Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Warsaw Session II: Renovatum 1949


Είναι γυμνοί. ή μισόγυμνοι δίπλα στο παράθυρο μιας σοφίτας στη Βαρσοβία. Ίσως πριν λίγο έκαναν έρωτα. Εκείνη διαβάζει. Είναι από τις πρώτες σου εικόνες αυτού του ταξιδιού. Και είναι ένα ταξίδι με τους φίλους σου, θα μείνετε μαζί, θα περπατήσετε, θα φάτε, θα επισκεφθείτε τα μουσεία της, θα δείτε μαζί μια χώρα στο μεταίχμιο της Δύσης και της Ανατολής, μια πρώην κομμουνιστική πόλη, εξαιρετικά καθολική, μια πόλη των αντιθέσεων που ακόμη και στη μορφή της αποτυπώνει τη σύνθετη ιστορία της. Η Βαρσοβία είναι η παλιά πόλη (εν πολλοίς αποκατεστημένη), τα σοβιετικού τύπου μπλοκ κατοικιών και οι νεο-καπιταλιστικοί αυθάδεις ουρανοξύστες της. Είναι το πυκνό δίκτυο των μέσων μαζικής μεταφοράς (κυριαρχεί το τραμ), η "σεμνή" τουριστική υποδομή της, οι ψυχροί αλλά ευγενείς άνθρωποί της, η ανύπαρκτη κίνηση των λεωφόρων της, οι σούπες της, τα τεράστια πάρκα της, οι στέγες και τα παράθυρά της



 
























Σκέφτομαι κοιτώντας πάλι τις φωτογραφίες πως δεν χρειάζεται να ορίσω κάπως τι ήταν αυτό το ταξίδι, ποια είναι η Βαρσοβία. Νομίζω πως η Βαρσοβία ήταν αυτό το γύμνωμα της πρώτης φωτογραφίας. Το γύμνωμα δίπλα στο παράθυρο...

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Warsaw Session I: Δικαιούται να έχει τραίνα η Πολωνία


Ο κόσμος χωρισμένος αριστερά και δεξιά μιας τροχιάς. Πίσω μας ανατέλλει ένας κόκκινος ήλιος. Ένα τραίνο μας πάει στην Κρακοβία - τελικός προορισμός το Άουσβιτς. Είμαι σε ένα τραίνο στην Πολωνία. Δικαιούται να έχει τραίνα η Πολωνία. Με ανθρώπους που ντυμένοι ζεστά, απολαμβάνουν στα κουπέ τους τη διαδρομή. Τα πάντα ακαλαίσθητα χωριά μιας επαρχίας φεύγουν και βιαστικά εμφανίζονται καινούρια στην οθόνη. Σπίτια, αποθήκες, αυτοκίνητα, δέντρα. Λέξεις και λέξεις. Δικαιούται να έχει τραίνα η Πολωνία και τροχιές που μας πάνε στο Άουσβιτς χωρίζοντας τον κόσμο στα δύο, αριστερά και δεξιά. Πίσω μας ένα τραίνο περνάει 70 χρόνια τώρα με χιλιάδες ανθρώπους στοιβαγμένους στα κλουβιά του. Οι πιο τυχεροί είναι κοντά στο ελάχιστο παράθυρο και βλέπουν τα χωριά να ξημερώνουν, και άνθρωποι φιλούν τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους φιλούν στο στόμα και φεύγουν για τις δουλειές τους. Οι άνθρωποι του τραίνου θα ταΐσουν με το κορμί και τη ζωή τους τον αξιοθέατο προορισμό μας.

Είναι 6.20 το πρωί. Σε ένα τραίνο που έφυγε από τη Βαρσοβία. Άνθρωποι κοιμούνται στα κουπέ. Σκεπασμένοι με τα πανωφόρια τους. Ένα ζευγάρι, ακουμπισμένοι ο ένας στον άλλο, πιασμένοι χέρι με χέρι.

Δικαιούται να έχει ευτυχισμένους ανθρώπους η Πολωνία.

