Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Το ίχνος του φασισμού

"… οι Έλληνες, ακίνητοι και σιωπηλοί σαν τη Σφίγγα, ανακούρκουδα στο χώμα πίσω από τις καραβάνες με την πηχτή σούπα, καρπός μόχθου, απάτης και της εθνικής τους αλληλεγγύης. Έχουν απομείνει ελάχιστοι πλέον, αλλά η συμβολή τους στη φυσιογνωμία του στρατοπέδου, καθώς και στην αργκό του, είναι σπουδαία: Όλοι ξέρουν τι σημαίνει «καραβάνα» κι ότι “la comedera es buena” σημαίνει ότι η σούπα είναι καλή. Η λέξη  που εκφράζει γενικά την κλοπή είναι “klepsi-klepsi”, προφανώς ελληνικής προέλευσης"


Το απόσπασμα είναι από το συγκλονιστικό βιβλίο του Primo Levi «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (Άγρα, 2009). Το βιβλίο αναφέρεται με χειρουργική ακρίβεια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς-Μπιρκενάου, στο οποίο "έζησε" ο συγγραφέας και από το οποίο "επέζησε". Το απόσπασμα (και άλλα διάσπαρτα στο κείμενο) αναφέρεται με θαυμασμό στους Έλληνες συγκρατούμενούς του σεφαραδίτες και ρωμανιώτες εβραίους που με ζηλευτή αλληλεγγύη και εθνική ενότητα αντιμετώπισαν τις συνθήκες των στρατοπέδων εξόντωσης. Ο Levi τους θεωρεί καπάτσους, οι περισσότεροι, σε σχέση με τις άλλες ομάδες εβραίων, είναι γαντζωμένοι στη ζωή και μηχανεύονται τεχνάσματα επιβίωσης. Οι σύγχρονοι αυτοί Οδυσσείς στελεχώνουν κατά κανόνα και τις πιο αποτρόπαιες ομάδες εργασίας στο στρατόπεδο, τους Sonderkommando, αυτούς που μαζεύουν τα πτώματα των δηλητηριασμένων με αέριο και τα καίνε στους φούρνους. Είναι οι ίδιοι που θα πρωτοστατήσουν στην εξέγερση των Sonderkommando, μία από τις λίγες εξεγέρσεις αιχμαλώτων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Levi θα συναντήσει ξανά τον καπάτσο, ικανό, γαντζωμένο στη ζωή Έλληνα εβραίο, όταν πια από καθαρή τύχη θα γλιτώσει από το στρατόπεδο και η "Ανακωχή" (Μέδουσα, 1997) θα τον φέρει να περιπλανάται μαζί του στην ανατολική Ευρώπη μέχρι να επιστρέψει στην πατρίδα του την Ιταλία. Θα γραπωθεί από τη πολυμήχανη εφευρετικότητά του, την ασίγαστη δίψα να ζήσει, το πείσμα, τον εγωισμό του. Ο "Έλληνας" του Levi ήταν «ένας άνθρωπος δυνατός και ψυχρός, μοναχικός και λογικός, που είχε ζήσει από τη παιδική του ηλικία μέσα στο άκαμπτο πλέγμα μιας εμπορευματικής κοινωνίας. Ήταν ή είχε υπάρξει ανοικτός και σε άλλα πράγματα. Δεν έμενε αδιάφορος στον ουρανό και τη θάλασσα της πατρίδας του, στις χάρες ενός σπιτιού και μιας οικογένειας, στις διαλογικές συζητήσεις. Τα απωθούσε, όμως, στο περιθώριο της δραστηριότητας και της ζωής του, ώστε να μην διαταράσσει αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε “le travail dhomme”. Η ζωή του ήταν ένας διαρκής πόλεμος, και θεωρούσε δειλό και τυφλό οποιονδήποτε αρνιόταν το σιδηρούν σύμπαν του. Είχαμε υποστεί και οι δύο το στρατόπεδο συγκέντρωσης: εγώ το είχα βιώσει σαν μια τερατώδη στρέβλωση, μια βρώμικη διαστροφή της ιστορίας μου και της ιστορίας του κόσμου. Εκείνος σαν μια θλιβερή επιβεβαίωση διαβόητων πραγμάτων. «Πόλεμος υπάρχει πάντα»… ».

Είναι από αυτά τα τραγικά παιχνίδια της ανθρώπινης ιστορίας μας. Κατά κανόνα ο εβραίος της Ελλάδας προσδιορίζεται σχεδόν πρώτη φορά ως "Έλληνας" στα στρατόπεδα εξόντωσης. Και αυτοπροσδιορίζεται πια ως τέτοιος όταν η διαφοροποίησή του από τους υπόλοιπους ευρωπαίους ασκενάζυ εβραίους τον σφραγίζει ανεξίτηλα με την εθνική ταυτότητα του Έλληνα (βλ. Ιστορία των Ελλήνων εβραίων/K. E. Fleming. Αθήνα: Οδυσσέας, 2009). Για να γυρίσει πίσω να βρει μια χώρα ρημαγμένη, περιουσίες κλεμμένες και να αφήσει τον τόπο που έζησε αιώνες για το Ισραήλ. Και με τη συνεργασία και ανακούφιση των ελληνικών κυβερνήσεων της εποχής. Παλιές ιστορίες θα μου πεις…

Έτσι όπως περιφέρομαι από βιβλίο σε βιβλίο, περνάω και από άλλες ζωές εκτός από τη δική μου. Προσπαθώ να καταλάβω τον κόσμο, να ετοιμαστώ (έστω και την τελευταία στιγμή). Η  πραγματικότητα, γυμνή και χωρίς φτιασίδια να την κάνουν ποθητή ή έστω επιθυμητή, παρουσιάζεται κάθε μέρα μπροστά μου οικεία πια, ξέρω την ιστορία της, τα πάθη και τα λάθη της.

Τελειώνω το κείμενο, κλείνω τον υπολογιστή, φεύγω απ’ το σπίτι. Σήμερα έχει γενική απεργία και συγκέντρωση στην Αθήνα. Βγαίνω στους δρόμους. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι μαζί μου και εγώ μαζί τους. Στην Πανεπιστημίου, λίγο πριν την έξοδο στο Σύνταγμα στέκομαι για λίγο στην άκρη. Παρακολουθώ τα μπλοκ των διαδηλωτών να περνούν. Ζυγώνουν οι λαϊκές συνελέυσεις, αντιεξουσιαστές και αναρχικοί. Μηνύματα παθιασμένα, μαύρα ρούχα, όμορφα αγόρια και κορίτσια, σφιγμένες γροθιές, φωνές σίγουρες, αντιφασιστικά συνθήματα, πόλεμος στο φασισμό. Λίγο μετά περνούν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου με κόκκινες σημαίες, δεμένοι ο ένας με τον άλλο σαν αλυσίδες, χτυπούν ρυθμικά τα πόδια τους και προχωρούν φωνάζοντας πως ο φασισμός θα πεθάνει, πως «ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το ’73». Ο κόσμος γύρω μου χειροκροτεί. Κι εγώ μαζί τους.

Μην περιμένεις κάπως να δέσω τώρα όλα αυτά. Σταθμοί είναι, σημεία επίσκεψης στα βιβλία και στη ζωή έξω είναι. Όμως κοίταξε: είμαστε κάπως το ταξίδι μας στον κόσμο τελικά, οι διαδρομές μας, οι άνθρωποι που συναντήσαμε. Και το ίχνος που άφησε το πέρασμά μας. Σε αυτό το ίχνος δεν χωράει ο φασισμός. Και αυτό πρέπει να το φροντίσουμε.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Τεμαχισμένος χρόνος



Έχουν και τα ρολόγια καρδιά. Σαν κι εμάς. Που κάνει τικ-τακ τικ-τακ. Τρομάζω στην ιδέα πως κάποτε θα σταματήσει κι η δική τους καρδιά. Και τότε μονάχα η σιωπή θα μετράει το χρόνο.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

"Επιστροφή στ' άστρα": μια μισάνοιχτη ρόμπα


Οι απολαύσεις σπάνια είναι αθώες, θέλω να πω πως αν υπήρχαν ένορκοι σε αυτή τη φανταστική τους δίκη στο δικαστήριο της κοινωνικής αποδοχής, σίγουρα θα τις θεωρούσαν ομόφωνα ένοχες και θα τις καταδίκαζαν σε έσχατη καζούρα. Μεγαλώνοντας και καθώς ο σωφρονισμός επιφέρει τις κατάλληλες διορθώσεις των προτιμήσεών μας όλα αυτά ξεχνιούνται, αναγνωρίζεται και ο πρότερος έντιμος βίος και ο καταδικασθείς παραδίδεται ελεύθερος πια στην κανονικότητα.

Όλα αυτά τα κάπως βαρύγδουπα του προλόγου απλά υποδέχονται την πρόσκληση του «Χαμένου Επεισοδίου» να γράψουμε για τις ένοχες απολαύσεις μας, για όσα ευτελή ενδεχομένως απολαμβάνουμε καμιά φορά έμπλεοι τύψεων. Το ενδιαφέρον του ετούτο είναι σαφώς ιδιοτελέστατο, καθώς η δική μας «έκθεση» μειώνει το μέγεθος της δική του ένοχης απόλαυσης; του αρέσει η Νατάσα Θεοδωρίδου! Το ξέρω πως είναι εξωφρενικό κάτι τέτοιο (να του αρέσει η Θεοδωρίδου), ομολογώ όμως και εγώ μια δική μου ένοχη απόλαυση με την ελπίδα πως θα γράψουνε κι άλλοι κι έτσι όλοι μαζί θα είμαστε μια ωραία μισάνοιχτη ρόμπα.


Είναι λοιπόν τα διάσημα γεωγλυφικά της Νάζκα στο Περού φτιαγμένα από εξωγήινους ή για εξωγήινους; Υπάρχει αρχαίο αεροδρόμιο στις νήσους του Πάσχα, αποδεικνύονται μνήμες από διαστημικά ταξίδια σε τοιχογραφίες, ανάγλυφα και αρχαιότητες του Μεξικού, της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Μέσης Ανατολής ή των Ινδιών; Και τελοσπάντων για να τελειώνουμε με αυτά τα… βασανιστικά ερωτήματα: ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι καθαρόαιμα ανθρώπινος ή έχει εξωγήινη προέλευση; Αυτά ήταν υπαρξιακά ζητήματα που με απασχόλησαν για καιρό στα εφηβικά μου χρόνια, όσο τέλος πάντων καιρό χρειάστηκε για να διαβάσω όλα τα βιβλία του δημοφιλούς εκείνη την εποχή τσαρλατάνου Έριχ φον Νταίνικεν.

