρχεία του Κράτους ξανα-εξαγγέλεται εξίσου γενικόλογα και συνδέεται «πυροδοτικά» με τη νέα πολιτική για το βιβλίο και την ανάγνωση; Δεν έχουμε εδώ επανάληψη μόνο των εξαγγελιών, αλλά και επανάληψη των απουσιών: επαναλαμβάνεται στα υπουργικά χείλη η απουσία σχεδίου, η απουσία ενός συλλογικού (θεσμικού και εξωθεσμικού) επεξεργαστή αυτής της πολιτικής.

Ε, και τι έγινε; Τι τη θέλουμε την πολιτική βιβλίου; Τι τη θέλουμε την πολιτική ανάγνωσης; Βιβλία ή φάρμακα χρειαζόμαστε; Εδώ δεν προσλαμβάνονται γιατροί και δάσκαλοι, για βιβλιοθηκονόμους θα μιλάμε τώρα; Μια ιδιωτική εταιρεία προ λίγων ημερών ζήτησε έμπειρους άνεργους βιβλιοθηκονόμους για ένα έργο που αναλαμβάνει για λογαριασμό της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Δυστυχώς ακόμη δεν έχει συγκροτήσει ομάδα έργου: προσήλθαν πολλοί βιβλιοθηκονόμοι, με άριστες σπουδές, αλλά χωρίς καμία εμπειρία. Σπουδαγμένοι, αλλά «άχρηστοι». Προσλήψεις μόνιμου προσωπικού σε βιβλιοθήκες πρέπει να έγιναν τελευταία φορά πριν περίπου 10 χρόνια – αν εξαιρέσει κανείς τις ελάχιστες στην Εθνική Βιβλιοθήκη κατ’ απαίτηση του χορηγού πέρυσι. Αλλά μήπως πολιτική βιβλίου γίνεται χωρίς τους ανθρώπους; Μα το πρόβλημα δεν είναι ούτε ποιος θα την υλοποιήσει, αλλά το ότι δεν υπάρχει πολιτική βιβλίου: με δυο λόγια δεν υπάρχει σχεδιασμός πώς η γνώση θα συναντήσει την κοινωνία, προκειμένου να την ενεργοποιήσει στις απαιτήσεις της σημερινής εποχής. Ούτε καν η ενιαία τιμή του βιβλίου δεν έχει αποκατασταθεί. Οι εκδότες κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο, τα βιβλιοπωλεία επίσης, το δίκτυο διανομής και τα σημεία πώλησης των βιβλίων ανασυντίθενται μέσω των εμπορικών σχημάτων super market και εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, στο χώρο του βιβλίου κυριαρχεί ο εργασιακός μεσαίωνας. Ό,τι ξέραμε στο χώρο του βιβλίου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταρρέει. Αλλά εμείς εξαγγέλλουμε αοριστίες και καλές προθέσεις.

Δεν είναι πως δεν υπάρχουν άνθρωποι να δουλέψουν προς μια κατεύθυνση σχεδιασμού και υλοποίησης μιας πολιτικής ανάγνωσης και βιβλίου. Δεν λείπει ούτε η γνώση, ούτε το ενδιαφέρον. Λείπει όμως σίγουρα αυτό που η Αριστερά φαινόταν πως θα μπορούσε να αξιοποιήσει με το αξιακό της βάρος και την ορμή της: να εμπνεύσει ανθρώπους να εργαστούν συλλογικά και να παράξουν έργο. Δεν το έκανε. Αντ’ αυτού, επιλέγει ανθρώπους εμπιστοσύνης σε θέσεις-κλειδιά ή συγκροτεί επιτροπές ειδικών, για να προτείνουν κάποια πράγματα υπό το ασφυκτικό πλαίσιο της συμφωνίας του περσινού καλοκαιριού. Δεν ξέρουμε τι έχει προτείνει η επιτροπή του ΥΠΠΟ για το βιβλίο στον πρώην υπουργό, επομένως δεν μπορούμε να τοποθετηθούμε στη βάση όσων ενδεχόμενα έχουν προτάξει, δεν ξέρουμε καν αν εκείνος τα έχει δεχτεί και πότε και πώς θα τα υλοποιήσει η κυβέρνηση και η διάδοχός του. Η κοινότητα του βιβλίου δεν συμμετέχει στη συγκρότηση πολιτικής για το βιβλίο. Κι έτσι θα επαναλαμβάνονται όλες οι στρεβλώσεις του κακού παρελθόντος, παραγοντισμοί και μεροληψίες, μερικότητες και συνεχνιακές τακτικές.

Μια τελευταία ευκαιρία σε μάλλον συμβολικό επίπεδο για να ξεκουνήσουν κάπως τα πράγματα, φάνηκε να είναι η επιλογή της Αθήνας ως "παγκόσμιας πρωτεύουσας βιβλίου" για το 2018. Ο δήμαρχος έδωσε συνέντευξη, τα ΜΜΕ χάρηκαν κι έκτοτε σιωπή: ύποπτη σιωπή. Κανείς από όσους δήλωσαν από την πρώτη στιγμή διαθεσιμότητα δεν έχει ειδοποιηθεί για να βοηθήσει, να προτείνει ιδέες, να συμμετέχει σε ομάδες εργασίας να εργαστεί για μια μάλλον καλή ευκαιρία να τονωθεί η σχέση των πολιτών με το βιβλίο, την ανάγνωση, το βιβλιοπωλείο, τον εκδότη, τη βιβλιοθήκη, την έντυπη παραγωγή. Μάλλον πάμε σε άλλη μια τυπική διοργάνωση όπως όλες της δημαρχίας Καμίνη: αναθέσεις σε τρίτους. Αλλά για το θέμα αυτό καλό θα ήταν να τα πούμε ξεχωριστά.