***
Ο πίνακας είναι του Πολωνού ζωγράφου Andrzej Wróblewski

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Σε λίγες μέρες θα είμαι στο Άουσβιτς


Σε λίγες μέρες θα είμαι στο Άουσβιτς. Θα αναμετρηθώ με τη μουσειοποίηση της φρίκης, θα οπτικοποιηθεί ό,τι διαβάζω τα τελευταία 3 χρόνια για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, θα βεβηλώσω με την περιέργεια και τη σιωπή μου το εργοστάσιο του θανάτου εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν θα είμαι τουρίστας σε αξιοθέατο της Πολωνίας, αλλά προσκυνητής. Με αυτό τον τρόπο θα κλείσει και μια περίοδος ανάγνωσης που αναζήτησε και βρήκε στη γραμματεία των στρατοπέδων το όριο της σκέψης, το όριο της απελπισίας, το όριο της ανθρώπινης κτηνωδίας.

Το Άουσβιτς δεν είναι τόπος, δεν είναι όνομα, χρόνος ή σύμβολο. Είναι πράξη, έγκλημα, το απόλυτο κακό. Ο Imre Kertesz παραλαμβάνοντας το Νόμπελ λογοτεχνίας το 2002 είπε πως «το αληθινό πρόβλημα με το Άουσβιτς είναι ότι συνέβη, και με την καλύτερη ή χειρότερη βούληση στον κόσμο, αυτό δεν μπορούμε να το αλλάξουμε στο παραμικρό». Η Annette Wieviorka λέει πως το Άουσβιτς είναι «το μεγαλύτερο νεκροταφείο του κόσμου».


 Η γραμματεία των στρατοπέδων δίνει νομίζω κορυφαία κείμενα στην παγκόσμια γραμματεία – μιλάει τη γλώσσα της ανάγκης να ειπωθούν όσα έγιναν, είναι η αμείλικτη μαρτυρία που δεν εγκλωβίζεται στη σιωπή και δεν περιορίζεται στην περιγραφή της φρίκης. Δεν έχω μπορέσει εύκολα να εξηγήσω γιατί σε αυτά τα βιβλία βρήκα ό,τι σημαντικότερο έχω διαβάσει ως τώρα. Συνήθως ακούω αντιρρήσεις, επικαλούνται φίλοι μου και άνθρωποι που εκτιμώ την ιστορία του Ισραήλ για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να μάθουν τι έγινε στα στρατόπεδα εξόντωσης. Συνήθως μου λένε «τι θες και διαβάζεις γι’ αυτά τα πράγματα». Δεν μπορώ να φύγω από αυτά πια. Υπάρχουν εικόνες και φράσεις που με δένουν. Είναι η σκηνή στο «Μαουτχάουζεν» του Καμπανέλλη: μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου και πριν φύγουν οι έγκλειστοι από εκεί, ο ήρωας ερωτεύεται μια Εβραία. Πηγαίνουν σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο. Στους τοίχους του υπάρχουν ναζιστικοί χάρτες. Σκίζουν τους χάρτες, τους απλώνουν στο πάτωμα και πάνω τους κάνουν έρωτα. Είναι τα εκατοντάδες μπουκάλια στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου μέσα στα οποία λίγο πριν πεθάνουν, πριν «φύγουν από την καμινάδα» των κρεματορίων, άνθρωποι έβαλαν μικρά σημειώματα με τα στοιχεία τους, τη ζωή τους, τη μαρτυρία του εγκλεισμού τους, το μήνυμα στους αγαπημένους τους. Στερήθηκαν τα πάντα για ένα μπουκάλι, ένα χαρτί κι ένα μολύβι και πριν πεθάνουν έγραψαν κι έθαψαν τα μπουκάλια στο έδαφος. Χρόνια μετά, τα μπουκάλια ξεθάβονται και νέες ιστορίες βγαίνουν στο φως. Είναι η πείνα στο «ανθρώπινο είδος» του Ρομπέρ Αντέλμ, η πτώση στην κατάσταση του «μουσουλμάνου», του νεκροζώντανου κρατούμενου, στο «Μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο» του Kertesz, η πυρετική αφήγηση του Χόρχε Σεμπρούν στο «Τι ωραία Κυριακή», η ανατομία του εγκλήματος από τον Λεβι και η απόγνωση του ανυπέρβλητου Ζαν Αμερυ στο «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση». Είναι η τελευταία φράση του σχεδόν «θεατρικού» «Μπάντενχαϊμ 1939» του Άπελφελντ και τόσα άλλα.


