Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Οι παιδικές κουβέρτες



Όταν ήμασταν μικροί, την κουβέρτα που μας σκέπαζε την έκανα συχνά βουνά και λαγκάδια και πεδία μαχών για τους στρατιώτες μου και τα πλαστικά ζωάκια. Πορείες και ηρωισμοί τόσο εύκολοι και το δίκαιο πάντα επικρατούσε. Όταν τελείωνε το παιχνίδι,  οι ήρωες έμπαιναν σε ένα κουτί και τα βουνά με σκέπαζαν και παραδινόμουν στην ελευθερία των ονείρων μου.

Σκέφτομαι καμιά φορά, όταν επισκέπτομαι το πατρικό μου σπίτι, να πάρω πάλι την κουβέρτα. Απάνω της να στρώσω τη ζωή μου, να νικήσει πάλι το δίκαιο.  Ύστερα όλα να μπουν στον κουτί τους κι εγώ να σκεπαστώ και να διαφύγω στα βουνά των παιδικών μου χρόνων.

Οι παιδικές μας κουβέρτες είναι το χώμα που μας σκεπάζει φίλε μου

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Μνήμη Αργύρη Χιόνη

Το ποίημα αυτό
δεν είναι το θρόισμα του ανέμου
που σου χαϊδεύει το πρόσωπο
που σε φιλάει στα χείλη
είναι ένα φευγαλέο
σκούντημα

Το ποίημα αυτό
δεν είναι του γιου σου το βλέμμα
της κόρης σου το τραγούδι
δεν είσαι εσύ που θα το αφηγηθείς
ούτε εσύ που θα το διαβάσεις
είναι ένα φευγαλέο
σκούντημα

Το ποίημα αυτό
είναι η ζωή - που είναι ένα φευγαλέο
σκούντημα

***
Αθήνα, 26/3/2013

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Είμαστε το όνομά μας;


[Αναδημοσίευση από την "Αυγή" της Κυριακής 17/3/2013]

Υπάρχει αμηχανία στις βιβλιοθήκες για το πώς θα ονομάσουμε αυτούς που εξυπηρετούμε. Υπάρχει το κακόηχο και σύνηθες «χρήστες». Χρήστες των βιβλίων. Η χρήση αφαιρεί την πνευματικότητα από ένα προϊόν του πνεύματος βέβαια. «Χρήστες» λέμε συνήθως του χρήστες ναρκωτικών ουσιών, αν και πολύ θα θέλαμε οι βιβλιοθηκάριοι μια παγιωμένη σχέση εξάρτησης της βιβλιοθήκης με το κοινό της. Υπάρχει επίσης το ασαφές «κοινό»- οι «άλλοι» δηλαδή, οι «πολλοί», οι απρόσωποι, όχι εμείς οι μυημένοι, οι εντός. Το «κοινό» αφήνει χαραμάδες στο marketing, που γίνονται χαράδρες και γκρεμοί και πέφτουμε μέσα τους καμιά φορά. Το κοινό γίνεται τότε αναλύσιμο στοιχείο, μιλάμε για «τάσεις», «στάσεις», δεξιότητες και άλλα τέτοια παιχνίδια που συνηθίσαμε να παίζουμε τα τελευταία χρόνια. Καθοριζόμαστε από το κοινό όπως τα εργαλεία της ανάλυσής του μας ορίζουν- προσπαθούμε να το αντιμετωπίσουμε όπως είναι και όχι όπως θα μπορούσε να είναι. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, δεν είναι όμως και αποκλειστικά καλό.

Δεν θα μπορούσαμε επίσης όλους αυτούς που έρχονται σε επαφή με τις βιβλιοθήκες να τους ονομάσουμε «φιλομαθείς» ή «ερευνητές», γιατί η βιβλιοθήκη δεν είναι μόνο επιστήμη, αλλά και τέχνη και ψυχαγωγία και ενημέρωση. Δεν θα μπορούσαμε να τους πούμε βιβλιόφιλους, γιατί οι βιβλιοθήκες είναι (μπορούν και οφείλουν να είναι) και περιοδικά, και μουσική και διαδίκτυο και εφημερίδες και κυρίως άνθρωποι. Και αφού τίποτα δεν μας κάνει καμιά φορά μου αρέσει να χρησιμοποιώ τον πιο ακατάλληλο όρο: πελάτες. Ο «πελάτης» αρχικά σήμαινε αυτόν που πλησιάζει, που προσεγγίζει. Μετά δεν με συμφέρει να πω τι σήμαινε και η συζήτηση σταματάει εδώ…

Και αν φτάνει σε αδιέξοδο η προσπάθεια να αποκαλέσουμε κάπως τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τις βιβλιοθήκες, οφείλω να πω και για την αμηχανία των εργαζόμενων σε αυτές να αποκαλέσουν τον εαυτό τους με τον πιο δόκιμο σήμερα όρο. Η τάση των τελευταίων χρόνων πριν την Κρίση για α-σήμαντους νεολογισμούς, οδήγησε πολλούς συναδέλφους να αυτοπροσδιορίζονται ως «επιστήμονες της πληροφόρησης». Ο όρος επιχειρεί να ανταποκριθεί στον αυξημένο και διευρυμένο ρόλο μας στην οργάνωση, συγκέντρωση και διανομή της πληροφορίας σήμερα (γραπτής, ψηφιακής, προφορικής). Ωστόσο κολακεύεται να ορίζει πως είμαστε «επιστήμονες»- κάτι που βέβαια δεν είμαστε, ακόμη και αν θεωρήσουμε την πληροφόρηση επιστήμη. Επιστήμονες είναι όσοι ασχολούνται με την έρευνα, όχι όσοι ασκούν ένα (έστω απαιτητικό) επάγγελμα. Αν δεν μας είχαν προλάβει τον όρο «πληροφορηκάριος» οι ασχολούμενοι με την Πληροφορική θα μπορούσαμε χωρίς αγωνίες να αυτοπροσδιοριζόμαστε ίσως ως τέτοιοι.

Συνηθισμένος όρος είναι και ο «βιβλιοθηκονόμος», αυτός δηλαδή που νέμει, μοιράζει και ταξινομεί τα βιβλία στις βιβλιοθήκες. Ο όρος αναφέρεται κυρίως στην οργάνωση και μοιάζει σήμερα, που επιδιώκουμε να είμαστε πιο κοντά στο χρήστη και τις ανάγκες του, να είναι παράταιρος και ανεπίκαιρος. Υπάρχει και αυτό το απαίσιο «βιβλιοφύλακας» που μυρίζει μοναστήρι και φυλακή, οργάνωση και συγκέντρωση της γνώσης, όχι όμως και διανομή και ελευθερία.  Καταλήγω στο παλιό «βιβλιοθηκάριος»- το αφήσαμε για χρόνια στην άκρη, είναι όμως το πιο δίκαιο. Εδώ που τα λέμε πιστέψαμε όλα αυτά τα χρόνια πως είμαστε το όνομά μας και πως αλλάζοντάς το θα αλλάξουμε κι εμείς. Δεν γίνεται όμως αυτό. Εμείς αλλάζουμε, το κοινό μας αλλάζει, η βιβλιοθήκη αλλάζει. Όχι οι λέξεις, αλλά οι έννοιες… 

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Τι ωραία που είναι η αγάπη...



Η υπόνοια μιας επελαύνουσας Άνοιξης, το προανάκρουσμα της επέλασής της σήμερα το πρωί έξω από το σχολείο του γιου μου στα Πατήσια ή στην Πανεπιστημίου: οι πρώτες μικρές εκρήξεις των ανθών της νεραντζιάς κατά ριπάς βολές του μεθυστικού τους αρώματος πετυχαίνουν καίριο πλήγμα στις σκέψεις και αναστατώνουν χαρμόσυνα τις αισθήσεις. Ερωτική έξαψη.

Ήταν χαράματα της 15ης Μαρτίου 1943. Το πρώτο τραίνο από τη Θεσσαλονίκη με Εβραίους αιχμαλώτους ξεκινούσε για τα στρατόπεδα θανάτου της Πολωνίας. Θα άνθιζαν και τότε οι νεραντζιές. Το άρωμά τους μπορεί να τρύπωσε κάποια στιγμή στο τραίνο των απελπισμένων και φοβισμένων ανθρώπων που ταξίδευαν για τη φρίκη και το θάνατο.