Στις σκόρπιες κάπως σκέψεις που προηγήθηκαν μπορούμε να αναγνωρίσουμε την αγωνία και τον προβληματισμό. Ακόμη και ο καλόπιστος κριτής δεν θα εντοπίσει σήμερα ιδεοληπτικές αποφασιστικότητες στα υποκείμενα της κυβερνητικής εξουσίας, όπως γινόταν στο παρελθόν. Αλλά στη σημερινή κυβερνητική πολιτική για τον πολιτισμό και το βιβλίο κυβερνάει από ό,τι φαίνεται μόνο η αναποφασιστικότητα. Ο χώρος του βιβλίου και της ανάγνωσης είναι ο χώρος της γνώσης, είναι το χτίσιμο του μέλλοντος. Στην παρούσα φάση, για διαφορετικούς λόγους, ο χώρος αυτός έχει αφεθεί στην κακή του τύχη τόσο από τους διαφημισμένους χορηγούς, όσο και από την πολιτεία. Δεν ξέρω αν αυτό μπορεί πια να μας ενεργοποιήσει ως πολίτες. Θα πρέπει να φτιάξουμε μόνοι μας τις συλλογικότητες που θα διεκδικήσουν και θα εργαστούν για τον πολιτισμό μας.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Οι βιβλιοθήκες ως εξωτικά φρούτα

[Αναδημοσίευση από άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στο Hit & Run]


Στη συνείδηση του εγχώριου ευρέος κοινού οι βιβλιοθήκες είναι περίπου σαν εξωτικά αξιοθέατα των αναπτυγμένων πολιτιστικά κρατών, οι ελληνικές δε, περιορίζονται μάλλον σε «πρωτοπόρες» πρωτοβουλίες οραματιστών που βγάζουν την… Ψωροκώσταινα από τον χαυνωτικό απομονωτισμό της. Με δυο λόγια οι βιβλιοθήκες είναι κάτι ιδιαίτερο που αξίζει να θαυμάζει κανείς… από μακριά. Ετούτο το στερεότυπο φαίνεται να καλλιεργείται απόλυτα από τα ΜΜΕ και τους πολλαπλασιαστές γνώμης που δρουν στον ψηφιακό ενημερωτικό κόσμο… Ένας αγαπημένος τίτλος πολιτιστικών κειμένων σχετικά με τις βιβλιοθήκες τα τελευταία χρόνια- θα τον έχετε δει και ίσως αναπαράγει κι εσείς ουκ ολίγες φορές – είναι «οι δέκα πιο ωραίες βιβλιοθήκες του κόσμου». Στοιχεία του τίτλου μπορεί κάθε φορά να διαφοροποιούνται (το επίθετο: σημαντικές, πρωτότυπες, παράξενες, πλούσιες… ή ο τόπος: της Ευρώπης, της Αθήνας, της Ελλάδας, της Βρετανίας…), όμως το νόημα είναι η επιφάνεια της εικόνας, η αρχιτεκτονική σε βάρος του περιεχομένου, η πρωτοτυπία σε βάρος των υπηρεσιών, η «πρωτοτυπία» σε αντίστιξη με τα στερεότυπα περί «σκονισμένων εγχώριων βιβλιοθηκών». Στη μεγάλη εικόνα για τις ελληνικές βιβλιοθήκες που με ποικίλους τρόπους επιχειρούμε να συνθέσουμε τα τελευταία χρόνια θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν και βιβλιοθήκες που υποστηρίζονται από ιδιωτικά ιδρύματα, οι οποίες χαίρουν προνομιακού ενδιαφέροντος από τα ΜΜΕ. Η εικόνα που αυτά μας δίνουν είναι επομένως ένας βαρύνων παράγοντας στην εικόνα που έχουν οι καταναλωτές των ΜΜΕ για τις βιβλιοθήκες.



Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που η πλούσια και κάποτε πολύ «ορεξάτη» βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη έχασε και την τελευταία βιβλιοθηκονόμο της. Η Βιβλιοθήκη ενός ιδιωτικού ιδρύματος που φημιζόταν τα προηγούμενα χρόνια για την… άπληστη και επιθετική αύξηση του περιεχομένου του, φάνηκε να επενδύει πολλά στη συγκέντρωση του υλικού, αλλά όχι στην οργάνωσή και τη διάθεσή του στους ερευνητές. Είναι πιο εύκολο να μασάς δωρεές από το να τις επεξεργάζεσαι και να τις αξιοποιείς, ειδικά αν η εξασφάλιση δωρεών γίνεται χωρίς εκτίμηση κόστους, σχέδιο, επεξεργασμένο όραμα και αποστολή. Οπότε έρχεται η στιγμή που τύποις και ουσιαστικά χρεοκοπείς. Σε παρόμοιο δρόμο κινδυνεύει να βαδίσει άλλη μία βιβλιοθήκη Ιδρύματος, αυτή του Ευγενίδου. Μια από τις σημαντικότερες και δυναμικότερες βιβλιοθήκες των τελευταίων χρόνων, που ανέπτυξαν χαμηλόφωνα αλλά ουσιαστικά και εντυπωσιακά υπηρεσίες και υλικό, και αποτελεί τη δεύτερη (αν όχι πρώτη) επιλογή για κάθε πολίτη του λεκανοπεδίου της Αττικής να δανειστεί βιβλία ή να τα μελετήσει σε ευχάριστους και κατάλληλους χώρους. Η μόνη μη δημοτική δανειστική βιβλιοθήκη για όλους στο Λεκανοπέδιο απέλυσε πρόσφατα δύο βιβλιοθηκονόμους (το Ευγενίδειο έχει απολύσει και άλλους εργαζόμενους τον τελευταίο καιρό) και υπάρχει φόβος πως θα υπάρξουν και άλλες απολύσεις στο μέλλον. Κατά την εκτίμηση ανθρώπων του κλάδου οι απολύσεις είναι συνέπεια της γειτνίασης με τη Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη του ΙΣΝ και της δημόσιας δανειστικής βιβλιοθήκης που θα περιέχει, η οποία φέρεται να επηρεάζει τη διοίκηση του Ιδρύματος Ευγενίδου στην αντίληψή της για το ρόλο, τη χρησιμότητα και τη χρηματοδότηση της βιβλιοθήκης τους.
  