 Νομίζω πως δεν έχω διαβάσει πιο αναπάντεχη φράση από αυτή του Αντέλμ όταν περιγράφει το ταξίδι με το τραίνο για το Μπούχενβαλντ: «Το ταξίδι μας θα είναι τόσο απρόσκοπτο όσο κι ένα ταξίδι νεονύμφων. Όταν ξημερώσει, οι χωρικοί θα δουν το τραίνο μας να περνάει. Ακόμα και αν μεταμορφωθούμε σε ποντίκια, ολόκληρη πομπή ποντικιών, η ύπαιθρος θα παραμείνει ήρεμη, τα σπίτια στη θέση τους, κι ο θερμαστής θα τροφοδοτεί το λέβητα με κάρβουνο.


Ο Σλόμο Βενέτσια ήταν Εβραίος από την ιταλική εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης. 21 ετών πήγε αιχμάλωτος στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου, στο οποίο εντάχθηκε στο σώμα των sonderkommando, των ανθρώπων δηλαδή που «δούλευαν» στα κρεματόρια . Ελάχιστοι sonderkommando επέζησαν. Η μαρτυρία του στο βιβλίο «Sonderkommando: μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίων» τελειώνει με αυτές τις φράσεις: «είναι πολύ παρήγορο να γνωρίζω ότι η μαρτυρία μου δεν πέφτει στο κενό, γιατί το να μιλάω είναι τεράστια θυσία για μένα. Μου ξυπνάει ένα πόνο οξύ, που με στοιχειώνει…. Δεν κατάφερα να αποκτήσω μια φυσιολογική ζωή – να προσποιηθώ ότι όλα πάνε καλά, να πάω σαν όλους τους άλλους να διασκεδάσω αμέριμνος… Από το κρεματόριο δε βγαίνει κανείς ζωντανός».


Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Η υπογραφή του κύριου Βασίλη


Μου είπες πως δεν γράφω πια κείμενα σαν εκείνο με τα τριζόνια. Ίσως να μου είπες πως το θυμάσαι αυτό το κείμενο και πως σου είχε αρέσει. Νομίζω πως το διάβασε ένας φίλος σε μια εκπομπή του προχθές. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως εγώ πρώτα σου είπα πως δεν γράφω πια τέτοια κείμενα. Σκέφτηκα όμως πως ίσως κι εσύ να μην διαβάζεις πια τέτοια κείμενα. Για δικούς σου λόγους – συνήθως όταν είσαι ερωτευμένος δεν σε ενδιαφέρουν αυτά, σαν να αντικαθιστάς τη γραφή με τον έρωτα (για να μην πω με το πήδημα).

Τέλος πάντων. Σου είπα πάντως κάπως βαρύγδουπα είναι η αλήθεια πως εγώ γράφω και διαβάζω όπως ανασαίνω. Δεν μου είναι εύκολο, αλλά μου είναι αναγκαίο. Η γραφή και η ανάγνωση οριοθετεί την υπαρξιακή μοναξιά μου. Βέβαια είναι και συνοριοφύλακες τα κείμενά μου, δεν αποκλείουμε την επικοινωνία και φυσικά την αποδοχή. Μας αρέσει να αρέσει η ομορφιά και η αλήθεια αυτών που γράφουμε. Σταματώ εδώ, μην εκτεθώ περισσότερο.

Θα σου πω λοιπόν μια μικρή ιστορία αυτών των ημερών, από αυτές που μου αρέσουν σχεδόν όσο και η γύμνια των σωμάτων. Ο κύριος Βασίλης έρχεται συχνά στη βιβλιοθήκη. Συντάσσει αυτό τον καιρό μια βιβλιογραφία και με διασκεδάζει η αγωνία του να καταγράψει διά της αυτοψίας κάθε βιβλίο που τον ενδιαφέρει. Μου αρέσει που παρά την ηλικία του, ή που εξαιτίας του πάθους για το έργο του, αποκτά άγαρμπα αλλά με πείσμα γνώσεις και δεξιότητες για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που τον τελευταίο καιρό μοιράζει στικάκια στους φίλους και συναδέλφους βιβλιοθηκάριους στις διάφορες βιβλιοθήκες της Αθήνας που τον συνδράμουν σκανάροντας τις σελίδες τίτλου των βιβλίων. «Κοίτα μην χάσεις τα στικάκια σαν τον Βενιζέλο» τον πειράζω. Ξέχασα να σου πω πως είναι από την Πόλη, πως μια φορά, πρόσφατα, που γύρισε από ένα ταξίδι του εκεί, με έφερε και λουκούμια από τα «Τρία Αστέρια» στο Πέραν. Ο τρόπος που μιλάει, κοιτάζει, κινείται και προσανατολίζεται μου θυμίζει απόλυτα την «Πολίτικη Κουζίνα», το φιλμ του Μπουλμέτη.