Η εφηβεία εξάλλου, εκτός των άλλων, είναι και μια περίοδος δοκιμής των δόκιμων απολαύσεων, καθορισμού σε σχέση με τις προτιμήσεις των υπολοίπων γύρω μας. Θα μπορούσα να νοιώθω άβολα για πολλές από τις μουσικές μου προτιμήσεις εκείνης της περιόδου, καθώς ακούγοντας Ξυλούρη, Θεοδωράκη ή Μαρκόπουλο ας πούμε, δεν άνηκα στα κυρίαρχα ρεύματα της ποπ, της ντίσκο ή του μέταλ της εποχής. Μια τέτοια προτίμηση ήταν σαφώς ένοχη, αφού δεν είχε την έγκριση των πολλών και το θέμα βέβαια είναι αν, πώς και με τι συνέπειες υπερασπίζεσαι  τη διαφορετικότητά σου.


Ο Νταίνικεν ωστόσο δεν θα μπορούσε να είναι ένοχη απόλαυση εκείνα τα χρόνια: τα βιβλία του πουλούσαν τρελά στους πάγκους των πλανόδιων βιβλιοπωλών δίπλα σε άλλα για την Ατλαντίδα ή το «μου χαρίζεται ένα βασιλόπουλο παρακαλώ;» της Ζωγράφου, τον «έρωτα στα χρόνια της χολέρας» του Μαρκές ή το «ξύπνα ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ. Ο Νταίνικεν έδινε σε μένα όμως μια εντυπωσιακή ευκαιρία φθηνής και αντιεπιστημονικής αμφισβήτησης της επίσημης γραμμής, της επίσημης άποψης για την ιστορία του πολιτισμού.

Η ενοχή ωστόσο υπάρχει εκ των υστέρων καθώς τα βιβλία του υπάρχουν ακόμη στη βιβλιοθήκη μου – δεν θα μπορούσα να τα πετάξω. Γελώ με τον εαυτό μου τώρα, αλλά αναγνωρίζω τα άτσαλα βήματα μιας αναγνωστικής εφηβείας, που άρπαζε τα πάντα και ανώριμη καθώς ήταν δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαζόταν με τον κομπογιαννίτη αρχαιολογούντα συγγραφέα 


 ***
Ένοχες απολαύσεις όλοι έχουμε- ε, δεν θα ανοίξουμε και τελείως τη ρόμπα: ο Daniken είναι μια  ισοδύναμη δόση στη Θεοδωρίδου του «Χαμένου Επεισοδίου, στο Στάλιγκραντ του Red Kangaroo, στις ζαρντινιέρες του Τσαλαπετεινού, στην Αλέξια του SilentCrossing, την ησυχία της kihli, τη γύμνια του Πρόβατου, τις αμερικανικές ρομαντικές κομεντί του Raggedy Man, και τις φυσαλίδες από νάυλον του kospanti. Όλοι αυτοί συμμετέχουμε σε αυτή την απελευθερωτικά άρρωστη διιστολογική ιδέα με τίτλο "Guilty Pleasures"

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η μνήμη και η φωτιά


Υπάρχουν βιβλιοθήκες που καίγονται και βιβλιοθήκες που φυτρώνουν πάνω στα καμένα. Ίσως γιατί και στη μία και στην άλλη περίπτωση οι βιβλιοθήκες υπηρετούν την ανάγκη της μνήμης, οπωσδήποτε απαραίτητης για την επιβίωση του πολιτισμού και της συλλογικής ταυτότητας. Όταν η συλλογική ταυτότητα κινδυνεύει, οι βιβλιοθήκες γίνονται στάχτη. Όταν καίγονται βιβλία θα καούν και άνθρωποι



Ήταν Απρίλιος του 1941 όταν οι Γερμανοί μπήκαν στη Θεσσαλονίκη. Από τις πρώτες τους κινήσεις ήταν η κλοπή και συλλογή αντικειμένων και τεχνουργημάτων της εβραϊκής κοινότητας. Η «Ρόζενμπεργκ Σοντερκομάντο» υπήρξε ένα ειδικό σώμα ναζί στρατιωτών που συγκροτήθηκε αμέσως με στόχο τη συγκέντρωση αντικειμένων για την καινούρια «Βιβλιοθήκη Διερεύνησης του Εβραϊκού Ζητήματος» που δημιουργούνταν στην Φρανκφούρτη. Ο Ιτσχάκ Νεχαμά, αναφέρει στην μαρτυρία του στη δίκη του Άιχμαν πως «μια μέρα ήρθαν τρία φορτηγά και πήραν ολόκληρη τη βιβλιοθήκη με τα παλιά βιβλία που είχαμε στην  Κοινότητα, βιβλία από την εποχή που δεν είχαν ακόμη φύγει οι εβραίοι από την Ισπανία. Οι ραβίνοι μας έκλαιγαν τόσο πολύ όταν μας πήραν αυτά τα βιβλία, που το θυμάμαι μέχρι σήμερα. Θυμάμαι τα δάκρυα αυτών των σοφών ανθρώπων που έλεγαν: τίποτα δεν μας νοιάζει, παρά μόνον αυτά τα βιβλία». Η καταστροφή αυτή ήρθε να συμπληρώσει ολοκληρωτικά μια άλλη λίγων χρόνων πριν: το 1917 τα δύο τρίτα της Θεσσαλονίκης  έγιναν στάχτη μετά την πιο μεγάλη πυρκαγιά στην ιστορία της πόλης, που άφησε πίσω της 60.000 άστεγους πολίτες και καταστραμμένη οριστική την αρχιτεκτονική/ιστορική φυσιογνωμία της. Θύματά της και οι εβραίοι που έχασαν σπίτια, 32 συναγωγές και τις επιχειρήσεις τους, καθώς και τα πιο σημαντικά στοιχεία της συλλογικής τους ταυτότητας: μία από τις μεγαλύτερες εβραϊκές βιβλιοθήκες στον κόσμο (μαζί με άλλες 9 ραβινικές), 600 κυλίνδρους τορά και τα αρχεία της αρχιραβινείας τους.

Την ίδια τύχη είχε και η πλούσια ραβινική βιβλιοθήκη της Αθήνας το Μάιο του 1941, όπως επίσης και η βιβλιοθήκη της εβραϊκής κοινότητας της Λάρισας (η οποία εκτός των άλλων είχε παλιά δερματόδετα βιβλία και παπύρους).

Διαφορετική ήταν η τύχη ωστόσο των κυλίνδρων της Τορά και της εβραϊκής βιβλιοθήκης των Ιωαννίνων, αφού ο δήμαρχος της πόλης Δημήτριος Βλαχλείδης όταν μπήκαν οι Γερμανοί στα Γιάννενα μετέφερε τη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη στο κτίριο της κεντρικής συναγωγής προκειμένου να διασώσει αυτή και όλα τα βιβλία των εβραίων στο υπόγειό της. Τα βιβλία και τα ιερά σκέυη των συναγωγών επιστράφηκαν στην αποδεκατισμένη πια εβραϊκή κοινότητα μετά το τέλος του πολέμου.



Με την ήττα των ναζί στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισαν να απελευθερώνονται σταδιακά όσοι επιβίωσαν στα στρατόπεδα θανάτου. Οι χώροι αυτοί, οι φορτωμένοι το θάνατο και τον πόνο εκατομμυρίων ανθρώπων υπέστησαν πολλές φορές τις επιδρομές πλιατσικολόγων μέχρι να αρχίσουν να συγκροτούνται πλέον ως παγκόσμια προσκυνήματα και χώροι μνήμης και να οργανώνονται ως τέτοιοι. Είναι ίσως αποτρόπαιο όσο και απαραίτητο να αποκτά ένας τέτοιος τόπος μουσειακό χαρακτήρα, υπηρετώντας τη διαρκή υπενθύμιση των φρικαλεοτήτων, τη διαρκή σήμανση του κινδύνου του φασισμού. Εκεί που κάποτε καίγονταν τα κουφάρια βασανισμένων ανθρώπων, τουρίστες επισκέπτονται σήμερα με τα κινητά και τις φωτογραφικές τους μηχανές για να δουν τον τόπο του μαρτυρίου. Ακόμη και σήμερα η κοστοβόρα μουσειοποίηση των χώρων αυτών υπηρετεί εθνικές, θρησκευτικές ή πολιτικές ευαισθησίες ή εμμονές, πράγμα αναμενόμενο ίσως αφού ο μεταπολεμικός κόσμος ελάχιστα ίσως διδάχτηκε από τη φρίκη του μεγάλου πολέμου.

Στο Auschwitz-Birkenau, ίσως το πρώτο στρατόπεδο που μετατράπηκε σε μουσείο, υπάρχει σήμερα μεγάλη βιβλιοθήκη που στόχο έχει να αποτελεί κέντρο έρευνας και μελέτης. Η πολύγλωσση βιβλιοθήκη του Άουσβιτς-Μπιρκενάου έχει 30.000 περίπου βιβλία (μαρτυρίες, δοκίμια, λογοτεχνικά έργα, λευκώματα κ.α.) και 2.500 περιοδικά και δεκάδες χάρτες που αφορούν στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Γ’ ράιχ, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης/εργασίας/θανάτου και ιδιαίτερα την ιστορία του Άουσβιτς.


Στη συλλογική αυτή μνήμη της φρίκης του μεγάλου πολέμου δεν ξέρω πώς και πόσο έχει συμβάλει η χώρα μου- θα ήθελα να υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Άουσβιτς και ελληνική βιβλιογραφία. Γι’ αυτό τους ρώτησα και περιμένω την απάντησή τους.

Βιβλιογραφία:
- Ιστορία των Ελλήνων εβραίων/ K. E. Fleming. Αθήνα: Οδυσσέας, 2009
- Οι εβραϊκές συνοικίες των Ιωαννίνων/ Απόστολος Παπαϊωάννου. Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, 2007

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Kalimera


Νύχτα διακοπών στα Πούλιθρα Αρκαδίας. Κλείνω το βιβλίο. «Μαουτχάουζεν», του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Μαρτυρία από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αυστρία. Σηκώνομαι. Κοιτώ απ’ το παράθυρο. Το φεγγάρι έχει πάψει πια την ανηφόρα του. Σβήνει σιγά-σιγά ο δρόμος του στη θάλασσα. Οι θάλασσες του φθινοπώρου είναι πυκνογραμμένα χειρόγραφα, σκέφτομαι. Παλίμψηστα εκμυστηρεύσεων κι αποσιωπήσεων.