Περπατώ στην Πανεπιστημίου. Είναι 15 Μαρτίου 2013. Επαναλαμβάνω μέσα μου ρυθμικά
«Δεν πρέ-πει να ξε-χά-σω
Δεν πρέ-πει να ξε-χά-σω
Δεν πρέ-πει να ξε-χά-σω»


Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

ένα λεπτό κρεμμύδι



Μερικά κείμενα σε ξεφλουδίζουν. Και μένεις ένα κρεμμύδι κόκκινο και γυμνό που κλαίει ένα πρωινό του Μάρτη και έρχεται εκείνη η Άνοιξη σαν γυναίκα να σε χαϊδέψει, να σε αναστατώσει να σου υποσχεθεί και να σε προδώσει κι εσύ ανήμπορος παραδίδεσαι σε αυτή την προαιώνια σειρά των πραγμάτων- ανήμπορος όχι τελικά γιατί δεν μπορείς, αλλά γιατί δεν θες να αντισταθείς.
***
Η κόρη μου λέει πως αυτό το ζώο με το μακρύ λαιμό το λένε «χαμηλοπάρδαλη»- δεν θέλω να τη διορθώσω. Εξάλλου τώρα που το βλέπω πιο προσεκτικά το πράγμα, πράγματι, είναι μια χαμηλοπάρδαλη.
***
Ανέκαθεν θεωρούσα πως όλα ανεξαιρέτως τα γυμνά σώματα είναι όμορφα. Την ασχήμια τη βλέπω μονάχα στους ντυμένους ανθρώπους, ποτέ στους γυμνούς.
***
Διάβασα σε ένα βιβλίο δυο επιστολές που αντάλλαξαν το ’33 ο Einstein με τον Freud σχετικά με τον πόλεμο. Ο Φρόυντ λέει σε ένα σημείο πως την αρχική ζωώδη βία αντικατέστησε κάποια στιγμή στις ανθρώπινες κοινωνίες η θεσμοποιημένη βία του νόμου. Ο νόμος προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις συγκρούσεις με έναν προληπτικό και πολιτισμένο τρόπο, όμως όταν τα πράγματα δεν είναι εύκολα, τα αδιέξοδα του νόμου αναλαμβάνει να επιλύσει η βία του πολέμου. Αν ο νόμος είναι μια πολιτισμένη προσπάθεια αποφυγής ή οριοθέτησης της βίας, αναρωτιέμαι όμως γιατί χρειάζεται τόση βία για να επιβληθεί.
***
Άκουγα χθες πως πρέπει να πιάσουμε πάτο ως χώρα (που δεν τον έχουμε πιάσει ακόμη δηλαδή…) για να μπορέσουμε να ανεβούμε ξανά. Και σκέφτηκα πως το περιβόητο «φως στην άκρη του τούνελ» που λένε, είναι τελικά ο πάτος της καταστροφής μας.
***
Αυτές τις μέρες της αποκριάς πάντα πιάνομαι από τους ώμους σε κυκλικό χορό με τους νεκρούς μου και χορεύουμε τραγουδώντας «πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι». «Με τον πούτσο τους το τρίβουν και ψιλοκοπανίζουν» απαντώ και γελάμε όλοι μαζί δυνατά. Και μάταια.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Αθήνα, 6/3/2013


Στην αρχή σκέφτηκα πως αν άστεγοι έμεναν όσοι δεν διαβάζουν βιβλία, τα σπίτια της πόλης μας θα είχαν αδειάσει. Ύστερα δεν μπόρεσα τίποτα άλλο να σκεφτώ, παρά μόνο φεύγοντας να νοιώσω πως εκείνος, αν και άστεγος και πένης, είναι πιο ελεύθερος και δυνατός από μένα. Κυρίως γιατί στην κατάστασή του επιμένει να κρατάει ένα βιβλίο στα χέρια.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Είτε το πιεις...


Η μοναξιά είναι κατάρα ή προνόμιο μόνο των μόνων; Αν μοιραζόμαστε τη μοναξιά μας, την περιφέρουμε, τη διηγούμαστε, την υπονοούμε, τελικά την αναιρούμε; Η μοναξιά είναι απουσία ή παρουσία; Αν η μοναξιά είναι η μία όψη του νομίσματος τότε το νόμισμα ποιο είναι; Τρεις άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι είναι λιγότερο μόνοι από έναν άνθρωπο μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του;

Είναι μοναξιά και η μικροπρέπεια των άλλων, ένα μνημόσυνο γεμάτο μόνο γέρους, μια συννεφιασμένη μέρα, μια φράση που αναγκάστηκες να γράψεις (..."αφήνοντας πίσω όλα τα ιδιωτικά και δημόσια σχολεία της περιοχής..."), μια κλειδωμένη τουαλέτα, ένας πράσινος αναπτήρας, ένα δαχτυλίδι που ‘χει γραμμένη πάνω του μια φράση του Θερβάντες για τη Δουλτσινέα. Ένα ποτήρι τσίπουρο είναι μοναξιά, είτε το αφήσεις γεμάτο, είτε το πιεις.
***
αφιερωμένο στο Γιώργο και τη Σταυρούλα

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Οι φωτογραφίες είναι καθρέπτες




Οι φωτογραφίες είναι καθρέπτες. Είναι σιωπή. Είναι χρησιμοποιημένα εισιτήρια. Είναι στραβωμένα καρφιά. Είναι παγωμένες λέξεις, μαρμαρένια χαμόγελα. Οι φωτογραφίες είναι τα αποσιωπητικά του χρόνου. Είναι ένα ειρωνικό σχόλιο της αιωνιότητας. Είναι σοβάδες πεσμένοι στο πάτωμα μετά την καταιγίδα. Είναι φιλίες που τέλειωσαν, έρωτες που ντύθηκαν κι έφυγαν μέσα στο κρύο ή μέσα στη ζέστη. Είναι κιτρινισμένες σελίδες και άνθρωποι που έγιναν λουλούδια του θανάτου. Οι φωτογραφίες είναι σκιές που κυκλοφορούν τις νύχτες αόρατες.

Οι φωτογραφίες μου είναι καθρέπτες- ξυπνάω και στέκομαι μπροστά τους, βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό («κι ίσως η ασχήμια του να φύγει μόλις πλυθώ και ξυριστώ»). Μαλακίες… υπεκφεύγω πάλι θεωρητικολογώντας.

Προσπαθώ ν’ αποφύγω το προφανές- να αναμετρηθώ με μια παιδική φωτογραφία. Να αφηγηθώ τι έγινε και πέρασαν 30 τουλάχιστον χρόνια από τότε. Είμαστε λοιπόν στο πατρικό μου σπίτι. Από αριστερά (πίσω σειρά): ο Άκης ο Μεγάλος, ο Λουκάς, εγώ, η Λίτσα, ο αδερφός μου (ο Άκης ο μικρός), η Ελένη. Μπροστά (από αριστερά): ο Σταύρος, η Μαρίνα και η Γιώτα. Εκτός από τη Μαρίνα και το Σταύρο, οι υπόλοιποι είμαστε πρώτα ξαδέρφια. Παίξαμε στην ίδια γειτονιά, ήμασταν η γειτονιά των παιδικών μας χρόνων. Κυνηγηθήκαμε, κρυφτήκαμε, μαλώσαμε, χτυπήσαμε μαζί. Ανεβήκαμε στις καρυδιές του Νίκου, κάναμε σπιτάκια στις αγριλιές ή στα πεταμένα φορτηγά του συνεργείου, φτιάξαμε λασπότουρτες και κηδέψαμε ψοφίμια, κάναμε κάστρα σε χτήματα γεμάτα γαϊδουράγκαθα και κλέψαμε μάπες από το περιβόλι του Κυριάκου. Φτιάξαμε όπλα στο ξυλουργείο, και πήγαμε σκυλάκια στην Κυρά Χριστίνα για να μας φιλέψει ψωμί με ζάχαρη, τρέξαμε στο αυτοκίνητο του Σπήλιου όλα μαζί για να μας δώσει πάλι καραμέλες. Φτιάξαμε σκηνές με καλάμια (ένα ολόκληρο ινδιάνικο χωριό), παίξαμε μήλα και τζαμί, τραβήξαμε τα μαλλιά μας και δαγκωθήκαμε, κάναμε ποδηλατάδες και πήγαμε εκδρομές τη Δευτέρα του Πάσχα, επιστρέψαμε μαζί από την εκκλησία τη Μεγάλη Εβδομάδα κάνοντας τρέλες στη δημοσιά, βρήκαμε τα πρώτα πορνό πεταμένα στη δημοσιά επιστρέφοντας από την εκκλησία κάποια Μεγάλη μέρα κάποιας Μεγάλης Εβδομάδας. Πήγαμε μαζί το Φως μετά την Ανάσταση στον τάφο του παππού και της γιαγιάς μας (και ακόμη πάμε το Φως στον τάφο- είναι και ο Αλέκος εκεί τώρα). Μαζί μαζέψαμε λουλούδια τις πρωτομαγιές και φτιάξαμε στεφάνια και τα πουλήσαμε στους περαστικούς. Τις πρωτοχρονιές μαζί παίξαμε 31 και χάσαμε, μαζί είπαμε τα κάλαντα στην πόλη. Τα καλοκαίρια ξενυχτήσαμε παίζοντας «πέρα» μέχρι να μας χαλάσουν το παιχνίδι οι μεγάλοι που φώναζαν να μαζευτούμε επιτέλους.

