Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Το παραμύθι της Χρυσής!


Ήταν μια ποιήτρια που ήθελε να κατουρήσει. Επειδή όμως ήταν γριά και δεν μπορούσε μονάχη της, ο βασιλιάς έβγαλε ανακοίνωση στο Πανεπιστήμιο ποιος καθηγητής θα ήθελε να βοηθήσει τη διάσημη λογοτέχνη στην ανάγκη της. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο, κανείς δεν απάντησε. Τότε ο βασιλιάς έβγαλε δεύτερη ανακοίνωση στο Πανεπιστήμιο, ποιος φοιτητής θα ήθελε να βοηθήσει τη διάσημη λογοτέχνη στην ανάγκη της. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο, κανείς δεν απάντησε. Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε που αν και λάτρευαν οι διανοούμενοι τα ποιήματά της, δεν ήθελαν να την βοηθήσουν να κατουρήσει. Κι επειδή τα πράγματα είχαν αρχίσει να πιέζουν επικίνδυνα και η ποιήτρια έπρεπε οπωσδήποτε να κατουρήσει, έβγαλε ανακοίνωση στο λαό: "η μεγάλη μας ποιήτρια έχει την ανάγκη σας. Πρέπει κάποιος να την καθίσει στην τουαλέτα να κατουρήσει". Πέρασε μια μέρα, και πριν τελειώσει η δεύτερη εμφανίστηκε μπρος στο βασιλιά η Χρυσή, μια δούλα του παλατιού. "Βασιλιά μου", του είπε, "έμαθα πως μια γριά χρειάζεται την ανάγκη μου. Πες μου πού θα τη βρω, γιατί γι' αυτό ήρθα, για να τη βοηθήσω". Γρήγορα ο βασιλιάς έστειλε τα νέα στην ποιήτρια κι ακολούθως έστειλε τη Χρυσή, κι η Χρυσή βοήθησε την ποιήτρια που τόσες μέρες είχε μείνει ακατούρητη να ανακουφιστεί επιτέλους. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κατουρούσε.

Κι ύστερα οργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν της ποιήτριας, ήρθε κόσμος πολύς, και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου φορώντας τις τηβέννους τους, και οι φοιτητές, ως κι ο βασιλιάς ακόμη, καθισμένος στον χρυσό του θρόνο έδωσε το παρόν. Η ποιήτρια μάλιστα τίμησε τη γιορτή προς τιμήν της βγάζοντας και λόγο " διά την συμβολήν της ποιήσεως εις την πνευματικήν ανόρθωσιν του έθνους" κι όλοι χειροκρότησαν βαθύτατα συγκινημένοι κι εντυπωσιασμένοι με το βάθος των στοχασμών και την ρέουσα σκέψη της.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Pablo Picasso

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Το τελευταίο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Ήταν ένας ποιητής. Ένα βράδυ που ξάπλωσε στο κρεβάτι του, τον πήρε ο ύπνος και τον πήγε σε μια χώρα πολύ μακρινή ή πολύ κοντινή, καθόλα διαφορετική ή ολόιδια με τη δική του. Από την αρχή της παρουσίας του εκεί τον κατέλαβε ένα δυσάρεστο συναίσθημα μοναξιάς, ένας φόβος σερνόταν σαν φίδι στα ξερόχορτα τριγύρω του κάνοντας έναν στριγκό και αποτρόπαιο ήχο σαν το ξύσιμο της ψυχής, ένα ημίφως, μάλλον του δειλινού, σκέπαζε και φώτιζε συνάμα τα πάντα. Στο διάβα του άρχισε να συναντά παράξενα όντα που ήταν, λέει, οι κάτοικοι αυτής της χώρας: ένα δαχτυλίδι αρραβώνα, ας πούμε, το χέρι ενός αγάλματος, ένα πεθαμένο παιδί, σεντόνια ενός ερωτικού κρεβατιού κιτρινισμένα απ' το χρόνο και φθαρμένα, έναν αεροπόρο, ελπίδες, πολλές ελπίδες, που περπατούσαν δίπλα του, μιλούσαν, χαιρετιόνταν ή πάλι, αν ήθελαν, έφευγαν σκυφτές και σιωπηλές. Δεν άργησε να καταλάβει το νόημα κι αυτού του κόσμου, ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο τόπος που εξορίζονταν τα υπόλοιπα του κανονικού κόσμου, ο τόπος που έμεναν τα κομμένα μέλη ανθρώπων κι αγαλμάτων, τα χαμένα όνειρα, οι έρωτες που έσβησαν, τα παιδιά που δεν μεγάλωσαν.

Κι όταν πια βεβαιώθηκε ποιος είναι αυτός ο κόσμος, τον κατέλαβε ο πραγματικός κι αχαλίνωτος πανικός. Προσπαθούσε να ξυπνήσει, να φωνάξει, να φύγει ή να διώξει από γύρω του τους παράξενους κατοίκους του παράξενου αυτού κόσμου, τους έβριζε και επιχειρηματολογούσε με ρητορείες και σθένος, όπως οι δικηγόροι στα δικαστήρια των φόνων, πως δεν έχει καμία θέση σε αυτόν τον κόσμο, πως είναι πολίτης του άλλου κόσμου. Κι όλοι γύρω του, ακόμη και τα κομμένα μέλη των αρχαίων αγαλμάτων γελούσαν με συγκατάβαση και με λόγια γλυκά παρηγοριάς του μιλούσαν κι ο λόγος τους σαν ναρκωτικό έπεσε μέσα του και μια μεγάλη θλίψη πήρε πια τη θέση της οργής και της άρνησης στην ψυχή του. Γιατί κατάλαβε πως οι ποιητές είναι το κομμένο χέρι ενός παιδιού που κάποτε κράτησε ένα κόκκινο μπαλόνι.

***
ο πίνακας είναι του Paul Nash

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Το τρίτο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Ένας άνθρωπος ξεχάστηκε σε ένα παραμύθι που κανείς, ποτέ δεν αφηγήθηκε. Η ζωή του είχε αναμφίβολα ενδιαφέρον, κι οι περιπέτειές του, όμως για κάποιο άγνωστο σ' εμάς λόγο ο συγγραφέας άφησε ημιτελές το παραμύθι, για την ακρίβεια ατελές. Κι ένα παραμύθι χωρίς τέλος, δεν είναι κανονικό παραμύθι, κανείς δεν θέλει να το ακούσει. Τα παραμύθια οφείλουν να είναι αρτιμελή για να είναι αποδεκτά.

Ο άνθρωπος αυτός, ελεύθερος από τη φαντασία και τους εφιάλτες του συγγραφέα του ξεκίνησε έκτοτε ένα μεγάλο ταξίδι στον κόσμο του παραμυθιού, που ήταν τεράστιος, γιατί ένα παραμύθι χωρίς τέλος είναι ένας κόσμος χωρίς σύνορα. Είδε πολλά κι έζησε καλά. Κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά.