Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Οι επτά αγγελιοφόροι



Ο Ντίνο Μπουτζάτι είναι βέβαια μια αναγνωστική εμπειρία. Οι "επτά αγγελιοφόροι" δηλαδή (Μεταίχμιο, 2019). Μια συλλογή 19 διηγημάτων, 19 ιστοριών που κάπου "ράγισαν", απ' τη ρωγμή τους μπαίνει το υπερβατικό, ίσα που χωράει. Ιστοριών που δεν συνδέονται με κάποια ορατή εμμονή, ίσως ο πόλεμος ή η φυγή κάπου να αφήνουν τη σκιά τους, που δεν έχουν τόπο και χρόνο σαφή ή ενδιαφέροντα, που δεν εξαντλούνται σε αλληγορίες, συμβολισμούς, τοπία, που διαφέρουν μεταξύ τους όπως και οι άνθρωποι. Ιστοριών που είναι ιστορίες, Που τις αφηγείται ένας άνθρωπος που βλέπει τις ιστορίες να συμβαίνουν στον κόσμο κάποτε, τώρα και πάντα, εδώ και παντού και κάπου.
 
Ένας άντρας ψαρεύει με καλάμι, ένας νεαρός χαιρετά τη μάνα του πριν φύγει για το τελευταίο ταξίδι, ένας άρρωστος κατεβαίνει ορόφους, ένα παιδί πεθαίνει διαπράττοντας το αμάρτημα της ιεροσυλίας, ένας δράκος δολοφονείται, ένας λεπρός εκδιώκεται, ένας βασιλιάς φεύγει από το βασίλειό του, ένας ληστής αποσύρεται, ένας γέρος φακόχοιρος δολοφονείται, ένα παιδί δεν μπορεί να κοιμηθεί, ένας αγγελιοφόρος αναγγέλλει συνειδητά μια ψευδή είδηση για μια ανδραγαθία που ποτέ δεν έγινε. Είναι σημαντικό εν τέλει να ολοκληρώνεις την ανάγνωση λέγοντας "τι ωραίες ιστορίες"!

Είναι ενδιαφέρον να διακρίνεις υλικά της γραφής του Μπουτζάτι σε άλλους αγαπημένους συγγραφείς, συγγένειες, δάνεια και αντιγραφές με άλλα βιβλία που έχεις διαβάσει ή ακόμη να υποθέτεις τέτοιες συγγένειες. Προφανείς, όπως με τον Μπόρχες ή τον Κασάρες ως και τον Παλαβό, άλλες πιο έμμεσες και διαισθητικές (Καμπρέ, Καλβίνο). Θα μου έκανε εντύπωση αν κι ο Έκο δεν είχε ασχοληθεί κάποια στιγμή με τον Μπουτζάτι.

Για τη γκρίνια του πράγματος; αν και η μετάφραση είναι στρωτή και το βιβλίο ευανάγνωστο, αυτή η "εμπορίλα" του Μεταίχμιου μου είναι ενοχλητική. Η φράση του Μπόρχες στο κακαίσθητο εξώφυλλο ("υπάρχουν κάποια ονόματα που οι επερχόμενες γενιές δεν θα επιτρέψουν στους εαυτούς τους να ξεχάσουν. Σίγουρα ένα απ' αυτά είναι του Ντίνο Μπουτζάτι") είναι ανώφελη, θυμίζει το σύνηθες "η συγγραφέας των 2.000.000 αντιτύπων" που βάζει ο Ψυχογιός στα εξώφυλλά της Μαντά και της Δημουλίδου. Ε και το επίμετρο δεν είναι επίμετρο. Ούτε το συγγραφέα μας συστήνει, ούτε το έργο του, ούτε τις "συγγένειες" και τις επιδράσεις του. Απλά γράφεται γιατί είναι της μόδας τα επίμετρα.

Δευτέρα 17 Μαΐου 2021

Ήνοχ Σόουμς


Ο Αχιλλέας Κυριακίδης υπάρχει. Πρώτον γιατί ακόμη κι αν δεν υπάρχει, κάποιος τελοσπάντων έχει μεταφράσει από τα ισπανικά τον Μπόρχες (και όχι μόνο, αλλά ας αρκεστούμε σε αυτόν), κι έπειτα πριν λίγο καιρό ένας συγγραφέας και μεταφραστής με αυτό το ονοματεπώνυμο είχε γενέθλια, και το ξέρω αυτό γιατί όλοι του εύχονταν χρόνια πολλά στο facebook.

Η εισαγωγή είναι απαραίτητη καταρχάς για να βεβαιώσω εμένα κι ύστερα εσάς πως υπάρχει μια αναμφισβήτητη βάση στα πράγματα. Πάνω στην οποία, έστω, μπορεί να χτιστεί ένα φανταστικό ή τελοσπάντων αμφισβητήσιμο οικοδόμημα. Ο Κυριακίδης έγραψε ή μετέφρασε το βιβλίο "Ήνοχ Σόουμς" (Άγρα, 2018). Το βιβλίο το έχω στα χέρια μου και ολοκλήρωσα την ανάγνωσή του χθες. Αναφέρεται σε έναν ελάσσονα αισθητιστή ποιητή που έγραψε τρία ασήμαντα βιβλία, συναντήθηκε το 1897 με έναν δημοσιογράφο, δοκιμιογράφο, που φέρεται να είναι o συγγραφέας του βιβλίου που κρατώ (τον Max Beerbhom) και με το Διάβολο. Καταπονημένος, εξαντλημένος, χωρίς καμιά πλέον πνοή πόζας, ελπίδας, πείσματος για την αξία της γραφής του κάνει μια συμφωνία με τον Εξαποδώ: θα μεταφερθεί 100 χρόνια μετά, θα βρεθεί στο αναγνωστήριο του Βρετανικού Μουσείου μια μέρα του Ιουνίου του 1997, θα αναζητήσει στα δελτία του καταλόγου αν υπάρχουν τα βιβλία του, αν αναφέρεται κάπου το όνομα Ήνοχ Σόουμς κι ύστερα θα παραδώσει αιώνια την ψυχή του στο Διάβολο και την Κόλαση. Το τι θα ανακαλύψει στο αναγνωστήριο του Βρετανικού Μουσείου δεν θα σας το πω, αλλά η ανακάλυψη αυτή είναι η αιτία όλης αυτής της αβεβαιότητας που γεννά αυτό το βιβλίο: αν ποτέ υπήρξε ο Σόουμς, ο Beerbhom, ο Αριστοτέλης Σαΐνης που γράφει το επίμετρο στην ελληνική έκδοση της Άγρας ή ακόμη κι εγώ ο ίδιος που σας γράφω αυτά κι εσείς που τα διαβάζετε.

Μόλις συνειδητοποιώ πως ένα ακόμη δεδομένο υπάρχει για μένα: υπάρχει το Βρετανικό Μουσείο και η βιβλιοθήκη του. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω στη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών η πρώτη μου δουλειά ήταν να καταλογογραφήσω/ευρετηριάσω τα Bulletin του Μουσείου (βέβαια ο δικηγόρος και ο Έφορος της Ακαδημίας αμφισβήτησαν επίμονα στο δικαστήριο της απόλυσής μου πως έκανα βιβλιοθηκονομική εργασία και κανείς συνάδελφος μου στη Βιβλιοθήκη δεν επιβεβαίωσε την αλήθεια που επικαλέστηκα), κι επιπροσθέτως ο φίλος μου από παλιά και συνάδελφος Ά.Τ. είχε δουλέψει στη βιβλιοθήκη του Μουσείου πριν κάποια χρόνια. Άρα η βιβλιοθήκη στην οποία χρονομεταφέρθηκε ο Σόουμς υπάρχει. Και ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Κι εγώ μάλλον.

Για όλα τ' άλλα δεν είμαι σίγουρος.