Τι κάνω; Μια φωτογραφία ήταν να σχολιάσω. Κάποιο Πάσχα ή πρωτομαγιά στο πατρικό μου σπίτι. Ο Λουκάς με φανέλα, η Γιώτα και η Λίτσα με κοτσιδάκια, η Ελένη με ένα αστείο φόρεμα και ο Άκης ο Μεγάλος σε στάση προσοχής, ο μικρός σοβαρός κι εγώ που κοιτάω ψηλά- δεν θυμάμαι γιατί. Η φωτογραφία πρέπει να είναι τραβηγμένη με την παλιά Lubitel του πατέρα. Μας έστησαν, μας έκλεψαν για λίγο την προσοχή και ύστερα συνεχίσαμε το παιχνίδι μέχρι που τα χρόνια πέρασαν και μεγαλώσαμε, κάποιοι κάναμε παιδιά, τα στήνουμε κάτι πασχαλιάτικες ή πρωτομαγιάτικες μέρες για μια φωτογραφία στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, τους κλέβουμε για λίγο την προσοχή και ύστερα συνεχίζουν το παιχνίδι και τα χρόνια θα περνούν- αν περνούν, και οι φωτογραφίες θα κιτρινίζουν.
***
φτιάξαμε ένα αφιέρωμα στις παιδικές μας φωτογραφίες κάποιοι φίλοι.

Τσαλαπετεινός: Μοναχοπούλι
Σημειωματάριο: Μια παλιά φωτογραφία

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Ιστορίες αντίστασης



[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή", Κυριακή 24/2/2013]

Ένας φίλος μου είχε πει πως «ο Amery θα σε στοιχειώσει». Είχε δίκιο βέβαια.. Ο Amery με «οδήγησε» στον Πρίμο Λέβι, και εκείνος στον Καμπανέλλη, τις διάφορες αφηγήσεις για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ιστορία των Ελλήνων-Εβραίων. Ο Jean Amery ήταν ένας Αυστροεβραίος συγγραφέας και στοχαστής, βίωσε τη φρίκη και τα βασανιστήρια των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και μπόρεσε να γράψει, εκτός των άλλων, με εξαιρετικό δοκιμιακό λόγο το βιβλίο «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» (Άγρα, 2009).

Από όλο το βιβλίο, εδώ με ενδιαφέρει το πρώτο δοκίμιό του με τίτλο «στα όρια του πνεύματος». Στο κείμενό του αυτό ο συγγραφέας εξετάζει  την αντοχή της διανόησης στις ακραίες συνθήκες ενός στρατοπέδου εξόντωσης, στη συμπεριφορά του κρατούμενου διανοούμενου, στα όρια και τις καταφυγές του. Πόσο χρήσιμη είναι η διανόηση όταν η ζωή απανθρωποποιείται , πόσο αδύναμος να επιβιώσει σε σχέση με το γειωμένο και «πρωτόγονο» τύπο ανθρώπου είναι ο «σκεπτόμενος», ο «καλλιεργημένος», τι ρόλο μπορεί να παίξει η ανάμνηση ενός ποιήματος του Χαίλντερλιν σε ένα τρομαγμένο, πεινασμένο και άθλιο ετοιμοθάνατο; Ο Amery δίνει τις δικές του απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Τα ερωτήματά του παραμένουν ωστόσο αιχμηρά και αναπάντητα να ενοχλούν τις καλλιεργημένες συνειδήσεις μας.

Ο ίδιος αναφέρεται επίσης σε ένα φίλο του, ο οποίος ήταν πολιτικός κρατούμενος την ίδια περίοδο στο Νταχάου. Νοιώθει άβολα που ο φίλος αναφέρει στο βιβλίο του πως χρησιμοποιούσε τη διανόηση ως άμυνα στην πραγματικότητα του στρατοπέδου, τα βιβλία ως μέσο απόδρασης από αυτό. Στην αμηχανία του, που επιτείνει το γεγονός πως το Νταχάου διέθετε βιβλιοθήκη, απαντάει ο ίδιος, εξηγώντας πως οι συνθήκες δεν ήταν ίδιες για τους πολιτικούς κρατούμενους και τους Εβραίους, και πως εξαρχής με διαφορετικό σκοπό φτιάχτηκαν το Νταχάου και το Άουσβιτς, το ένα κυρίως ως στρατόπεδο συγκέντρωσης και το δεύτερο ως στρατόπεδο εξόντωσης.

Στο βιβλίο της «Άουσβιτς: 60 χρόνια μετά» (Πόλις 2006) η Annette Wieviorka αναφέρεται σε ένα σωρό σημαντικά ζητήματα σχετικά με τη διατήρηση της μνήμης ενός τέτοιου απόλυτα αποτρόπαιου κεφαλαίου της ανθρώπινης ιστορίας. Αναφέρει σε κάποιο σημείο την προσπάθεια των κρατουμένων να αφηγηθούν την ιστορία του εγκλεισμού τους ενόσω βρίσκονταν εκεί. Έχουν βρεθεί στα ερείπια των στρατοπέδων εξόντωσης δεκάδες μπουκάλια ή κουτιά με χειρόγραφες αφηγήσεις κρατουμένων εντός τους. Οι απελπισμένοι ετοιμοθάνατοι σε μια απελπισμένη προσπάθεια να διασώσουν τη μνήμη του βασανισμού τους γράφουν και κρύβουν την προσωπική και συλλογική ιστορία τους. Είναι λοιπόν η γραφή και η ανάγνωση μια μορφή αντίστασης. Αντίστασης στην αποσιώπηση.

Υπάρχει ένα βιβλίο, δεν είναι το μόνο, που τυπώθηκε στην Αθήνα το 1943. Εν μέσω κατοχής ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης εκδίδει την ποιητική συλλογή «Μέσ’ από τα τείχη» με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου εμπνευσμένη από τα βάσανα του κατεχόμενου ελληνικού λαού. Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε 105 χειρογραφημένα αντίτυπα, αναπαράχθηκε δηλαδή (μάλλον) σε πολύγραφο, όπως οι αντιστασιακές αφίσες και προκηρύξεις της εποχής. Είναι να απορεί κανείς πως είναι δυνατόν να γράφεται και να διαβάζεται ποίηση σε συνθήκες ακραίας ανελευθερίας και απόλυτης πείνας. Δεν είναι να ξαφνιάζεται όμως, γιατί τελικά η πολιτιστική δημιουργία είναι πάντα πράξη αντίστασης.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Ασφυξία


Κάποιος μου στερεί τον αέρα αυτές τις μέρες. Αγωνιώ να βάλω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου, να τη μασήσω, να την καταπιώ να την κρατήσω κλεισμένη εκεί στα σκοτεινά της ψυχής μου, τα στεγνά, να με θρέψει. Και αυτή είναι ολοένα λιγότερη, και δεν μου φτάνει και ιδρώνω και με πιάνει πανικός και πνίγομαι και ανοίγω το στόμα μου όσο περισσότερο μπορώ και ρουφάω όμως δεν φτάνει και ανοίγω το στόμα μου ακόμα πιο πολύ τόσο πολύ που στο τέλος καταπίνω τον κόσμο ολόκληρο. Και τον κλείνω στα σκοτεινά της ψυχής μου, τα ζεστά. Και ύστερα όλα ησυχάζουν και όλα ερμηνεύονται. Όταν τα χωνέψω.

***
η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Bruce Davidson

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Ο πράσινος αναπτήρας



Ένας πράσινος αναπτήρας είναι πάνω στο τραπέζι. Γύρω του ποτήρια με ρακή και μεζέδες και καραφάκια και καπνός και άνθρωποι που γελάνε, μιλάνε, κοιτάζονται, αγγίζονται. Συχνά του αλλάζουν θέση, χέρια τον παίρνουν, τον σηκώνουν ψηλά, αδειάζουν λίγο από τα μέσα του, χρησιμοποιούν λίγη από τη φλόγα του και ύστερα αδιάφορα τον αφήνουν σε μια θέση. Ένας πράσινος αναπτήρας πάνω στο τραπέζι κοινόχρηστος σχεδόν, για τούτο και μόνος. Η νύχτα βάθυνε.

