Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Το παραμύθι του τελευταίου βιβλιοθηκάριου


Μεταφράστηκε πριν λίγες μέρες από ομάδα ειδικών γλωσσολόγων, μαθηματικών και πληροφορικών ένα παράξενο κείμενο, γραμμένο σε μια άγνωστη γλώσσα πριν πολλά χρόνια. Αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια συντήρησης ενός αρχέτυπου,  είναι γραμμένο με σινική μελάνι σε ένα αντίτυπο της editio princeps του λεξικού του Σούδα που φιλοξενείται στη Βιβλιοθήκη. Οι ειδικοί έδωσαν στη δημοσιότητα τη μετάφραση της περιβόητης "ιστορίας του τελευταίου βιβλιοθηκάριου", όπως ονομάστηκε από τον τύπο το εν λόγω σημείωμα:

"Είχαμε τόσο πολύ συνηθίσει την παρουσία του που ήταν πια σαν να μην υπήρχε για εμάς. Ερχόταν νωρίς το πρωί κι έφευγε τελευταίος όταν σουρούπωνε στον κόσμο των βιβλίων κι έξω. "Τη νύχτα γράφονται τα βιβλία, ας τα αφήσουμε να γεννηθούν" μας έλεγε την ώρα που βυθιζόταν στο σκοτάδι του πηγαιμού του.

Την τελευταία φορά που ήρθε στη βιβλιοθήκη με πλησίασε και μου είπε κάτι παράξενο, το οποίο δεν θα το θυμόμουν αν δεν το είχα αναπόφευκτα συνδυάσει με την εξαφάνισή του: "τα γράμματα γέννησαν το έθνος μας κι όχι το γένος μας τα γράμματα. Εμφανιστήκαμε στον κόσμο γιατί μίλησαν τη γλώσσα μας τα βιβλία, γιατί έγραψαν για εμάς οι συγγραφείς, ζούμε την ιστορία που αφηγήθηκαν οι παραμυθάδες στα παιδιά μια κρύα, βροχερή νύχτα δίπλα στο τζάκι - γι' αυτό καμιά φορά δακρύζουμε χωρίς λόγο κι οι σκέψεις μας θροΐζουν σαν τα φύλλα της βελανιδιάς.

Από εκείνη τη μέρα όλα άρχισαν να αλλάζουν. Εξαφανίζονταν ένας-ένας οι άνθρωποι, ο βασιλιάς κι ο λαός μας, σαν να μην υπήρξαμε ποτέ χάνονταν τα ίχνη μας. Είμαι ο τελευταίος του έθνους μας που παραμένω ζωντανός, νομίζω όμως πως έρχεται και μένα η σειρά μου να βυθιστώ στο σκοτάδι του πηγαιμού μου. Είμαι μόνος πια στη Βιβλιοθήκη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να μην χαθεί ποτέ η ιστορία του έθνους μου και ο τρόπος του αφανισμού μας. Δεν ξέρω ποιος θα καταφέρει ποτέ να διαβάσει αυτό το κείμενο, αφού κανείς δεν θα ζει από όσους μίλησαν τη γλώσσα μας, αλλά δεν υπάρχει και κάποια άλλη γλώσσα για να αφηγηθώ την ιστορία αυτή. Αν ποτέ κανείς μπορέσει να διαβάσει αυτή την ιστορία, ίσως το έθνος μας ξαναγεννηθεί."

***
Το χαρακτικό είναι του John DePol

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Σε γνωρίζω από την κόψη του βιβλίου την πλουμιστή...