Ένα φως ανοίγει στο διπλανό δωμάτιο. Επέστρεψαν οι ένοικοί του από τη βραδυνή τους έξοδο. Μια οικογένεια Αυστριακών, τους είχαμε συναντήσει και πέρυσι το Σεπτέμβρη πάλι εδώ. Τα πρωινά ανταλλάσσουμε μια “kalimera” πηγαίνοντας την πορεία μας προς τη θάλασσα. Επιστρέφω στο κρεβάτι. Ανοίγω το βιβλίο. Οι κρατούμενοι επιστρέφουν στο στρατόπεδο από καταναγκαστικά έργα: «Βγαίνουμε απ’ το δάσος και μπαίνουμε στον αμαξωτό δρόμο. Περνάμε πλάι από δυο πολίτες αγρότες που κατεβάζουν από μια άμαξα καφάσια λαχανικά. Εμείς τους βλέπουμε. Αυτοί κάνουν πως δεν μας βλέπουν. Το άλογο της άμαξας σηκώνει το κεφάλι και μας κοιτάζει καλά-καλά. Φτάνουμε στην εξωτερική πύλη»…



Χαμογελάω κάπως. Πρέπει να ξύσουμε καλά τα μολύβια μας που θα γράψουν την ιστορία του επικείμενου χειμώνα. Σκέφτομαι. Ο φασισμός σηκώνει πάλι το αποτρόπαιο κεφάλι του Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν το βλέπουμε. Ενώ εκείνος μας κοιτά και μας υπολογίζει. Για θύματα ή εχθρούς.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Φθινοπωριάζει κάποτε στις βιβλιοθήκες



Καμιά φορά φθινοπωριάζει στο χαρτοβασίλειό μου. Συνταξιοδοτούνται ίσως τα φύλλα των δέντρων κι ύστερα κάποιος τα κρύβει σε βιβλία και μένουν εκεί τυλιγμένα με τις τυπωμένες σελίδες τους, ερείπια του παρελθόντος κάποιας φιλίας ή ενός έρωτα. Ενθύμια ή μνημόσυνα ενός καλοκαιριού. Ή σαν σελιδοδείκτες ενός βιβλίου του 1868 κάποιου Louis Pasteur που ανακάλυψε λέει πού οφείλεται το ξίνισμα του κρασιού.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Τα γυαλιά της δικής μου μυωπίας



Αν νομίζεις πως είναι απλό το ζήτημα, κάνεις λάθος. Εγώ πάντα ακέραιος ήμουν, τώρα κάπως χάλασα. Όλα λειτουργούσαν καλά. Πώς έγινε αυτό ξαφνικά; Έβαλα γυαλιά ή μάλλον μου έβαλαν γυαλιά. Μυωπίας. Δηλαδή επιβεβαιώνεται εξ αυτών ότι είμαι ελαττωματικός, πως κάτι χαλάει, έστω στην όρασή μου. Θα μπορούσα βεβαίως να το ελαφρύνω το θέμα: άλλοι στην ηλικία μου ή λίγο μετά αρχίζουν την πρεσβυωπία, μεγαλώνουν δηλαδή γέρνοντας στο δεύτερο μισό της ζωής τους. Δεν αρκεί αυτό και τίποτα άλλο από όσα δοκίμασα να πω στον εαυτό μου. Διάλεξα ένα ζευγάρι με κάπως κουλτουριάρικο σκελετό και πλέον βλέπω καθαρά τον κόσμο μέσα από δυο τζάμια που νοιώθω πως με κρύβουν από αυτόν σαν να φοράω μάσκα.

Το θέμα περιπλέκεται περαιτέρω. Τόσο καιρό, ίσως χρόνια, νόμιζα πως έβλεπα καθαρά τον κόσμο. Πως οι θολές γραμμές και τα περιγράμματά του ήταν θολά για τους δικούς του λόγους κι όχι για τους δικούς μου. Τώρα απορώ με την καθαρότητα των γραμμών του. Θέλω να πω πως δεν ήξερα ότι δεν έβλεπα καθαρά κι αν αυτό συμβαίνει για κάτι τόσο… οφθαλμοφανές τι μπορεί να γίνεται με όλα τα άλλα που οι αισθήσεις και ο νους μου συλλαμβάνουν; Κι όπως συνήθισα να βλέπω τα πράγματα κάπως θολά τώρα πρέπει να συνηθίσω να τα βλέπω καθαρά (πόσο μάλλον που τώρα ξέρω πως είναι αλλιώς από όπως εγώ τα βλέπω).

Με παρατηρώ κανένα μήνα τώρα πώς προσπαθώ να συνηθίσω τα γυαλιά μου. Δειλά- δειλά να τα κυκλοφορήσω σε συγγενείς και φίλους και συναδέλφους και γνωστούς. Να αποδεχτώ πως θα γεράσουμε μαζί. Να τα εντάξω στην καθημερινότητά μου. Μοιάζει υπομονετικά να περιμένουν την αποδοχή μου, όμως ακόμα δεν τα συμπαθώ, και δεν νομίζω πως θα τα αγαπήσω ποτέ: όχι γι’ αυτό που μου προσφέρουν- μια καλύτερη όραση, αλλά γιατί εξαιτίας τους μου αποκαλύφθηκε πως δεν έβλεπα καθαρά πιο πριν.

***
το ποστ είναι κατά κάποιο τρόπο απάντηση σε ένα ερώτημα της Χειμωνιάτικης Λιακάδας (Τι σου άφησε το καλοκαίρι που φεύγει;)

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Τα κομμάτια του παζλ



Δεν ξέρω αν τα κομμάτια του παζλ συγκροτούν μια εικόνα μεγάλη, πόσα κομμάτια είναι, αν λείπει κανένα. Γεγονός είναι ότι από μόνα τους το κάθε ένα κομμάτι είναι μια εικόνα με τις εσοχές και τις εξοχές της για να ταιριάζει με το σύνολο. Ή μάλλον για να γειτονεύει με τη διπλανή της πραγματικότητα χωρίς προστριβές.

Μας χωρίζει ένα τοίχος. Σε εκείνους προσφέρει κυρίως σκιά. Σε εμάς μάλλον ασφάλεια. Μας ενώνει άθελά μας ένα παράθυρο ανοιχτό. Εκείνοι πουλάνε ηρωίνη, κοκαΐνη, χαπάκια. Εκείνοι τρυπούν τις φλέβες τους χύνοντας μέσα τους τον ηδονικό τους θάνατο. Εκείνοι κάποιες ώρες της μέρας ακουμπάνε στον τοίχο, συζητούν για γκόμενες, μισθούς, παιδιά. Όταν εμφανίζονται εκείνοι, οι άλλοι χάνονται, όταν φεύγουν εκείνοι, οι άλλοι επιστρέφουν. Ένα σκηνικό θανάτου με βαποράκια, χρήστες και μπάτσους που δίνει καθημερινή παράσταση  αναιδώς στα μάτια των περαστικών, δεν θέλει και δεν μπορεί να κρυφτεί από μια πόλη που γκρεμίζεται σιγά-σιγά μες στο λιοπύρι. Η άλλη πλευρά, η δική μας: η βιβλιοθήκη. Μια μουσικοπαιδαγωγός αναζητάει πληροφορίες για τους μουσικούς της Σμύρνης, ένας ιστορικός μελετά τμήματα του αρχείου του Κοραή, μια υποψήφια διδάκτορας ξεσκονίζει κάτι παλιά ιατρικά ανάτυπα, ο Θέμης ο «Αλβανός» ψάχνει πληροφορίες για το χωριό του στο Πωγώνι, ή μάλλον για ένα μοναστήρι που είναι εκεί. Δυο κόσμοι που τους χωρίζουν ένας τοίχος και μια προοπτική. Οι μεν σε ένα αδυσώπητο και άθλιο κυνήγι με το θάνατο, οι δε σε ένα νηφάλιο και επαναπαυμένο κυνήγι με τη γνώση. Εσύ εκεί, βαποράκι της γνώσης να αναρωτιέσαι με τύψεις ποιος κόσμος είναι πιο αληθινός, ο κόσμος που ξοδεύεται στην άλλη πλευρά του τοίχου ή ο σωρευμένος κόσμος που οργανώνεις στην από ‘δω πλευρά του; Ο ασφαλής ή ο ανυπόκριτος;


Τα καλοκαίρια στο πατρικό μου σπίτι είναι πάντα σχεδόν μια μικρή θητεία σε παράλληλο της πραγματικότητας κόσμο, εξίσου πραγματικό βεβαίως. Το χτήμα με τα δέντρα και τους κήπους του, τα ζωντανά και τα παιδιά του, τις κληματαριές, τα νυχτολούλουδα, τις βάρκες, τ’ απογεύματά του. Ένας μικρός παράδεισος ηθελημένα αποκομμένος από τον περίγυρό του. Μέρες του Αυγούστου. Πρωί για μπάνιο. Επιστρέφοντας από τη θάλασσα. Ντους στην αυλή, παιδιά, παππούδες, γονείς. Μπουγέλο με παγωμένο νερό απ’ το πηγάδι, φωνές, γέλια, συνωμοσίες. Ύστερα σαλάτα, πατάτες τηγανιτές, κεφτεδάκια. Ξάπλα στο υπόγειο, μεσημεριανός ύπνος, όλοι μαζί. Απόγευμα ποδηλατάδα με τον μεγάλο σε διαδρομές των παιδικών μου χρόνων. Βράδυ, μπιρίμπα. Πάω να κλείσω την εξώπορτα. Το σπίτι κοιμάται. Το φεγγάρι με σκεπάζει με το διάφανο σεντόνι του. Επούλωση. Λίγα μέτρα πιο πέρα ένα απίστευτο σκηνικό χτίζεται βίαια: το στρατόπεδο νεοσυλλέκτων της πόλης γίνεται στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών. Δήμος, φορείς, φασίστες αντιδρούν. Οι αντιρατσιστές απαντούν με συγκέντρωση στο κέντρο της πόλης. Η πόλη ψιθυρίζει ανήσυχη πάνω στη φιέστα της Χρυσής Αυγής. Τη νύχτα, πυροβολισμοί. Επιδοτήσεις και δηλώσεις, αθλιότητα και αγωνία, μικροαστισμός και υποκρισία. Μια πόλη καλείται να αντιμετωπίσει επιτέλους την αλήθεια, την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα μέσα στο σπίτι της. Μουδιάζει. Θυμώνει. Κρύβεται.