Άδειασαν τα καραφάκια, τα ποτήρια, τα πιάτα και οι άνθρωποι. Εκείνος βάζει τον αναπτήρα στην τσέπη του, μπαίνει σε ένα ταξί, φτάνει στο σπίτι, γδύνεται και ανάβει τσιγάρο. Είμαι ο αναπτήρας μου λέει και παίρνει φωτιά.
***
ο πίνακας είναι του Χρόνη Μπότσογλου

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Πού πάνε τα χειροκροτήματα όταν τελειώνουν;


Πρέπει να γράψουμε μια μέρα ένα ποίημα για το παγάκι που λιώνει, για το στραβωμένο πηρούνι, για το παιδί που παίζει με τα παιχνίδια του, για ένα βλέμμα που δεν κάθισε επάνω σου για πολύ.

Πρέπει να γράψουμε για τις σταγόνες της βροχής που πνίγονται στη θάλασσα και τα τσαλακωμένα χρόνια μας, ένα ποίημα για τα παλιά σχολικά βιβλία των παιδιών που γέρασαν, για τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, τις χρησιμοποιημένες σύριγγες και τους χρησιμοποιημένους ανθρώπους. Πρέπει να μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε για τα ανοιξιάτικα λειβάδια , για το στιλπνό σοκολατένιο καρπό της χαρουπιάς να γράψουμε, για το στυλό που τέλειωσε το μελάνι του, για όσους φοβούνται μην τους πάρουν τη θέση.

Όλα αυτά σου τα λέω όπως μου έρχονται τώρα - υπάρχουν κι άλλα που δεν έρχονται και μένουν κρυμμένα - ωστόσο πρέπει και σ' αυτά να αναφέρεται το ποίημα: τα κρυμμένα, δηλαδή.

Όταν πάψουμε να ασχολούμαστε με τα ασήμαντα πράγματα στην ποίηση, πρέπει πια να μιλήσουμε και γι' αυτά που προείπα.

Για να μπορέσουμε κάποια στιγμή να απαντήσουμε επιτέλους πού πάνε τα χειροκροτήματα όταν τελειώνουν.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Έκθεση ιδεών


[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή", Κυριακή  10/2/2013]

Καταλογογραφώ. Τούτο σημαίνει πως δουλεύω την περιγραφή των βιβλίων, δημιουργώ στοιχεία πρόσβασης σε αυτά για τους χρήστες της βιβλιοθήκης. Δημιουργώ καταλόγους. Τελοσπάντων από τα χέρια μου περνάει η υλική μορφή της γνώσης- κάνω ενδιαφέρουσες γνωριμίες. Αυτές τις μέρες καταλογογραφώ σχολικά βιβλία και βοηθήματα του ’30, του ’40 και του ’50. Τα ξεφυλλίζω. Κάποια είναι οδηγοί εκθέσεων. Το μάτι μου πέφτει σε ένα… υπόδειγμα, «Αναρχία-Πειθαρχία» και ύστερα σε ένα άλλο, «Ποία η θέσις παντός νέου έναντι των σημερινών εθνικών μας προβλημάτων». Κάπου εκεί μέσα ο συγγραφέας λέει πως «έκαστος νέος… οφείλει να λάβη την πλέον υγιά εθνικώς θέσιν». Σε ένα άλλο βοήθημα υπάρχει υπόδειγμα με θέμα «το καλό και το κακό βιβλίο». Το κακό βιβλίο, λέει, είναι σαν τον άγνωστο διαβάτη που θα μας πλησιάσει με απώτερο στόχο να επιτύχει κάποιους κρυφούς του σκοπούς (κακούς προφανώς).


Για κάποιο λόγο όλα αυτά θα έμοιαζαν πριν λίγα χρόνια σχεδόν εξωτικά. Χαμένα στο τραυματισμένο παρελθόν μας- οριστικά χαμένα. Για κάποιο λόγο όλα αυτά αποκτούν τρέχουσα ισχύ και σημασία αυτό τον καιρό, που ο κόσμος χωρίζεται σε καλό και κακό, χρήσιμο και επιζήμιο, εθνικό και αντεθνικό. Η ίδια Δεξιά, οι επίγονοί της, θέτει αυτά τα διλήμματα και προσπαθεί να πείσει πως παραμονεύει ο δράκος της αναρχίας. Δεν έχει περάσει καιρός που τα δελτία ειδήσεων περιέγραφαν με αναλυτική διάθεση τη μεγάλη βιβλιοθήκη του Λάμπρου Φούντα, ενοχοποιώντας τον και γι’ αυτό. Το τι διαβάζεις σε χαρακτηρίζει ως εχθρό ή φίλο, το τι δεν διαβάζεις σε κατατάσσει στους ασφαλείς και ασφαλισμένους…


Συνηθίζω να λέω στους μαθητές που επισκέπτονται τη βιβλιοθήκη πως δεν υπάρχουν καλά και κακά βιβλία. Τους λέω ιστορίες των βιβλίων και μέσω αυτών μιλάμε για την ιστορία του πολιτισμού μας. Τους δείχνω κάποια καραμανλίδικα βιβλία, τούρκικη γλώσσα με ελληνική γραφή, ζωγραφισμένα από μαθητές που βαριόνταν προφανώς τη διδαχή και την εκμάθηση. Τα βιβλία, τους λέω, θα παλεύουν πάντα τις συνθήκες απαγόρευσης για να πουν τις αλήθειες τους και οι μαθητές πάντα θα προτιμούν να παίξουν, παρά να μάθουν. Τους δείχνω ένα Κοράνι, μία Βίβλο και το κόκκινο βιβλίο του Μάο. Τα 3 αυτά βιβλία είναι σημαντικά για δισεκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Κρατώντας τα στο χέρι εκατομμύρια άνθρωποι έκαψαν βιβλιοθήκες και άλλα βιβλία, πιστεύοντας πως ό,τι γράφεται αλλού είναι περιττό ή επικίνδυνο. Η αξία των βιβλίων δεν βρίσκεται στη μοναδική τους αλήθεια, αλλά στον αέναο διάλογο, στην αιώνια πάλη. Στο τέλος πάντα τους ρωτώ να δουν ένα χάρτη και να διακρίνουν τι δείχνει. Είναι ένας χάρτης του Muhammad-al-Idrisi. Οι μαθητές στην αρχή δυσκολεύονται, ύστερα αρχίζουν να γυρίζουν το κεφάλι τους στο πλάι, κάποια στιγμή διακρίνουν γνώριμα σχήματα, στο τέλος απαντούν: ο χάρτης είναι ανάποδα, ο βορράς είναι κάτω. Το τι είναι ανάποδο τους λέω μάς το όρισαν, δεν το ορίσαμε μονάχοι μας. Γελούν και φεύγουν. Ποτέ κανείς ενήλικος δεν μπόρεσε να καταλάβει το χάρτη, δεν γύρισε το κεφάλι του στο πλάι, δεν κοίταξε ανάποδα το χάρτη.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Ημερολόγιο που στάζει

Νίκος Χουλιαράς

Έχω ένα πορτοκαλί τετράδιο. Εκεί μέσα συγκροτούμαι σε σειρές λέξεων - στρατοπεδεύω στα λευκά του τοπία. Περιμένοντας.
***
Η Αλέκα μου είπε: "κοίτα πόσο γρήγορα ταξιδεύουν τα σύννεφα". Της απάντησα: "έχω καιρό να δω τον ουρανό" .
***
Τα blog είναι βέβαια άλλοτε ένα μικροσκόπιο, άλλοτε ένας μεγεθυντικός φακός, καμιά φορά είναι κυάλια. Με κάθε τρόπο είναι ένας μαγικός καθρέπτης, παραπλανητικός.