Το τρίτο φρούτο αυτής της ιστορίας είναι φρέσκο, δεν είναι κάτι καινούριο, δεν φαίνεται να επιδιώκει καμιά πρωτοτυπία – μάλλον εμφανίζεται με έναν υπεροπτικό νέο-συντηρητισμό – έκανε ωστόσο μια χολιγουντιανού τύπου εμφάνιση στις πολιτιστικές σελίδες τόσο της «Καθημερινής» όσο και της «Αυγής» και λέγεται «Ιστορική Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Αικ. Λασκαρίδη». Πλούσιο «περιτύλιγμα», ένας πανέμορφος αρχιτεκτονικά χώρος, σπουδαία ονόματα ιδιωτικών συλλογών (αν και εδώ που τα λέμε, λίγο σόλοικο να ανακοινώνεις δωρεές που ακόμη δεν τις έχεις βάλει στο χέρι), παχιά λόγια και μεγαλοστομίες (πχ.: «Καμία πανεπιστημιακή ή ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη, από τον 15ο αιώνα και μετά, δεν κατόρθωσε να διαθέτει σε βιβλιογραφικό επίπεδο την απαραίτητη πληρότητα που να καλύπτει συγκεκριμένο πεδίο γνώσης, σε σύγκριση και σε συνάρτηση με τη βιβλιοθήκη ενός λογίου»), αλλά και «κρυμμένες» λεπτομέρειες: σιδερένιες βέργες στα ράφια των βιβλιοθηκών δεν επιτρέπουν να πάρεις το βιβλίο, ωράρια επισκέψεων περιορισμένα και μόνο μετά από επικοινωνία, μη βιβλιοθηκονομική επεξεργασία του υλικού. Η Ιστορική Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικ. Λασκαρίδη φαίνεται να διαφημίζει τους δωρητές, αλλά όχι τα βιβλία τους, φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη βιβλιοθήκη ως εύθραυστη κιβωτό και όχι ως λειτουργικό χώρο, φαίνεται να αντιμετωπίζει το βιβλίο όχι ως αντικείμενο προς χρήση αλλά ως έκθεμα. Με την επικοινωνιακή και οικονομική δυναμική της δρα παραπλανητικά και αλλοιώνει το μήνυμα και την αξία της έννοιας της βιβλιοθήκης με πιο «αποτελεσματικό» τρόπο από οποιονδήποτε άλλο – το μήνυμά της φτάνει σε πολλούς, τους συναντά έτοιμους να αποδεχτούν την εικόνα και τον εξωτισμό αυτού του φρούτου.

Οι σημερινές συνθήκες εντός κι εκτός Ελλάδος στο χώρο των βιβλιοθηκών είναι δυστυχώς αδυσώπητες τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Στην Ελλάδα ενώ αναμένουμε τα φιλόδοξα σχέδια για το δίκτυο βιβλιοθηκών που θα συγκροτήσει η Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη, γνωρίζουμε ότι οι βιβλιοθήκες συνολικά χρηματοδοτούνται οριακά, αδυνατούν να αγοράσουν νέο υλικό στο σύνολό τους, είναι εξαιρετικά υποστελεχωμένες μετά από τις απολύσεις όλων των συμβασιούχων που εργάζονταν σε αυτές και τις συνταξιοδοτήσεις του όποιου ειδικευμένου ή μη μόνιμου προσωπικού τους, οι σχολικές είναι ουσιαστικά καμένη γη, οι ιατρικές και νοσοκομειακές βασίζονται στον… πατριωτισμό των λιγοστών ειδικευμένων, οι παιδικές είναι κλειστές, οι ερευνητικές αδυνατούν να ακολουθήσουν βιβλιογραφικά τις εξελίξεις, οι πανεπιστημιακές άλλοτε έχουν κι άλλοτε όχι πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων και στα ηλεκτρονικά περιοδικά… Ακόμη κι αν ξέρουμε να περιγράψουμε την κατάσταση, αδυνατούμε να την μετατρέψουμε όμως σε αμείλικτους αριθμούς: πόσες βιβλιοθήκες έκλεισαν στην Ελλάδα; Πόσοι εργάζονταν και πόσοι εργάζονται σε αυτές; Πόσα δαπανώνται για αγορά υλικού, εξοπλισμό και λειτουργικά έξοδα; Ποιος είναι ο πληθυσμός που εξυπηρετούν; Ποιο ποσοστό της επικράτειας καλύπτει η λειτουργία τους; Ποτέ δεν μπορέσαμε να περιγράψουμε με αριθμούς την κατάσταση, ούτε καν τις εποχές που τα ΕΣΠΑ μοιράζονταν αφειδώς, όπου και όπως μοιράζονταν.


Αντίθετα, στο Ηνωμένο Βασίλειο τα πράγματα περιγράφονται – και ας μην βιαστούμε να πούμε «άλλο η Βρετανία». Το BBC News σε άρθρο του για τις βρετανικές βιβλιοθήκες στις 29 Μαρτίου παρουσιάζει με απόλυτο τρόπο τη ζοφερή κατάσταση των βιβλιοθηκών στη Γηραιά Αλβιόνα: τα τελευταία 5 χρόνια το κλείσιμο εκατοντάδων βιβλιοθηκών (στο πλαίσιο ισχυρών περικοπών) είχε ως άμεση συνέπεια τη μείωση του συνολικού προσωπικού των βιβλιοθηκών κατά το ¼ . 343 βιβλιοθήκες (κτίρια και κινητές) έκλεισαν, 232 συγχωνεύτηκαν, και 111 αναμένεται άμεσα να κλείσουν. Ο αριθμός του προσωπικού ήταν 31.977 το 2010 και 24.044 σήμερα. Την ίδια στιγμή μια εντυπωσιακή άνοδος των εθελοντών φαίνεται να προσπαθεί να αντικαταστήσει την έλλειψη: 15861 άμισθοι/εθελοντές εργάστηκαν στις βιβλιοθήκες της Βρετανίας το 2010, οι διπλάσιοι (31403) το 2015. Επιπλέον στοιχεία φαίνεται να προκύπτουν και να καταγράφουν πολύ κακές εξελίξεις και στις συνήθειες των χρηστών των βιβλιοθηκών: μειώθηκε κατά 2/3 ο χρόνος που περνούν στους υπολογιστές των βιβλιοθηκών, σχεδόν σε κάθε περιοχή του Ηνωμένου Βασιλείου μειώθηκαν οι δανεισμοί του υλικού.