υγ: το γεγονός πως μπορώ με το διαδίκτυο να επιβεβαιώσω πως όλα αυτά, που η ύπαρξή τους πλέον αμφισβητείται, υπάρχουν (πχ ο Αριστοτέλης Σαΐνης ή ο Beerbhom), δεν σημαίνει πως διαλύονται έτσι όλες οι αμφιβολίες. Η συνομωσία του φανταστικού έχει πολλούς οπαδούς, καθολικούς διαβολιστές που μπορούν να ισχυριστούν οτιδήποτε κι οπουδήποτε.

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Τα υπέροχα διηγήματα του Μπόουλς



Ο Πωλ Μπόουλς αποφεύγει κάθε κακοτοπιά που θα συνδεόταν με έναν εξωτισμό υιοθετημένο από έναν Αμερικανό, έστω ανατρεπτικό και ιδιόμορφο. Δεν θα βρεις ανατολίτικες νουθεσίες και σαφείς συμβολισμούς στα διηγήματά του. Θα βρεις "πλίθινες" ιστορίες, χειροποίητες, με σώμα και νερό φτιαγμένες, ιστορίες που διεξάγονται μέσα στου κιφ τους καπνούς και των ανθρώπων τα πάθη. Ιστορίες για ανθρώπους που φεύγουν, που πονούν, που ταξιδεύουν, που εξορίζονται υπερασπιζόμενοι την δική τους αλήθεια. Πρόκειται για ένα μαγικό πάντρεμα Ανατολής και Δύσης που σε σαγηνεύει, ρωγμές στο παράλογο και το υπερφυσικό, γραφή χωρίς πόζα.


Τα διηγήματα του Πωλ Μπόουλς τα λάτρεψα. Ο Μπόουλς είναι ένα υπέροχο ταξίδι στο φως και τις σκιές, στα πάθη και το ταξίδι, αλλά και στη γοητεία της γραφής. Ο τόπος των ιστοριών του, αλλά και της ζωής του μετά τη φυγή από την Αμερική είναι η Ταγγέρη. Όσοι πέρασαν από εκεί ή έζησαν εκεί (Μπάροουζ, Κέρουακ, Καπότε, Τενεσί Ουίλιαμς, Κλέε, Ματίς) έχουν αφήσει ένα ιδιαίτερο αποτύπωμα στη λογοτεχνία και την τέχνη. Οι εκδόσεις "Απόπειρα" ήταν αυτές που τον "αγάπησαν" ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Οι "Εκατό καμήλες στην αυλή" είναι ακόμη διαθέσιμες (και υπέροχες), ο "Σκορπιός" όμως έχει εξαντληθεί (όπως και το μυθιστόρημά του "Καλώς να πέσει"). Βέβαια υπάρχει και το "Τσάι στη Σαχάρα" από το Μεταίχμιο (αχ αυτό το Μεταίχμιο και τα μπεστ-σέλερ...). Τελοσπάντων μου αρέσουν οι εκδοτικοί οίκοι με στίγμα και εμμονές, και η Απόπειρα ήταν/είναι ένας τέτοιος εκδοτικός οίκος (ας πούμε, η υπέροχη σειρά με τα παραμύθια του κόσμου).
                                              


Αφού ο Μπόουλς έγραψε πολλά υπέροχα διηγήματα, αφού 50-70 χρόνια τώρα διαβάζεται, αλλά οι Έλληνες εκδότες τον έχουν αφήσει λίγο στην άκρη..., κατάφερα να βρω πέρυσι στο βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά στα Εξάρχεια το "Σκορπιό", και δύο συλλογές, του μακρινού... "χθεσινού" 1981, από τα "Γράμματα", "Εσύ δεν είσαι εγώ" και ο "Καιρός της φιλίας", άρτια μεταφρασμένα και αυτά.


Θα άξιζε να μεταφραστούν ή να (επαν)εκδοθούν όλα τα έργα του Μπόουλς, αλλά και οι ιστορίες των σύγχρονών του μεγάλων Μαροκινών συγγραφέων, του Yacoubi, του Choukri, του Mrabet, από τους οποίους επηρεάστηκε.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Manalive



"Υπάρχουν δυο μονάχα πράγματα που είναι αλήθεια όσον αφορά τους άντρες. Πρώτα πρώτα πως σε κάποιες εντελώς αναπάντεχες στιγμές μοιάζουν οι πιο ικανοί για να μας φροντίσουν και πως όλες τις στιγμές μοιάζουν εντελώς ανίκανοι να φροντίσουν τους εαυτούς τους"

Υπάρχει αυτή η εξαιρετική ροπή της γραφής του Τζ. Τσέστερτον προς τον αφορισμό και την παραδοξολογία, αλλά η κύρια αρετή νομίζω της γραφής του είναι η ανατροπή που δεν επιδεικνύεται, υπάρχει εκεί έξω (κι εδώ μέσα) στη ζωή (και στην ίδια τη φύση μας προφανώς). Ο αμετάφραστος για κάποιο άγνωστο λόγο τίτλος "Manalive" είναι φρέσκια έκδοση (2020), η μετάφραση του βιβλίου έγινε από τον Δημήτρη Κοντόπουλο για την Αστάρτη, η οποία έχει εκδώσει στο παρελθόν και το εξαιρετικό "Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη". Ένας άνθρωπος-καταλύτης που τον λένε Ίνοσεντ Σμιθ (!) εισβάλλει απρόσκλητος σε έναν ξενώνα στο Λονδίνο. Η παράδοξη συμπεριφορά του απελευθερώνει από τα κοινωνικά και ηθικά δεσμά τους υπόλοιπους ενοίκους. Η αλλαγή αυτή δεν μπορεί να επέλθει χωρίς αντίδραση και τιμωρία. Ένα λαϊκό δικαστήριο στήνεται μόνο και μόνο για να απαντηθεί εν τέλει πώς η κοινωνία και οι αρχές της στήνουν κατηγορητήρια για να καταδικάσουν κάθε ανατροπή και να την απογυμνώσουν από οποιαδήποτε ηθική αρχή στα μάτια της υπόλοιπης κοινωνίας. Σύγχρονα πράγματα δηλαδή, παρά το γεγονός ότι το βιβλίο γράφτηκε το 1912...

Το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον, η επιμέλεια της Αστάρτης ωστόσο και η μετάφραση έχει σοβαρά ζητήματα. Καταρχάς δεν ξεπετάς "ασυνόδευτο" τον Τσέστερτον. Ένα βιβλίο 110 χρόνων και το συγγραφέα του δεν τον παρουσιάζεις με δυο "αυτάκια" του εξωφύλλου και μια κλεμμένη από τη wikipedia περίληψη στο πίσω εξώφυλλο. Κυρίως γιατί ο Τσέστερτον δεν είναι μια απλή περίπτωση, ούτε το έργο του. Έχεις πολλά να πεις στο σύγχρονο αναγνώστη γι' αυτόν, την εποχή του, το έργο του.
Το πιο σημαντικό πρόβλημα είναι η μετάφραση και η επιμέλεια. Δεν ξέρω αν το βιβλίο το έπιασε επιμελητής στα χέρια του, αναφέρεται επιμελήτρια στο verso, πάντως τα κόμματα στις συχνά μεγάλες φράσεις του κειμένου είναι εξαφανισμένα, εξορισμένα εντελώς. Στους γνώστες του ύφους του Τσέστερτον αυτό δεν είναι οικείο - εννοώ πως δεν είναι "άποψη" του συγγραφέα η απουσία της στίξης. Το χειρότερο είναι σημεία ολόκληρα μες στο κείμενο με ακατάληπτα νοήματα, φράσεις που χάνουν τη γνωστή σπιρτάδα του συγγραφέα τους και φαίνεται να πελαγοδρομούν χωρίς καμία έγνοια από το μεταφραστή για το νόημα που αποδίδεται. Σαν να μην τον ενδιαφέρει να ξαναδιαβάσει τη φράση που απέδωσε ή σαν να μην το μετέφρασε άνθρωπος αλλά μηχανή.

