Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Ειδησάρια της "Ελληνικής Ώρας"


Θα ήταν χαϊκού της δημοσιογραφίας, ή διηγήματα-μπονζάι των ελληνικών εφημερίδων! Είναι όμως απλά μικρές ειδήσεις κυρίως του αστυνομικού δελτίου σε εποχές ή έντυπα του μακρινού ή κοντινού παρελθόντος που έπιαναν τον ελάχιστο χώρο της ύλης ενός φύλλου. Το πολύ σε 50 λέξεις ο συντάκτης έπρεπε να δώσει την είδηση απαντώντας στα βασικά ερωτήματα (ποιος, πού, πότε, τι, γιατί), να περιγράψει τις ιδιαίτερες συνθήκες και με τα λίγα να ενημερώσει.

Τα χρόνια πέρασαν, οι αστυνομικές ιστορίες μεγάλωσαν, γίνονται ολοένα και περισσότερο πρωτοσέλιδες και καταλαμβάνουν δυσανάλογα μεγάλο χώρο πια στις έντυπες ή ψηφιακές σελίδες. Το απόσταγμά τους είναι εν τέλει το πολύ 50 λέξεις, αλλά εμείς δεν ξεδιψούμε πια με αποστάγματα, δεν μας χορταίνουν ούτε καν οι σχετικές και άσχετες λεπτομέρειες των μικρών ή μεγάλων εγκλημάτων.

Τα ειδησάρια που ακολουθούν είναι από την ημερησία απογευματινή εφημερίδα του Πειραιά "Ελληνική Ώρα"









Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021

Ατμολέβητες το '59



Κάποιος σπουδαστής μηχανικός στον Πειραιά το 1959 ή ίσως λίγο αργότερα μελετώντας τους ναυτικούς ατμολέβητες και τις εγκαταστάσεις μηχανικής πρόωσης των πλοίων ανακάλυψε και τους μηχανισμούς πρόωσης της ζωής. Το σχέδιό του βρέθηκε στο εσώφυλλο του εγχειριδίου που μελετούσε...

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Ένα ταξίδι στ' άστρα το 1957


Στην ιστορία της ελληνικής επιστημονικής φαντασίας το "Ταξίδι στ' άστρα" του Γιώργου Βουλοδήμου (αυτοέκδοση, 1957) αποτελεί ένα ξεχωριστό και εκλεκτό σταθμό κατά τη γνώμη των μελετητών του είδους. Αποτέλεσε την πρώτη μετά το 1937 ("Ο Κοσμοκράτωρ"/ Ηρακλής Ζαχαριάδης) έκδοση ελληνικού έργου επιστημονικής φαντασίας. Συστατικό στοιχείο της έκδοσης αποτελεί η ιδιαίτερη εικονογράφηση του Κώστα Μητρόπουλου, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να γελοιογραφεί στην "Αθλητική Ηχώ", ενώ το 1957 ξεκινούσε και στον "Ταχυδρόμο".















Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

τετάρτη οχτώ νοεμβρίου


Τον φαντάζομαι απόψε σιωπηλό (πώς αλλιώς) να κυλά στο ταραγμένο μαύρο του Αιγαίου κατεβαίνοντας στην Κρήτη κι όχι μόνο. Νομίζω πως όλοι, σχεδόν όλοι, κρατήσαμε ένα κομμάτι του δικό μας φυλαγμένο στης ψυχής μας τις ρίζες - είναι παράδοξα άσβηστο, φωτεινό και καίει αυτό του το κομμάτι εντός μας. Ούτε ο Μίκης ήταν ένας, ούτε βέβαια εμείς 1013, η Ελλάδα δεν ακούμπησε στο φέρετρό του σήμερα, γιατί πρόλαβε να ακουμπήσει στη ζωή του κι από αυτή ποτίστηκε, ποτίζεται και μάλλον θα ποτίζεται για καιρό.