Φαίνεται πως τα διάφορα πειράματα που δοκιμάζονται εντός κι εκτός Ελλάδας για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της Κρίσης και των φιλελεύθερων πολιτικών για περικοπές στη χρηματοδότηση των πολιτιστικών οργανισμών δεν έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελούν πρόσκαιρο μαξιλάρι, στη χειρότερη βασικό μοχλό ιδιωτικοποίησης (μέσω συμπράξεων με εταιρείες και υιοθεσίας από χορηγικά ιδρύματα) και αλλοίωσης του παιδευτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού τους ρόλου. Αξίζει επομένως να επιστρέψουμε τον προβληματισμό και τη μαχητική διεκδίκησή μας στην απαίτηση για δημόσιες βιβλιοθήκες, πλήρως εξοπλισμένες, σύγχρονες, δωρεάν και πλήρως στελεχωμένες και να μην σπαταλάμε τις δυνάμεις μας σε λύσεις-ασπιρίνη. Για να το πούμε επιγραμματικά: οι χορηγίες και ο εθελοντισμός είναι ασπιρίνη που δεν γιατρεύει τον καρκίνο των πολιτιστικών οργανισμών. Αν νομίζουμε εμείς και οι κυβερνήσεις πως η ασπιρίνη θα πολεμήσει την αρρώστια κάνουμε μεγάλο κακό, όχι μόνο γιατί δεν εργαζόμαστε για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, αλλά και γιατί συνεργούμε στη διαιώνιση και την επιδείνωση της κατάστασης.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Για τα πεντάχρονα του Future Library


Εορτάστηκαν αυτές τις μέρες τα πεντάχρονα του Future Library, της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας που ιδρύθηκε από το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» και συγκρότησε ένα «δίκτυο βιβλιοθηκών» τα πρώτα χρόνια της Κρίσης στη χώρα μας. Το δίκτυο αυτό έφερε κοντά ανθρώπους των δημόσιων/λαϊκών και δημοτικών βιβλιοθηκών μας, τους εκπαίδευσε, τους ενθάρρυνε, τους συντόνισε, τους κατεύθυνε και τους ενίσχυσε να στραφούν στην εξωστρεφή και δυναμική παρουσία των βιβλιοθηκών τους στις τοπικές κοινωνίες. Ένα από τα στοιχεία που σχολιάστηκαν ιδιαίτερα αυτά τα χρόνια σε σχέση με το Ίδρυμα και την τακτική του είναι η επικοινωνιακή πολιτική του γύρω και πάνω από το έργο αυτό, η δυνατότητα σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων το «α-σήμαντο» να κοινωνείται ως «σημαντικό», πιο «σημαντικό» και από την ίδια την ύπαρξη, τη χρηματοδότηση και το περιεχόμενο των βιβλιοθηκών.

Για την τρέχουσα δημοσιογραφική αφήγηση όσοι αμφισβήτησαν τις προθέσεις και έκριναν τα αποτελέσματα του Future Library είμαστε περίπου «ελάχιστοι, αλλά λίαν καχύποπτοι εχθροί». Σε συνέντευξή του στη Lifo στις 27/11/2015 ο Δημήτρης Πρωτοψάλτου, επικεφαλής του δικτύου, απαντάει στην «εξ αριστερών» κριτική αναφέροντας την πρόσφατη δράση λίγων βιβλιοθηκών υπέρ των προσφύγων (έρανοι, χρήματα, ρούχα – η «αλληλεγγύη» είναι άγνωστη λέξη προφανώς) ως απόδειξη της χωρίς «οδηγίες από τα πάνω» δράσης τους. Ο κύριος Πρωτοψάλτου αφού προφανώς ορίζει τον εαυτό του ως «από τα πάνω» εμφανίζει το προφανές – την αυτονομία των δημόσιων και δημοτικών βιβλιοθηκών- ως μη αυτονόητο. Το ότι 5 βιβλιοθήκες μάζεψαν ρούχα για τους πρόσφυγες αποδεικνύει για τον επικεφαλής του Future Library ότι οι βιβλιοθήκες του αυτενεργούν! Ο κος Πρωτοψάλτου επιστρέφει ερωτήματα στους επικριτές του και με πολιτικάντικη λογική λέει πως «κανείς δεν αναρωτήθηκε αν οι δράσεις (προς τους πρόσφυγες) συνάδουν ή όχι με τον ρόλο των βιβλιοθηκών».


Είναι μια ικανοποίηση οι ελάχιστοι, αλλά λίαν καχύποτοι εχθροί του Future Library να υπάρχουμε πλέον στις αναφορές και τις συνεντεύξεις των ανθρώπων του, έστω και στρεβλά, έστω και δαιμονοποιημένοι, στα χαζοχαρούμενα και νεοφιλελεύθερα δημοσιογραφικά φύλλα της «άλλης πλευράς». Βέβαια τώρα που το Ίδρυμα έχει φύγει από το πλάνο, κάτι τέτοιο είναι εύκολο. Η μισο-δημόσια Εθνική Βιβλιοθήκη έχει αναλάβει το συντονισμό του δικτύου και η δημοκρατία ανακαλύπτεται σε όσα γράφονται και λέγονται για το Future Library.

Για να δούμε όμως τι λέγεται. Σε τι αντιδράσαμε και αντιδρούμε οι… «συφοριασμένοι»; Μήπως στον «τεχνολογικό προσανατολισμό» των δράσεων; Αυτό εννοεί ο Άρης  Μαραγκόπουλος στο υπέροχο κείμενό του στην Αυγή λέγοντας «Μια βιβλιοθήκη αποκλειστικά προέκταση του Διαδικτύου. Μια βιβλιοθήκη - παιχνιδότοπος, μια βιβλιοθήκη video game, μια βιβλιοθήκη όπου ο χρήστης θα είναι υποψήφιος πελάτης και δωρεάν εργάτης στο διαδικτυακό αποθεματικό κεφάλαιο της όποιας Google και Vodafone.»; Ή μήπως αυτά λέμε με την Ειρήνη Δαφέρμου στην εκπομπή "Ρεπεράζ" του ΜεταΔεύτερου και του Παναγιώτη Φραντζή; Μήπως η κριτική μας εξαντλείται στο ελάχιστα ουσιώδες «μετατρέπετε τις βιβλιοθήκες σε χώρους διασκέδασης, αλλά όχι ανάγνωσης»; Δεν θα περίμενε κανείς να χωρέσει η οπτική μας σε ένα επιμνημόσυνο (και όχι πανηγυρικό) άρθρο για τα πεντάχρονα του project στη Lifo.