Άχρηστοι και αταίριαστοι με το ύφος του κειμένου αρχαϊσμοί ("κατάφερε να κοιτάξει τον πελώριο νεοεισελθόντα"), λανθασμένη χρήση συνδέσμων ("πολύ καιρό αφότου" ενώ θέλει να πει "πολύ καιρό πριν"), επιλογή α-νόητων, αδόκιμων και αταίριαστων με το ύφος του κειμένου τύπων λέξεων ("η παιδιαρίστικη τάση" αντί του "παιδαριώδης" ή "παιδιάστικη" ή αλλού "της οποίας η σιωπηλότητα ήταν πολύ έντονη"). Σε όλη αυτή τη μεταφραστική ακαταστασία κάποια πράγματα από την ευφυή γραφή του Τσέστερτον καταφέρνουν να σωθούν. Παρά τον εκνευρισμό που δημιουργεί μια τέτοια κατάσταση, ας μείνουμε στα καλά, σε όσα περνούν σχεδόν ακέραια στον αναγνώστη από τις δυνατές εικόνες του συγγραφέα:
"Πόσες ταλαιπωρημένες μητέρες κάθονταν στην πίσω αυλή του σπιτιού τους κοιτάζοντας αποσβολωμένες πέντε μικρά πουκάμισα κρεμασμένα στην μπουγάδα σαν να παιζόταν μπροστά τους μια τραγωδία - λες και είχαν κρεμάσει τα ίδια τους τα παιδιά. Όταν ξέσπασε ο άνεμος, σήκωσε ψηλά τα πουκάμισα κι αυτά ξαφνικά φάνηκαν σαν να έχουν μπει πέντε χοντροί νάνοι μέσα τους..."

Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

Τα παράδοξα του κυρίου Ποντ



- "Το όλο πράγμα πήγε στραβά επειδή η πειθαρχία ήταν πολύ καλή."
- "Πηγαίνουν τόσο γρήγορα, που δεν προχωρούν πιο πέρα."
- "Ήξερα δυο ανθρώπους που συμφώνησαν τόσο απόλυτα που, όπως ήταν φυσικό, ο ένας σκότωσε τον άλλον"
- "... ήταν ένα σχετικά κόκκινο μολύβι,... και γι' αυτό έκανε τόσο μαύρα σημάδια..."
- "... μια κυβέρνηση έπρεπε αν εξετάσει την απέλαση ενός επιθυμητού αλλοδαπού..."
- "Και όταν κάτι είναι προφανές ψέμα, προφανώς δεν είναι ψέμα."
- "Στη φύση πρέπει να πας πολύ χαμηλά για να βρεις πράγματα που πηγαίνουν πολύ ψηλά"
- "Κάποιος ήταν πολύ ψηλός για να τον δεις"
8 παράδοξα, 8 προτάσεις που δείχνουν λανθασμένες ή αντιφατικές, προβλεπόμενα τοποθετημένες συνήθως στην αρχή ισάριθμων "αστυνομικών" διηγημάτων. Αυτές οι φράξεις είναι το κλειδί των ιστοριών και ταυτόχρονα δίνουν το όνομα στη συλλογή που τα φιλοξενεί: "Τα παράδοξα του κυρίου Ποντ" (μετάφραση Δημήτρης Αρβανίτης, Αλεξάνδρεια, 2019). Το έργο αυτό γράφτηκε το 1936 και είναι το τελευταίο αυτού του εκπληκτικού Βρετανού, του G. K. Chesterton. Ήρωας των ιστοριών και αφηγητής τους είναι ο κύριος Ποντ, ένας... ιχθυόμορφος δημόσιος λειτουργός. "Η κάθε μια σχεδόν απ' αυτές τις τρελές προτάσεις του αντιπροσωπεύει και μια περιπέτεια σε μια ζωή που οι περισσότεροι θα την έλεγαν πεζή". "Υπάρχει μια ιστορία πίσω από κάθε παράδοξο του Ποντ" κι εμείς γινόμαστε μάρτυρες της τόσο "βρετανικής" ευχέρειας του Τσέστερτον να μας την πλέξει αφηγηματικά. Οι ιστορίες μοιάζουν σαν μια εξίσωση που δεν σε ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, αλλά που απολαμβάνεις τη διαδρομή προς αυτό. Ο αφορισμός είναι συνήθως αδύναμος, σχεδόν δεν επιθυμεί να γενικεύσει κάποιο κατασταλαγμένο συμπέρασμα γενικής εφαρμογής - είναι ένα παιχνίδι, ή ορθότερα το συμπέρασμα ενός γοητευτικά λεπτολόγου, διαταραγμένου κάπως μυαλού. Τα υλικά του Τσέστερτον μοιάζουν να είναι η μαθηματική δομή, το κοινωνικό σχόλιο, τα στερότυπα και η αναίρεσή τους, ο ιδιότυπος σαρκασμός, η θυμοσοφία και η ηθογραφία. Τίποτα δεν υποκρίνεται το αληθοφανές και κανείς δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο - όλοι όμως θα απολαύσουν την τέχνη της γραφής και της αποκάλυψης.

[Αν κάτι μοιάζει παράταιρο σε αυτό το βιβλίο με την εξαιρετικά καλογραμμένη μετάφραση και το πρωτότυπο εξώφυλλο είναι η απουσία ενός προλογικού σημειώματος ή επίμετρου για τον Τσέστερτον, την αγάπη του στην παραδοξολογία, την αγάπη του Μπόρχες γι' αυτόν, τα χαρακτηριστικά του έργου του. Το τελευταίο διήγημα τελειώνει στην προτελευταία σελίδα του βιβλίου - ακολουθεί μια λευκή και το εξώφυλλο. Ενοχλητική κάπως αυτή η εκδοτική αμέλεια.]

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Μεγάλη πέμπτη δύο χιλιάδες είκοσι ένα

Λέει κάπου (στην "Μικρά Σύρτιν") ο Λορεντζάτος "Γιατί χωρίς θεούς πολιτισμοί δεν υπάρχουν". 

Γι' αυτό τον ανασταίνουμε εμείς κάθε χρόνο: για να μην φανεί που τον σταυρώνουμε αδιάκοπα. Με μια ανάσταση τη φορά αίρονται οι αμαρτίες μας,  παραδινόμαστε καθαροί στην επόμενη σταύρωση. Πόσο πιο αληθινά θα ήταν τα πράγματα,  πιο αποκαλυπτικά,  αν μια φορά δεν πείθονταν κανείς πως και πάλι αναστήθηκε,  πως ποτέ δεν αναστήθηκε; Πως μια φορά υπήρξε ένας θεός που πάει,  τον σκοτώσαμε. Και μείναμε ορφανοί από θεό. Κι από συγχώρεση. Και σωτηρία. 

***

Το χαρακτικό είναι του Χριστόφορου Κατσαδιώτη]

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη



Όσο κι αν επιδιώκει ένας συγγραφέας να τυλίξει την κεντρική ιδέα ενός μυθιστορήματος με την ιστορία που αφηγείται - επιχειρώντας βέβαια να το ντύσει, θα υπάρχει πάντα κάπου αφημένη η ιδέα, μόνη, σχεδόν αναπάντεχη, με τη μορφή μιας φράσης, να μαρτυρά την αιτία. Όπως λέει κι ο Τζ. Κ. Τσέστερτον "οι ενδυμασίες δεν κρύβουν, φανερώνουν".