Προχθές σε μια στροφή της κουβέντας, μας είπε κάπως ντροπαλά πως την υπογραφή του την εμπνεύστηκε από τους μιναρέδες της Πόλης. Σκέψου λίγο τι τον έδιωξε από την πόλη που γεννήθηκε, σκέψου πως ό,τι κάνει από τότε είναι γι’ αυτήν, τα βιβλία του είναι γι’ αυτήν. Σκέψου πού περιφέρει την υπογραφή του, σε εφορείες, ταμεία, τράπεζες, αστυνομικά τμήματα, δημόσιες υπηρεσίες και αφήνει πάνω σε χαρτιά ζωγραφισμένους τους μιναρέδες της παιδικής του ηλικίας. Νομίζω πως ο κύριος Βασίλης κουβαλάει την Κωνσταντινούπολη μαζί του.

Ένας λόγος που γράφω είναι γιατί με τις μικρές μου ιστορίες συγκρατώ τις ζωές των ανθρώπων μέσα μου πριν τις τελειώσει ο χρόνος. Φτιάχνω φωτογραφίες με λέξεις κάπως. Κι ως βιβλιοθηκάριος, τις αρχειοθετώ.


Ένα τελευταίο: τι ωραίο να μπορείς να συνοψίσεις τη ζωή ενός ανθρώπου σε μια φράση: «εμπνεύστηκε την υπογραφή του από τους μιναρέδες της Πόλης, από την οποία ουσιαστικά ποτέ δεν διώχθηκε»

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Οι ζημιές της Κατοχής στα ελληνικά σχολεία


Η ιστορία είναι αρκετά γνωστή σχετικά με τις καταγραφές που παραγγέλθηκαν και διενεργήθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας ήδη από το 1943 για τις ζημιές και κλοπές αρχαιοτήτων που έγιναν στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας κατά τη γερμανική, ιταλική και βουλγαρική Κατοχή. Τόσο η Φωτεινή Κωνσταντοπούλου στο "Βήμα" (27/10/1996), όσο και οι δημοσιογράφοι Θανάσης Αργυράκης και Αντώνης Καρατζαφέρης στον "Τύπο της Κυριακής" (8/4/2012) έχουν αναφερθεί σε όσα περιλαμβάνει η τριπλή έκθεση που φαίνεται να ολοκληρώθηκε και να παραδόθηκε το 1946, αναφέροντας εντυπωσιακά στοιχεία από τις λεηλασίες κυρίως των "αρχαιολατρών Γερμανών".

Ανάλογη όμως καταγραφή, την ίδια εποχή, έχει γίνει από το Υπουργείο Παιδείας και τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του και για τις ζημιές που έγιναν στα ελληνικά σχολεία από τις γερμανικές, ιταλικές και βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής. Η καταγραφή αυτή δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Οι "πίνακες προξενηθεισών ζημιών εις τα σχολεία του ελληνικού κράτους" δεν φαίνεται να είναι "έκδοση" του Υπουργείου, δεδομένου ότι στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι δακτυλογραφημένοι, ενώ οι πρώτες σελίδες είναι χειρόγραφες. Πρόκειται μάλλον για υπηρεσιακό προϊόν που ίσως έχει γραφτεί σε κάποια λίγα αντίτυπα. Οι τρεις τόμοι (100 με 200 σελίδες ο καθένας) εισήχθησαν στη Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών το 1949, άγνωστο με ποιο τρόπο.