Μια αναφορά ακόμη αξίζει πάντως σε όσα αναφέρονται στην απολογιστική συνέντευξη του επικεφαλής του Future Library στη Σταυρούλα Παπασπύρου. Η αγωνία για τους… βλαχοδήμαρχους. «Κάναμε τόσα, αλλά δεν πείσαμε τους βλαχοδήμαρχους» λέει περίπου ο κος Πρωτοψάλτου. Μα εκεί υπάρχει ένα από τα βασικά προβλήματα του σχεδιασμού που έγινε, εντοπίστηκε από εμάς τους «καχύποπτους εχθρούς» εξαρχής: «ο σχεδιασμός και οι δράσεις δεν επιχειρούν τη δομική στήριξη του θεσμού των βιβλιοθηκών, αλλά χτίζουν στα σαθρά του θεμέλια». Το να ενισχύσεις το θεσμό, ακόμη και ως χορηγός, είναι σαφώς πιο σύνθετο και δύσκολο από τις έτοιμες λύσεις των παιδικών εκδηλώσεων και των media labs. Ποτέ δεν ενδιέφερε ουσιαστικά ο θεσμός το Ίδρυμα, ίσα-ίσα που οι «βλαχοδήμαρχοι» εξυπηρετούσαν την επιδιωκόμενη επικοινωνιακά απαξίωση του Δημοσίου. Θα μπορούσε κανείς να κρίνει ως υποκριτική την αγωνία που εκφράζει η κρίση για τους δημάρχους, αν και κατά πάσα πιθανότητα είναι μια εύλογη πικρία, αφού οι μεταξωτές κορδέλες δεν έλυσαν το πρόβλημα. Πώς θα μπορούσαν εξάλλου;


Θα μπορούσε κανείς να κρίνει την ιστορία του Future Library, του χορηγικού αυτού εγχειρήματος, από ποικίλες και αντιθετικές οπτικές. Έχει φτάσει όμως η ώρα και για μια συνθετική: το εγχείρημα αυτό αποτέλεσε μια κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του ΕΚΕΒΙ, ήρθε να καλύψει το κενό της τυπικής και ουσιαστικής του κατάργησης. Δεν θέλησε και δεν μπόρεσε να το καλύψει ουσιαστικά, αλλά επικοινωνιακά το υπερκάλυψε. Όπως καθετί επιφανειακό δεν μπορεί να έχει διάρκεια, κάτι που οι σχεδιαστές του το ήξεραν και το είχαν ανακοινώσει εξαρχής. Άφησε κάτι θετικό πίσω του; Σαφώς και άφησε: ό,τι κερδήθηκε από τη συνέργεια και τη συλλογικότητα, ότι τροφοδοτήθηκε από τον ενθουσιασμό και την ενθάρρυνση των εκατοντάδων βιβλιοθηκονόμων της χώρας. Χωρίς την πατρική φιγούρα του Χορηγού θα πρέπει τώρα να στραφούμε μαζί στη διεκδίκηση, στις συλλογικές επεξεργασίες που θα προτείνουν και θα διεκδικούν τα δομικά στοιχεία της ύπαρξης και του ρόλου μας. Ο μόνος στόχος μας πρέπει να είναι με όχημα τις γνώσεις και τον ενθουσιασμό μας να κερδίσουμε από το κράτος το σεβασμό, την ελευθερία και τη φροντίδα για όσα θέλουμε και πρέπει να κάνουμε για την κοινωνία μας. Από ένα κράτος και μία κυβέρνηση που φαίνεται να αρνείται το διακηρυγμένο ρόλο της, ακουμπώντας ράθυμα στη χορηγική προσφορά και αδιαφορώντας στην ουσία για την πολιτική των βιβλιοθηκών, του βιβλίου και της ανάγνωσης. Παρά τις περί του αντιθέτου προεκλογικές εξαγγελίες της.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Κάτι ζωγραφιές του 19ου αιώνα


Συχνά βρίσκω στη Βιβλιοθήκη παλιά βιβλία μουτζουρωμένα, σημειωμένα, ζωγραφισμένα ή με χειρόγραφες κτητορικές φράσεις. Οι αιώνες περνούν γύρω τους, οι ιστορίες των βιβλίων γερνούν, οι συγγραφείς τους πεθαίνουν, ίσως ποτέ κανείς άλλος να μην τα διάβασε, ίσως κάποιος σοφός ερευνητής να ενδιαφέρθηκε για το κείμενό τους κάποια στιγμή. Όμως εμένα, που είμαι απλά ένας βιβλιοθηκάριος, με συγκινούν αυτές οι παράμετρες προσθήκες που κάποια στιγμή αποτυπώθηκαν στο περιθώριο και κάνουν κάθε βιβλίο μοναδικό. Μου αρέσουν όχι τα ίδια τα βιβλία ή η σοφία τους. Αλλά η ιστορία του καθενός από αυτά που πήγε από χέρι σε χέρι κι έφτασε μέχρι εμένα που σας ιστορώ ετούτα. Σαν τα τουρκόφωνα χριστιανόπουλα στην Καππαδοκία τον 19ο αιώνα που έφτιαξαν στα καραμανλίδικα βιβλία τους αυτές τις ζωγραφιές, ίσως από ανία. 












Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Μια συγγνώμη για τη Μαντά;

Δεν ξέρεις πώς είναι η επαρχία. Πόσο στεγνωμένη είναι κατά κανόνα από πνευματική ζωή, πόσο της λείπουν οι άνθρωποι που θα υψώσουν ένα όποιο πνευματικό ή καλλιτεχνικό ανάστημα, να γίνουν κάπως σαν φάροι για την πνευματικά ανήσυχη ομάδα των ανθρώπων κάθε επαρχιακής πόλης. Οι δημοτικές βιβλιοθήκες ήταν πάντα ένας χώρος που καλούνταν, συχνά με ανορθόδοξα και πενιχρά μέσα, να παίξει ένα τέτοιο ρόλο της πνευματικής εστίας. Το όλο πράγμα κάπως θολό στον πολιτικάντικο νου των «βλαχοδημάρχων» εξαρτιόταν πάντα από τον «πατριωτισμό των βιβλιοθηκαρίων», όποτε υπήρχε και όποτε υπήρχαν.

Τα τελευταία χρόνια με την ανάθεση από την Υπουργό Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου της ηγεμονίας και του συντονισμού της πολιτικής βιβλιοθηκών στο ίδρυμα Νιάρχου, οι δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες (φτωχοί συγγενείς των υπόλοιπων βιβλιοθηκών που πήραν ανάσες από ευρωπαϊκά προγράμματα) ήρθαν σε επαφή για πρώτη φορά με ζητήματα προώθησης και οργάνωσης εκδηλώσεων, δημοσίων σχέσεων και marketing του πολιτιστικού προϊόντος. Ήταν μια έξυπνα σχεδιασμένη κίνηση που ακούμπησε σε πραγματικές ανάγκες και ελλείψεις και αξιοποίησε δυνάμεις που εθελοντικά ήταν έτοιμες να συνδράμουν. Τα οφέλη υπήρξαν ποικίλα, τόσο για τις βιβλιοθήκες, για το κοινό τους, τους βιβλιοθηκάριους, όσο και για την κυβέρνηση που δεν χρεώθηκε την καταστροφή των βιβλιοθηκών (για τις οποίες έδινε πλέον ψίχουλα). Αυτά λίγο πολύ όμως τα έχουμε ξαναπεί. Γεγονός είναι πως οι δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες και με αυτό τον τρόπο πάλι ψίχουλα πήραν, όμως το επικοινωνιακό ντοπάρισμα δεν τους επέτρεψε να το διακρίνουν έγκαιρα αυτό. Τώρα όπως και να ‘ναι το παιχνίδι του χορηγού τελειώνει, το «μεγάλο στοίχημα» είναι η «Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη» και μένει να δούμε (ή να διαμορφώσουμε) την κατάσταση από ‘δω και πέρα για όλες αυτές τις βιβλιοθήκες σε όλη τη χώρα.