Το σημείωμα αυτό γράφεται για να συγκρατήσω κάπως την αίσθηση του μυθιστορήματος του Τσέστερτον που ολοκλήρωσα χθες, "τον άνθρωπο που τον έλεγαν Πέμπτη" (Αστάρτη, 1989. Μετάφραση Κατερίνα Ροντογιάννη). Ο G. K. Chesterton (1874-1936) γεννήθηκε στο Λονδίνο και πέθανε στο Beaconsfield του Μπάκινχαμσαϊρ. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του γραπτού λόγου, πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, πολιτικό και θεολογικό δοκίμιο, λογοτεχνική κριτική. Τον φαντάζομαι στον Κάτω Κόσμο να κάνει παρέα με τον Μπόρχες, τον Κασάρες, τον Καλβίνο και τον Μπουτζάτι.

Ο Πέμπτη ανήκει σε μια μυστική οργάνωση αναρχικών, και μάλιστα στο κεντρικό συμβούλιό της. Κάθε μέλος του συμβουλίου έχει το όνομα μιας μέρας της εβδομάδας. Αυτά τα μαθαίνουμε ήδη στην αρχή. Τι άλλο μπορεί να προκύψει μέχρι το τέλος; Ο Τσέστερτον με εντυπωσιακή μαεστρία τυλίγει σε κάθε κεφάλαιο το κουβάρι και ταυτόχρονα το ξετυλίγει αποκαλύπτοντας ένα στοιχείο που ενεργοποιεί το επόμενο κεφάλαιο σχεδόν από μηδενική βάση. Κι ενώ όλα κυλούν με την προβλεπόμενη ανωμαλία, το τέλος έρχεται νωχελικά ομαλό - αυτό από μόνο του είναι ανώμαλο μες στην ανωμαλία (τις διαρκείς ανατροπές) της αφήγησης. Κι εδώ, νομίζω, είναι η κεντρική ιδέα του "ανθρώπου που τον έλεγαν Πέμπτη": "Είχαν όλοι συνηθίσει να βλέπουν τα πράγματα να εξελίσσονται ανώμαλα - και η ξαφνικά ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων τους έπνιγε". Τι ταιριαστή παραβολή για όσα ζούμε ένα χρόνο τώρα; "Το κακό" λέει ο Τσέστερτον στις φιλοσοφικά αποκαλυπτικές τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματός του, "είναι τόσο κακό που δεν μπορούμε παρά να σκεφτόμαστε το καλό σαν ατύχημα. Το καλό είναι τόσο καλό που είμαστε σίγουροι πως το κακό εξηγείται"....

Το μυθιστόρημα είναι και δεν είναι μια αστυνομική ιστορία, είναι και δεν είναι μια φιλοσοφική πραγματεία, αυτές οι αμφιγνωμίες το μετατρέπουν σχεδόν σε ποίηση. Είναι εθιστικό, σε ερεθίζει, σε προσαρμόζει στη διαρκή ανατροπή μέχρι να σε παραδώσει ανυπεράσπιστο στην ομαλότητα, την αποκάλυψη, το φιλοσοφικό, ποιητικό απόσταγμα.

"Εμείς οι επαναστατημένοι αραδιάζουμε ένα σωρό ανοησίες γι' αυτό ή εκείνο το έγκλημα της κυβέρνησης. Βλακεία: το μοναδικό έγκλημα της κυβέρνησης είναι ότι κυβερνά... Δεν καταριέμαι τη σκληρότητά σας. Δεν καταριέμαι μήτε και... την καλοσύνη σας. Καταριέμαι την ειρήνη και την ασφάλειά σας".



Τρίτη 13 Απριλίου 2021

δεκατρείς απριλίου δύο χιλιάδες δεκαεννιά



Μια μαύρη γάτα περπατάει αμέριμνη στο άδειο προαύλιο του σχολείου Σάββατο μεσημέρι. Καθώς είμαστε μονάχοι οι δυο μας, "έλα! " της λέω, "να κουρνιάσεις στο στόμα μου". Έρχεται και ξαπλώνει εντός του. Κλείνω το στόμα και την καταπίνω. Τώρα γουργουρίζω ευχαριστημένος.

***
η βινιέτα είναι από την έκδοση "Les Quatre Poétiques d'Aristote, d'Horace, de Vida, de Despréaux" (1771)

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Ένα δίκτυο, μα ποιο δίκτυο;


[Αναδημοσίευση του άρθρου μου στην "Εποχή", 28/2/2021]

Πριν λίγες μέρες δημοσιεύτηκε στον τύπο ένα κείμενο με τίτλο «Δίκτυο Βιβλιοθηκών – Κέντρων Πολιτισμού». Πρόκειται για ένα πολιτικό κείμενο που υπογράφουν 65 άνθρωποι των βιβλιοθηκών και των γραμμάτων, το οποίο προτείνει την αναγκαία δομική και θεσμοποιημένη συνεργασία των οργανισμών πολιτισμού με επίκεντρο τις βιβλιοθήκες και τη χρηματοδότησή του από πόρους του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Ένα πολιτικό κείμενο περιγράφει με πολιτικούς όρους τα δεδομένα της στιγμής, τους οραματικούς στόχους και τα μέσα για την επίτευξή τους και εκφράζει σαφείς κι ενιαίες ιδεολογικές απόψεις, είτε ατομικές, είτε συλλογικές - στη δεύτερη περίπτωση αποτελεί προϊόν συλλογικής επεξεργασίας. Το κείμενο δεν το έχουν συντάξει τα επιστημονικά όργανα της κοινότητας των βιβλιοθηκονόμων, τα συνδικαλιστικά όργανα των συγγραφέων ή των εκδοτών, το τμήμα πολιτισμού κάποιου κόμματος, ούτε καν το υπογράφουν αυτούσια οι συλλογικότητες αυτές, αλλά 65 άνθρωποι των βιβλιοθηκών και των γραμμάτων.

Τα δίκτυα και οι συνεργασίες δεν είναι μόνο μια αυτονόητη συνθήκη στις σύγχρονες πλαισιώσεις της παραγωγής, συγκέντρωσης, οργάνωσης και παροχής του πολιτιστικού προϊόντος, η οποία αποσκοπεί στη παροχή σε κάθε δέκτη ποιοτικότερων πολιτιστικών υπηρεσιών, αξιοποιώντας τα σύγχρονα εργαλεία της τεχνολογίας και της επικοινωνίας. Είναι επίσης μια πράξη άμυνας των οργανισμών του πολιτισμού να αντιμετωπίσουν διά της μεταξύ τους συνεργασίας την καχεκτική, ολοένα καχεκτικότερη, χρηματοδότησή τους από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Η δε συνεργασία συχνά γίνεται και με τον ιδιωτικό τομέα, χορηγικό ή επενδυτικό. Γκαλερί, Βιβλιοθήκες, Αρχεία και Μουσεία (G.L.A.M) γίνονται ευέλικτοι και έτσι ευάλωτοι οργανισμοί στην οικονομική εκμετάλλευση του πολιτιστικού αγαθού που διαφυλάσσουν και προσφέρουν. Η ομογενοποίηση αυτή διευκολύνει την παραγωγή ενιαίων πολιτικών στη διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών και υπηρεσιών. Ανάλογα με τα κίνητρα, μια τέτοια διευκόλυνση μπορεί να είναι ωφέλιμη ή ολέθρια.