Οι καταγραφές, όπως μπορεί κανείς να διακρίνει περιλαμβάνουν ζημιές στα κτίρια και στα έπιπλα όλων των σχολείων της χώρας που προκλήθηκαν από επίταξη, λεηλασία ή πυρκαγιά από τις δυνάμεις κατοχής και αποτιμώνται σε δραχμές του 1940. Στον 1ο πίνακα του τόμου που αφορά τη γερμανική κατοχή το συνολικό ποσό της αποτίμησης των ζημιών φτάνει τα 464.156.000  δραχμές.



Το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 1945 συνέρχεται και συνεδριάζει στο Παρίσι διάσκεψη για τις γερμανικές επανορθώσεις. Τις χώρες τους εκπροσωπούν υπηρεσιακοί εμπειρογνώμονες. Στο συνέδριο συμμετέχουν 18 χώρες (δεν συμμετέχουν η Σοβιετική Ένωση, η Πολωνία και η Γερμανία), οι οποίες συζητούν για την κατανομή των ποσοστών επί των γερμανικών επανορθώσεων. Η διάσκεψη ολοκληρώνει τις εργασίες της και υπογράφεται η συμφωνία για τις γερμανικές επανορθώσεις στις 14 Ιανουαρίου 1946. Η Ελλάδα, όπως ανέφερε ο  επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας Αθ. Σμπαρούνης, "πήγε στη διάσκεψη απροετοίμαστη" Από τον Ιούλιο ως τον Οκτώβριο του 1946 συνέρχεται στο Παρίσι το Συνέδριο Ειρήνης, στο οποίο οι επανορθώσεις τίθενται πάλι υπό διαπραγμάτευση. Η Ελλάδα δέχεται έντονες πιέσεις από τις ΗΠΑ προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τις απαιτήσεις της. Το ελληνικό επανορθωτικό υπόμνημα υπολόγισε το ύψος των επανορθώσεων που ζητούνται από Γερμανία, Ιταλία και Βουλγαρία στα 15.753.578.000 δολάρια του 1938. Οι απαιτήσεις κατανέμονταν ως εξής: 60,9% Γερμανία, 33,6% Ιταλία, 5,5% Βουλγαρία). Οι επανορθώσεις που αποφασίστηκαν και δόθηκαν από την Ιταλία και τη Βουλγαρία ήταν πολύ μικρότερες από τις απαιτήσεις της Ελλάδας (βλ. "Οι επανορθώσεις και το γερμανικό κατοχικό δάνειο"/Τάσος Μ. Ηλιαδάκης. Αθήνα: Πελασγός, 2012). Ακολούθησαν οι συνθήκες ειρήνης με την Ιταλία και τη Βουλγαρία, οι διακανονισμοί των οφειλόμενων επανορθώσεων από αυτές και η συνδιάσκεψη του Λονδίνου (1952) για τα γερμανικά εξωτερικά χρέη



Δεν γνωρίζω αν και πότε αξιοποιήθηκαν σε όλη την πορεία των ελληνικών διεκδικήσεων οι εν λόγω πίνακες ζημιών στα σχολεία του ελληνικού κράτους. Αποτελούν ωστόσο μια ενδεικτική αποτύπωση των πληγών που άφησε πίσω του ο μεγάλος πόλεμος στην Ελλάδα.




Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Η Krotkie στις βιβλιοθήκες

της Krotkaya*


Φίλε μου Βιβλιοθηκάριε, 

φοβάμαι πως θα σε απογοητεύσω. Αν και διαβάζω μανιωδώς, η σχέση μου με τις βιβλιοθήκες είναι μάλλον κακή. Σκέψου, πως μέχρι που έφυγα από την Ελλάδα, στα 25, είχα πάει σε βιβλιοθήκη δυο ή τρεις φορές στη ζωή μου.
Θες επειδή αντιλαμβάνομαι τη σχέση μου με το βιβλίο και τη ανάγνωση ως καθαρά προσωπική, θες επειδή οι βιβλιοθήκες στην Ελλάδα ήταν δυσεύρετες κι όχι ιδιαίτερα ελκυστικές, θες επειδή στις βιβλιοθήκες απαγορεύεται το κάπνισμα, δεν αποτέλεσαν ποτέ επιλογή μου. Θυμάμαι τη βιβλιοθήκη της Σχολής μου, βαρετή, μικρή, φτωχή. Θυμάμαι βέβαια και τη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στη Σίνα. Αυτή ήταν όντως εντυπωσιακή. Το ίδιο το κτήριο της Σχολής είναι ένα ποίημα: βρίσκεσαι στο κέντρο της Αθήνας, σπρώχνεις τη βαριά σιδερένια πόρτα του κήπου -και ξαφνικά βρίσκεσαι σε έναν άλλο κόσμο, βγαλμένο από τα βιβλία της Τζέην Ώστεν! Χαλικόστρωτες αλέες, παρτέρια με νεραντζιές (ήταν άνοιξη όταν πρωτοπήγα και μοσχοβόλαγε ο τόπος) και στο κέντρο ένα λευκό νεοκλασικό που άστραφτε στον ήλιο. Μπήκα μέσα και με εντυπωσίασαν δυο πράγματα: η σύγχρονη οργάνωση της βιβλιοθήκης και οι πολύ αυστηροί και βλοσυροί βιβλιοθηκάριοι. Το κτήριο σε καλωσόριζε, αυτοί σαν να σε έδιωχναν -αυτοί και τα εξωφρενικά ποσά που έπρεπε να πληρώσεις για να βγάλεις φωτοτυπίες.


Και μετά πήγα στο Στρασβούργο και έπρεπε να κάνω μια σοβαρή μεταπτυχιακή εργασία και η βιβλιογραφία που χρειαζόμουν αριθμούσε πολλές σελίδες πανάκριβων βιβλίων. Η αναγκαστική λύση λοιπόν, ήταν η BNUS! Η Εθνική Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη βρίσκεται στην πλατεία Δημοκρατίας (place de la République),  η οποία κατασκευάστηκε από τους Γερμανούς το 1880 (η Αλσατία τότε ανήκε στη Γερμανία) και ονομαζόταν Keiserplatz. Το 1919, η Αλσατία επανέρχεται στους Γάλλους που την ονομάζουν place de la République και όταν την Αλσατία επανακατέλαβε η Ναζιστική Γερμανία, η πλατεία ξαναμετονομάστηκε σε Bismarckplatz. Μέσα σε πέντε γραμμές και τρεις μετονομασίες, η ουσία της νεώτερης ευρωπαϊκής ιστορίας. Αλλά ξεφεύγω από το θέμα μου, το 'χω αυτό, όπως ξέρεις!


Τα κτήρια της πλατείας αυτής είναι αντιπροσωπευτικά της καλλιτεχνικής αντίληψης της εποχής, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στην αρχιτεκτονική. Το λέω αυτό για να δείξω το δέος που ένιωσα μπροστά στα σκαλιά της BNUS, της τεράστιας και επιβλητικής πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης. Μην έχοντας και σπουδαία εμπειρία από βιβλιοθήκες και καθώς το κτήριο ήταν θηριωδώς μεγάλο, την πρώτη φορά που πήγα, χάθηκα, έφαγα κάνα μισάωρο για να βρω την πτέρυγα της σύγχρονης ιστορίας και μετά άλλο ένα μισάωρο όταν έψαχνα τις τουαλέτες, ένα εικοσάλεπτο ψάχνοντας την αίθουσα με τα φωτοτυπικά. Μολονότι υπήρχε η δυνατότητα να δανειστείς βιβλία (αν και όχι όλα), τελικά προτιμούσα να διαβάζω επί τόπου. Στην εξεταστική μάλιστα, έπαιρνα τις σημειώσεις μου και πήγαινα να διαβάσω εκεί -ένας λόγος βέβαια ήταν και ο καύσωνας, και στη βιβλιοθήκη έκανε δροσιά. Ένας άλλος λόγος ήταν πως στη βιβλιοθήκη δεν είχα κανένα περισπασμό, μπορούσα να συγκεντρωθώ βαθειά, σε σημείο που να χάνω την αίσθηση του χρόνου. Με επανέφερε βέβαια η επιθυμία του τσιγάρου, αλλά και αυτό όχι ιδιαίτερα συχνά.