Μια από τις συνέπειες της περιόδου αυτής στις δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες ήταν το ότι έγιναν γνωστές σε διάφορους που μέχρι τότε τις αγνοούσαν, εμπόρους του βιβλίου, εκδότες, διάφορα σχήματα και οργανώσεις που πλέον κάλυψαν και το ρόλο του κρεουργημένου Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Οι εκδόσεις Ψυχογιός είναι μία από τις περιπτώσεις αυτές. Ενδεικτικό παράδειγμα η περιοδεία του εκλεκτού ονόματος του καταλόγου του, της ευπώλητης συγγραφέα Λένας Μαντά. Η Λένα Μαντά σε αντίθεση με την... ομότεχνή της Χρυσηίδα "συμπαθεί" τις βιβλιοθήκες και κάνει περιοδεία αυτό τον καιρό για το προμοτάρισμα του τελευταίου της βιβλίου σε αυτές. Ο σχεδιασμός της "περιοδείας" είναι έξυπνος: μια δημοτική βιβλιοθήκη (για το κοινό της), ένα βιβλιοπωλείο (για να πουλήσει βιβλία) και ένας χώρος να τους χωρέσει όλους. Προ ημερών η Δημοτική βιβλιοθήκη της Βέροιας με καμάρι φιλοξένησε τη συγγραφέα που "μάγεψε το βιβλιόφιλο κοινό". Τη Δευτέρα 15 Ιουνίου και η Δημόσια βιβλιοθήκη των Γρεβενών θα υποδεχτεί τη συγγραφέα (δεν είναι η πρώτη φορά). Φαντάζομαι το βιβλιόφιλο κοινό θα μαγευτεί και στα Γρεβενά. Και ποιος ξέρει, ποιος ψάχνει καλύτερα, ποιοι προορισμοί ακολουθούν.

Θα ήμασταν πολύ γκρινιάρηδες και άδικοι αν λέγαμε πως το ευκολάκι της Μαντά και η αισθητική του χαρακτηρίζει τη μετα-Future Library περίοδο των δημοτικών βιβλιοθηκών. Μπορούμε ωστόσο να αναρωτηθούμε για κάποια πράγματα που πάντα εξάλλου μας βασάνιζαν. Πόσο «δικαιούται» αλήθεια μια βιβλιοθήκη να υποκύπτει στα ευπώλητα θεωρώντας πως "υπηρετεί την «αναγνωσιμότητα»" (τη βιβλιοφιλία και την φιλαναγνωσία εννοεί). Μέσα σε όλα και αυτό, θα μπορούσες να πεις. Ωστόσο η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Βέροιας φαίνεται να καμαρώνει σε διαδοχικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την επιτυχία της εκδήλωσης. Ας μην σταθούμε εκεί.


Οργανώνουμε εκδηλώσεις στις βιβλιοθήκες. Κι έχουμε ανάγκη πρόθυμους ανθρώπους να μιλήσουν για το έργο τους. Κι έχουμε ανάγκη να είναι πολύς ο κόσμος που θα έρθει, γιατί πρέπει να ακουστεί η βιβλιοθήκη και ο βλαχοδήμαρχος να μην την ξεχάσει. "Μετακινήσιμοι" άνθρωποι είναι συνήθως αυτοί που πουλάνε, αυτούς πρόθυμα θα στηρίξει ο εκδότης για να αυξήσει το κέρδος του. Και θα τους πληρώσει και τα έξοδα. Πολλοί άνθρωποι θα έρθουν στην εκδήλωση αν αυτός που θα μιλήσει είναι star. Κι έτσι εμείς που διψάμε για λίγη ζωντάνια πρέπει να διαθέσουμε το φαγητό που μας σερβίρουν αυτοί που διψάνε για το κέρδος.

Όμως οι βιβλιοθήκες ούτε με τα ευπώλητα είναι ταυτόσημες, ούτε με τις εκδηλώσεις, ούτε με το κέρδος, ούτε με τις δημόσιες σχέσεις, ούτε καν με τους βλαχοδήμαρχους. Οι βιβλιοθήκες είναι ναοί της ανάγνωσης, είναι παράθυρα στον κόσμο της γνώσης και του πνεύματος. Ποτέ δεν ήταν μόνο λογοτεχνία, ποτέ δεν έκρυψαν ένα είδος για να αναδείξουν ένα άλλο, ένα συγγραφέα για έναν άλλο. Και ίσως να είχαν και να έχουν πάντα έναν παιδευτικό ρόλο, ειδικά στην ταλαιπωρημένη και στεγνωμένη επαρχία.

Θεωρώ πως δεν μπορούν να αγκαλιάζονται οι βιβλιοθήκες με τους καρχαρίες του ευπώλητου για να σωθούν. Δεν μπορούν να γίνονται πρόθυμοι χώροι για τους εμπόρους του εύκολου. Πρέπει να αντιστέκονται, ιδιαίτερα αυτή την εποχή της κατάρρευσης, να υπερασπίζονται περισσότερο από ποτέ το ρόλο, την αποστολή και την ιστορία τους. Να διεκδικούν αυτό που θα πάει το λαό παραπέρα και όχι αυτό που θα τον θάψει στην αφασία τις βλακείας οριστικά.