(βέβαια κάποιοι που και που τα φορούν σαν μονόκλ)
***
Αυτό το να συστηνόμαστε οι blogger με τα ιστολογικά μας ονόματα είναι σαν να ταυτίζουμε τον ηθοποιό με το ρόλο του. Δεν θα λέγαμε βέβαια τη Νένα Μεντή, ευτυχία, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Γι' αυτό, να ξεκαθαρίσουμε πως στην αληθινή μου ζωή φίλε όταν πίνω τσίπουρα, είμαι ο Γιώργος.
***
Όταν λέω όμορφη αυτή την πόλη εννοώ πως είναι η πόλη που μοιραζόμαστε (αναγκαστικά ίσως) τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τις εφορίες και τους τάφους της. Κι είναι ωραίο βέβαια να μοιράζεται κανείς.
***
Η Κική Δημουλά, σου είπα, είναι ο Τριβιζάς της ποίησης. Δεν υπερέβαλα.
***
Μου λείπουν πολύ οι Κατσιμιχαίοι αυτό τον καιρό. Γι' αυτό ακούω και ξανακούω το Bleibtreu Cafe "

 "... Το παγωμένο γέλιο του
ακούω και φοβάμαι
το γέλιο του πολέμου
ακούω ξανά από παντού
Αχ! πόσο εύκολα ξεχνάμε
το έγκλημα φυσάει ξανά από παντού"

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Υπό το κράτος της Δεξιάς



Η γενιά μου δεν είχε ζήσει το κράτος της δεξιάς- αυτό το κράτος που «ο λαός δεν ξεχνά». Βίωμά μας ήταν  μόνο ο πολιτικός απόηχος ως σύνθημα. Δεξιές πολιτικές, φιλελεύθερες, αντιλαϊκές και βέβαια έζησε. Η κρατική και παρακρατική βία ήταν πάντα παρούσα, και κατά καιρούς έκανε τα ξεσπάσματά της (καταλήψεις του ΄91, Δεκέμβρης του ’08), όμως δεν ήταν κρατούσα, λειτουργούσε περισσότερο ως αντιδραστική εκτόνωση, παρά ως εμφανής τακτική επιβολής.

Ο λαός φαίνεται πως «ξέχασε» τι σημαίνει δεξιά στην Ελλάδα- μια νεότερη γενιά μεγάλωσε χωρίς καν τον απόηχο. Η αποπολιτικοποίηση των τελευταίων δεκαετιών εξοβέλισε τις πολιτικές αναφορές στο πυρ το εξώτερον, όχι μόνο γιατί όλες οι πληγές κλείνουν (και είναι νόμος της φύσης αυτός), αλλά και γιατί η πασοκική σοσιαλδημοκρατία δεν είχε πλέον ανάγκη να ενεργοποιεί τα προοδευτικά αντανακλαστικά του λαού – προτιμούσε να τα ναρκώνει – για να κυβερνάει.

Η γενιά μου ζει πια υπό το κράτος της δεξιάς- εδώ και τρία χρόνια, με έξαρση τους τελευταίους μήνες. Την πόρτα στην πολιτική της κρατικής και παρακρατικής βίας άνοιξαν ορθάνοιχτα οι πολιτικοί ταγοί του μεταπολιτευτικού συνθήματος για να περάσουν εύκολα οι γόνοι της- ο Σαμαράς και το ακροδεξιό κονκλάβιο των συμβούλων του.

Το κράτος της Δεξιάς ασκεί τη μόνη πολιτική που ξέρει, την πολιτική του φόβου, το κράτος της Δεξιάς βασανίζει, προπαγανδίζει, απειλεί, αλλοιώνει, τρομοκρατεί, χτυπάει, ξεσπώντας τόσων χρόνων παραγκωνισμό στο περιθώριο. Όχι μόνο αρνείται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που γεννάει η οικονομική κατάρρευση (κάτι που δομικά εξάλλου δεν μπορεί να κάνει), αλλά επιδιώκει διά της βίας που ασκεί να εξαφανίσει την κοινωνική αντίδραση. Το κράτος της δεξιάς ξαναγεννιέται από τις χουντικές στάχτες του όταν ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως ισχυρίζεται πως αφού βασάνισαν τους κατηγορούμενους για ληστεία και τρομοκρατικές ενέργειες νέους, η αστυνομία 'έσβησε τα ίχνη βασανισμού τους στις φωτογραφίες "ώστε να προσομοιάζουν οι δράστες με την εικόνα που έχει ο μέσος άνθρωπος για να μπορεί κανείς να τους αναγνωρίσει..."

Στο κράτος της Δεξιάς, το αγκαλιασμένο με τις νεοφασιστικές ομάδες, οφείλουμε να απαντήσουμε με μαζικούς πολιτικούς αγώνες, υπερασπιζόμενοι την πρόοδο, τη δημοκρατία, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Ένας λαός που ξέχασε το κράτος της Δεξιάς θα το θυμηθεί αναπόφευκτα στους δρόμους...

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

τη 26η Φεβρουαρίου 1948...


Ένα γράμμα μόνο η αρχή του. Τόπος. Χρόνος. "Αγαπητέ μου Θόδωρε". Το χαρτί διπλωμένο σε ένα σχολικό βιβλίο και ξεχασμένο εκεί 64 χρόνια. Ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Ένα γράμμα που κανείς δεν έλαβε. Μια άγνωστη συνέχεια χαμένη για πάντα. Δασείες, ψιλές, περισπωμένες και δοτικές ανεπίδοτες.

Κι άνθρωποι καμιά φορά με μόνη την αρχή τους. Τόπος, χρόνος, και δοτικές ανεπίδοτες

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Αχ αυτή η πόλη

σφραγίδα σε σχολικό βιβλίο του 1946

Αχ αυτή η πόλη. Οι υπόγειες διαδρομές της. Η χειμωνιάτικη μοναξιά της. Όμορφη πόλη, αληθινή δηλαδή. Γυμνή. Έχει συνηθίσει να ζει με τις πληγές της. Τρίτη απόγευμα περιφέρομαι στην πλατεία Κοτζιά. Το παζάρι βιβλίου πνιγμένο στον κόσμο. Χιλιάδες βιβλία σε χαμηλές τιμές, βλέμματα και χέρια ψάχνουν, πρώτη κίνηση γυρίζουν το βιβλίο ανάποδα, κοιτούν την τιμή, ύστερα ενδιαφέρονται για το περιεχόμενο. Υπάρχει μια χυδαία ασέβεια σε αυτή την διαδικασία, μια βίαιη αδιακρισία: τα βιβλία είναι φτηνά, δεν αξίζουν το θαυμασμό, τα γδύνουν, ζουλάνε το σώμα τους, κοιτούν τα δόντια τους κι ύστερα τα πετούν σε ένα καλάθι ή στη θέση τους πίσω. Δεν αγαπήσαμε ποτέ τα βιβλία, την ανάγνωση αγαπήσαμε, σκέφτομαι. Δίκαιο κι άδικο όλο ετούτο. Χιλιάδες βιβλία: την αξία τους την πολλαπλασιάζει το πλήθος ή την υπονομεύει; Η περιδιάβασή μου τελειώνει, αγοράζω τρία, η μέρα έξω έχει κάτσει βαριά πάνω από την πόλη, σαν στομαχόπονος.

Αχ αυτή η πόλη. Οι υπόγειες διαδρομές της γίνονται μέσα μας. Τρίτη βράδυ. Το σπίτι μας ετοιμάζεται να πέσει για ύπνο. Κλείνω τα παντζούρια. Η τελευταία εικόνα της μέρας είναι η ίδια πάντα αυτό τον καιρό: παγωμένη νύχτα, κάθετη. Ο δρόμος άδειος έξω, δεν κυκλοφορεί κανείς. Μονάχα το πορτοκαλί φως της λάμπας στην κολόνα σαν πλάγιος προβολέας κοιτάει το σκηνικό. Ναι είναι αυτό ακριβώς: ένα σκηνικό. Η πόλη αυτή είναι μια θεατρική παράσταση. Στη σκηνή στέκουν αμίλητοι και ακίνητοι σαν τα στρατιωτάκια των παιδικών μας παιχνιδιών οι ηθοποιοί. Εσύ έχεις έρθει να παρακολουθήσεις την παράσταση φίλε μου ανυποψίαστος. Σιγά-σιγά σου προκαλεί απορία, αδημονία, εκνευρισμό αυτή η ανυπαρξία, θαρρείς πως το σκηνικό του δρόμου είναι πιο ενεργό από τους ανθρώπους, κινείται, μιλάει με μια μέσα φωνή, οι άνθρωποι θαρρείς πως έγιναν το σκηνικό, το έργο το παίζει η πόλη, η πόλη είναι ο ρόλος και οι ηθοποιοί. Όπως και να είναι οι περισσότεροι δεν αντέχουν αυτή την παράσταση κι αποχωρούν οργισμένοι. Εσύ επιμένεις. Κι αρχίζεις να νικάς σιγά-σιγά. Όλο και κάποιος ηθοποιός στη σκηνή κουνιέται, κουράζεται, πεινάει, αποχωρεί, πάει για κατούρημα. Είναι ξεκάθαρο σε σένα πια. Το έργο είναι η μάχη του ηθοποιού με το θεατή, της σκηνής με την πλατεία. Το τέλος ίσως να δείξει πως εξαρχής εσύ, ο θεατής, ήσουν ο ήρωας του έργου, το έργο είναι ο θεατής που επέμενε να ακούει και να κοιτάει τη σκηνή να στέκει ακίνητη μια παγωμένη νύχτα του χειμώνα, τις αμέτρητες παγωμένες νύχτες του χειμώνα, ο χειμώνας είναι μια εποχή, η εποχή μας. Τελικά ποτέ δεν αγαπήσαμε αυτή την πόλη. Τη ζωή μας σε αυτήν αγαπήσαμε, σκέφτεσαι. Κλείνεις το φως και πας να ξαπλώσεις.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Οι βιβλιοθήκες και το "δημόσιο συμφέρον"