Η πρόταση των 65 έχει ορισμένα κενά και αδυναμίες. Δεν αποτυπώνει τις συνθήκες του παρόντος και δεν καταγράφει τους λόγους που οι συνεργασίες των βιβλιοθηκών δεν άφησαν καθοριστικό αποτύπωμα όλα αυτά τα χρόνια. Χρειάζεται λοιπόν να προσπαθήσουμε να θέσουμε στο διάλογο που γίνεται σημεία που φαίνονται να είναι καθοριστικά. Οι δημοτικές, δημόσιες, νοσοκομειακές, σχολικές, ερευνητικές, παιδικές, ακαδημαϊκές, ειδικές κ.α. βιβλιοθήκες της χώρας δεν επιδιώκουν μόνο χρηματοδότηση και στελέχωση, αλλά έχουν ανάγκη τη συνολική θεσμική και πολιτική φροντίδα του κράτους. Οι βιβλιοθήκες δεν είναι ούτε «ουδέτεροι», ούτε «φιλικοί» χώροι όπως λέει το κείμενο, κι αυτή η αντίρρηση δεν υπερασπίζεται κάποια «μονομέρεια» ή της «επιθετικότητα», αλλά στη θέση των δύο επιθέτων προτιμά τους χαρακτηρισμούς «αταξικοί» και «ελεύθεροι» χώροι. Οι βιβλιοθήκες είναι ναοί της διαλεκτικής, περιέχουν τον διατυπωμένο λόγο και αντίλογο, αλλά και το μη διατυπωμένο ακόμη σπόρο της επόμενης θέσης και αντίθεσης στην ερμηνεία και την κατανόηση του κόσμου μέσα από την επιστήμη και την τέχνη. Είναι χώροι δομικά και βαθιά δημοκρατικοί καταρχάς γιατί χωρίς προκαταλήψεις αφήνουν κάθε λουλούδι να ανθίσει στο περιβόλι τους, αλλά και κάθε μέλισσα να έρθει να το τρυγήσει.

Σωστά (αν και σχεδόν διεκπεραιωτικά) το κείμενο εντοπίζει τόσο το πρόβλημα της υποστελέχωσης, όσο και της υποχρηματοδότησης. Τείνουμε να θεωρήσουμε την υπο/μη χρηματοδότηση και την υπο/μη στελέχωση των βιβλιοθηκών ως προϊόντα της πολιτικής/κυβερνητικής αδιαφορίας, και είναι, αλλά εκ του αποτελέσματος θα πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: η υποχρηματοδότηση και η μη στελέχωσή των βιβλιοθηκών με επαρκές ειδικευμένο προσωπικό αποτελεί κρατική προληπτική λογοκρισία. Αυτό για το οποίο χρειάζεται να παλέψουμε είναι πρώτιστα η επίλυση των δομικών προβλημάτων που ταλαιπωρούν τους χώρους αυτούς. Οι βιβλιοθήκες πρέπει να έχουν χώρους, περιεχόμενο και ανθρώπους. Από μόνη της αυτή η στόχευση είναι πλέον σχεδόν επαναστατική! Έπειτα πρέπει να συνδεθούν με τους χώρους που παράγουν και υπηρετούν την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και την οικονομία. Και ύστερα να δούμε πόσους πολλαπλασιαστές μπορούμε να συστρατεύσουμε στο σκοπό αυτό. Ένας από αυτούς είναι η δικτύωση.

Η δικτύωση που προτείνει το κείμενο υπήρχε κάπως χοντροκομμένη και στο πρόγραμμα πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ το 2014, αλλά αποτελεί και ζητούμενο χρόνια τώρα του χώρου των βιβλιοθηκονόμων, εκφρασμένο θεσμικά από τα επιστημονικά όργανα ή τις διασκέψεις για την πολιτική βιβλίου που έγιναν στο παρελθόν. Η δικτύωση δεν έρχεται να αντικαταστήσει την κρατική ολιγωρία. Δεν θέλουμε όλες τις ελληνικές βιβλιοθήκες σε ένα δίκτυο για να κάνουμε οικονομία σε όσα θα δαπανήσουμε, ούτε για να κρύψουμε κάτω από το χαλί τις τρομακτικές ελλείψεις εργαζομένων και περιεχομένου σε αυτές.

Θέλουμε το δίκτυο βιβλιοθηκών όχι σαν επιταχυντή, αλλά σαν αναγκαίο ενισχυτή της φωνής και του ρόλου τους. Θέλουμε δίκτυο εσωτερικό και εξωτερικό: ο βιβλιοθήκες μεταξύ τους και οι βιβλιοθήκες σε σχέση με τους παραγωγούς και παρόχους υπηρεσιών και προϊόντων πολιτισμού, τέχνης και γνώσης. Η εσωτερική δικτύωση μοιάζει εύκολη, αλλά δεν είναι, γι’ αυτό και όποιες προσπάθειες έχουν γίνει μέχρι τώρα, απέβησαν εν μέρει άκαρπες ή έστω όχι αρκούντως γόνιμες ή τελοσπάντων με μερική στόχευση… Ανισότητες μεταξύ των βιβλιοθηκών, έλλειψη προσωπικού, προβλήματα επιβίωσης, νομικές αγκυλώσεις, έλλειψη βούλησης των διοικήσεών, η προϊούσα μιζέρια από τη φυτοζωία, καισαρισμοί, αποσπασματικότητα και απουσία κεντρικού σχεδιασμού είναι κάποιοι από τους επιβραδυντές ή ανασχετικούς παράγοντες όποιων προσπαθειών έγιναν στο παρελθόν. Αν δεν αναγνωρίσουμε τους λόγους της μέχρι τώρα αποτυχίας, δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε ή να προτείνουμε κάτι καινούργιο.

Η εξωτερική δικτύωση έχει κι αυτή τα ζητήματά της: πρέπει να διερευνήσουμε το είδος των φορέων, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους, τη θέλησή τους, τους όρους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνεργασίας. Να εξασφαλίσουμε ότι υπάρχει κεντρική πολιτική βούληση για συνεργασία. Θέλει, ας πούμε, το Υπουργείο Παιδείας παρουσία και δράση των βιβλιοθηκών στα σχολεία; Πώς στηρίζει μια τέτοια συνεργασία, πώς την εντάσσει στην εκπαιδευτική πράξη;

Ο ρόλος της βιβλιοθήκης στην εκπαίδευση δεν είναι «υποστηρικτικός» της εκπαιδευτικής πράξης, ο βιβλιοθηκονόμος δεν συμπληρώνει τον εκπαιδευτικό. Η βιβλιοθήκη ανατρέπει το μοντέλο της εκπαίδευσης που εφαρμόζουμε: η βιβλιοθήκη πολεμά τη μονοκρατορία του σοφού διδάσκοντα που κατέχει την απόλυτη γνώση. Γιατί η βιβλιοθήκη δεν έχει όρια, ο άνθρωπος έχει. Αν θέλουμε συνεργασία βιβλιοθηκών και εκπαιδευτικού συστήματος θα πρέπει να έχουμε στο νου μας πως αναπόφευκτα θα πρέπει να αλλάξουμε το μοντέλο της εκπαίδευσης που εφαρμόζουμε, βάζοντας στο κέντρο τη βιβλιοθήκη και τον εκπαιδευτικό ως συμπληρωματικό της. Επομένως και η εξωτερική δικτύωση έχει να αντιμετωπίσει πολλαπλές ταχύτητες, αλλοπρόσαλλες και αντικρουόμενες προσδοκίες, αντιλήψεις, στοχεύσεις, (α)προθυμίες, δυνατότητες, αγκυλώσεις.