Τα κομμάτια του παζλ δεν ξέρω ποια εικόνα συγκροτούν καθώς το ένα στήνεται δίπλα στο άλλο. Όμως σιγά-σιγά διαπιστώνω πως φτιάχτηκαν για να μην ταιριάζουν. Η κεντρική εικόνα μοιάζει να είναι μια σειρά κλειστές εικόνες στο σχήμα τους, κομμάτια πραγματικότητας αταίριαστα μεταξύ τους. Είμαι στη μια πλευρά του τοίχου κι όχι στην άλλη, είμαι σε ένα χτήμα κλεισμένος κι όχι σε ένα στρατόπεδο. Μάλλον από καθαρή τύχη.


Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Κάτι πτήσεις




Έχω καιρό να πετάξω. Στον ύπνο μου. Παλιότερα πετούσα συχνά, άλλοτε με απώτερο σκοπό να σώσω κάποιους που κινδύνευαν και άλλοτε απλά για να ξεσκάσω. Άνοιγα τα χέρια μου και εύκολα βρισκόμουν στους αεροδιαδρόμους της φαντασίας ή του υποσυνείδητού μου.

Καθώς προείπα έχει πολύ καιρό να συμβεί αυτό. Ίσως να φταίει που ενηλικιώθηκα. Θέλω να πω πως η ωριμότητα είναι δύσκολο πράγμα, δεν αφήνει και περιθώρια πολλά για πτήσεις. Πάντα από κάπου μπάζεις, κάτι πρέπει να συμπληρώσεις για να είσαι επαρκής, άλλο ένα κιλό προστίθεται χωρίς να ερωτηθείς στη μπάρα που σηκώνεις. Αν δεν το κάνεις θα σε πλακώσει. Ευτυχώς «υπάρχει και κάτι που δίχως δραχμή/μπορεί και σε φτιάχνει την ίδια στιγμή». Εντάξει τώρα, «μη πεις ό,τι δε ξέρεις για ποιο σου μιλώ/και σ όλους να ξέρεις κάνει καλό». Βέβαια όλο αυτό μου ακούγεται κάπως σαν «κάντε σεξ, όχι όνειρα». Οπότε επανέρχομαι.

Έχω καιρό να πετάξω. Στον ύπνο μου. Ίσως καλύτερα. Γιατί μπορεί να προτιμούσα τελικά να μείνω εκεί πάνω πετώντας πάντα πάνω από κόσμους υπαρκτούς κι ανύπαρκτους με μια σιγουριά χωρίς όρια και μια ελευθερία μοναδική.

Πάντως αν μπορούσα έστω απόψε να δω πως πετάω στον ύπνο μου. Πόσο χαρούμενος θα ξυπνούσα την επόμενη μέρα.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Η ζέβρα μου κι εγώ



Κλεφτά μπήκα στο μπάνιο την ώρα που έπαιρνες το λουτρό σου, κι όπως σε είδα να φοράς τη ριγέ ηλιοκαμένη και τη λευκή σου γύμνια μου ‘ρθε στο νου τότε στη ζούγκλα…

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Η Αρετή και το δέντρο




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γυναίκα 80 περίπου χρόνων που ζούσε σ’ ένα χωριό της Νότιας Κυνουρίας. Τη λέγαν Αρετή κι ήταν ξεριζωμένη κατά κάποιο τρόπο. Ακολούθησε τα παιδιά της στις περιπλανήσεις τους (μερικοί άνθρωποι είναι φτιαγμένοι να ζουν με άλλον τρόπο από εμάς τους πολλούς που ζούμε μια συμβατική ζωή με τις συνήθεις ακολουθίες της – όμως αυτοί είναι μια άλλη ιστορία) κι άφησε τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, που παντρεύτηκε, γέννησε και χήρεψε για να βρεθεί στα ριζά ενός βουνού της Αρκαδίας.

Ένα πρωινό η Αρετή έφτιαξε τον καφέ της και βγήκε στην αυλή του σπιτιού -  ενός πέτρινου σπιτιού στο πάνω μέρος του χωριού -  να τον πιει. Κάθισε δίπλα στη γέρικη γερμένη χαρουπιά (οι παλιοί λένε πως εκεί κάνανε μάθημα τα παιδιά του σχολείου - τότε που οι παλιοί ήταν παιδιά). Χάρισε το βλέμμα της στο πέλαγος που ξεδιπλωνόταν γαλήνιο μπροστά της κι αναστέναξε. Της έλειπε ο τόπος και οι δικοί της άνθρωποι -  οι γέροι και οι γριές που μεγαλώσανε μαζί και φτάσαν ζωντανοί στης ζωής τους την άκρη.

- Έτσι καθώς τη φαντάζομαι να κάθεται δίπλα στη γέρικη χαρουπιά σκέφτομαι πως και η κυρά- Αρετή μια γέρικη χαρουπιά είναι, μια ξεριζωμένη χαρουπιά με γερμένο κορμό και μια κούνια δεμένη στα χέρια της. Μια χαρουπιά που κάποτε έκαναν μάθημα τα παιδιά στον ίσκιο της και τώρα στέκει βουβή αντίκρυ στο πέλαγος ένα καλοκαιρινό πρωινό και πίνει τον καφέ της αθόρυβα. Σχεδόν…

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Όταν πωλείται το Παρόν


Υπάρχει κάπου ένα χωριό μέσα στη νύχτα (τη μαύρη νύχτα που δεν μοιράζεται ούτε με τη σιωπή την επικράτειά της). Ας πούμε πως είναι ένα ορεινό χωριό της Νότιας Κυνουρίας και πως το λένε «Πηγάδι». Πως είναι ένα χωριό που δεν περνάς για να πας κάπου αλλού (ας πούμε στην άκρη της νύχτας), δεν είναι πέρασμα, είναι προορισμός – αν είναι. Στο Πηγάδι πεζοπορήσαμε ανάμεσα στις ριπές των τριζονιών ένα βράδυ του Αυγούστου.

Κάποια στιγμή ανταμώσαμε μια ταμπέλα έξω από ένα σπίτι κλειστό: «Πωλείται το Παρόν». «Τι είναι το παρόν μπαμπά;» με ρώτησε ο γιος μου. Προσπάθησα πάλι τρομαγμένος να αποφύγω την απάντηση. Του απάντησα πως το «παρόν» είναι ένα ακατοίκητο σπίτι. Πώς να του πω πως το «παρόν» είναι αυτό που πουλάμε όταν χρεοκοπεί το «μέλλον» μας;

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Ίχνη στην άμμο της ζωής: 2011-2012




Βιβλία-δέντρα με ρίζες βαθιές κι άλλα χείμαρροι ορμητικοί. Βιβλία με λεπτό άρωμα, βιβλία-γριές, βιβλία-πάθη και βιβλία-παιχνίδια. Βιβλία-θάλασσες, βιβλία-σιωπή… Η αναγνωστική μου χρονιά για λόγους ιδιαζόντως αναίτιους ξεκινά κάθε χρόνο τον Αύγουστο και κλείνει τον Ιούλιο με έναν απολογισμό. Καταγράφω εδώ το πέρασμα από βιβλίο σε βιβλίο, την εξερεύνηση νέων χωρών και την εξάντληση των πόρων κάποιων πλούσιων κοιτασμάτων. Εξαιρώ όσα βιβλία προστέθηκαν στη βιβλιοθήκη μου χωρίς να δοκιμάσω να τα διαβάσω. Δεν θα είχε νόημα.
  

  1. Οι λεπτομέρειες του μαύρου/ Νίκος Χουλιαράς. Αθήνα: Νεφέλη, 1993
  2. Ποιήματα/ Κώστας Γ. Παπαγεωργίου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004
  3. Γιώργος Σαραντάρης: γιατί τον είχαμε λησμονήσει: μια ανθολογία από το σύνολο του έργου του/ επιμ. Μ. Γ. Μερακλής. Αθήνα: Τυπωθήτω, 2002.
  4. Τα ποιήματα των 9-10 μ.μ./ Ναζίμ Χικμέτ. Αθήνα: Θεμέλιο, 2010
  5. Πεταμένα λεφτά/ Γιάννης Βαρβέρης. Αθήνα: Κέδρος, 2005
  6. Αβλαβής διέλευση/ Μαρία Καρδάτου. Αθήνα: Νεφέλη, 2009
  7. Συγκατοίκηση με το παρόν/ Τίτος Πατρίκιος. Αθήνα: Κέδρος, 2011
  8. Ο ύπνος του καπνιστή/ Μιχάλης Γκανάς. Αθήνα: Καστανιώτης, 2003
  9. Ποιήματα/ Ναζίμ Χικμέτ. Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1985
  10. Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο/ Βασίλης Ραφαηλίδης. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1992
  11. Σύντροφος Μουσολίνι: ρίζες και δρόμοι του πρωτογενούς φασισμού. Αθήνα; Φιλίστωρ, 1999
  12. Μπέικον/ Luigi Ficacci. Koln: Taschen/Γνώση, 2004
  13. Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση/ Αντρέ Ζιντ. Αθήνα: Ολκός, 2011
  14. Νεοελληνική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας: από την ελληνική αρχή στην αρχή της ελληνικής παρακμής /Βασίλης Ραφαηλίδης. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2010
  15. Ομάδες συμβίωσης: επαναστάτες δεσμώτες, σπάνιες στιγμές του λαϊκού μας κινήματος 1925-1974/ Κώστας Γκριτζώνας. Αθήνα: Φιλίστωρ, 2001
  16. Ταξίδι στο μύθο δια της ιστορίας και στην ιστορία δια του μύθου: ο κινηματογράφος του Θεόδωρου Αγγελόπουλου/ Βασίλης Ραφαηλίδης. Αθήνα: Αιγόκερως, 2003.
  17. Ο ύπνος της Ανδριανουπόλεως: κείμενα της θητείας στο βορρά/ Θοδωρής Γκόνης. Αθήνα: Άγρα, 2011
  18. Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα/ Jacques Bonnet. Αθήνα: Άγρα, 2010
  19. Sonderkommando: από την κόλαση των θαλάμων αερίου/ Σλόμο Βενέτσια. Αθήνα: Πατάκης, 2008
  20. Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση/ Jean Amery. Αθήνα: Άγρα, 2009
  21. Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν/ Primo Levi. Αθήνα: Άγρα, 2006
  22. Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος/ Primo Levi. Αθήνα: Άγρα, 2009
  23. Η ανακωχή/ Primo Levi. Αθήνα: Μέδουσα, 1997
  24. Ο μύθος του Σίσυφου/ Αλμπέρ Καμύ. Αθήνα: Καστανιώτης, 2010
  25. Φασισμός: ιστορία και ερμηνεία/ Emilio Gentile. Αθήνα: Ασίνη, 2002
  26. Άουσβιτς: 60 χρόνια μετά/ Annette Wieviorka. Αθήνα: Πόλις, 2006
  27. Κρυφός κυνηγός/ Γιώργος Μαρκόπουλος. Αθήνα: Κέδρος, 2010
  28. Η φωνή της σιωπής: ποιήματα 1966-2000/ Αργύρης Χιόνης. Αθήνα: Νεφέλη, 2006
  29. Με την υπογραφή Μαλρώ/ Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ. Αθήνα: Καστανιώτης, 1998
  30. Νίκος Χουλιαράς: τα πίσω δωμάτια του νου (κατάλογος αναδρομικής έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη, Νοέμβριος, 2011 – Ιανουάριος, 2012)
  31. Ποιήματα/ Τσέσλαφ Μίλος. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2005
  32. Σύγχρονη γερμανόφωνη ποίηση/ επιμέλεια Αντώνης Τριφύλλης. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 1983
  33. Νυχτερινός επισκέπτης/ Τάσος Λειβαδίτης
  34. Δαρβινισμός: και η ιστορία του έως τις μέρες μας/ Κ. Κριμπάς. Αθήνα: Ωκεανίδα, 2009