[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή", Κυριακή  27/ 1/2013]

]


Σε έγγραφο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το οποίο στάλθηκε στις  7 Ιανουαρίου σε πολλούς δημόσιους πολιτιστικούς φορείς, αναγγέλλονται μια σειρά καταργήσεις και συγχωνεύσεις τους. Το εισαγωγικό κείμενο της επιστολής αναφέρει πως «παράλληλα με το πρόγραμμα αξιολόγησης των δομών των διοικητικών μονάδων, προωθείται και η αναδιάρθρωση των φορέων του δημοσίου τομέα με κατεύθυνση τον εξορθολογισμό της λειτουργίας τους μέσω καταργήσεων ή συγχωνεύσεων». Εκτός των άλλων το έγγραφο αναφέρει πως επιδιώκεται «η αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη διοίκηση του δημόσιου τομέα» και «η μη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού με τα έξοδα λειτουργίας φορέων που δεν εξυπηρετούν πλέον το δημόσιο συμφέρον».

Ανάμεσα στους παραλήπτες του εν λόγω εγγράφου βρίσκονται 45 δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας και η Εθνική Βιβλιοθήκη. Το έγγραφο και η βούληση του Υπουργείου αποτελούν καταφανώς ένα μεγάλο βήμα στην επιχειρούμενη περαιτέρω διάλυση των βιβλιοθηκών και των φορέων βιβλίου στην Ελλάδα, αφού με προσχηματικό τρόπο η λειτουργία τους έμμεσα κρίνεται ως άσκοπα δαπανηρή.

Οφείλουμε να παρατηρήσουμε σε σχέση με την επιστολή του Υπουργείου τα εξής: 

α) Το πρόγραμμα αξιολόγησης των δομών των διοικητικών μονάδων αναφέρεται ως παράλληλο της συγχώνευσης ή κατάργησής τους, γεγονός που αν ήταν αληθές, πρέπει να αποτελεί παγκόσμια πατέντα, η αξιολόγηση δηλαδή ενός φορέα να εξελίσσεται ταυτόχρονα με την κατάργησή του.
β) Ο εξορθολογισμός της λειτουργίας των πολιτιστικών φορέων της χώρας ταυτίζεται με τις συγχωνεύσεις ή τις καταργήσεις τους και όχι με την επένδυση ή την ανάπτυξή τους 
γ) Είναι απορίας άξιον πώς γίνεται αποτελεσματικότερη η διοίκηση πολιτιστικών φορέων που υποστελεχώνονται χρόνια τώρα και με κεντροποιημένο μοντέλο σε υπηρεσίες διάσπαρτες σε όλη τη χώρα, με διαφορετικές λειτουργίες, συνθήκες, ιδιαιτερότητες και κοινό για καθεμία. 
δ) Οφείλει να απαντήσει του Υπουργείο αν θεωρεί πως η δημόσια βιβλιοθήκη της Λιβαδειάς, ή αυτές της Βέροιας, της Δράμας, της Αίγινας, της Μυτιλήνης, των Ιωαννίνων, της Λάρισας, της Κέρκυρας, του Ρεθύμνου, της Ρόδου ή της Καλαμάτας και όλες οι άλλες υπολογίζονται στους φορείς αυτούς που «δεν εξυπηρετούν πλέον το δημόσιο συμφέρον». 
ε) Είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον να απαντήσει του Υπουργείο πόσα χρήματα θα εξασφαλίσει από τη συγχώνευση της Βιβλιοθήκης του Κοραή στη Χίο, μιας από τις σημαντικότερες σε υλικό βιβλιοθήκες της χώρας, δεδομένου ότι δεν ξοδεύει ευρώ για την πληρωμή έστω και ενός ειδικευμένου υπαλλήλου σε αυτήν χρόνια τώρα… 
στ) Οφείλει να απαντήσει το Υπουργείο αν θεωρεί δαπανηρή την υποστελεχωμένη και υποχρηματοδοτούμενη Εθνική Βιβλιοθήκη που η ελεημοσύνη των χορηγών της εξασφάλισε νέο κτήριο, ενώ καμία προετοιμασία δεν έχει ανακοινωθεί ενόψει της μετακόμισής της και ο όρος παράδοσης του νέου κτηρίου από το ίδρυμα Νιάρχου στο Δημόσιο, που προβλέπει τριπλάσιο προσωπικό από το σημερινό, φαντάζει και είναι πια ουτοπικός.

Στην ολομέτωπη επίθεση της κυβέρνησης στους πολιτιστικούς φορείς της χώρας, οφείλουν να απαντήσουν και οι σύμμαχοί της, όχι μόνο οι γνωστοί «ύποπτοι», αλλά και οι πολιτιστικά «ευαίσθητοι» σύντροφοι της «υπεύθυνης Αριστεράς».

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Δεν ξεχνώ το φασισμό*


"Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ
το λατομείο των θρήνων

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν,
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου.

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν’ ανέβω τη σκάλα.

Μα κει στη σκάλα την πλατιά
και των δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια σπλαχνιά είν’ κατάρα.

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδω
βράχο διπλό κουβάλα.

Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι αν είσαι άντρας, έλα εδώ
στο μαρμαρένιο αλώνι."

Ιάκωβος Καμπανέλλης




(οι κρατούμενοι του Μαουτχάουζεν αποχαιρετούν την ελληνική αποστολή κρατουμένων μετά την απελευθέρωση):
 
«Κι ένας άλλος είπε:
«Μέσα στα πέντε χρόνια που έμεινα κλεισμένος εδώ μέσα, τρεις φορές η Ελλάδα έστειλε την ελευθερία να χτυπήσει την πόρτα του Μαουτχάουζεν.. Η πρώτη ήταν, όταν μάθαμε πως ο Μουσολίνι νικήθηκε στα βουνά της Αλβανίας. Η δεύτερη, όταν έφτασε ως εδώ το μήνυμα πως στην Ακρόπολη των Αθηνών οι Έλληνες ανέβηκαν μια νύχτα και κατέβασαν τη γερμανική σημαία. Η Τρίτη φορά ήταν εκείνη που εδώ κοντά μας, στο λάκκο του λατομείου, ένας Έλληνας, ο Αντώνης,…».

Μόλις ακούστηκε το όνομά του το πλήθος άρχισε να τον φωνάζει και να τον ζητάει. Πλησίασα το μικρόφωνο και είπα πως ο Αντώνης έφυγε.»

Μαουτχάουζεν/Καμπανέλλης


* 27 Ιανουαρίου: Παγκόσμια μέρα μνήμης για το Ολοκαύτωμα

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Κυριακάτικη εκδρομή


Υπάρχουν κάποιες ιδιαίτερες εκδρομές των παιδικών μας χρόνων σε λίμνες, βουνά ή χωράφια κάτι κατάφωτα κυριακάτικα μεσημέρια του χειμώνα μαζί μ' ανθρώπους που δεν ζουν σήμερα... Δεν θα επαναληφθούν ποτέ φυσικά. Αποτυγχάνω κάθε φορά που επιχειρώ να ανακαταλάβω την ευτυχία τους, τη διαστολή τους. Και το μόνο που μου μένει είναι να γράψω αυτό το σημείωμα για τις εκδρομές των παιδικών μας χρόνων που ολοκληρώθηκαν. Αμετάκλητα.

(Τότε φαινόταν πως δεν θα τελειώσουν ποτέ)

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Ο βίος και η πολιτεία ενός Εβραίου Μακρυγιάννη




Το βιβλίο έχει τίτλο «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός». Συγγραφέας του είναι ο Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς και πρωτοεκδόθηκε το 2000 από τις εκδόσεις «Νησίδες». Πρόκειται για την αυτοβιογραφία ενός Έλληνα Κομουνιστή Εβραίου, πολύμήχανου, που πολύ περιπλανήθηκε «πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,/πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,..»…

Θα μπορούσαν να είναι τα απομνημονεύματα ενός Μακρυγιάννη ή η αυτοβιογραφία ενός Ζορμπά. Κυρίως γιατί ο βίος και η πολιτεία του Μωυσή Μπουρλά διατηρεί με έναν υπαινικτικό τρόπο άμεση σχέση με το ύφος της γραφής του πρώτου ή το λογοτεχνικό χαρακτήρα του δεύτερου.