Ευτυχώς πολλές το κάνουν. Με τις λίγες τους δυνάμεις το κάνουν. Με ελλείψεις και αδυναμίες, αλλά το κάνουν. Και ίσως να αξίζει περισσότερο να ασχολούμαστε με τους ήρωες που αντιστέκονται στην ευτέλεια, παρά με αυτούς που ενδίδουν σε αυτή.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Warsaw session III: Biblioteca


Είναι το αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας, η οποία πια συγκαταλέγεται στα αξιοθέατα της πολωνικής πρωτεύουσας. Δεν θα μπορούσαν να μην περιλαμβάνονται και οι βιβλιοθήκες στα στοιχεία αυτού του ταξιδιού - πόσο υπομονετικοί θα έπρεπε να είναι οι φίλοι στην απαίτησή μου να μπω σε κάθε βιβλιοθήκη, από τις όχι και λίγες που συναντήσαμε στις διαδρομές μας! Κυρίως για να διακρίνω τη θέση τους στη ζωή της πόλης και των ανθρώπων της.


Η νέα Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη ολοκληρώθηκε το 1999. Είναι ένα κτίριο  με βιοκλιματικό σχεδιασμό που εκτός από τα 40.000 m2 για τη βιβλιοθήκη διαθέτει χώρο και για εμπορικές χρήσεις (60.000 m2). Το στοιχείο της συνύπαρξης με τους εμπορικούς χώρους ξενίζει αν και φαίνεται πως μάλλον εξυπηρετεί την οικονομική ενίσχυση της βιβλιοθήκης, παρά εντάσσεται σε κάποιο ιδεολόγημα νεοφιλελεύθερου τύπου. Ακόμη κι έτσι η κατεξοχήν βιβλιοθήκη είναι ξεχωριστός χώρος "ενωμένος" με γυαλί και σίδερο με το υπόλοιπο τμήμα.









Ξαφνιάζει η παρουσία δελτιοκαταλόγων στο αναγνωστήριο και φαντάζει αναχρονισμός στη μοντέρνα και μινιμάλ αισθητική του , αν και "κουκουλώνεται" με έξυπνο τρόπο.



Είναι μεγάλη η επισκεψιμότητα στους κήπους γύρω και πάνω από τη Βιβλιοθήκη, εξάλλου η θέα στο Βιστούλα και τη γύρω περιοχή είναι εντυπωσιακή.




Ιδιαίτερη μνεία ας γίνει στο αναγνωστικό κοινό. Εδώ, τυπικά δείγματα...


Μια άλλη ιδιαίτερη περίπτωση είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη της Πολωνίας που δεν στεγάζεται σε ένα μοναδικό κτήριο. Εντυπωσιακό είναι το Krasiński Palace που φιλοξενεί τις "ειδικές συλλογές", το οποίο τον καιρό αυτό συντηρείται και δεν κατέστη δυνατό να το επισκεφθούμε.  Στον εξωτερικό χώρο "βόσκουν" μεταλλικοί Πήγασοι ...






Περπατώντας στην Παλιά Πόλη συναντήσαμε τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βαρσοβίας, η μάλλον ένα από τα παραρτήματά της. Ομολογουμένως η συνεννόηση στα αγγλικά με τους συναδέλφους ήταν μάλλον κατ' επίφαση συνεννόηση...





Μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τις βιβλιοθήκες είχε να μας αφηγηθεί και ένα από τα λίγα υλικά εκθέματα του Εβραϊκού Μουσείου στη Βαρσοβία, το βιβλίο που αφηγείται το όνειρο ενός διάσημου λογίου και ραβίνου του 16ου αιώνα, του Dawid Darszan για τη δημιουργία βιβλιοθήκης για τα εβραιόπουλα της Βαρσοβίας



Το ταξίδι τελείωσε στην Κρακοβία. Ο χρόνος για την περιήγηση στην πόλη ήταν λίγος. Επομένως το library viewing εξαντλήθηκε στην... επιφάνεια των πραγμάτων.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Η Krotkie στις βιβλιοθήκες

της Krotkaya*


Φίλε μου Βιβλιοθηκάριε, 

φοβάμαι πως θα σε απογοητεύσω. Αν και διαβάζω μανιωδώς, η σχέση μου με τις βιβλιοθήκες είναι μάλλον κακή. Σκέψου, πως μέχρι που έφυγα από την Ελλάδα, στα 25, είχα πάει σε βιβλιοθήκη δυο ή τρεις φορές στη ζωή μου.
Θες επειδή αντιλαμβάνομαι τη σχέση μου με το βιβλίο και τη ανάγνωση ως καθαρά προσωπική, θες επειδή οι βιβλιοθήκες στην Ελλάδα ήταν δυσεύρετες κι όχι ιδιαίτερα ελκυστικές, θες επειδή στις βιβλιοθήκες απαγορεύεται το κάπνισμα, δεν αποτέλεσαν ποτέ επιλογή μου. Θυμάμαι τη βιβλιοθήκη της Σχολής μου, βαρετή, μικρή, φτωχή. Θυμάμαι βέβαια και τη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στη Σίνα. Αυτή ήταν όντως εντυπωσιακή. Το ίδιο το κτήριο της Σχολής είναι ένα ποίημα: βρίσκεσαι στο κέντρο της Αθήνας, σπρώχνεις τη βαριά σιδερένια πόρτα του κήπου -και ξαφνικά βρίσκεσαι σε έναν άλλο κόσμο, βγαλμένο από τα βιβλία της Τζέην Ώστεν! Χαλικόστρωτες αλέες, παρτέρια με νεραντζιές (ήταν άνοιξη όταν πρωτοπήγα και μοσχοβόλαγε ο τόπος) και στο κέντρο ένα λευκό νεοκλασικό που άστραφτε στον ήλιο. Μπήκα μέσα και με εντυπωσίασαν δυο πράγματα: η σύγχρονη οργάνωση της βιβλιοθήκης και οι πολύ αυστηροί και βλοσυροί βιβλιοθηκάριοι. Το κτήριο σε καλωσόριζε, αυτοί σαν να σε έδιωχναν -αυτοί και τα εξωφρενικά ποσά που έπρεπε να πληρώσεις για να βγάλεις φωτοτυπίες.


Και μετά πήγα στο Στρασβούργο και έπρεπε να κάνω μια σοβαρή μεταπτυχιακή εργασία και η βιβλιογραφία που χρειαζόμουν αριθμούσε πολλές σελίδες πανάκριβων βιβλίων. Η αναγκαστική λύση λοιπόν, ήταν η BNUS! Η Εθνική Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη βρίσκεται στην πλατεία Δημοκρατίας (place de la République),  η οποία κατασκευάστηκε από τους Γερμανούς το 1880 (η Αλσατία τότε ανήκε στη Γερμανία) και ονομαζόταν Keiserplatz. Το 1919, η Αλσατία επανέρχεται στους Γάλλους που την ονομάζουν place de la République και όταν την Αλσατία επανακατέλαβε η Ναζιστική Γερμανία, η πλατεία ξαναμετονομάστηκε σε Bismarckplatz. Μέσα σε πέντε γραμμές και τρεις μετονομασίες, η ουσία της νεώτερης ευρωπαϊκής ιστορίας. Αλλά ξεφεύγω από το θέμα μου, το 'χω αυτό, όπως ξέρεις!