Θέλω να πω πως όλα αυτά τα φλύαρα, οι τελετές, οι τιμές κι οι λόγοι επισήμων (στο κενό), τα γιούχα στο κάθαρμα το Μητσοτάκη, οι "ωραίοι αγώνες" που είπε αυτό το ανεκδιήγητο ηλίθιο, ο Παπανδρέου, (λες και οι αγώνες είναι εκδρομή, είναι ωραίες κοπέλες και χαρές κι όχι θάνατος, πόνος, θυσία), τα φάλτσα τραγουδίσματα έξω από τη μητρόπολη και στον Πειραιά, οι παπάδες, τα "κοράκια", τα λουλούδια, τα "θλιμμένα απογεύματα", οι κλισεδιάρικες ανταποκρίσεις των δημοσιογράφων κι άλλα κι άλλα πολλά είναι μουντζούρες. Απαραίτητα ίσως, προβλεπόμενα, αλλά μουντζούρες της μικροαστικής μας μιζέριας.

Τον φαντάζομαι λοιπόν ήσυχο και σιωπηλό (επιτέλους), χωρίς μουσική, να κυλάει στο ανταριασμένο μαύρο Αιγαίο επιστρέφοντας στην Κρήτη. Κι όλους εμάς φαντάζομαι, όσους από εμάς, με ένα αναμμένο καντηλάκι εντός μας, σαν καλά φυλαγμένους φάρους, να τον συνοδεύουμε απόψε μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι του στα όνειρά μας.

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021

Τα βάσανα του έρωτα και των λιπαντικών...



Μια φορά κι έναν καιρό, πρέπει να ήταν το '73, ένας μαθητής της Τετάρτης Τάξεως μιας τεχνικής σχολής του εμπορικού ναυτικού στον Πειραιά μελετούσε τα λιπαντικά των μηχανών των πλοίων προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις του. Γι' αυτό κι έχει το σχετικό βοήθημα του Α. Ν. Θεοφίλου με τίτλο "Θέματα πτυχιακών εξετάσεων εις τα λιπαντικά". Όπως βέβαια μαρτυρεί η τελευταία σελίδα του βιβλίου του ο επίδοξος μηχανικός εκτός από τα δεινά της θάλασσας σκόπευε να ασχοληθεί και με αυτά του έρωτα, γι' αυτό και μελετούσε την επικοινωνία με το έτερο φύλο της αλλοδαπής, εξού και τα ανορθόγραφα και λανθασμένα "my sweetharth all time I'm thinking you", "Please tell me what is the matter with you". Γιατί προφανώς κάθε "γλύκα" έχει βάσανα - και στις εξετάσεις πρέπει να περνάμε έστω και με τη βάση...

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

Δύο ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού στα "Ελεύθερα Γράμματα"


Στα "Ελεύθερα Γράμματα", ένα αριστερό περιοδικό υπό τη διεύθυνση του Δημητρίου Φωτιάδη και έπειτα του Νικηφόρου Βρεττάκου και του Στρατή Δούκα, το Φεβρουάριο του 1946 ο 27χρονος Μιχάλης Κατσαρός δημοσιεύει ένα "παράξενο", κάπως μπερδεμένο, θαλασσινό ποίημα (με ρίμα) και τίτλο "Το μπαρμπερίνικο καράβι". Πρόκειται για την πρώτη δημοσίευση ποιήματός του, την πρώτη "επίσημη εμφάνισή" του στη λογοτεχνία:


"Σε μπαρμπερίνικο καράβι, χρόνια τα νειάτα σκλαβωμένα.
Σε μπαρμπερίνικο καράβι, σκλάβες ψυχές τραβάν θλιμμένα.
Ω, τις καρδιές μας πώς μεθούσαν τα πελαγίσια τ αγριοπούλια...
Ω, τις καρδιές μας πώς μεθούσαν η νύχτα, τ' άστρα, η πούλια...

Σε μπαρμπερίνικο καράβι με τον κουρσάρο τον Αφέντη
Χρόνια δεμένοι, χρόνια σκλάβοι μες στης θάλασσας το γλέντι.
Το Τούνεζι και το Μαρόκο διαβήκαμε σαν υποψία,
Γρέγο Λεβάντε και Σορόκο στα στήθη κλείσαμε μ' υπεροψία.