Τι κάνουμε λοιπόν με το κείμενο των 65; Αδιαφορούμε, επιμένοντας στις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις μας; Αφήνουμε τη συνεργασία των βιβλιοθηκών και των οργανισμών του πολιτισμού στην τύχη της κρατικής αδιαφορίας, τους αυτοσχεδιασμούς και τις (αρπακτικές) διαθέσεις του ιδιωτικού κεφαλαίου; Η παρούσα αφορμή που μας θέτει η «Πρωτοβουλία» αφορά καταρχάς την ένταξη της αναγκαίας δικτύωσης στο «Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» και τη «Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού», αναμφίβολα κρίσιμη και επιβεβλημένη και χωρίς όλη την υπόλοιπη κουβέντα. Η Πρωτοβουλία μας κινητοποιεί σε κριτική συστράτευση χωρίς αποκλεισμούς, φατριασμούς και στενόμυαλες προσεγγίσεις. Πρέπει να συναντήσουμε Γκαλερί, Αρχεία και Μουσεία στον προβληματισμό μας, να συνεργαστούμε με εκδότες, συγγραφείς, πανεπιστήμια, εκπαιδευτικούς συγκροτώντας ένα μίνιμουμ κοινών στόχων. Ένα δίκτυο, όποιο δίκτυο, δεν είναι απλά ένα πλέγμα σχέσεων, υπηρεσιών και αλληλεπιδράσεων. Είναι πρώτα και κύρια οι σταθμοί του. Πρέπει να μιλήσουμε με τους σταθμούς!

Ο σχεδιασμός ενός δικτύου βιβλιοθηκών – κέντρων πολιτισμού, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι οφείλει:

- Να υπηρετεί την απρόσκοπτη, ελεύθερη και ισότιμη πρόσβαση για κάθε κάτοικο, πολίτη, διαμένοντα στη χώρα μας σε όλο το διαθέσιμο υλικό και τις υπηρεσίες των βιβλιοθηκών και των κέντρων πολιτισμού.

- Να πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες, το υλικό και τις υπηρεσίες που παρέχονται σήμερα από αυτούς τους χώρους μέσω της γενναίας αύξησης της χρηματοδότησης και της γενναίας στελέχωσής τους με νέο, ειδικευμένο προσωπικό.

- Να δεσμευτεί για την θαρραλέα θεσμική θωράκιση του εγχειρήματος, την αντιμετώπιση των θεσμικών αγκυλώσεων που υπάρχουν.

- Να ενιαιοποιήσει τη διοικητική πανσπερμία όλων των βιβλιοθηκών κάτω από το ίδιο, ένα, υπουργείο.

- Να ορίσει τον επικεφαλής του δικτύου, που δεν μπορεί να είναι άλλος από την ενισχυμένη πολλαπλά Εθνική Βιβλιοθήκη, αποσαφηνίζοντας με ποιες συλλογικές διαδικασίες το εγχείρημα θα στελεχώνεται τόσο στο σχεδιασμό, όσο και στην υλοποίησή του στα διάφορα στάδιά του από τα μέλη του δικτύου.

- Να αποσαφηνίσει τα όρια, τους όρους, τους πόρους, τους τρόπους συνεργασίας με τους «εξωτερικούς φορείς»

- Να υπηρετήσει συνθετικά μια ευρύτερη κρατική πολιτική βιβλίου και ανάγνωσης, που επίσης θα έχει κεντρικά σχεδιαστεί σε συνεργασία με την εκπαίδευση, τη δημόσια διοίκηση, τα ΜΜΕ, τους εκδότες, τους συγγραφείς, τους φορείς πνευματικών δικαιωμάτων, τους διάφορους επαγγελματίες του βιβλίου, τα βιβλιοπωλεία κ.ά.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

δεκαέξι φεβρουαρίου δύο χιλιάδες εικοσιένα


Τυλίχτηκε με τη σιωπή όπως έκανε όταν ήταν παιδί, το σώμα του άρχισε να λιώνει, να παραδίδεται ράθυμα στου ύπνου τα προϋπαντήματα ή του θανάτου, μόνο τα μάτια του επέμεναν να κοιτούν απ' τα ανοιχτό παράθυρο το χιόνι να πέφτει ασταμάτητα, σαν ακούραστες μπαλαρίνες να πέφτει σε μπαλέτο σιωπηλό, απόκοσμα άηχο, το χιόνι να σβήνει κάθε του κόσμου χνάρι, κάθε χρώμα να σβήνει και να κυριαρχεί σίγουρο για τον εαυτό του, χωρίς αγωνία επίμονο, χωρίς βιασύνη. Κι ύστερα μέσα του να πέφτει βρίσκοντας ανοιχτά τα μάτια του ορθάνοιχτα, όλο και πιο μέσα του να μπαίνει το χιόνι σβήνοντας σαν μια τεράστια γομολάστιχα κάθε του χνάρι, κάθε σκιά από αυτές που αφήνουν τα λάθη, τα πάθη και οι απουσίες της ζωής μας.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

είκοσι επτά νοεμβρίου δύο χιλιάδες δεκαεννιά


Της έλεγα το πρωί πως θα ήθελα πολύ να φύγω, να μπορούσαμε να πάμε ένα ταξίδι κάπου στο εξωτερικό, να ανασάνουμε. Η μέρα τελειώνει, επιστρέφω στο σπίτι, το τρόλεϋ είναι γεμάτο κουρασμένους ανθρώπους, Ρώσους, Πολωνούς, Αλβανούς, Ρουμάνους, Αφρικανούς, Κινέζους, Φιλιππινέζους, Πακιστανούς, μια μικρή βαβέλ που φλυαρεί σε μια τροχοφόρα κιβωτό που κάθε λίγο αδειάζει λίγο από το περιεχόμενό της στην Πατησίων. Δεν έχω παράπονο, ένα ταξίδι στον κόσμο είναι κι αυτό: Ευαγγελισμός-Άνω Πατήσια.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Το παραμύθι του επιβάτη


Μια φορά ένας άνθρωπος μπήκε στο τραίνο να φύγει, να πάει μακριά, μα από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο βαγόνι όλα γύρω του άρχισαν να τρέχουν: σπίτια, δέντρα, άνθρωποι, δρόμοι... ως και βουνά και θάλασσες άλλαξαν θέση και χάθηκαν. Λίγες ώρες μετά τίποτα δεν ήταν ίδιο γύρω του, αλλά κι αυτά τα καινούρια που υπήρχαν έξω από το παράθυρό του, σπίτια, δέντρα, άνθρωποι, δρόμοι... ως και βουνά και θάλασσες, συνέχιζαν να τρέχουν χωρίς να προλαβαίνει να τα ρωτήσει πού πάνε, τι τα διώχνει από τον τόπο τους.

Τότε ο άνθρωπος αποφάσισε να τελειώσει το ταξίδι του - κι όλα άρχισαν να επιστρέφουν εκεί που ήταν και πριν, ως και ο τόπος του έμοιαζε να είναι ο ίδιος. Σχεδόν όλα ήταν στη θέση τους.

***
o πίνακας είναι του Andrzej Wróblewski

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Το παραμύθι των περιπατητών


Από μικρός τους άκουγε να περπατούν κάτω από τα πόδια του, να πηγαίνουν και να έρχονται, άλλοτε βιαστικοί κι άλλοτε ράθυμοι, όπως οι άνθρωποι που πορεύονται στον πάνω κόσμο. Γιατί γι' αυτόν όλη αυτή η κίνηση ήταν τρανή απόδειξη πως κάτω από το χώμα που πατούσε ζούσαν οι άλλοι. Κάποτε σκέφτηκε πως είναι ο κόσμος των σκιών, πως οι σκιές βαδίζουν κάτω από τα πόδια του. Κι όταν βρουν τον τρόπο ή όταν κάποιος έκτακτος λόγος το επιβάλει, ανεβαίνουν στους τοίχους και ξαπλώνουν στους δρόμους του πάνω κόσμου. Όσο μεγάλωνε, συνήθιζε αυτό το συνωστισμό και δεν του έκανε εντύπωση, ούτε του προκαλούσε αγωνία. Ίσα-ίσα, μερικές φορές το διασκέδαζε όλο ετούτο το σούρτα-φέρτα κι ακολουθούσε υπάκουα τις διαδρομές των κάτω. Μέχρι που τον οδηγούσαν σε νοσοκομεία ή σπίτια που πενθούν ή σε νεκροταφεία, όπου οι άνθρωποι συνηθίζουν να φυτεύουν τους νεκρούς τους (χωρίς ελπίδα καμιά να ανθίσουν κάποια Άνοιξη).

