Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Το ποίημα της Πάτι



Ω νύχτα! Ω εφιάλτες των εντόμων!
Ω παγωμένο μαχαίρι της σελήνης!
Ω σίγουρο χέρι του αίματος!
Ω διαμελισμένες φωνές!
Ω μαλακό μαξιλάρι της αθωότητας!
Ω σκληρό στρώμα του θανάτου!
Ω σιωπή τρομαγμένη της ενοχής!
Ω οργή των δολοφόνων!
Ω ειρήνη των νεκρών!
Ω ειρήνη των νεκρών στο κόκκινο δείλι!
Ω ειρήνη των νεκρών στα σβησμένα χείλη!
Ω ειρήνη των νεκρών στις αναμνήσεις των αγαπημένων!
Ω τραγούδια που τραγουδήσαμε!
Ω παραμύθια που ακούσαμε!
Ώ τραπέζια που στρώσαμε!
Ω φωνές που φωνάξαμε!
Ω μυστικά που κρατήσαμε!
Ω χάδια που μας ανατρίχιασαν!
Ω ρώγες σταφύλι!
Ω σκιές των δέντρων!
Ω παγωμένα χαμόγελα των ανοϊκών! Και των απελπισμένων!
Ω γυναίκες που μιλήσατε στους πεθαμένους συζύγους σας!
Ω δακρυσμένα παιδιά!
Ω δακρυσμένα παιδιά που γίνατε λίμνες!
Ω μασχάλες που κάποτε κουρνιάσαμε!
Ω χειραψίες με ακρωτηριασμένα χέρια!
Ω λερωμένες λέξεις!
Ω κόκκινο του αίματος σε λευκό καμβά!
Ω λέξεις που αναλήφθηκαν!
Ώ λέξεις που κρύφτηκαν!
Ω φουσκωμένα πανιά σε βάρκες ερωτευμένων!
Ω βάρκες που βούλιαξαν σε αρχαία λιμάνια!
Ω πανιά που σκίστηκαν από ανέμους που θα 'ρθουν!
Ω πανιά που τύλιξαν νεκρά σώματα, απαγορευμένα βιβλία, μεγάλες ιδέες!
Ω πανιά που τα κάναμε σημαίες!
Ω μπλε του ουρανού!
Ω μάντρες που πηδήξαμε!
Ω χειμώνες που γυμνωθήκαμε!
Ω λιβάδια που ξαπλώσαμε!
Ω δρόμοι που περπατήσαμε!
Ω βιβλία που διαβάσαμε!
Ω ποιήματα που γράψαμε τρομαγμένοι!

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Το ποίημα του πατέρα μου

 


Καμιά φορά
στο σπίτι πηγαίνω που δεν υπάρχει πια
- ή δεν υπάρχει πια για εμάς,
θα μένουν κάποιοι άλλοι εκεί θα κλαίνε
στο παιδικό δωμάτιο ή
θα γελούν στην κουζίνα ή θα μιλούν χαμηλόφωνα στο μπαλκονάκι.
Πάω και κάθομαι λοιπόν
για μέρες κι είναι φθινόπωρο
ίσως βράδυ Παρασκευής και είμαι
παιδί, κανονικό παιδί,
σαν αυτά που παίζουν με ένα ξύλινο ποντίκι
πού ροκανάει τα χρόνια μου και με πονάει
πού ροκανάει τους φόβους μου και θα τους βρούμε το πρωί ανάπηρους σαν νέους άντρες που γύρισαν από τον πόλεμο
ή το μπορντέλο.
Κάθομαι στο σαλόνι κρυμμένος
στην πράσινη πολυθρόνα με τα χρυσά κρόσια
τα πόδια μου δεν φτάνουν
στο έδαφος
- δεν έχω ακόμη πεθάνει
διαβάζω ένα μεγάλο βιβλίο με έναν κόκκορα
κι ένα κατσικάκι
αλλά που δεν έχει γράμματα γιατί
οι ιστορίες ακόμη δεν γράφτηκαν
- δεν έχω ακόμη γεννηθεί
και περιμένω τον πατέρα να γυρίσει
και να μας φέρει ένα μεγάλο κωκ
πού θα το κόψουμε στη μέση να το φάμε
γιατί είναι πιο μεγάλο κι απ' τον κόσμο ακόμη.

Κι ύστερα κατεβαίνω τα σκαλοπάτια του νου μου,
ανοίγω την πόρτα
και βγαίνω στο δρόμο των χρόνων που θα 'ρθουν
και θα σαρώσουν τα πάντα.

***
Ο πίνακας είναι του Pierre Bettencourt

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Το ποίημα της μάνας μου



Αυτό το ποίημα η μάνα μου
είναι
Και δεν είναι
Γιατί η μάνα μου είναι η μάνα μου
και ποίημα δεν είναι
Όμως είναι κάπως και η μάνα μου:

Ο πατέρας μου ήτανε σιδεράς
τον έχασα μικρή
που ο θάνατος τον πήρε
κι ύστερα άδειασαν το σιδεράδικο
και φέραν τα σίδερά του στην αυλή
και τα 'χαμε για χρόνια
ώσπου τα πούλησε ο γιος του -
που 'γινε κι αυτός σιδεράς.

Εγώ μικρή που ήμουνα
τα έστηνα και πάνω τους περπατούσα
τέσσερα και πέντε μέτρα μακριά
ακουμπισμένα σε δυο τούβλα στις άκρες
κι ακροβατούσα στην αυλή μας
ίσα μια παλάμη ύψος απ' το έδαφος
με απλωμένα χέρια σαν τα τσίρκα ή σαν τα πουλιά
που μαθαίνουν να πετούν
Κι αν έπεφτα, πολύ θα χτυπούσα
γιατί τα ορφανά και με το λίγο που χτυπούν, πολύ πονούν.

Ώρες και μέρες και χρόνια πολλά πήγαινα κι ερχόμουν
στα ατσάλινα σκοινιά της ύπαρξής μου
γιατί του πατέρα μου ήταν τα σίδερα
και κάπως σαν μαζί του να πήγαινα
και συζητούσαμε.

Όμως τα σίδερα πουλήθηκαν μια μέρα.
Και την επομένη στο σταθμό πήγα, στα τραίνα
και τη γραμμή πήρα
κι ακροβατούσα φεύγοντας μακριά
γιατί είχα μάθει να μην πέφτω
και κύρια να μην πονώ
και δεν μπορούσα πια να περπατώ στους δρόμους
των άλλων ανθρώπων.
***
ο πίνακας είναι του Ιρανού ζωγράφου Bahman Mohassess