Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2021

Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρετάκου στην Πειραϊκή "Λογοτεχνία"


Μόλις 2 τεύχη, στην αυγή του μεταπολεμικού κόσμου! Τόσο κράτησε η Πειραϊκή "Λογοτεχνία", μια "μηνιαία έκδοση γραμμάτων" του Υδραίου δημοσιογράφου και ποιητή Γιάννη Α. Καραμήτσου. Στο πρώτο τεύχος δίνουν το συγγραφικό οβολό τους Ρίτσος, Βρεττάκος, Αξιώτη, Σινόπουλος κι άλλοι. Από εκεί, το ποίημα "Αγαπημένοι μου φίλοι" του Νικηφόρου:


"Σαν τους νεκρούς που τους πηγαίνουν να τους κάψουν
Σε τόπο προορισμένο για την ιερή αυτή πράξη
Όμοια σ' ένα βελούδινο φέρετρο με πηγαίνει
Κάτω από μαύρα σύννεφα στους ώμους του το πεπρωμένο μου
Κι ενώ στ' άσπρο μου σάβανο βρέχει, μαντηλωμένες,
Μ' ακολουθούν παραπατώντας της ζωής μου οι νύχτες...
Τους λόφους παίρνει η σκοτεινή γραμμή και κατεβαίνει
Μες στην ομίχλη, ανάμεσα στα δένδρα προς το βάθος,
Που με προσμένει μια φωτιά μεγάλη, γινωμένη
Απ' όλες τις χρωματιστές τους κόσμου αυτού φωτιές.
Απ' του ηλιοβασιλέματος απ' του ωκεανού, απ' των άστρων,
Απ' τις φωτιές των φεγγαριών στο χιόνι, απ' των αιθέρων
Τις λάμψεις κι απ' τα βραδυνά χρώματα του Ταϋγέτου.
Γαλάζιες, ρόδινες, λευκές, πράσινες, ασημένιες
Φλόγες, σαν ένα σύμπλεγμα χορού νυμφών και αγγέλων,
Που ψαλμωδούν ειρηνικά κυττώντας το αναλόγι
Του σύμπαντος. Κι ενώ ο Χριστός μ' ένα σκυλί διαβαίνει
Τον κάμπο κι η μητέρα μου μαζεύει στην ποδιά της
Το πρωινό φως, χορεύουνε αλαφρά με σηκωμένα
Στο γόνα τα πολύχρωμα ζωηρά φορέματά τους
Η βασιλεία των λουλουδιών με τους βοσκούς της...
Αγαπημένοι φίλοι μου, φίλοι μου αγαπημένοι!
Εγώ στους στίχους μου είμαι απλός κι είμαι πιο απλός ακόμα
Στα δάκρυά μου! Σκοτείνιασαν οι μέρες μας! Χιονίζει
Σ' όλο μου το αίμα με πυκνές νιφάδες κι είμαι ως μέσα
Γυμνός, σαν ένας εαρινός βοσκός σ' ένα γαλάζιο
Βουνό. Τώρα μαζέψετε τα έρημα πρόβατά μου
Και γονατίστε σ' ένα θεό για ότι πιο λυπημένο
Πιο σκοτεινό, πιο ασήκωτο, πιο ξαπλωμένο υπάρχει
Στον κόσμο απόψε! Με σφυριά τετράγωνα καρφώνουν
Της νύχτας τα παράθυρα! Φυσά ένας άνεμος κακός
Και σκοτεινιάζει! Μια βροχή!... Μια πάχνη!... Ένα φεγγάρι!...
Το φέρετρό μου γιόμισα νερά!...
Στροβιλισμένες
Ψηλά στο βάθος οι φωτιές, μαδούν την ομίχλη."

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2021

Ένα ποίημα του Βικτώρ Σερζ στα "Πειραϊκά Χρονικά"


Μεταφρασμένο άγνωστο από ποιον και δημοσιευμένο το Νοέμβριο του 1945 στα "Πειραϊκά Χρονικά". Το ποίημα του Βικτώρ Σερζ (από τη συλλογή "Résistance" - Paris, 1938) με τίτλο "Για ένα νεκρό". Μέρες του Αυγούστου το βρήκα. Κι ενώ η Ελλάδα καίγεται, απ' άκρη σε άκρη.

"Μαξ,
εικοσιτριώ χρονών
και πέθανες
χωρίς χαρά κι ειρήνη,
χωρίς αγάπη στη ζωή σου,
Μαξ.
Τα νειάτα σου σε καταδίκασαν
- τα νειάτα σου σταυρός στους ώμους σου βαρύς
να σέρνεσαι στις πόλεις
και τα μπουντρούμια της Ευρώπης.
Τα νειάτα σου σε καταδίκασαν
στρατιώτης να πεθάνεις
- μια κι όλη η νειότη του καιρού μας
τον ίδιο θάνατο θα δώσει. -
Μα ποια εκδίκησι όμως πήρανε
στην τραγική σου μοίρα, Μαξ
στη μοίρα ενός προλεταρίου,
μια κι η ζωή της φυλακής,
η πείνα
τα σκουλήκια
Σου είχαν μασήξει το κορμί και την καρδιά,
όταν αιχμάλωτοι εκεί κάτω
στις βρωμερές εκείνες φυλακές
(πίσω από συρματόπλεγμα πυκνό
και με φρουρούς απαίσιους κι άγριους)
περνούσαμε σκληρά τις μέρες;
Α! Πώς εκεί πεθαίναμε αδερφέ μου!
Με την καρδιά πικρή,
με την κοιλιά αδειανή,
με ψείρες στο κορμί
και μίσος,
μίσος, που τριβελίζει το μυαλό,
μίσος, που ροκανίζει την καρδιά,
μίσος που δίνει ελπίδες
κι απελπίζει.
Μα εσύ παιδί είχες απομείνει,
πιο αγνός, κι από παιδί πιο αγνός,
παιδί που ζει κι αόριστα θριαμβεύει.
Παιδί είχε απομείνει κι αγάπες
για το μεγάλο τ' όνειρο,
τον πόνο,
για τη μεγάλη νίκη
τη θυσία
Στον αρμυρό της θάλασσας αγέρα
μέσα σου η ελπίδα άνοιξε φτερά
μιαν αυγή και μιαν εσπέρα
Ήταν καλό κι ήταν πικρό.
Ύστερα οι μέρες ήρθαν οι κακές
οι μακρινές μέρες του πολέμου,
οι μαύρες μέρες του χαμού
της πείνας...
Κι έζησες με τη θλίψη τη βουβή
και τη φριχτή αγωνία
της νειότης σου, που είχε χαθεί.
Πονούσες για δεν μπόρεσες να βρεις
στον ουρανό της χώρας τούτης
τ' αστέρι που της θάλασσας μιλεί.
(Μα πρέπει να το φτάσουμε τ' αστέρι!
τ' αστέρι να το βρούμε εμείς -
εμείς με τη ζωή μας,
το θάνατό μας
το θάνατό σου...)
Η πόλη με κρύα παλάτια της
που η επανάσταση πεινά
με το φτωχό λαό της στα όπλα
και τα κορίτσια στους δρόμους,
με τους στρατιώτες που φεύγανε
και τις γυναίκες, που κλαίγανε
στους σταθμούς -
Η πληγωμένη πόλη επόναε τη ψυχή σου.
Εκεί, στην πόλη εκείνη έζησες τη ζωή σου
και οι λίγες, μα και πολλές μας νίκες
ήταν η πίστη η βαθειά.
Μαξ, με τους νέους που πέσανε
Μαξ, έπρεπε κι εσύ να πέσεις.
(Γιατί τα νέα φτερά που σπάζουν
κι οι νέες ανδρείες που λυγίζουν
είναι η θυσία σε ό,τι γεννιέται)
Μαξ, έπρεπε
για τους χυμούς των δένδρων
τη σπορά του σίτου
την ζωή των γενεών που φτάνουν
τη λαμπρή δόξα των ιδεών
ο θάνατος ο θάνατος χιλιάδων νέων.
Για τη νίκη
των εργατικών δημοκρατιών
που 'ρθαν το νέο κόσμο να χτίσουν
πάνω στους τάφους,
έπρεπε ο ανώνυμός σου θάνατος
ο ερημικός σου ο θάνατος
ο θάνατός σου, Μαξ
τόσο φτωχός και τόσο ξεχασμένος
σ' ένα κρεβάτι του νοσοκομείου
με σύντροφο την αγωνία
και τον πικρό βαθύ σου πόνο;
Μαξ, έπρεπε
την τελευταία στιγμή
το τελευταίο βλέμμα σου να στρέψεις
γεμάτο επίπληξη
στους ζωντανούς...
Μα πέθανες καθώς η άλλη...
Συγχώρεσέ μας που επιζήσαμε.


Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2021

Μια ιστορία του "Ολαρία Ολαρά"


Ο Νίκος Βελλιώτης (1905-1976) ήταν εκτελωνιστής, συνδικαλιστής και συγγραφέας. Έζησε και εργάστηκε στον Πειραιά. Έγραψε τη νουβέλα "Ολαρία-ολαρά" το 1948. Ακολούθησαν τα "Θαλασσοπούλια" (1955), τα "Ραγάνια" (1959), η συλλογή "Από τα σύννεφα στη γη; Από τη γη στον ήλιο ;" (1966) και τα "Μελτέμια" (1970).

Το "Ολαρία-ολαρά" είναι γνωστό σ' εμάς από το ομώνυμο εμβατηριακό τραγούδι του Σαββόπουλου, η φράση αυτή όμως δεν είναι βέβαια εφεύρημα δικό του. Ο Νίκος Σαραντάκος το 2018 ("Όταν ο Μποστ διαφήμιζε τα χρώματα Φλόου-Κοτ") εντοπίζει "ανορθόγραφη" διαφήμιση του Μποστ που αναφέρει επίσης το ποίημα:
"Άχτουνγκ! άχτουνγκ, να θυμάσαι – τα πωλούν Σωκράτους στράσε
νούμερο πενηντατρία – ας το μάθει κι η Αυστρία
ουντ τσουζάμεν Βιέννα-Ρομ εταιρεία Βερνιχρώμ
Βάφε γκουτ, ωραία βάφε – μας διατάζει η Λουφτβάφε
Πόρτες, έλικες και σκάλες – Φλόου-κοτ ις ούμπερ άλες
Ούμπερ άλες ιν ντερ βελτ – και στεγνώνουν πολύ σβελτ
Είναι εύκολος η χρήσις – κάνεις ελαφράς κινήσεις
Και δεν βγάζεις ιλαρά – Ολαρία ολαρά!"

Οι αναγνώστες του μπλογκ "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία" εντοπίζουν το γερμανικό παραδοσιακό τραγούδι "Ein Tiroler wollte jagen", από το οποίο αντλεί έμπνευση ο Σαββόπουλος, αναφέρουν επίσης το Νίκο Βελλιώτη και το βιβλίο του.






Το "Ολαρία-ολαρά" του Βελλιώτη είναι μία νουβέλα που περιγράφει τη ζωή των ανθρώπων του Πειραιά στη γερμανική κατοχή. Τις υπέροχες ξυλογραφίες του βιβλίου έχει κάνει, όπως αναφέρεται στην 4η σελίδα, η (μόλις αφιχθείσα στον Πειραιά) "Βάσσω" (Κατράκη). Είναι η δεύτερη δουλειά της στις εκδόσεις μετά το "Θυσιαστήριο της λευτεριάς" που τυπώθηκε το 1945. Ο Βελλιώτης, όπως και η Κατράκη, θα είναι φίλοι με το Νικηφόρο Βρεττάκο για πολλά χρόνια. Το βιβλίο παίρνει τον τίτλο του από ένα "τραγούδι της γερμανικής φρουράς", που "ακούγεται" στο τέλος της νουβέλας, όταν ο Μπαρμπα-Γιάννης πεθαίνει βασανισμένος από τους Γερμανούς. "Έξω, έπεφτε πυκνό τώρα χιόνι. Κι απ' το μεγάλο δρόμο αντηχούσε το τραγούδι της Γερμανικής φρουράς: - Ολαρία-ολαράαα, Ολαρία-ολαράαα", αλλά και στου Νιόνιου το τραγούδι, όχι τυχαία προφανώς, "χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας", "και το χιόνι πέφτει από ψηλά"...



Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2021

Το παραμύθι τέλη ιουλίου 2021


Μια φορά κι έναν καιρό ή ίσως απόψε ένας άνθρωπος έζησε στο μεταίχμιο των κόσμων: το παραμύθι ξεκίνησε σε έναν κόσμο που οριστικά καταστρεφόταν αφανίζοντας με την ορμητική του αποφασιστικότητα κάθε ομορφιά, κάθε ζωή και κάθε ελπίδα. Άρχισε να τρέχει απελπισμένος να αποφύγει την αδυσώπητη ισχύ του μεγαλειώδους κατακλυσμού, όταν έξαφνα βρέθηκε σε ένα παράξενα ήρεμο σύνορο με δέντρα ψηλά κι ένα τρομερό δράκο να φυλά το πέρασμα αποτρέποντας κάθε μετάβαση στην απέναντι πλευρά. Ο δράκος φάνηκε για πρώτη ίσως φορά να νικιέται από τα τεχνάσματα του ανθρώπου του παραμυθιού ή του ονείρου και τον άφησε να ξεφύγει και να σωθεί από το καταστροφικό τέλος. Ο άνθρωπος μας ή ίσως εγώ βρέθηκε σε έναν τόπο ειρηνικό, έκανε προκοπή κι αγάπησε, απέκτησε παιδιά κι εγγόνια κι όταν στα βαθιά του γερατειά είδε έξαφνα το δράκο να τον πλησιάζει ξανά, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του και την ψυχή του γιατί ήξερε πως έπρεπε να επιστρέψει πάλι στον αδυσώπητο κατακλυσμό της απέναντι πλευράς του κόσμου. Από την επαναλαμβανόμενη ευτυχία των αιώνων να διαλέξει πια το οριστικό μεγαλείο του ολέθρου. Τέλος του ονείρου, καλημέρα σας!

***
Το χαρακτικό είναι του Χριστόφορου Κατσαδιώτη