Κουβαδάκια: τσεκ, μπρατσάκια: τσεκ, μαγιώ: τσεκ, αντιηλιακά-ρούχα-γιογιό-κόμικ-καρότσι-καπέλα-κοκκαλάκια-παπούτσια-φωτογραφική μηχανή-σκάκι-ντόμινο-βατραχοπέδιλα-μάσκα-αναπνευστήρας-πετσέτες-ψάθες…: τσεκ-τσεκ-τσεκ-τσεκ….
Έτοιμοι λοιπόν για αναχώρηση. Στα παραπέρα και στα ενδότερα. Μια μικρή μετανάστευση στις γαλάζιες χώρες. Τα βιβλία που παίρνω μαζί μου είναι το «Συνεχές ωράριο» του Πατρίκιου (Κέδρος, 2000), ο «Καπιταλισμός: η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας του Ραφαηλίδη (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2000) και «Ο Χίτλερ, οι Γερμανοί και η «τελική λύση»» του Kershaw (Πατάκης, 2009).



Υστερόγραφο: Η Ε. είναι μια παλιά φίλη. Είχε πάντα πλούσιο στήθος και ωραία μαλλιά, ή τουλάχιστον γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Έμαθα χθες πως ο καρκίνος θέλει να της τα πάρει. Μακάρι να αλλάξει γνώμη ο άθλιος...

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

24 Ιουλίου: Τα γκαρσόνια και η αστυνομία



Κάθε χρόνο είχα τις απορίες μου. Τέτοια μέρα. Αναρωτιόμουν τι γιορτάζουμε στη "γιορτή της δημοκρατίας" -  οι καλεσμένοι της Προεδρίας της γιατί είναι χαρούμενοι. Φέτος που δεν προσκλήθηκε κανείς (δεν θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας) νομίζω πως βρήκα επιτέλους την απάντησή μου:

Η Δημοκρατία μας θα "γιορτάζει" στο εξής σε εργοστάσια και σε δρόμους τους αγώνες και τις αγωνίες της. Κι όχι στο Προεδρικό της μέγαρο. Γιατί είναι λαϊκή κοπέλα. Η δημοκρατία μας...


Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1979



Ξέρεις, αυτές τις μέρες έρχεται και κάθεται επίμονα στο νου μου μια εικόνα που είναι χιλιάδες εικόνες σε σπίτια καλοκαιρινά χρόνια τώρα. Μια εικόνα ζωντανή, που κοιτάζει, μυρίζει, γεύεται τη ζωή, τη ρουφάει. Μια μεγάλη γυναίκα ιδρωμένη βγαίνει στη  βεράντα ή την αυλή. Φοράει ένα φουστάνι παλαιικό. Κρατάει στο χέρι της ένα πιάτο με φέτα, ντομάτα και δυο βρεγμένα παξιμάδια χιονισμένα με ρίγανη. Τ’ αφήνει στο τραπέζι μπροστά σου, σε ένα τραπέζι με πλαστικό τραπεζομάντηλο. Είναι για σένα. Της χαμογελάς κι αρχίζεις να τρως και καταπίνεις τα χρόνια σιγά-σιγά και η γυναίκα γερνάει αφηγούμενη ένα μεγάλο παραμύθι και εσύ γίνεσαι άντρας κι αρχίζεις κι εσύ να χαλάς σιγά-σιγά κι η φωνή της κι η μυρωδιά της σε ποτίζουν κι ύστερα είσαι μόνος με ένα πιάτο μπροστά σου που έχει μέσα φέτα, ντομάτα και δυο βρεγμένα παξιμάδια χιονισμένα με ρίγανη. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1979 ή του ποτέ ή του πάντα ή του παντού ή του πουθενά. 

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Παράλληλες θητείες (blog υπό κατάληψη)


Της Κ.

Το τι εννοεί ο καθένας «θητεία» είναι εντελώς υποκειμενικό, και άρα υποκειμενική και η αξία της διαβίωσής του εντός της. Εγώ λοιπόν όπως και η «διοργανώτρια» αυτών των εξομολογήσεων δεν είχα πολλές παρτίδες με φανταράκια, σχεδόν τα απέφευγα. Ποτέ δεν ασχολήθηκα με «πλατωνικές» σχέσεις. Να όμως που ό, τι αποφεύγεις στο τέλος το λούζεσαι, για να μην πω το παντρεύεσαι.

Η δική του θητεία ήταν στα «υγρά» Γιάννενα, μέσα στην ομίχλη και την καταχνιά, μακριά μου, με «κάφρους» και «απολίτιστους» μέσα στο θάλαμο. Η δική μου θητεία (γιατί έχουν κι άλλοι δικαίωμα να θητεύουν κι ας μη φορούν χακί) ήταν στο Leeds της Αγγλίας. Εκεί να δεις υγρασία, καφρίλα από Άγγλους και Γάλλους συγκάτοικους που δεν ξέβγαζαν όπως έπρεπε τα πιάτα, δεν έπλεναν όπως έπρεπε την μπανιέρα, πανάκριβα σούπερ μάρκετ, όπου τα χρήματα δεν έφταναν ούτε για τις μισές ανάγκες, μακριά από το αμόρε, τη μαμά, τον μπαμπά και τους φίλους, χωρίς να ελπίζω σε κάποιο επισκεπτήριο και κυρίως χωρίς να μπορώ να εκφράσω τα συναισθήματά μου στη μητρική μου γλώσσα.



Εκείνος μου έστελνε γράμματα νοσταλγίας, ρομαντισμού και «αχ, πόσο σε θέλω» κι εγώ του έστελνα γράμματα σιχτιρίσματος και γκρίνιας για το χάσμα πολιτισμού με τους «άλλους». Τότε τον θύμωσα πραγματικά! Σίγουρα σκεφτόταν ότι είμαι ξενέρωτη και πεζή. Μου το είπε κιόλας και στο τηλέφωνο και στα γράμματά του. Δεν το περίμενε ότι τα ενδιαφέροντά μου ήταν το μικροαστικό πλύσιμο των πιάτων, το σούπερ μάρκετ και λοιπές μη ερωτικές ασχολίες.

Όταν γύρισα στην Ελλάδα η σχέση μας πέρασε κρίση!!! Δεν επικοινωνούσαμε πια όπως πριν, πάει, αυτό ήταν, φαινόταν και από τα γράμματα μου, δεν τον καταλάβαινα, δεν ένοιωθα το πήξιμό του, δεν αντιλαμβανόμουν ότι έχανε τη ζωή μέσα από τα χέρια του, κάνοντας μια άχρηστη θητεία και άλλα τέτοια που σίγουρα έχετε ξανακούσει.



Όταν έγινε ο σεισμός του ’99 και χρειάστηκε όλοι να κοιμόμαστε με βιβλιάρια τράπεζας, διαβατήρια, ταυτότητες και άλλα χρήσιμα έγγραφα σε περίπτωση που έπεφτε το σπίτι μας, ΕΚΕΙΝΟΣ κοιμόταν με τα γράμματά μου από την Αγγλία! ΝΑΙ! Ήταν ό, τι σημαντικότερο ήθελε να φυλάξει από μια επικείμενη καταστροφή. Δεν ήθελε να ξεχάσει ότι τον «γείωνα» και ίσως να κατάλαβε ότι και η δική μου θητεία είχε τα ζόρια της και ήταν ο μόνος που τα εξομολογούμουν.

Χρόνια πολλά μετά συνεχίζουμε να θητεύουμε ο ένας δίπλα στον άλλον, να αντέχουμε ο ένας τον άλλον, με τις διαφορές μας ακριβώς όπως και τότε. Και περιττό να σας πω ότι κανένας από τους δύο δεν έχει κάνει την παραμικρή υποχώρηση στο πως αντιλαμβανόταν και συνεχίζει να αντιλαμβάνεται τις θητείες του!


***
Το αγορίστικο αφιέρωμα στις ιστορίες του στρατού συμπληρώθηκε χθες με ευθύνη της Σταυρούλας και με τη γυναικεία ματιά της γκόμενας, της μάνας, της αδερφής του στρατιώτη. Στο αφιέρωμα αυτό έγραψαν επίσης η Silia , η RoubinakiM, η nefosis , η Ιφιμέδεια, το ξωτικό και η Πολυάννα. Σήμερα ο βιβλιοθηκάριος τελεί υπό την κατάληψη της Kυράς του. Η ιστορία είναι δική της. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι εντελώς συμπτωματική....