Και τα τραγούδια της σκλαβιάς μας χρόνια μιλούσαν για μπουγάζι.
Και τ' αγριοπούλι της καρδιάς μας άνεμο στη φτερούγα βάζει.
Να, τα μηνύματα τα πρώτα στο πελαγίσιο κύμα τρέχουν
Γυρίστε στο Βοριά τη ρότα του καραβιού, Τα ξάρτια αντέχουν...

Στο μπαρμπερίνικο καράβι πώς τα δεσμά το τσούρμο σπάζει
Κι αρπάζουν το τιμόνι οι σκλάβοι κι ίσα τραβάν για το μπουγάζι
Κι έμεινε πια και το Μαρόκο κι η Μπαρμπεριά με τον Αφέντη
Κάτι σα Γρέγο και Σορόκο μες στης θάλασσας το γλέντι."

Στο ίδιο περιοδικό, το Γενάρη του 1950 ο Κατσαρός δημοσιεύει το ποίημα "Κάποιοι άνθρωποι" - μας θυμίζει περισσότερο τον οικείο Κατσαρό, ειδικά.. η προστακτική δεύτερου πληθυντικού στην τελευταία φράση του. Κι εδώ η θάλασσα παραμονεύει κάπως κι οι ναυτικοί.



"Ήρθανε σ' αυτές τις άγνωστες τις άγνωστες γραμμές να δούνε
όπως κυττάει ο κουρασμένος ναυτικός κάποια καινούργια θάλασσα
Ήρθανε
γιατί βαρέθηκαν τα ίδια τα σπίτια με τα χαμηλωμένα παράθυρα
χωρίς ουρανό.

Αγαπάνε τις άγριες φάτσες μας
πείθουν τον εαυτό τους αδιάκοπα ότι πιστέψανε,
απλώνουν τα παγωμένα χέρια τους στο πρόσωπό μας να ζεσταθούν
βγάζουνε λόγους και χαίρονται.

Έρχονται
όπως γράφονται σ' ένα σύλλογο προστασίας ζώων
κουβαλώντας μαζί τους το πτώμα τους
ατέλειωτα χειρόγραφα με σπασμένη φωνή
κάποια ντροπή.
Δεν τους γνωρίζουμε.

Περνάνε δίπλα μας άγνωστοι
άγνωστοι φεύγουν για τα σπίτια τους
αφήνοντας μόνο τη θλίψη τους
σαν ένα ταπεινό πληγωμένο ανάμεσά μας
σαν ένα κουβάρι βρώμικο νερό
σαν ένα μεθυσμένο Ιρλανδό που αναθυμιέται,

Κλείστε τις πόρτες."

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2021

Ένα ποίημα για το Ντουρούτι στην "Πορεία" του Πειραιά


Ήταν Δεκέμβρης του 1945. Στο μηνιάτικο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό "Πορεία" του Πειραιά, ο Καρπάθιος ποιητής, ζωγράφος και δημοσιογράφος Βάσος Χανιώτης δημοσιεύει ένα ποίημα στη μνήμη του Ισπανού αναρχικού και αντιφασίστα Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι. Με τίτλο "Μαδρίτη". Το είχε γράψει το 1938, δύο χρόνια μετά το θάνατο του μεγάλου αναρχικού και εν μέσω της μεταξικής δικτατορίας δεν το είχε δημοσιεύσει βέβαια. Το ποίημα δημοσιεύεται τελικά στην "Πορεία" λίγους μήνες μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και λίγο πριν την επίσημη έναρξη του ελληνικού εμφύλιου πολέμου:



Όταν έμαθε ο Ντιρούτι πως του Φράνκο τα σκυλλιά
τη Μαδρίτη θα ρημάξουν με μπαρούτι και φωτιά

Απ' τη Βαρκελόνα πέρα, σαν τη σφαίρα ξεκινά
όρη παίρνει και λαγκάδια και ποτάμια ισπανικά