Θυμάμαι τους τοίχους γεμάτους ράφια ως το ταβάνι, τον παράδεισο των χιλιάδων βιβλίων, ανάμεσα στα οποία φιγουράριζαν και αιρετικοί τίτλοι, τα χαμόγελα των βιβλιοθηκάριων και... το ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης. Για μένα ήταν αποκάλυψη το γεγονός ότι μπορούσες από το σπίτι σου να ελέγξεις αν τα βιβλία που έψαχνες υπήρχαν στη βιβλιοθήκη, αν ήταν διαθέσιμα και σε κάθε περίπτωση να κάνεις κράτηση.

Η BNUS ήταν μια πολύχρωμη βιβλιοθήκη, αυτή είναι αίσθηση που έχω κρατήσει 12 χρόνια αργότερα. Τα ράφια ήταν χρωματιστά, τα βιβλία επίσης, αλλά και οι άνθρωποι που διάβαζαν. Μερικές φορές, έχανα τη συγκέντρωσή μου, ή έκανα διάλειμμα, παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου. Ήταν άνθρωποι διαφόρων ηλικιών, σίγουρα όχι μόνο φοιτητές, διαφόρων αποχρώσεων, τάξεων, αντιλήψεων και στυλ. Η παλέτα της ποικιλίας δεν εκτεινόταν μόνο στα ράφια με τα βιβλία, αλλά και στους ανθρώπους.


Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, έτυχε να μπω στη βιβλιοθήκη του Trinity College  στην Ιρλανδία. Σε αυτή την περίπτωση, το δέος δεν προέρχεται από την αρχιτεκτονική του κτηρίου (άλλο ύφος το γερμανικό, άλλο το ιρλανδικό), αλλά από το γεγονός ότι ξέρεις πως μπαίνεις μέσα σε μια βιβλιοθήκη που φτιάχτηκε στα τέλη του 16ου αι.. Τα ξύλινα πατώματα και τα ράφια τρίζουν από το βάρος των αιώνων, και ο εντυπωσιασμός του επισκέπτη μεγεθύνεται μπροστά στο Book of Kells  που δεσπόζει στην είσοδο: έχεις μπροστά σου ένα χειρόγραφο του 9ου αι, ασχέτως αν πρόκειται για ένα θρησκευτικό βιβλίο στα λατινικά.
Από την άλλη είναι ενοχλητικό το γεγονός ότι η βιβλιοθήκη είναι προσβάσιμη μόνο για το προσωπικό και τους φοιτητές του Πανεπιστημίου και πως οι υπόλοιποι άνθρωποι μπορούν να επισκεφτούν μόνο ένα μέρος της και μάλιστα πληρώνοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο αντίτιμο.
Μετά βέβαια, βγαίνεις έξω, σε έναν άλλο κήπο που μοιάζει επίσης βγαλμένος από βιβλία της Τζέην Ώστεν. Ένα άλλο πολύχρωμο πλήθος διαβάζει ή κάνει πικνικ στα γρασίδια, όλα είναι πολύ δυτικοευρωπαϊκά, πολύ campus-like, κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι ποιος είναι τελικά ο ρόλος ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος και μιας βιβλιοθήκης, πόσο λάθος από κάθε άποψη είναι το να είναι προσβάσιμο μόνο από μια ελίτ, πόσο η ταξικότητα της κοινωνίας στην έχει στημένη στα πιο απίθανα και υπεράνω υποψίας μέρη.
Και πόσο υπέροχο, όσο και ουτοπικό, είναι αυτό που εσύ θεωρείς σωστό: μια ορθάνοιχτη στην κοινωνία βιβλιοθήκη του Trinity College, στην οποία όλοι, μα όλοι θα μπορούν να χαζέψουν τις σελίδες του Book of Kells και όλων των άλλων πολύτιμων συγγραμμάτων, να τα μυρίσουν, να τα ξεφυλλίσουν, να τα μελετήσουν και τελικά να τα έχουν οικειοποιηθεί όταν θα τα τοποθετούν πίσω στα ράφια τους.
***
H Krotkaya είναι φίλη μου. Ζει κι εργάζεται στις Βρυξέλλες (στο Βρυξελοχώρι, όπως το λέει). Την ευχαριστώ πολύ που ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου να γράψει για τις βιβλιοθήκες που γνώρισε.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