Μια φορά κι έναν καιρό ένοιωσε πως κάποιος τον ακολουθεί από τον κάτω κόσμο, πως τα βήματά του αντηχούν κάτω από τα πόδια του σε κάθε διαδρομή. Το ίδιο βράδυ έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε βαθιά κι είδε στο όνειρό του πως άνοιγε τα χέρια του και πετούσε ψηλά σε κίτρινους και γαλάζιους ουρανούς. Και δεν ξύπνησε ποτέ κι έμεινε να πετά με τα χέρια ανοιχτά για χρόνους πολλούς, τόσους που ούτε το παραμύθι ετούτο δεν τους ξέρει. Πετούν ψηλά όσοι αρνήθηκαν να περπατούν στον πάνω ή στον κάτω κόσμο, να σκαρφαλώνουν τους τοίχους ή να ξαπλώνουν στην άσφαλτο των επαρχιακών δρόμων. Πετούν ψηλά όσοι αρνήθηκαν να περπατούν.

***
ο πίνακας είναι του Paul Delvaux

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Φλλσστ, Φλλσστ, Φλλλσσστ (Άρης Μαραγκόπουλος)



[Μια κουβέντα για το βιβλίο του Άρη Μαραγκόπουλου "Φλλσστ, Φλλσστ, Φλλλσσστ" (Τόπος, 2020), στο καφέ του Νομισματικού Μουσείου την Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020]

(Είχα την αίσθηση διαβάζοντάς το πώς δεν ήταν η φωνή μου που σχημάτιζε εντός μου τις λέξεις, τις φράσεις που συγκροτούν την ιστορία. Διάβαζα, αλλά ήταν σαν να άκουγα τον Άρη να μου διαβάζει)

Τελικά «θα φύγουμε με τον καημό ότι δεν κάναμε το καθήκον μας, αχρηστεμένοι κι αδικαίωτοι»; 

Φτάνει μια συμμορία των πέντε (κι όχι των εφτά) και μια νέα συμφωνία, όχι της Βάρκιζας αυτή τη φορά, αλλά του Θριασίου, να αλλάξει τον κόσμο;

Αλλάζει ο κόσμος; Αλλάζουν οι άνθρωποι; Οι γέροι λυγίζουν;

Υπάρχουν τρικυμίες στη νηνεμία; Πάντα το τρίτο κύμα, και στην πιο ακύμαντη θάλασσα, είναι πιο δυνατό, πιο παρατεταμένο από τα δυο προηγούμενα. Η τρίτη ηλικία είναι ένα τρίτο κύμα κι αν «δεν αρέσει στους γέρους να αλλάζουν τα πράγματα» έρχεται ίσως κάποια στιγμή που μπορούν να μαλακώσουν, να κλονιστούν συθέμελα και να κλονίσουν.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η θάλασσα. Δίπλα στη θάλασσα ήταν 5 γέροι. Δίπλα στους γέρους μια κοινωνία που είχε χάσει το μπούσουλα και βολόδερνε σε τρικυμισμένες εποχές. Σε αυτή την εποχή την τρικυμισμένη οι γέροι αυτοί, θαυμάσιοι και θαυμαστοί ούτως ή άλλως που χαίρονται τη ζωή απαλλαγμένοι εν πολλοίς από τα βάρη της, μετατρέπονται σε συνωμότες, απονέμουν δικαιοσύνη με το δικό τους τρόπο. Εφόσον το τέλος είναι τέλος (ακόμη και στα παραμύθια) είναι καλό ή κακό ανάλογα με το τι έρχεται να δικαιώσει.

Το «φλλσστ, φλλσστ, φλλλσστ» του Άρη Μαραγκόπουλου είναι ένα πολιτικό βιβλίο, έξω από τους κανόνες, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα έξω από τις νόρμες, μια ερωτική ιστορία έξω από τα κλισέ. Είναι μια αγγελία ελπίδας στο παρά πέντε μιας χώρας που βουλιάζει, μιας ζωής ξοδεμένης, μιας κοινωνίας σαρκοβόρας και κανιβαλικής. Είναι η ακτινογραφία των μαλακών μορίων του ανθρώπινου ψυχισμού. Είναι ένα παραμύθι με λυτρωτικό τέλος. Μια βροχή λέξεων, εικόνων, ήχων, στοχασμών και αναστοχασμών που ποτίζει τα μέσα μας. Μια πραγματική βροχή, ζωογόνα, ελπιδοφόρα.

Ο Μαραγκόπουλος ψηλαφεί τις πληγές του και τις δικές μας πληγές, δεν τις ξύνει, συγχωρεί, κατανοεί, εν τέλει αγαπάει. Αλλά δεν υποχωρεί. Ούτε λεπτό δεν υποχωρεί. Έστω και την τελευταία στιγμή μπορούμε να διορθώσουμε την αδικία, μπορούμε να αποδώσουμε τη δέουσα δικαιοσύνη. Να αποκαταστήσουμε. Ένας συγγραφέας εν τέλει μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, έστω με τη φαντασία του.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης: σφραγίδες και επισήματα του 19ου και του 20ου αιώνα


Ήταν ελληνικά και δυτικά βιβλιοπωλεία στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Πωλούσαν ελληνικά, γερμανικά και γαλλικά βιβλία. Τα περισσότερα ήταν μεικτές επιχειρήσεις, βιβλιοπωλεία και τυπογραφεία/εκδοτικοί οίκοι, όπως του Σεϊτανίδη, των Νοταραίων ή του Αγγελίδη. Όλα όμως σφράγιζαν τα βιβλία που πωλούσαν με τη δική τους επωνυμία ή κωλλούσαν κάποιο δικό τους επίσημα. Τόσο για να διαφημίσουν την παρουσία τους, όσο και για να αποτρέψουν παράνομες μεταπωλήσεις. Οι σφραγίδες μένουν μες στις δεκαετίες πάνω στα βιβλία, μπορείς να τις δεις στις βιβλιοθήκες όταν τα χέρια σου πιάσουν κάποιο βιβλίο της περιόδου αυτής. Τις επόμενες δεκαετίες η συνήθεια της σφράγισης ατόνησε, οι "αποδείξεις" ύπαρξης των βιβλιοπωλείων έπαψαν να ταυτίζονται με τα ίδια τα βιβλία. Τα χνάρια όμως στα παλιά βιβλία μας αφήνουν μια εικόνα του αριθμού και της δυναμικής των βιβλιοπωλείων στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα κι αλλού, που θα μπορούσε να διερευνηθεί περισσότερο, μεθοδικότερα, προς συμπλήρωση της ιστορίας του ελληνικού βιβλίου...