Ξεκινά με τα γενναία παλληκάρια του γοργά
πούχουν σίδερο τα χέρια κι ατσαλένια την καρδιά

'Κει που τρέχει ο Μανθαράρες τα θολά του τα νερά
που βαφήκαν με το αίμα των συντρόφων, - συφορά

Εκεί στέκεται και ρίχνει μες στη μάχη μια ματιά

Μαύρα κύματα χυμούνε, μελαψοί Μαροκινοί
αιμοβόροι, πληρωμένοι, με του Φράνκο τη βουλή

Να κουρσέψουν τη Μαδρίτη και να πάρουν τα κλειδιά
και να δέσουν μ' αλυσσίδες του λαού τη λευτεριά

Όπως όλοι οι αντιφασίστες απ' τον κόσμο εθελοντές
Τη Μαδρίτη δε θ' αφήναν να την πάρουνε ποτές

να μιάνουν, ν' ατιμάσουν τα λυσσάρικα σκυλλιά
σαν λιοντάρι μες στη μάχη κι ο Ντιρούτι πολεμά

και σκοτώνουν τον Ντιρούτι με μια μπάλα στην καρδιά

Η Μαδρίτη τονέ κλαίει όλη νύχτα, την αυγή
στην πατρίδα του τον στέλνει με μια σύντομη γραφή

"Αδερφή μου Βαρκελόνα τούτο τ' άξιο σου παιδί
σου το στέλνω σκοτωμένο να το θάψεις με τιμή

Εσκοτώθηκε σαν ήρωας με μια μπάλα στην καρδιά
τους φασίστες πολεμώντας στο κατώφλι μου μπροστά."

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021

Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρετάκου στην Πειραϊκή "Λογοτεχνία"


Μόλις 2 τεύχη, στην αυγή του μεταπολεμικού κόσμου! Τόσο κράτησε η Πειραϊκή "Λογοτεχνία", μια "μηνιαία έκδοση γραμμάτων" του Υδραίου δημοσιογράφου και ποιητή Γιάννη Α. Καραμήτσου. Στο πρώτο τεύχος δίνουν το συγγραφικό οβολό τους Ρίτσος, Βρεττάκος, Αξιώτη, Σινόπουλος κι άλλοι. Από εκεί, το ποίημα "Αγαπημένοι μου φίλοι" του Νικηφόρου:


"Σαν τους νεκρούς που τους πηγαίνουν να τους κάψουν
Σε τόπο προορισμένο για την ιερή αυτή πράξη
Όμοια σ' ένα βελούδινο φέρετρο με πηγαίνει
Κάτω από μαύρα σύννεφα στους ώμους του το πεπρωμένο μου
Κι ενώ στ' άσπρο μου σάβανο βρέχει, μαντηλωμένες,
Μ' ακολουθούν παραπατώντας της ζωής μου οι νύχτες...
Τους λόφους παίρνει η σκοτεινή γραμμή και κατεβαίνει
Μες στην ομίχλη, ανάμεσα στα δένδρα προς το βάθος,
Που με προσμένει μια φωτιά μεγάλη, γινωμένη
Απ' όλες τις χρωματιστές τους κόσμου αυτού φωτιές.
Απ' του ηλιοβασιλέματος απ' του ωκεανού, απ' των άστρων,
Απ' τις φωτιές των φεγγαριών στο χιόνι, απ' των αιθέρων
Τις λάμψεις κι απ' τα βραδυνά χρώματα του Ταϋγέτου.
Γαλάζιες, ρόδινες, λευκές, πράσινες, ασημένιες
Φλόγες, σαν ένα σύμπλεγμα χορού νυμφών και αγγέλων,
Που ψαλμωδούν ειρηνικά κυττώντας το αναλόγι
Του σύμπαντος. Κι ενώ ο Χριστός μ' ένα σκυλί διαβαίνει
Τον κάμπο κι η μητέρα μου μαζεύει στην ποδιά της
Το πρωινό φως, χορεύουνε αλαφρά με σηκωμένα
Στο γόνα τα πολύχρωμα ζωηρά φορέματά τους
Η βασιλεία των λουλουδιών με τους βοσκούς της...
Αγαπημένοι φίλοι μου, φίλοι μου αγαπημένοι!
Εγώ στους στίχους μου είμαι απλός κι είμαι πιο απλός ακόμα
Στα δάκρυά μου! Σκοτείνιασαν οι μέρες μας! Χιονίζει
Σ' όλο μου το αίμα με πυκνές νιφάδες κι είμαι ως μέσα
Γυμνός, σαν ένας εαρινός βοσκός σ' ένα γαλάζιο
Βουνό. Τώρα μαζέψετε τα έρημα πρόβατά μου
Και γονατίστε σ' ένα θεό για ότι πιο λυπημένο
Πιο σκοτεινό, πιο ασήκωτο, πιο ξαπλωμένο υπάρχει
Στον κόσμο απόψε! Με σφυριά τετράγωνα καρφώνουν
Της νύχτας τα παράθυρα! Φυσά ένας άνεμος κακός
Και σκοτεινιάζει! Μια βροχή!... Μια πάχνη!... Ένα φεγγάρι!...
Το φέρετρό μου γιόμισα νερά!...
Στροβιλισμένες
Ψηλά στο βάθος οι φωτιές, μαδούν την ομίχλη."