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Ιστορίες μιας άσχημης γοργόνας



1816. Αρχές Ιουλίου. Στο πλοίο «Μέδουσα» που αναχωρεί από το Charente-Maritime επιβαίνουν 400 Γάλλοι αξιωματούχοι. Το πλοίο έχει προορισμό το Saint-Louis. στην Αφρική. Αποστολή των επιβατών του η ανάληψη της διακυβέρνησης της νέας γαλλικής αποικίας της Σενεγάλης. Το πλοίο προσαράζει ανοιχτά της Μαυριτανίας και εγκαταλείπεται. 150 επιβάτες καταφεύγουν σε σχεδία που μέρες παρασύρεται για μέρες από ρεύματα και πλέει χωρίς προορισμό. Στη σχεδία σημειώνονται θάνατοι από την πείνα και τη δίψα, εξέγερση και κανιβαλισμός, καθώς τα εφόδια είναι ελάχιστα. Επιβιώνουν σε κτηνώδη κατάσταση 10 επιβαίνοντες, οι οποίοι περισυλλέγονται από το πλοίο “Argus” 13 μέρες μετά. Ο ζωγράφος Jean-Louis-Théodore Gericault εμπνέεται από την ιστορία αυτή και το 1819 παρουσιάζει τον πίνακά του με τίτλο «η σχεδία της Μέδουσας», οπότε και δημιουργείται σκάνδαλο για την ωμή φρίκη που καταγράφει.




2012. Αρχές Ιουλίου. Ένας άντρας εντοπίζεται από Τυνήσιους ψαράδες, να επιβαίνει σε υπόλειμμα φουσκωτού σκάφους, γυμνός και σε άθλια κατάσταση. Ο άντρας αναφέρει πως περισσότεροι από 50 άνθρωποι, προερχόμενοι από την Ερυθραία, τη Σομαλία και το Σουδάν, προσπαθούν μαζί του να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να φθάσουν στην Ιταλία από τη Λιβύη με το σκάφος. Στόχος τους να διαφύγουν από την πείνα και την εξαθλίωση που κυριαρχεί στις εμπόλεμες χώρες τους. Το φουσκωτό σκάφος, στο οποίο επιβαίνουν, ανατρέπεται ανοιχτά της Ιταλίας. Διασώζεται μόνο αυτός. Επί 14 μέρες καταφέρνει να επιβιώσει αβοήθητος στο σκάφος που παραδέρνει στη Μεσόγειο. Κανείς ζωγράφος δεν θα καταγράψει την ωμή φρίκη αυτών των ναυαγών. Κανένα σκάνδαλο δεν θα δημιουργηθεί. Η ασχήμια της φρίκης δεν μπορεί πια να μας πετρώσει. Εξοικειωθήκαμε με την όψη της.


Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

la couleur du soufre


Σημείωση: για λόγους στοιχειώδους σεμνοτυφίας δεν τιτλοφορώ το κείμενο αυτό «το χρώμα του κώλου».



Ο στρατός είναι μια παράλογη αναγκαιότητα που εκτός από τον προφανή σκοπό που καλείται να υπηρετήσει , υπερασπίζεται και αρχές και αξίες που για κάποιο λόγο τις συνδέει με αυτόν: ανδρεία, εθνική υπερηφάνεια, υπακοή, ιεραρχία, αυτοθυσία… Σε περιόδους ειρήνης η βασική αναγκαιότητα ατονεί. Προκειμένου όμως να διατηρηθεί το στρατιωτικό σύστημα και να δικαιολογηθεί η χρησιμότητά του, η υπεράσπιση των αρετών που αναφέραμε γίνεται πια ο βασικός στόχος, για τον οποίο κάθε νέος άντρας καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Και εκεί ανθεί το αλλόκοτο.

Οι στρατιωτικές ιστορίες είναι ένας άρρηκτος δεσμός για όσους έχουν θητεύσει στο παράλογο. Πολλές φορές αναπτύσσονται τέτοιου είδους θεματικές συζητήσεις σε παρέες, όπου με την απαραίτητη συνοδεία καφρίλας ξεδιπλώνονται στιγμιότυπα και περιγράφονται πρόσωπα, ρόλοι και χαρακτήρες, ακόμη και από βύσματα – που αλί αν ξέρουν τι χρώμα είναι το χακί. Η συνήθης αντίδραση του πιθανά παρόντος θηλυκού πληθυσμού των συνθέσεων αυτών ξεκινάει από χαλαρή αδιαφορία μετά αποδοκιμαστικού μορφασμού, μέχρι αυστηρή αποδοκιμασία μετά εντόνου μορφασμού.

Η στρατιωτική μου θητεία κράτησε 18 μήνες. Κατά τη διάρκειά τους έζησα πίσω από μάντρες στρατοπέδων κοιτώντας είτε την Κόρινθο, είτε τα Γιάννενα, είτε τον κόλπο του Μούδρου. Θα έλεγα πως μάλλον ήμουν μια αξιοπρεπής περίπτωση απροσάρμοστου φαντάρου με κομπλεξικές και σνομπ τάσεις. Πώς αλλιώς εξάλλου να δικαιολογήσω τους τόνους βιβλίων που διάβασα, όταν οι διπλανοί μου περιεργάζονταν τσόντες του απώτερου παρελθόντος – που ωστόσο διατηρούσαν αναλλοίωτη την… επικαιρότητά τους χρόνια μετά μέσα στη μονάδα. Προνομιακός χώρος ανάγνωσης, η σκοπιά. Τι άλλο να κάνω εξάλλου, αφού ο εχθρός μάλλον δεν ενδιαφερόταν να μας επιτεθεί;

Την περίοδο εκείνη – ίσως όχι τυχαία -  με ενδιέφερε ο σουρεαλισμός και διάβαζα οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου γύρω από αυτόν; Βιογραφίες, μανιφέστα, ιστορία του κινήματος, θεωρητικά κείμενα. Αν και κριτικός στο σουρεαλισμό, και ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, διάβασα κάποια στιγμή και τον Georges Bataille. Το βιβλίο λεγόταν «Ηλιακός πρωκτός». Ήταν μια έκδοση της «Νεφέλης» σε μετάφραση του Κωστή Παπαγιώργη. Αν θυμάμαι καλά ήταν μια σειρά δοκιμίων. Σε ένα από αυτά υπήρχε ένα κείμενο για τον ακρωτηριασμό του Βαν Γκογκ. Υπήρχε μια γαλλική φράση εκεί μέσα που περιέγραφε το κίτρινο χρώμα των διάσημων ηλίανθων, στο οποίο κίτρινο ο ίδιος ο ζωγράφος απέδιδε κάτι από τη φθοροποιό και άρρωστη εικόνα του ήλιου. Χαρακτήριζε αυτό το κίτρινο ως χρώμα του θειαφιού ή γαλλιστί “la couleur du soufre”.

Μου άρεσε ο ήχος της φράσης:  “la couleur du soufre”. Και με το στυλό που πάντα κουβαλούσα πάνω μου την έγραψα στον ασβεστωμένο τοίχο της σκοπιάς, περνώντας ξανά και ξανά το μελάνι πάνω στα γράμματα για να είναι ευκρινής. Το νούμερο τέλειωσε, αλλά την επόμενη μέρα είχα πάλι σκοπιά στο ίδιο μέρος. Ανέβηκα βαριεστημένα και στάθηκα να χαζεύω το ηλιοβασίλεμα στον κόλπο του Μούδρου. Θυμήθηκα τότε τη φράση και έψαξα να τη βρω. Με έκπληξή μου πρόσεξα πως κάποιος είχε απαντήσει από κάτω. Κάποιος γαλλομαθής ίσως; Ο συνομιλητής μου λοιπόν απαντούσε: «το χρώμα της σούφρας σου μαλάκα». Και σε μια από αυτές τις σπάνιες συναντήσεις του σουρεαλισμού με την πραγματικότητα άρχισα να γελώ θεωρώντας πως είχε κλείσει ο κύκλος, αφού η «σούφρα μου» συναντούσε πια τον "ηλιακό πρωκτό" του Bataille

ΥΓ: Για κάποιο λόγο συμφωνήσαμε κάποιοι να γράψουμε ιστορίες του στρατού στα blog μας. Στο αφιέρωμα συμμετέχουν επίσης:

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Jean Amery- Primo Levy: το βίωμα ως χρήσιμος στοχασμός


Δεν ξέρω τι μας διδάσκουν τα κατορθώματα, οι αυτοκρατορίες, οι πόλεμοι και οι μάχες, οι ανακαλύψεις, το εμπόριο, οι ήρωες, οι βασιλείς, οι αυτοκράτορες που πάντα γέμιζαν και πάντα θα γεμίζουν τα σχολικά μας βιβλία. Πρέπει ίσως να είμαστε περήφανοι που είμαστε Έλληνες, ίσως η περηφάνια μας αυτή να είναι απόλυτα απαραίτητη για να αντέχουμε αυτόν τον τόπο. Κάποιοι  ισχυρίζονται πως η περηφάνια είναι δημιουργική, γόνιμη, γεννάει νέους ήρωες και νέα επιτεύγματα.

Όπως και να είναι, αναρωτιέμαι τον τελευταίο καιρό πόσο πιο χρήσιμη θα ήταν στην εκπαίδευσή μας τη σχολική η διδασκαλία των ανθρώπινων φρικαλεοτήτων. Πόσο θα τροφοδοτούσε τη διαρκή ετοιμότητά μας για υπεράσπιση του ανθρώπινου χαρακτήρα του πολιτισμού μας η γνώση της έκτασης και της έντασης των εγκλημάτων που διαπράξαμε όλους αυτούς τους αιώνες, συνήθως στο όνομα μιας σημαίας, μιας πίστης, μιας θρησκείας, μιας τάξης.

Αυτό θα σήμαινε ίσως πως έτσι το εκπαιδευτικό σύστημα θα γινόταν χρήσιμο στην κοινωνία, επομένως και επικίνδυνο. Επομένως καλύτερα να κοιμίζουμε τους λαούς με περηφάνια.