Η αφηγηματική ροή αφήνει ρωγμές, η αισθητική του κειμένου είναι αστόλιστη, οι ατέλειές της αφήνουν γυμνή μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, όσα δεν λέγονται κατ’ ουσίαν δεν υποκρύπτονται, οι οφειλές και τα μνημόσυνα στο τέλος είναι σχεδόν αυτόνομες ποιητικές πόλεις-κράτη. Το βιβλίο νομίζω, είναι από αυτά που αφήνουν τα ίχνη τους, παρά την κάποια επιμέλεια που θα του χρειαζόταν από τον εκδοτικό οίκο. Αν το κυρίαρχο στοιχείο του βιβλίου είναι βέβαια η ζωή του συγκεκριμένου ανθρώπου, η γραφή και ο τρόπος της αφήγησης είναι νομίζω ένας κρυμμένος θησαυρός σχεδόν σε όλη την έκτασή του.


Αφήνω εδώ σαν ελάχιστο δείγμα το βιογραφικό του Μωυσή Μπουρλά, όπως το αντιγράφω από την «Αυγή» και όπως συνοπτικά περιέχεται και στ’ «αυτιά» το βιβλίου: «…Ο Μωυσής Μπουρλάς γεννήθηκε στο 1918 στο Κάιρο, από Βολιώτη πατέρα και Χιώτισσα μητέρα. Η οικογένειά του, για οικονομικούς λόγους, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Νάουσα και μετέπειτα στη Θεσσαλονίκη, όπου ο μικρός Μωυσής βοηθούσε τον αρτοποιό πατέρα του, ενώ όταν τέλειωσε το γυμνάσιο έγινε τορναδόρος. Το 1935, σε ηλικία 17 ετών, εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ.

Όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό και πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Το 1943 και ενώ στη Θεσσαλονίκη οι Ναζί άρχιζαν να εφαρμόζουν την "Τελική Λύση", ο Μ. Μπουρλάς εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ, όπου έδρασε με το όνομα «Βύρων». Το 1945, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, συνελήφθη για την πολιτική του δράση και εξορίστηκε στον Αη Στράτη, τη Μακρόνησο και την Ικαρία.

Το 1951 μετανάστευσε στο Ισραήλ, όπου συνέχισε τη δράση του μετέχοντας στο Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας, καθώς και στο εργατικό κίνημα. Στη διάρκεια της παραμονής του εκεί απώλεσε την ελληνική ιθαγένεια. Μετά το 1967 μετανάστευσε στη Βουλγαρία και στη συνέχεια στη Σοβιετική Ένωση, όπου συνέχισε να εργάζεται ως τορναδόρος μέχρι το 1982, oπότε και συνταξιοδοτήθηκε. 

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1990, σε ηλικία 72 ετών, και από τότε ξεκίνησε ένα νέο αγώνα για την επιβίωση αλλά και για να αποκτήσει ξανά την ελληνική ιθαγένεια (την οποία πήρε 9 χρόνια μετά). Μη έχοντας πόρους για να επιβιώσει έκανε διάφορες δουλειές και αρχικά εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό δωμάτιο που του παραχώρησε η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια μετακόμισε στο γηροκομείο «Σαούλ Μοδιάνο», όπου έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.»…

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Δεν κοιτώ, καθρεπτίζομαι*




Δικαιούσαι λοιπόν να είσαι ευτυχισμένος; Όταν όλοι γύρω σου δυστυχούν, εσύ μπορείς να είσαι ευτυχισμένος; Όταν γύρω σου κάποιοι απελπίζονται, μπορείς εσύ να στέκεσαι όρθιος; Είναι η ευτυχία κατά μόνας ηδονή; Σαν πετύχει η ευτυχία σου, τύφλα να ‘χει η ευτυχία των άλλων; Και τελοσπάντων, την έχεις θωρακίσει την ευτυχία σου; Ή μήπως την υπερασπίζεσαι ρε φίλε μόνο και μόνο για να μην τη μολύνεις στη δυστυχία των άλλων; Γιατί τότε πολύ επίφοβη βλέπω να είναι, και εύθραυστη η ευτυχία σου. Και τι την κάνεις; Γονιμοποιείς κάτι με την ευτυχία σου ή απλώς επιβιώνεις σκεπασμένος με αυτήν; Νομίζω πως οι δυστυχείς είναι λιγότερο μόνοι όσο περισσότεροι γίνονται. Οι ευτυχείς όσο λιγοστεύουν τόσο πιο τσιγγούνηδες γίνονται, σπαγκοραμμένοι, τσιφούτηδες. Επίσης έχω διαπιστώσει πως όσο περισσότερη είναι η ευτυχία, τόσο πιο εύκολα κρύβεται. Η δική σου ευτυχία φίλε μου είναι μικρή και φαίνεται, φαίνεται που αγωνιά μην μικρύνει κι άλλο, μην χαθεί, είναι φοβισμένη ευτυχία, είναι μια ευτυχία που εν τέλει δυστυχεί. Να τη χαίρεσαι λοιπόν τη δυστυχισμένη ευτυχία σου- να ξέρεις, όχι για πολύ. Αν όμως επέλεγες φίλε μου να τροφοδοτείς με την ευτυχούλα σου την ελπίδα των άλλων, αν χρησιμοποιούσες τη δύναμη που σου δίνει για να παλέψεις για την ευτυχία των άλλων;

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια όμορφη λευκή και στρόγγυλη πέτρα σε μια παραλία. Τις νύχτες με πανσέληνο όταν οι άλλες πέτρες αφηγούνταν ιστορίες, εκείνη καθόταν ξέχωρα και θαύμαζε κοιτώντας ψηλά. «Τι κοιτάς;» την ρωτούσαν; «Δεν κοιτώ. Καθρεπτίζομαι» τους απαντούσε. Με τα χρόνια τη συνήθισαν και έπαψαν να ασχολούνται με την ψηλομύτα λευκόπετρα, πόσο μάλλον που συνέχεια μονολογούσε πως η θέση της δεν είναι ανάμεσά τους, αλλά εκεί ψηλά, για να την βλέπουν όλοι.

Μια μέρα μια κυρία περπατώντας στην παραλία πρόσεξε τη μεγάλη πάλλευκη πέτρα, την έπιασε στα χέρια της και χαρούμενη είπε στο παιδί της: «θες να την πάρουμε στο σπίτι;». Την πήραν και την έβαλαν σε ένα ράφι στη βιβλιοθήκη. Πόσο ευτυχισμένη ήταν λευκόπετρα που πια όλοι θα τη θαύμαζαν, που βρήκε επιτέλους μια θέση μοναδική για εκείνη. Δεν την ένοιαζε καθόλου που δεν θα έβλεπε τη σελήνη στον ουρανό.

Τα χρόνια πέρασαν, οι άνθρωποι μεγάλωσαν, η κυρία πέθανε, το σπίτι γέρασε και ερήμωσε, και η βιβλιοθήκη γέμισε βιβλία. Η πέτρα μας καθόταν στριμωγμένη και σκονισμένη πια σε ένα ράφι. Ένα απόγευμα το παιδί που είχε γίνει άντρας ήρθε να αδειάσει το σπίτι. Τα έπιπλα θα πήγαιναν σε ένα ίδρυμα, τα βιβλία σε μια βιβλιοθήκη, ό,τι άχρηστο θα πήγαινε στα σκουπίδια. Το χέρι του την έπιασε, την κοίταξαν τα μάτια του δακρυσμένα, τα πόδια του τον οδήγησαν στη βεράντα του σπιτιού, το στόμα του είπε «α, ρε μάνα» κι ύστερα… ύστερα ο άντρας την πέταξε με δύναμη μακριά στην παραλία.

Αν θεωρείς φίλε μου πως προβλεπόμενα τα παραμύθια τελειώνουν καλά, είναι γιατί εν τέλει όλα συναντούν κάποια στιγμή την αλήθεια τους. Έτσι και η λευκόπετρα. Τσακισμένη από την πτώση, αδιάφορη γι’ αυτό και λυτρωμένη από το πάθος της, έζησε για αιώνες μαζί με τις άλλες πέτρες, και κάτι νύχτες με φεγγάρι που την έλουζε το φως, αφηγούνταν ιστορίες πιο ευτυχής από ποτέ γιατί δεν ήταν μόνη.