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

Ένα ποίημα του Βικτώρ Σερζ στα "Πειραϊκά Χρονικά"


Μεταφρασμένο άγνωστο από ποιον και δημοσιευμένο το Νοέμβριο του 1945 στα "Πειραϊκά Χρονικά". Το ποίημα του Βικτώρ Σερζ (από τη συλλογή "Résistance" - Paris, 1938) με τίτλο "Για ένα νεκρό". Μέρες του Αυγούστου το βρήκα. Κι ενώ η Ελλάδα καίγεται, απ' άκρη σε άκρη.

"Μαξ,
εικοσιτριώ χρονών
και πέθανες
χωρίς χαρά κι ειρήνη,
χωρίς αγάπη στη ζωή σου,
Μαξ.
Τα νειάτα σου σε καταδίκασαν
- τα νειάτα σου σταυρός στους ώμους σου βαρύς
να σέρνεσαι στις πόλεις
και τα μπουντρούμια της Ευρώπης.
Τα νειάτα σου σε καταδίκασαν
στρατιώτης να πεθάνεις
- μια κι όλη η νειότη του καιρού μας
τον ίδιο θάνατο θα δώσει. -
Μα ποια εκδίκησι όμως πήρανε
στην τραγική σου μοίρα, Μαξ
στη μοίρα ενός προλεταρίου,
μια κι η ζωή της φυλακής,
η πείνα
τα σκουλήκια
Σου είχαν μασήξει το κορμί και την καρδιά,
όταν αιχμάλωτοι εκεί κάτω
στις βρωμερές εκείνες φυλακές
(πίσω από συρματόπλεγμα πυκνό
και με φρουρούς απαίσιους κι άγριους)
περνούσαμε σκληρά τις μέρες;
Α! Πώς εκεί πεθαίναμε αδερφέ μου!
Με την καρδιά πικρή,
με την κοιλιά αδειανή,
με ψείρες στο κορμί
και μίσος,
μίσος, που τριβελίζει το μυαλό,
μίσος, που ροκανίζει την καρδιά,
μίσος που δίνει ελπίδες
κι απελπίζει.
Μα εσύ παιδί είχες απομείνει,
πιο αγνός, κι από παιδί πιο αγνός,
παιδί που ζει κι αόριστα θριαμβεύει.
Παιδί είχε απομείνει κι αγάπες
για το μεγάλο τ' όνειρο,
τον πόνο,
για τη μεγάλη νίκη
τη θυσία
Στον αρμυρό της θάλασσας αγέρα
μέσα σου η ελπίδα άνοιξε φτερά
μιαν αυγή και μιαν εσπέρα
Ήταν καλό κι ήταν πικρό.
Ύστερα οι μέρες ήρθαν οι κακές
οι μακρινές μέρες του πολέμου,
οι μαύρες μέρες του χαμού
της πείνας...
Κι έζησες με τη θλίψη τη βουβή
και τη φριχτή αγωνία
της νειότης σου, που είχε χαθεί.
Πονούσες για δεν μπόρεσες να βρεις
στον ουρανό της χώρας τούτης
τ' αστέρι που της θάλασσας μιλεί.
(Μα πρέπει να το φτάσουμε τ' αστέρι!
τ' αστέρι να το βρούμε εμείς -
εμείς με τη ζωή μας,
το θάνατό μας
το θάνατό σου...)
Η πόλη με κρύα παλάτια της
που η επανάσταση πεινά
με το φτωχό λαό της στα όπλα
και τα κορίτσια στους δρόμους,