Δεν είχα ποτέ ασχοληθεί ιδιαίτερα με το φρικιαστικό θέμα της γενοκτονίας των Εβραίων από τη ναζιστική Γερμανία, των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του Ολοκαυτώματος, της λεγόμενης «τελικής λύσης» που εξολόθρευσε εκατομμύρια γυναίκες, άντρες και παιδιά επειδή ήταν ή χαρακτηρίζονταν Εβραίοι, ομοφυλόφιλοι ή τσιγγάνοι. Οι αναφορές μου ήταν σκόρπιες και συχνά αλλοιωμένες από ιδεολογήματα ή συναισθηματισμούς. Διάβασα λοιπόν τον τελευταίο καιρό τέσσερα βιβλία άμεσα σχετικά με το θέμα. Παρατηρώ ότι όλα εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια και προσπαθώ να καταλάβω γιατί αργήσαμε να μιλήσουμε εκτενώς γι’ αυτό το θέμα στην Ελλάδα. Το πρώτο είναι η συγκλονιστική αφήγηση ενός «προνομιούχου» των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του Ελληνοεβραίου Σλόμο Βενέτσια, με τίτλο «Sonderkommando: Μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίου» (Πατάκης, 2008) Το δεύτερο είναι του Jean Amery, έχει τίτλο «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» και κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδ. Άγρα το 2010. Είναι μια συλλογή εξαιρετικών δοκιμίων ενός ευφυούς ανθρώπου που μετατρέπει το βίωμά του σε διανοητική περιπέτεια. Λιγότερο αιχμηρός στο επίσης δοκιμιακό «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» (Άγρα, 2000) και στεγνά, σχεδόν επιστημονικά, αφηγηματικός, στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (Άγρα, 2009) ο Πρίμο Λέβι αποτελεί επίσης μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση μάρτυρα των φρικαλεοτήτων.

Τα βιβλία αυτά εκτός από την προφανή χρησιμότητά τους, της γνώσης που συγκροτείς για το πιο αποτρόπαιο ίσως ολοκληρωτικό έγκλημα της ανθρώπινης ιστορίας, σου προσφέρουν αφειδώς τα ερωτήματά τους. Ενδεικτικά: πόσο συνένοχοι είμαστε όταν γνωρίζουμε για ένα έγκλημα που διαπράττεται δίπλα μας και δεν αντιδρούμε; Υπάρχει συνολική ενοχή; Υπάρχει συνολική εξιλέωση από αυτή την ενοχή; Ποιοι επιβιώνουν, πώς επιβιώνουν από τις ακραίες συνθήκες απανθρωποποίησης; Ποιοι ήταν, ποιοι είναι, ποιοι θα είναι οι θύτες; Υπάρχουν στοιχεία κοινά στις κοινωνίες που εξαθλιώνονται από τους πολέμους και τις οικονομικές κρίσεις και στις μικροκοινωνίες των εγκλωβισμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ένα πειραματικό εργαστήριο για μια σειρά επιστήμες: ανθρωπολογία, ιστορία, κοινωνιολογία, γλωσσολογία, ψυχολογία;

Στα βιβλία αυτά δεν κυριαρχεί η περιγραφή φρικιαστικών στιγμιότυπων. Αυτό που στοιχειώνει τον αναγνώστη είναι ο αναστοχασμός του βιώματος, το θάρρος του διανοητή να αντιμετωπίσει τις αμείλικτες εμπειρίες του με τρόπο χρήσιμο σε όποιον διαβάσει την αφήγηση ή τη σκέψη του. Πόσο βαθειά ανθρώπινος είναι ο στόχος αυτός: να κάνεις χρήσιμο στην κοινωνία το βίωμά σου.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Μια «ιστοΐα» για το ξύρισμα (δράμα εις πράξιν μία)




Καλοκαιρινό μεσημέρι Σαββάτου. Μια φλύαρη μικρή στις αρχές των γλωσσικών της κατακτήσεων ζητάει επίμονα από τον μπαμπά την αφήγηση μιας ακόμη (έκτης ή έβδομης) ιστορίας. Η μαμά σιδερώνει στο χωλ.

Μικρή: Άλλη μια ιστοΐα μπαμπά. Καλαταία....
Μπαμπάς: Τελευταία όμως, εντάξει; Λοιπόοοον...
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που ζήτησε από τον μπαμπά του να της πει μια ακόμη ιστορία. Ο μπαμπάς κοίταξε μέσα στο κεφάλι του και δεν βρήκε ούτε μία. Άνοιξε τη ντουλάπα, σήκωσε τα μαξιλάρια, έψαξε στην κατσαρόλα, αλλά τίποτα, είχαν όλες τελειώσει. Ο μπαμπάς έσκυψε το κεφάλι και καθόταν στενοχωρημένος που δεν είχε άλλες ιστορίες. Το κοριτσάκι είδε που ήταν στενοχωρημένος, έσκυψε, του έδωσε ένα φιλάκι και του είπε: « μην στεναχωριέσαι μπαμπά». Και τότε φύτρωσε στο μάγουλο του μπαμπά μια μικρή ιστοριούλα: η ιστορία του φιλιού
Μικρή: Και μετά;
Μαμά: Και μετά ο μπαμπάς την ξύρισε.
Μπαμπάς: ………
Μικρή: Μπαμπά α μου πει μια ιστοΐα τώα;

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Zoom in



 Τους παρακολουθώ μάλλον παράλογα εντυπωσιασμένος. Μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται μια γιορτινή παράσταση των παιδιών, που αποχαιρετούν με ανακούφιση μια δύσκολη από όλες τις απόψεις σχολική χρονιά και υποδέχονται με λαχτάρα το παιδικό τους καλοκαίρι. Με φωτογραφικές μηχανές, δεκάδες φωτογραφικές μηχανές και βίντεο εκείνοι εστιάζουν στα καμάρια τους, κάποιες φορές ξεχωρίζουν από το πλήθος γονιών και παππούδων, τα πλησιάζουν την ώρα που απαγγέλλουν, υποκρίνονται ή χορεύουν και τα απαθανατίζουν. Και δεν σταματούν παρά μόνο όταν η κόρη ή ο γιος τους τελειώσει το νούμερό του, οπότε ηχηρώς αποχωρούν, αδιαφορώντας αν η γιορτή ή η παράσταση συνεχίζεται.

Εστιάζουν στη συμμετοχή του παιδιού τους σ’ ένα δρώμενο, όχι στο ίδιο το δρώμενο, τη σημασία του, την αισθητική του, το μήνυμά του, τις δυνάμεις και τους ρόλους που το συγκροτούν, τη δουλειά και την προετοιμασία που έχει γίνει. Επιβραβεύουν όχι το σύνολο, όχι την πρωτοβουλία, αλλά το μέρος, το δικό τους μέλος, τη «δική τους» συμμετοχή. Φωτογραφίζουν το παιδί τους στη γιορτή του σχολείου και όχι τη σχολική γιορτή των παιδιών. Του δείχνουν μετά τη φωτογραφία και του λένε πως το σημαντικό είναι αυτό που εκτέλεσε αυτό στη γιορτή, όχι η γιορτή, όχι αυτό που έκαναν όλα τα παιδιά, όχι αυτό που έκαναν το σχολείο και οι δάσκαλοι. Διδάσκουν έτσι στα παιδιά τους πως σημασία δεν έχει η κοινωνία και οι θεσμοί, αλλά το άτομο. Γι’ αυτούς το κριτήριο αποδοχής και αξιολόγησης είναι η συγγένεια, η εξάρτηση, το επεκταμένο Εγώ τους, η «ιδιοκτησία» τους. Δεν επιβραβεύουν, δεν ενθαρρύνουν, δεν συμμετέχουν εν τέλει στο κοινό έργο. Και έτσι το υποσκάπτουν. Είναι περήφανοι όμως γιατί το παιδί τους ήταν καλό και όλοι το είδαν.

Και έτσι, συνηθισμένοι πια να εστιάζουν μόνο σε ό,τι άμεσα τους αφορά, άμεσα τους ωφελεί ή τους πλήττει, λίγες μέρες μετά τη γιορτή ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές. Τα σχολεία είναι λογικά, εκλογικά κέντρα.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Το μεγάλο δερματόδετο βιβλίο (έξι παράλογες παραλλαγές μιας ιστορίας)




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βιβλιοθηκάριος που εργαζόταν σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Αγαπούσε τόσο πολύ τη δουλειά του, την τάξη με την οποία κατένειμε τα βιβλία, την αδιάκοπη επέκταση της γνώσης, τη φλύαρη και απέλπιδα προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν τον κόσμο, που αποφάσισε μια μέρα να μην ξαναγυρίσει στο σπίτι του. Εξάλλου κανείς δεν τον περίμενε εκεί και από κανένα δεν θα  έλειπε αν εξαφανιζόταν, ούτε καν φυτά είχε στο μπαλκόνι του να έχουν την ανάγκη του για πότισμα ή κλάδεμα ή έστω θαυμασμό των λουλουδιών τους. Καιρό το σκεφτόταν κι όταν πια το αποφάσισε, όλα τα πρακτικά ζητήματα είχαν λυθεί.

Όταν ήρθε η μέρα, πήγε σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, άνοιξε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο και χάθηκε μέσα του για πάντα.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας συγγραφέας που ολοκλήρωσε τη συγγραφή ενός βιβλίου του. Ανακουφισμένος που επιτέλους τελείωσε η πολύμηνη και κοπιώδης δουλειά του, αποτυπωμένη σε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο, κάθισε να το διαβάσει μια τελευταία φορά πριν το στείλει στον εκδότη του. Η αρχική του ανακούφιση, καθώς η ανάγνωση προχωρούσε, μετατράπηκε σε αγωνία, αντιπάθεια, μίσος. Τελειώνοντας πια είχε γίνει έξαλλος: το βιβλίο του ήταν πολύ καλό. Ο ήρωάς του είχε χτιστεί με μαεστρία, η αφήγηση κάλυπτε κι αποκάλυπτε με ερεθιστικό τρόπο τα γυμνά μέλη της ιστορίας του, η ίδια η ιστορία ήταν βαθειά ανθρώπινη. «Οι κριτικοί σε λίγους μήνες θα μιλούν αναμφισβήτητα για ένα συγκλονιστικό έργο» σκέφτηκε ο δύστυχος συγγραφέας. Συνειδητοποιούσε πια πως ο βασικός ήρωας του βιβλίου θα ζούσε πολύ περισσότερο από το δημιουργό του – ίσως δεκαετίες ή και αιώνες μετά να μιλούσαν γι’ αυτόν έχοντας ξεχάσει  το συγγραφέα (για τον οποίο εξάλλου κανείς ποτέ δεν θα έγραφε μια ιστορία με τόση μαεστρία και ταλέντο).