Δεν είναι η πρώτη φορά που μας απασχόλησαν οι σφραγίδες των βιβλιοπωλείων. Παλαιότερη καταγραφή του "Βιβλιοθηκάριου": εδώ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Ν. ΣΕΪΤΑΝΙΔΟΥ ΟΔΟΣ ΜΠΑΛΜΟΥΜΤΖΙΔΙΚΑ Νο 291
ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΖΟΥΝΤΑΝ ΚΑΠΟΥ

Γ. Ι. Σε
 Γ. Ι. ΣΕΪΤΑΝΙΔΗΣ, ΕΚΔΟΤΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ, ΓΑΛΑΤΑ
ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
                                                                   

Μ. ΜΠΑΧΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΑΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ-ΕΚΔΟΤΑΙ
ΟΔΟΣ ΓΙΟΡΓΑΝΤΖΙΛΑΡ ΑΡ. 19 ΓΑΛΑΤΑ-ΚΩΝ/ΠΟΛΙΣ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Λ. ΠΑΝΩΡΙΟΥ ΚΑΙ Γ. ΑΛΙΜΠΕΡΤΟΥ
ΕΝ ΚΩΝΣΤ/ΠΟΛΕΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ
Ν. ΔΕΠΑΓΕ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΕΝ ΓΑΛΑΤΖΙΩΙ
ΑΔ. ΓΡΟΥΜΠΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ
Ο ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ Δ. ΦΙΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΑΣ

CHRISTODOULOS CONSTANTINOU CONSTANTINOPLE
LIBRAIRE Teke Place du Tunnel No 525
PERA

CHRISTODOULOS CONSTANTINOU CONSTANTINOPLE
LIBRAIRE TEKE PLACE dU TUNNELl No 525
PERA

ΑΔΕΛΦΟΙ  Σ. ΝΟΤΑΡΗ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΑΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Π. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ & ΣΑΣ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ


                    ΑΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΑΙ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ                  DEPASTA FRERES LIBRAIRES EDITEURS A CONSTANTINOPLE


(ΑΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ) Librairie Depasta Freres Galata,
pres du Han de la Commission du cote du Tramway Constantinople

Fournisseur de S.M.I. Le Soultan Otto Keil
Librairies Internationale Constantinople
Otto Keil
Librairie Internationale Constantinople

S. H. Weiss Constantinople
Libraire

Librairies internationale LORENTZ& KEIL
457, Grand' rue de Pera, 457 Vis a vis le Passage Oriental CONSTANTINOPLE

Librairie internationale OTTO KEIL
457, Grand' rue de Pera, 457 Vis a vis le Passage Oriental CONSTANTINOPLE

LIBRAIRIES DES ECOLES CONSTANTINOPLE
PERA (TEKE) Place du Tunnel, No 525



ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΦΙΛΙΚΟΥ ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤ/ΛΕΩΣ ΟΔΟΣ ΓΙΟΡΓΑΝΤΖΙΛΕΡ 26


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Α. Κ. ΓΕΡΑΡΔΟΥ ΚΑΙ ΣΑΣ
ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


J. PAPADIS, LIBRAIRE, CONSTANTINOPLE


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Σ. ΛΕΜΟΝΙΔΟΥ, ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤ/ΠΟΛΕΩΣ
ΓΙΟΡΤΑΝΤΖΙΛΑΡ 26


LIBRAIRIE ANTOINE PH. CHALAS
490 Galata Yuksek-Kaldirim 490
CONSTANTINOPLE

ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΕΙΟΝ & ΚΑΤΑΣΤΙΧΟΠΟΙΕΙΟΝ ΤΟΥ ΧΑΡΤΟΠΩΛΕΙΟΥ Ν. ΤΣΑΟΥΣΗ


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Το παραμύθι του ποταμού


Στον ύπνο ενός ανθρώπου υπήρχε πριν πολλά χρόνια μια μικρή πολιτεία κρυμμένη μέσα στα βουνά. Κάποτε όμως εμφανίστηκε εκεί τελείως ξαφνικά ένα ποτάμι. Άρχισε να κυλά αθόρυβα, τόσο ήσυχα που κανείς δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του. Σαν φίδι ξαπλωμένο το απομεσήμερο κι ακίνητο σε λιβάδι ξανθό του Αυγούστου παραμονεύοντας τη φωνή των ανθρώπων που προδίδει τις σκέψεις τους. Οι άνθρωποι που το πλησίαζαν άθελά τους, έχαναν μονομιάς τη μιλιά τους. Το ποτάμι έπαιρνε τα λόγια τους και τα πήγαινε μακριά σε κάποια ανταριασμένη θάλασσα στην άκρη του κόσμου. Άνοιγαν το στόμα τους πλέον οι άνθρωποι και ο ήχος δεν υπήρχε πια. Μην μπορώντας με κανέναν τρόπο να προφυλάξουν τους υπόλοιπους υπηκόους απ' το παράξενο κακό, σιγά-σιγά ολόκληρη η πολιτεία έχασε τη μιλιά της. Στο τέλος η αγορά, οι ναοί και τα σπίτια ήταν αθόρυβα, τόσο ήσυχα που κανείς δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της πολιτείας ξανά στον κόσμο. Κι ακόμη κανείς δεν ξέρει γι' αυτήν, εξόν από έναν γέροντα ψαρά στην άκρη του κόσμου. Που ακούει χρόνια τώρα τα μυστικά των ανθρώπων της κρυμμένης πολιτείας στον ύπνο ενός ανθρώπου ψαρεύοντας.

***
ο πίνακας είναι του Louis Gugliemi

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Το παραμύθι του τελευταίου βιβλιοθηκάριου


Μεταφράστηκε πριν λίγες μέρες από ομάδα ειδικών γλωσσολόγων, μαθηματικών και πληροφορικών ένα παράξενο κείμενο, γραμμένο σε μια άγνωστη γλώσσα πριν πολλά χρόνια. Αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια συντήρησης ενός αρχέτυπου,  είναι γραμμένο με σινική μελάνι σε ένα αντίτυπο της editio princeps του λεξικού του Σούδα που φιλοξενείται στη Βιβλιοθήκη. Οι ειδικοί έδωσαν στη δημοσιότητα τη μετάφραση της περιβόητης "ιστορίας του τελευταίου βιβλιοθηκάριου", όπως ονομάστηκε από τον τύπο το εν λόγω σημείωμα:

"Είχαμε τόσο πολύ συνηθίσει την παρουσία του που ήταν πια σαν να μην υπήρχε για εμάς. Ερχόταν νωρίς το πρωί κι έφευγε τελευταίος όταν σουρούπωνε στον κόσμο των βιβλίων κι έξω. "Τη νύχτα γράφονται τα βιβλία, ας τα αφήσουμε να γεννηθούν" μας έλεγε την ώρα που βυθιζόταν στο σκοτάδι του πηγαιμού του.

Την τελευταία φορά που ήρθε στη βιβλιοθήκη με πλησίασε και μου είπε κάτι παράξενο, το οποίο δεν θα το θυμόμουν αν δεν το είχα αναπόφευκτα συνδυάσει με την εξαφάνισή του: "τα γράμματα γέννησαν το έθνος μας κι όχι το γένος μας τα γράμματα. Εμφανιστήκαμε στον κόσμο γιατί μίλησαν τη γλώσσα μας τα βιβλία, γιατί έγραψαν για εμάς οι συγγραφείς, ζούμε την ιστορία που αφηγήθηκαν οι παραμυθάδες στα παιδιά μια κρύα, βροχερή νύχτα δίπλα στο τζάκι - γι' αυτό καμιά φορά δακρύζουμε χωρίς λόγο κι οι σκέψεις μας θροΐζουν σαν τα φύλλα της βελανιδιάς.

Από εκείνη τη μέρα όλα άρχισαν να αλλάζουν. Εξαφανίζονταν ένας-ένας οι άνθρωποι, ο βασιλιάς κι ο λαός μας, σαν να μην υπήρξαμε ποτέ χάνονταν τα ίχνη μας. Είμαι ο τελευταίος του έθνους μας που παραμένω ζωντανός, νομίζω όμως πως έρχεται και μένα η σειρά μου να βυθιστώ στο σκοτάδι του πηγαιμού μου. Είμαι μόνος πια στη Βιβλιοθήκη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να μην χαθεί ποτέ η ιστορία του έθνους μου και ο τρόπος του αφανισμού μας. Δεν ξέρω ποιος θα καταφέρει ποτέ να διαβάσει αυτό το κείμενο, αφού κανείς δεν θα ζει από όσους μίλησαν τη γλώσσα μας, αλλά δεν υπάρχει και κάποια άλλη γλώσσα για να αφηγηθώ την ιστορία αυτή. Αν ποτέ κανείς μπορέσει να διαβάσει αυτή την ιστορία, ίσως το έθνος μας ξαναγεννηθεί."

***
Το χαρακτικό είναι του John DePol