με τους στρατιώτες που φεύγανε
και τις γυναίκες, που κλαίγανε
στους σταθμούς -
Η πληγωμένη πόλη επόναε τη ψυχή σου.
Εκεί, στην πόλη εκείνη έζησες τη ζωή σου
και οι λίγες, μα και πολλές μας νίκες
ήταν η πίστη η βαθειά.
Μαξ, με τους νέους που πέσανε
Μαξ, έπρεπε κι εσύ να πέσεις.
(Γιατί τα νέα φτερά που σπάζουν
κι οι νέες ανδρείες που λυγίζουν
είναι η θυσία σε ό,τι γεννιέται)
Μαξ, έπρεπε
για τους χυμούς των δένδρων
τη σπορά του σίτου
την ζωή των γενεών που φτάνουν
τη λαμπρή δόξα των ιδεών
ο θάνατος ο θάνατος χιλιάδων νέων.
Για τη νίκη
των εργατικών δημοκρατιών
που 'ρθαν το νέο κόσμο να χτίσουν
πάνω στους τάφους,
έπρεπε ο ανώνυμός σου θάνατος
ο ερημικός σου ο θάνατος
ο θάνατός σου, Μαξ
τόσο φτωχός και τόσο ξεχασμένος
σ' ένα κρεβάτι του νοσοκομείου
με σύντροφο την αγωνία
και τον πικρό βαθύ σου πόνο;
Μαξ, έπρεπε
την τελευταία στιγμή
το τελευταίο βλέμμα σου να στρέψεις
γεμάτο επίπληξη
στους ζωντανούς...
Μα πέθανες καθώς η άλλη...
Συγχώρεσέ μας που επιζήσαμε.


Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Μια ιστορία του "Ολαρία Ολαρά"


Ο Νίκος Βελλιώτης (1905-1976) ήταν εκτελωνιστής, συνδικαλιστής και συγγραφέας. Έζησε και εργάστηκε στον Πειραιά. Έγραψε τη νουβέλα "Ολαρία-ολαρά" το 1948. Ακολούθησαν τα "Θαλασσοπούλια" (1955), τα "Ραγάνια" (1959), η συλλογή "Από τα σύννεφα στη γη; Από τη γη στον ήλιο ;" (1966) και τα "Μελτέμια" (1970).

Το "Ολαρία-ολαρά" είναι γνωστό σ' εμάς από το ομώνυμο εμβατηριακό τραγούδι του Σαββόπουλου, η φράση αυτή όμως δεν είναι βέβαια εφεύρημα δικό του. Ο Νίκος Σαραντάκος το 2018 ("Όταν ο Μποστ διαφήμιζε τα χρώματα Φλόου-Κοτ") εντοπίζει "ανορθόγραφη" διαφήμιση του Μποστ που αναφέρει επίσης το ποίημα:
"Άχτουνγκ! άχτουνγκ, να θυμάσαι – τα πωλούν Σωκράτους στράσε
νούμερο πενηντατρία – ας το μάθει κι η Αυστρία
ουντ τσουζάμεν Βιέννα-Ρομ εταιρεία Βερνιχρώμ
Βάφε γκουτ, ωραία βάφε – μας διατάζει η Λουφτβάφε
Πόρτες, έλικες και σκάλες – Φλόου-κοτ ις ούμπερ άλες
Ούμπερ άλες ιν ντερ βελτ – και στεγνώνουν πολύ σβελτ
Είναι εύκολος η χρήσις – κάνεις ελαφράς κινήσεις
Και δεν βγάζεις ιλαρά – Ολαρία ολαρά!"