Μην αντέχοντας πια αυτό τον ανταγωνισμό με τον ήρωα του βιβλίου του ο συγγραφέας το ίδιο βράδυ το κατέστρεψε ολοσχερώς κι ευτυχισμένος ξάπλωσε να κοιμηθεί. Μόλις είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο, όμως κανείς δεν θα το μάθαινε ποτέ.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο που είχε γραμμένη στις σελίδες του μια παλιά ωραία ιστορία που άρεσε στους ανθρώπους, γι’ αυτό συχνά το έπαιρναν στα χέρια τους και το διάβαζαν. Κάποιοι από αυτούς σημείωναν στο πλάι των σελίδων του τις σχετικές και άσχετες σκέψεις τους, κάποιοι τσαλάκωναν τις σελίδες ή τοποθετούσαν ξένα χαρτιά ή λουλούδια για να μην χάσουν το σημείο που κάποια στιγμή τερμάτισαν την ανάγνωση. Κάποιοι κοιμόνταν με το βιβλίο στο χέρι, κάποιοι κρύωναν, κάποιοι έβηχαν, κάποιοι έκλαιγαν διαβάζοντάς το. Το βιβλίο κουράστηκε να ζει στις ζωές τόσων ανθρώπων, άρχισε να αγωνιά για την ακεραιότητά του, ύστερα αντιπάθησε όλους αυτούς που το θεωρούσαν δικό τους, στο τέλος ήταν έξαλλο εναντίον τους: τους μισούσε.

Άρχισε να αλλάζει το τέλος της ιστορίας του, να αλλάζει τη σειρά των κεφαλαίων του, να μικραίνει πολύ τις φράσεις του ή να τους παίρνει τις τελείες φτιάχνοντας φράσεις υπερσιβηρικές. Καθώς κανένα τέχνασμα δεν απομάκρυνε τους αναγνώστες – μάλλον περισσότερο τους ερέθιζε με τα τερτίπια του – σκέφτηκε ένα δαιμόνιο σχέδιο που επιτέλους μείωσε δραματικά αυτή την ανυπόφορη ενόχληση της ανάγνωσης: πολλαπλασιάστηκε σε όλες τις παραλλαγές του κι έγινε πια δεκάδες και εκατοντάδες και χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία. Και ύστερα οι άνθρωποι έφτιαξαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη και τα έβαλαν όλα μέσα και διάβαζαν και διάβαζαν και διάβαζαν μέχρι το τέλος του χρόνου.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο ήρωας μιας ιστορίας που αφηγούνταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο που στεκόταν στα ράφια μιας μεγάλης βιβλιοθήκης. Ο ήρωας περνούσε πολλές περιπέτειες στις σελίδες του και παρά το γεγονός πως δεν ήταν κανονικός άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται πόσο κουραστικό είναι να ζεις και να ξαναζείς τα ίδια βάσανα μπρος στα μάτια τόσων ανθρώπων. Άρχισε να νοιώθει μίσος γι’ αυτόν που τον δημιούργησε εγκλωβίζοντας τη ζωή του στην πλούσια φαντασία του, υποβάλλοντας τις αντιδράσεις και τις σκέψεις του στη δική του απόλυτη θέληση. Ο ήρωας παρακολουθούσε και τους άλλους ήρωες των βιβλίων που ζούσαν δίπλα του, παραδομένους απελπιστικά στην τύχη που τους επιφύλαξαν οι δημιουργοί τους. Αρνούμενος την προκαθορισμένη πορεία του στο χρόνο αποφάσισε να αποδράσει, να γίνει άνθρωπος. Καθώς δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από τα βιβλία, τους φίλους του τους ήρωές τους, έγινε βιβλιοθηκάριος: άρχισε να κατανέμει τη διαρκώς επεκτεινόμενη και χωρίς ελπίδα προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν τον κόσμο.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βιβλιόφιλος αναγνώστης. Με σπουδή και λατρεία διάβαζε κάθε βιβλίο που έπεφτε στα χέρια του. Θαύμαζε απεριόριστα τη φαντασία των συγγραφέων που μπορούσαν να δημιουργήσουν ανθρώπους και ιστορίες κι ένοιωθε πάντα πως η ανάγνωση είναι ένας καθρέφτης ή μια κλεμμένη ζωή. Του άρεσε να ζει λαθραία στις ιστορίες των βιβλίων- συχνά πίστευε πως ήταν πιο ενδιαφέρουσες από τη δική του μίζερη κι αδιάφορη ζωή.

Μια μέρα ο άνθρωπός μας πήρε στα χέρια του ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο και κάθησε όλο προσμονή να το διαβάσει. Γυρνώντας μία-μία τις σελίδες του, τις βρήκε λευκές, άγραφες, χωρίς ήρωες και ιστορία να αφηγηθούν. Και ήταν ίσως το καλύτερο βιβλίο που διάβασε ποτέ.

Υ.γ.: Την ιστορία αυτή (ή τις παραλλαγές της) εμπνεύστηκα διαβάζοντας το βιβλίο του Jacques Bonnet «Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα» (εκδ. Άγρα, 2010): ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που τσιμπολογάει τα πάθη του βιβλιόφιλου με την εκλεκτικότητα ενός καλοφαγά.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Θ' αργήσεις;



Απ’ όταν έπαψα να ζω μόνος μου, ιδίως μετά τη γέννηση των παιδιών, κανένα σημείο του σπιτιού δεν μου ανήκει αποκλειστικά και για όσο χρόνο χρειαστεί.  Ούτε καν η τουαλέτα, αφού η πιο συχνή ερώτηση όταν ετοιμάζομαι να μπω είναι «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…». Δεν μπορώ βέβαια να πιω γυμνός τον καφέ μου, να φάω στο κρεβάτι ή να διαβάσω χωρίς διακοπή το βιβλίο μου στο μπαλκόνι. Αυτά έχουν παρέλθει και «διηγώντας τα να κλαις».

Σε αντικατάσταση έχω εφεύρει κάποιες διάσπαρτες στιγμές μέσα στη μέρα, ιδιαίτερης ευαισθησίας στιγμές, που ένα τραγούδι, ένα ποίημα, ένα βλέμμα με γεμίζουν ελευθερία. Αυτές τις στιγμές πρέπει να τις ελέγχω, κυρίως τη διάρκειά τους, να προσέχω γιατί μπορεί μια μέρα ν’ ακούσω να μου λένε: «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…»

Θα περίμενες ίσως ένα πολιτικό ποστ, λίγες μέρες πριν τις εκλογές. Εντάξει, έχεις δίκιο: από τότε που ζούμε με όλους αυτούς τους άλλους γύρω μας, ούτε στο παραβάν τη μέρα των εκλογών δεν είμαστε μόνοι μας και για όσο χρόνο χρειαστεί. Πρέπει να υπολογίζουμε ότι ψηφίζουμε και για τους άλλους και πως ο χρόνος μας τελειώνει. Γιατί κάποιος θα ‘ρθει να πει: «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…»

Καλή ψήφο αδέρφια!

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Ο θησαυρός της Ζωρζ Σαρή


Ο θησαυρός της γραφής της θα κατοικεί πάντα μέσα μας, όπως η πρώτη βροχή του φθινοπώρου ποτίζει τη διψασμένη γη του καλοκαιριού. Σε μία από τους πιο άξιους ταξιδευτές της παιδικής μας ψυχής - αυτής που μοιάζει μεγαλώνοντας με ιδανικό νησί που κάποτε επισκεφτήκαμε (κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα ίσως στα 8, 9 μας χρόνια) - ένα δάκρυ πολύτιμο είναι το στερνό μας "αντίο". Ένα δάκρυ από τους δικούς μας θησαυρούς.

Καλό ταξίδι Ζωρζ Σαρή

Γιώργος Κατσαμάκης
(ένας πιτσιρίκος που έκλεισε σήμερα τα 38 του χρόνια)

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Άνεργος

"Έχω να σας πω ένα πολύ άσχημο νέο: οι συμβάσεις σας είναι άκυρες. Από αύριο δεν μπορείτε να έρθετε πάλι στη δουλειά". Η Ειρήνη μας ανακοινώνει με πνιγμένη φωνή το μήνυμα. Το γραφείο σιγά-σιγά γεμίζει από συναδέλφους. Αδειάζω. Βουβή απόγνωση. Σαν να έχουμε μάθει μόλις για ένα θάνατο.

Πνίγομαι. Θέλω να ανασάνω. Φεύγω. Γυρίζω στην πόλη. Κάθε βήμα και μια σκέψη απελπισίας. Πρέπει να κόψω τα πάγια έξοδα. Μήπως επιτέλους να φύγουμε έξω; Πώς θα το πω στο γιο μου; Είναι η εκδρομή του Συλλόγου Γονέων το Σαββατοκύριακο. Θα αφήσω να περάσει, θα πάμε, θα του το πω μετά. Θα το πούμε στους παππούδες; Είναι και το χαράτσι στην Εφορία, 3000 ευρώ για την αποζημίωση των ολυμπιακών αγώνων που πήρα πριν 8 χρόνια. Λήγει τον Ιούνιο η διορία.

Γυρίζουμε σπίτι. Μουδιασμένοι κι οι δυο. Εκείνης η σύμβαση τελειώνει σε δυο μήνες. Δεν λέμε τίποτα στο μεγάλο. Δεν αντέχω να τον κοιτάξω. Τρώμε σιωπηλοί. Ξαπλώνουμε. Κοιμάμαι αμέσως: όταν ξυπνήσω μπορεί να είναι μόνο ένα όνειρο.

Ξύπνησα. Πονάω. Έβρεξε σήμερα. Μέσα μου.



Κυριακή βράδυ. Κάποιοι χορεύουν μεθυσμένοι σε μια ντίσκο. Έχω την κόρη μου στον ώμο κι αποχωρώ. Μπροστά μου μια οικογένεια Ρώσων. Φεύγουν κι εκείνοι. Κάτι λένε στη γλώσσα τους και γελούν. Το φεγγάρι πίσω μας. Νομίζω με κοιτάει -  μερικές φορές κι αυτή ακόμη τη σιωπηλή αδιακρισία του φεγγαριού δεν την αντέχεις." Όλοι γελάνε στην ίδια γλώσσα", σκέφτομαι. Κι όλοι πονούν με τα ίδια δάκρυα.