Τα κτήρια της πλατείας αυτής είναι αντιπροσωπευτικά της καλλιτεχνικής αντίληψης της εποχής, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στην αρχιτεκτονική. Το λέω αυτό για να δείξω το δέος που ένιωσα μπροστά στα σκαλιά της BNUS, της τεράστιας και επιβλητικής πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης. Μην έχοντας και σπουδαία εμπειρία από βιβλιοθήκες και καθώς το κτήριο ήταν θηριωδώς μεγάλο, την πρώτη φορά που πήγα, χάθηκα, έφαγα κάνα μισάωρο για να βρω την πτέρυγα της σύγχρονης ιστορίας και μετά άλλο ένα μισάωρο όταν έψαχνα τις τουαλέτες, ένα εικοσάλεπτο ψάχνοντας την αίθουσα με τα φωτοτυπικά. Μολονότι υπήρχε η δυνατότητα να δανειστείς βιβλία (αν και όχι όλα), τελικά προτιμούσα να διαβάζω επί τόπου. Στην εξεταστική μάλιστα, έπαιρνα τις σημειώσεις μου και πήγαινα να διαβάσω εκεί -ένας λόγος βέβαια ήταν και ο καύσωνας, και στη βιβλιοθήκη έκανε δροσιά. Ένας άλλος λόγος ήταν πως στη βιβλιοθήκη δεν είχα κανένα περισπασμό, μπορούσα να συγκεντρωθώ βαθειά, σε σημείο που να χάνω την αίσθηση του χρόνου. Με επανέφερε βέβαια η επιθυμία του τσιγάρου, αλλά και αυτό όχι ιδιαίτερα συχνά.

Θυμάμαι τους τοίχους γεμάτους ράφια ως το ταβάνι, τον παράδεισο των χιλιάδων βιβλίων, ανάμεσα στα οποία φιγουράριζαν και αιρετικοί τίτλοι, τα χαμόγελα των βιβλιοθηκάριων και... το ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης. Για μένα ήταν αποκάλυψη το γεγονός ότι μπορούσες από το σπίτι σου να ελέγξεις αν τα βιβλία που έψαχνες υπήρχαν στη βιβλιοθήκη, αν ήταν διαθέσιμα και σε κάθε περίπτωση να κάνεις κράτηση.

Η BNUS ήταν μια πολύχρωμη βιβλιοθήκη, αυτή είναι αίσθηση που έχω κρατήσει 12 χρόνια αργότερα. Τα ράφια ήταν χρωματιστά, τα βιβλία επίσης, αλλά και οι άνθρωποι που διάβαζαν. Μερικές φορές, έχανα τη συγκέντρωσή μου, ή έκανα διάλειμμα, παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου. Ήταν άνθρωποι διαφόρων ηλικιών, σίγουρα όχι μόνο φοιτητές, διαφόρων αποχρώσεων, τάξεων, αντιλήψεων και στυλ. Η παλέτα της ποικιλίας δεν εκτεινόταν μόνο στα ράφια με τα βιβλία, αλλά και στους ανθρώπους.


Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, έτυχε να μπω στη βιβλιοθήκη του Trinity College  στην Ιρλανδία. Σε αυτή την περίπτωση, το δέος δεν προέρχεται από την αρχιτεκτονική του κτηρίου (άλλο ύφος το γερμανικό, άλλο το ιρλανδικό), αλλά από το γεγονός ότι ξέρεις πως μπαίνεις μέσα σε μια βιβλιοθήκη που φτιάχτηκε στα τέλη του 16ου αι.. Τα ξύλινα πατώματα και τα ράφια τρίζουν από το βάρος των αιώνων, και ο εντυπωσιασμός του επισκέπτη μεγεθύνεται μπροστά στο Book of Kells  που δεσπόζει στην είσοδο: έχεις μπροστά σου ένα χειρόγραφο του 9ου αι, ασχέτως αν πρόκειται για ένα θρησκευτικό βιβλίο στα λατινικά.
Από την άλλη είναι ενοχλητικό το γεγονός ότι η βιβλιοθήκη είναι προσβάσιμη μόνο για το προσωπικό και τους φοιτητές του Πανεπιστημίου και πως οι υπόλοιποι άνθρωποι μπορούν να επισκεφτούν μόνο ένα μέρος της και μάλιστα πληρώνοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο αντίτιμο.
Μετά βέβαια, βγαίνεις έξω, σε έναν άλλο κήπο που μοιάζει επίσης βγαλμένος από βιβλία της Τζέην Ώστεν. Ένα άλλο πολύχρωμο πλήθος διαβάζει ή κάνει πικνικ στα γρασίδια, όλα είναι πολύ δυτικοευρωπαϊκά, πολύ campus-like, κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι ποιος είναι τελικά ο ρόλος ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος και μιας βιβλιοθήκης, πόσο λάθος από κάθε άποψη είναι το να είναι προσβάσιμο μόνο από μια ελίτ, πόσο η ταξικότητα της κοινωνίας στην έχει στημένη στα πιο απίθανα και υπεράνω υποψίας μέρη.
Και πόσο υπέροχο, όσο και ουτοπικό, είναι αυτό που εσύ θεωρείς σωστό: μια ορθάνοιχτη στην κοινωνία βιβλιοθήκη του Trinity College, στην οποία όλοι, μα όλοι θα μπορούν να χαζέψουν τις σελίδες του Book of Kells και όλων των άλλων πολύτιμων συγγραμμάτων, να τα μυρίσουν, να τα ξεφυλλίσουν, να τα μελετήσουν και τελικά να τα έχουν οικειοποιηθεί όταν θα τα τοποθετούν πίσω στα ράφια τους.
***
H Krotkaya είναι φίλη μου. Ζει κι εργάζεται στις Βρυξέλλες (στο Βρυξελοχώρι, όπως το λέει). Την ευχαριστώ πολύ που ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου να γράψει για τις βιβλιοθήκες που γνώρισε.