Οι αναγνώστες του μπλογκ "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία" εντοπίζουν το γερμανικό παραδοσιακό τραγούδι "Ein Tiroler wollte jagen", από το οποίο αντλεί έμπνευση ο Σαββόπουλος, αναφέρουν επίσης το Νίκο Βελλιώτη και το βιβλίο του.






Το "Ολαρία-ολαρά" του Βελλιώτη είναι μία νουβέλα που περιγράφει τη ζωή των ανθρώπων του Πειραιά στη γερμανική κατοχή. Τις υπέροχες ξυλογραφίες του βιβλίου έχει κάνει, όπως αναφέρεται στην 4η σελίδα, η (μόλις αφιχθείσα στον Πειραιά) "Βάσσω" (Κατράκη). Είναι η δεύτερη δουλειά της στις εκδόσεις μετά το "Θυσιαστήριο της λευτεριάς" που τυπώθηκε το 1945. Ο Βελλιώτης, όπως και η Κατράκη, θα είναι φίλοι με το Νικηφόρο Βρεττάκο για πολλά χρόνια. Το βιβλίο παίρνει τον τίτλο του από ένα "τραγούδι της γερμανικής φρουράς", που "ακούγεται" στο τέλος της νουβέλας, όταν ο Μπαρμπα-Γιάννης πεθαίνει βασανισμένος από τους Γερμανούς. "Έξω, έπεφτε πυκνό τώρα χιόνι. Κι απ' το μεγάλο δρόμο αντηχούσε το τραγούδι της Γερμανικής φρουράς: - Ολαρία-ολαράαα, Ολαρία-ολαράαα", αλλά και στου Νιόνιου το τραγούδι, όχι τυχαία προφανώς, "χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας", "και το χιόνι πέφτει από ψηλά"...



Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Το παραμύθι τέλη ιουλίου 2021


Μια φορά κι έναν καιρό ή ίσως απόψε ένας άνθρωπος έζησε στο μεταίχμιο των κόσμων: το παραμύθι ξεκίνησε σε έναν κόσμο που οριστικά καταστρεφόταν αφανίζοντας με την ορμητική του αποφασιστικότητα κάθε ομορφιά, κάθε ζωή και κάθε ελπίδα. Άρχισε να τρέχει απελπισμένος να αποφύγει την αδυσώπητη ισχύ του μεγαλειώδους κατακλυσμού, όταν έξαφνα βρέθηκε σε ένα παράξενα ήρεμο σύνορο με δέντρα ψηλά κι ένα τρομερό δράκο να φυλά το πέρασμα αποτρέποντας κάθε μετάβαση στην απέναντι πλευρά. Ο δράκος φάνηκε για πρώτη ίσως φορά να νικιέται από τα τεχνάσματα του ανθρώπου του παραμυθιού ή του ονείρου και τον άφησε να ξεφύγει και να σωθεί από το καταστροφικό τέλος. Ο άνθρωπος μας ή ίσως εγώ βρέθηκε σε έναν τόπο ειρηνικό, έκανε προκοπή κι αγάπησε, απέκτησε παιδιά κι εγγόνια κι όταν στα βαθιά του γερατειά είδε έξαφνα το δράκο να τον πλησιάζει ξανά, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του και την ψυχή του γιατί ήξερε πως έπρεπε να επιστρέψει πάλι στον αδυσώπητο κατακλυσμό της απέναντι πλευράς του κόσμου. Από την επαναλαμβανόμενη ευτυχία των αιώνων να διαλέξει πια το οριστικό μεγαλείο του ολέθρου. Τέλος του ονείρου, καλημέρα σας!

***
Το χαρακτικό είναι του Χριστόφορου Κατσαδιώτη