*το κείμενο είναι αφιερωμένο στο Γρηγόρη στ. Το αρκουδάκι της φωτογραφίας είναι 34 χρόνων.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Το ΕΚΕΒΙ είναι τράπεζα: διασώστε το

... και διαδώστε το...




Ανακοινώθηκε προ ημερών η απόφαση του αρμόδιου υπουργού Πολιτισμού κου Κώστα Τζαβάρα για το κλείσιμο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, του μόνου κρατικού θεσμού άσκησης πολιτικής βιβλίου στη χώρα μας.



Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου πέτυχε στα 19 χρόνια της λειτουργίας του να ασκήσει κρατική πολιτική βιβλίου, να επιχειρήσει τομές, να προωθήσει τη βιβλιοφιλία, να δημιουργήσει εργαλεία έρευνας (όπως η biblionet), να υποστηρίξει καινοτόμες ιδέες. Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου απέτυχε να λειτουργήσει χωρίς πολιτικές ή επιχειρηματικές παρεμβάσεις, δεν δημιούργησε ακλόνητες υποδομές, δεν μπόρεσε να αποκτήσει θεσμική και η οικονομική αυτονομία στο ρόλο και το έργο του. Ακόμη και έτσι, λειτουργώντας με πασίδηλες αδυναμίες το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου πρόσφερε έργο. Αντί όμως να διορθωθούν τα κακώς κείμενα καταργούνται και τα καλώς κείμενα.


Αδυνατούμε να δεχτούμε το κλείσιμό του με απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Πολιτισμού κου Κώστα Τζαβάρα. Αντιλαμβανόμαστε την υποτέλειά του στη διαχειριστική μνημονιακή πολιτική καταστροφής των δημοσίων υπηρεσιών και την αρνούμαστε. Το κλείσιμο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου δεν θα εξοικονομήσει χρήματα, αλλά θα ανατινάξει εκ θεμελίων την κρατική πολιτική βιβλίου με μακροχρόνιες συνέπειες στον πολιτισμό και την εκπαίδευση του λαού μας. Είμαστε επομένως αναγκασμένοι, κάθε ένας από εμάς και όλοι μαζί, οι βιβλιοθηκονόμοι και αρχειονόμοι και οι εργαζόμενοι σε βιβλιοθήκες και αρχεία, , να διακηρύξουμε την αντίθεσή μας στην υπονόμευση της πολιτικής βιβλίου και να αντιδράσουμε δυναμικά απαιτώντας ένα Εθνικό Κέντρο Βιβλίου που θα είναι θεσμικός φορέας παιδείας και πολιτισμού με αυξημένο ρόλο και στα θέματα βιβλιοθηκών.


Με την πολιτική που ασκείται στο χώρο του πολιτισμού και της παιδείας βλέπουμε καθημερινά να απαξιώνονται όλοι οι φορείς που προάγουν την εκπαίδευση και τον πολιτισμό και να διακυβεύεται η ύπαρξή τους στο βωμό της μνημονιακής πολιτικής. Καταστροφικά δείγματα της πολιτικής αυτής αποτελούν το κλείσιμο των σχολικών βιβλιοθηκών και του Οργανισμού Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών, όπως επίσης και η υποχρηματοδότηση των ακαδημαϊκών και δημοσίων βιβλιοθηκών. Καλούμε και τους υπόλοιπους φορείς του βιβλίου στην Ελλάδα σε κοινό αγώνα, υποστηρίζουμε τη σωτηρία και ενίσχυση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου προχωρώντας σε δράσεις ενημέρωσης του κοινού




Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Στη Μιμί


[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή", Κυριακή  13/ 1/2013

 Ούτε 1, ούτε 2, ούτε 3. 21 βιβλία του έχω εντοπίσει με τυπωμένη στις πρώτες σελίδες τους την αφιέρωση: «στη Μιμί». Μπορεί να είναι και άλλα, πάντως όπως και να είναι, ο Βασίλης Βασιλικός έχει αφιερώσει σχεδόν όλα τα βιβλία του σε μία γυναίκα, στη γυναίκα του, στην πρώτη του γυναίκα. Δεν ξέρω τι άλλο, πέραν του προφανούς, εξυπηρετεί μια τέτοια εμμονή, όμως η ανάγκη αυτή ξεφεύγει συχνά, σαν μια φευγαλέα και βιαστική σκιά, από την προσοχή του αναγνώστη.

Σε 13 ανθρώπους αφιερώνει τη «γη του διαμαντιού» ο Νάνος Βαλαωρίτης το 2006,  στη «Σόνια και το Ολγάκι» ο Μήτσος Αλαξανδρόπουλος τη μυθιστορηματική βιογραφία του Τσέχωφ το 1981, η Σόνια Ιλίνσκαγια αφιερώνει στο Μήτσο της τη «μοίρα μιας γενιάς» (μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης), χρόνια μετά η κόρη τους Όλγα Αλεξανδροπούλου αφιερώνει το βιβλίο της  «ο Διονύσιος Ιβηρίτης και το έργο του  Ιστορία της Ρωσίας» στους γονείς της.  «Σ’ όσους πέρασαν μέσα απ’ το στήθος μου – σαν το νερό μέσα απ’ το μύλο» αφιερώνει τη «Νυχτοφιλία ο ποιητής Ορέστης Αλεξάκης, «στους ναυτικούς που θαλασσοπνίγονται» ο Αντώνης Κακαράς το «Off Shore αγάπη μου», στα σκυλιά του Στόρμη, Ευτοπία και Γραίγο ο Χρόνης Μίσιος αφιερώνει τα «κεραμίδια στάζουν». Στη γυναίκα του, στα παιδιά, τις νύφες και τους γαμπρούς και στα εγγόνια του αφιερώνει το βιβλίο του «μερικές εννοιολογικές και φιλοσοφικές απόψεις» ο Μιχάλης Τζανακάκης, «εις όσους ειργάσθησαν και δεν αντημείφθησαν» ο Παναγιώτης Φαρμακόπουλος την «Τυχολογία» του, στο «Μιμίκο που η αγάπη του με συντροφεύει» η Μαρίνα Πετρονώτη αφιερώνει μία έρευνά της στο ΕΚΚΕ για την επαγγελματική κινητικότητα. Ο Γιώργος Βλαχοδημητράκος αφιερώνει μια φιλοσοφική του εργασία στο γιο του και τον καλεί «να εφαρμόσει ό,τι γράφω».

Μαρίες, Νικηφόροι, τσοπάνηδες, υπουργεία, βασιλείς, Κ., Μ. σύζυγοι, ερωμένες, ανίψια, θείοι, παιδιά, εγγόνια, γονείς – κυρίως γονείς, κυρίως μητέρες, μοναχοί, Παναγίες, δάσκαλοι, επώνυμα πρόσωπα, ήρωες και παληκάρια, γιαγιάδες, ιδρύματα και χιλιάδες πρόσωπα παρελαύνουν στις πρώτες σελίδες των βιβλίων που πιάνουμε στα χέρια μας. Είναι κατά κάποιο τρόπο οι υπεύθυνοι για όσα διαβάσαμε, όσοι συντρόφευσαν ή καθόρισαν τους συγγραφείς, όσοι ανέχτηκαν την έμμονη υπηρεσία τους στη γραφή. Είναι οι έντυπες αφιερώσεις στα βιβλία. Αφιερώσεις που ίσως χάνονται στις επανεκδόσεις, τις μεταφράσεις και τους συλλογικούς τόμους στο μέλλον, μικρές χαραμάδες ιδιωτικότητας που εμφανίζονται στους λευκούς τοίχους των σελίδων. Κρυπτικές, φιλόδοξες, φλύαρες, σεμνές, λιτές, αποκαλυπτικές, συνθηματικέ, ερωτικές, φανατισμένες, θρησκόληπτες, τρυφερές αφιερώσεις σε κάθε είδους βιβλία. Και από την άλλη πλευρά κάποια βιβλία χωρίς αφιέρωση, έτσι χωρίς λόγο – μπορείς βέβαια να υποψιαστείς κάποιον αδήλωτο, για τούτο εμφανή, εγωισμό ή μια ανόητη σοβαροφάνεια ή κάτι άλλο.

Οι αφιερώσεις, οι τυπωμένες αφιερώσεις των συγγραφέων, είναι εν γένει σκιές. Επίμονες στην είσοδο των βιβλίων, σαν τα σκυλιά που φυλάνε τα σπίτια των αφεντικών τους. Οι αφιερώσεις ποτέ δεν  έγιναν σημαντικότερες από τα βιβλία που τις περιέχουν. Βέβαια σε κάποια βιβλία η αφιέρωση ήταν το μόνο εύστοχο κείμενό τους…