Τα βιβλία είναι το περιεχόμενό τους. Είναι οι συνθήκες συγγραφής τους. Ο συγγραφέας τους. Ο σχολιαστής, ο μεταφραστής, ο επιμελητής τους. Ο εικονογράφος τους. Ο εκδότης ή/και ο τυπογράφος τους, ο τόπος έκδοσης. Τα χαρτί, το τιράζ. Ο αριθμός έκδοσης ή ανατύπωσης, το εξώφυλλο, το "αυτί" ή η κουβερτούρα τους, οι πληροφορίες στο οπισθόφυλλο, ο κολοφώνας τους. Η βιβλιοδεσία, το δέσιμό τους. Ο χρόνος έκδοσης, το ύψος, το πλάτος τους, οι σελίδες τους, η  έντυπη αφιέρωση του συγγραφέα, η σελίδα τίτλου. Είναι αυτός που τα διάβασε κι αυτός που δεν τα διάβασε, αυτός που τα ολοκλήρωσε και αυτός που τα άφησε στα μισά. Είναι αυτός που τα αγόρασε κι αυτός που τα πούλησε, αυτός που τα χάρισε κι αυτός που του χαρίστηκαν, είναι μια χειρόγραφη αφιέρωση, είναι αυτός που τα μεταπούλησε κι αυτός που τα ξαναγόρασε, είναι ο συστηματικός ή ο επιπόλαιος αναγνώστης, ο συλλέκτης, ο βιβλιόφιλος, ο βιβλιοδέτης. Είναι ο τόπος που έζησαν, τα μέρη που διαβάστηκαν (η παραλία, ένα γραφείο, ένα τραπέζι σε μία αυλή, μια αιώρα δεμένη στη λεμονιά), είναι οι βιβλιοθήκες που τα φιλοξένησαν κι αυτές που τα φιλοξενούν. Είναι ο αριθμός εισαγωγής τους, το ISBN, το ταξιθετικό τους σύμβολο, το barcode στην τελευταία σελίδα ή το RFID, η τιμή τους. Είναι ο σελιδοδείκτης τους (πάνινος, μεταλλικός, χάρτινος), οι τσακισμένες σελίδες τους, οι χειρόγραφες υπογραμμίσεις, οι μουτζούρες, οι σημειώσεις, οι ζωγραφιές τους, ένα ίχνος καφέ που κάποτε χύθηκε δίπλα τους, ένας λεκές λαδιού ή υγρασίας, τα "τούνελ" του βιβλιοσκώληκα. Είναι οι ράχες τους.

Είναι η κόψη των σελίδων τους. Συνήθως λευκή. Όμως κάποιες φορές έγχρωμη. Μονόχρωμη ή ζωγραφιστή, στο χέρι ή με την τεχνική της μαρμαρόκολλας. Και σκέφτεσαι την παράδοξη αγάπη κάποιες φορές των ανθρώπων για τα βιβλία, που τα στολίζει με την τυχαιότητα των χρωμάτων, σαν να ομορφαίνει το μέσα τους ή σαν να υποδεικνύει την ομορφιά των κειμένων, μετατρέποντάς τη σε μια χρωματική πανδαισία στην κόψη του κόσμου.

Μου αρέσει αυτή η κόψη του κόσμου που βρίσκω στις βιβλιοθήκες. Χάνεται μες στο χρόνο. Όμως κάποτε υπήρξε.





























Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

Το παραμύθι του φαντάσματος


Ένα φάντασμα μια νύχτα άφησε έναν αναστεναγμό. Κι ο αναστεναγμός του έγινε άνεμος, κι αντάρα έγινε μεγάλη, κι ήρθαν μαύρα σύννεφα κι έβρεξε βροχή σαν το κλάμα ενός παιδιού που το μαλώσαν άδικα. Και η βροχή έγινε θάλασσα που ερωτεύεται τους ναυτικούς και μέσα της βαθιά τους παίρνει και τους κρατάει μες στη σιωπή της, όπως τα βιβλία κρατούνε μέσα τους τις λέξεις.

Αναστενάζουν τα φαντάσματα καμιά φορά. Όταν η μνήμη της ηδονής και του πόνου τους κόβει την ανάσα, αναστενάζουν. Όταν θυμούνται που είχαν σώμα και σκιά. Και τότε βρέχει στον κόσμο των ανθρώπων κι αντάρα γίνεται μεγάλη!

***
ο πίνακας είναι του Jankel Adler