





καταλογογράφος, ταξιθέτης ή διαθέτης της καθημερινότητας και υπηρέτης μιας τέχνης απολαυστικής και παραγνωρισμένης
Καθώς η πορεία του Πολυτεχνείου προχωρούσε πριν από μια εβδομάδα στη Σταδίου βρήκα γραμμένο σε ένα τοίχο κι άλλο σύνθημα. Όμως αυτό πολύ φοβάμαι πως δεν θα το πάρει κανείς να το κάνει ατάκα σε διαφήμιση μακαρονιών ή χριστουγεννιάτικων παιχνιδιών.
Οι δρόμοι της Μεγάλης μας πόλης μοιάζουν συχνά με μεγάλο βιβλίο και οι τοίχοι των γκρίζων σπιτιών μας με τις σελίδες του. Σε ένα σχολείο στους Αμπελόκηπους είδα προχθές αυτό το σύνθημα με τη φράση του αγαπημένου παππού.
Και είναι αλήθεια πως με τα μάτια της ψυχής ο παράδεισος μοιάζει να είναι ένα είδος βιβλιοθήκης. Το πικρόχολο σχόλιό μου: δεν ξέρω πολλές βιβλιοθήκες στην Ελλάδα που να μοιάζουν με παράδεισο...
Έχω ξαναγράψει εδώ μέσα για τον Ποιητή. Μην το ξεχνάτε: η δημοκρατία κερδίζεται, δεν χαρίζεται...
"Ο πόνος που εκφράζουμε δεν είναι παρά
η σημασία που δίνουμε στη ζωή,
επιμένοντας στην ουσία της.
Αν υπήρχε μια δύναμη να μας κρίνει,
θα μας χάιδευε πριν απ' τον ύπνο μας
τα μαλλιά, αναγνωρίζοντας πως
αγαπήσαμε το έργο της."
Νικηφόρος Βρεττάκος
1. Μετέφερα στα χέρια το γιο μου κοιμισμένο από το αυτοκίνητο στο κρεβάτι του 2. Οι φακές ζεστάθηκαν στο κατσαρολάκι 3. Το πρωί το εκδοτήριο εισιτηρίων ήταν κλειστό 4. Έξω βρέχει, μέσα μου βρέχει 5. Η τράπουλα είναι στο τραπέζι, ξεχασμένη από προχθές 6. Η κούνια τοποθετήθηκε στο δωμάτιό μας, περιμένοντας τη μπέμπα σε λίγες μέρες 7. Οι σύντροφοι πάλι συζητούσαν χθες για την ενότητα της Αριστεράς 8. Τέλειωσε το μελάνι στο στυλό: δυο γεγονότα αναβάλλονται
Όσοι άφησαν βουνά και λιμάνια για να ‘ρθουν στη Μεγάλη μας πόλη, ιδιαίτερα τα παλαιότερα χρόνια, έφεραν μαζί τους την ανάμνηση μιας χαμένης ομορφιάς και την τοποθέτησαν στους πολύβοους δρόμους, ανάμεσα στα στριμωγμένα σπίτια, για τους ανθρώπους που δεν χαιρετούν. Μάλιστα η ¨Όμορφη Γρανίτσα» ίσως να συγκέντρωνε «πατριώτες», υπηρετώντας την ανάγκη του αυτοπροσδιορισμού και της αναζήτησης δεσμών στην Πόλη όπου οι άνθρωποι δεν χαιρετούν.
Στα φωτισμένα με λάμπες φθορίου τραπέζια, στις φθαρμένες καρέκλες, πίσω από τα βρώμικα τζάμια η «Όμορφη Γρανίτσα» γερνάει, οι πελάτες της λιγοστεύουν, η ανάμνηση ξεθωριάζει, οι δεσμοί ίσως αντικαθίστανται. Μόνο η γυναίκα φοράει τα ίδια ρούχα σαν προτομή σε μια πλατεία στην όμορφη Γρανίτσα.