"Να καλλιεργήσωσι δύο βλαστούς, εκεί που πρότερον ηύξανε μόνον εις"


Έφυγε ενθουσιασμένη που το βρήκε.  Είναι μια "γεωπονική χημεία" του 1847 "προς χρήσιν των δημοτικών σχολείων". Τυπώθηκε στην Κέρκυρα για λογαριασμό της Ιονίου Κυβερνήσεως. "Γεωπονική" γιατί επιδιώκει "όπως χρησιμεύση υπέρ της προόδου της γεωργίας εν γένει". Στο εισαγωγικό σημείωμα για τους δημοδιδάσκαλους του Ιονίου ο μεταφραστής γράφει: "η παρέχουσα τους καρπούς γη πρέπει να κατασταθή γονιμοτέρα, εάν θέλωμεν να προφθάσωμεν τας ανάγκας του αυξάνοντος της πατρίδος ημών πληθυσμού". Άλλο ήθελα βέβαια να πω, αλλά παρασυρόμενος στην ανάγνωση καταφεύγω σε αναπόφευκτες συγκρίσεις: φαίνεται να γίνεται απτή η σημασία της γνώσης όταν συνδέεται με την άμεση ανάγκη εφαρμογής της. Είναι μια αρετή κάποιων σχολικών βιβλίων του παρελθόντος αυτή, που νομίζω πως δεν υπάρχει σήμερα. Ο σκοπός της γνώσης είναι τόσο άμεσος που λειτουργεί ως σχεδόν αυταπόδεικτο κίνητρο.


Είναι αστείο όμως: το βιβλίο ήταν άκοπο 168 χρόνια. Μια 80χρονη χημικός-ερευνήτρια το διάβασε σήμερα πρώτη φορά στη βιβλιοθήκη. Πόσο χαρούμενη έφυγε.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Το νόημα δίχως στίγμα: Τρία ταξίδια

της Μύριαμ Κλαπή*

Martha’s Vineyard Island: Όλοι εδώ μιλούσαν τη Νοηματική.


Ένα ζεστό μεσημέρι του 1978 οδηγώντας μπροστά σε έναν αγροτικό δρόμο ο Γκέιλ Χάτινγκτον  έδειχνε στη Νόρα Γρόους το παλιό σπίτι του Τζεντιντάια, γείτονα του και καλού ανθρώπου κατά τα λεγόμενα του. Της έδειχνε τα μέρη του με το κύρος τουριστικού οδηγού. Ο Τζεντιντάια, συνέχισε ο Γκέιλ, παρότι είχε χάσει το ένα του χέρι ήταν σχεδόν πλούσιος από το αγρόκτημα και το ψάρεμα όπως και ο αδελφός του. Ήταν και κωφάλαλοι, πρόσθεσε. Η Νόρα αναρωτήθηκε πώς μπορεί να έτυχε και τα 2 αδέρφια να ήταν ταυτόχρονα κωφά. Ατύχημα ή αρρώστια; Ο Γκέιλ αποκρίθηκε πως ίσως ήταν κληρονομικό. Στις αρχές του 1900, όπως θυμάται, υπήρχαν τουλάχιστον 7 κωφοί κάτοικοι στο χωριό των 250 ανθρώπων. Εξαιρετικά μεγάλος αριθμός αν σκεφτεί κανείς το ποσοστό (σήμερα το γνωστό ποσοστό προγλωσσικής κώφωσης είναι 0.1% του πληθυσμού (Lane ).

Σε μια από τις επόμενες επισκέψεις της στο Νησί Martha’s Vineyard, η Νόρα κάθισε με τον Γκέιλ για να καταγράψουν τα γενεαλογικά δέντρα της μικρής πόλης του Chilmark. Καθώς μιλούσαν ο Γκέιλ θυμήθηκε άλλους τέσσερις κωφούς από τα παιδικά του χρόνια. Η Νόρα σε αυτό το σημείο ρώτησε τον Γκέιλ πώς έβλεπαν οι κάτοικοι του Chilmark τους κωφούς.
«Α» απάντησε ο Γκέιλ «δεν σκέφτονταν τίποτα για αυτούς, ήταν όπως όλοι οι υπόλοιποι»
«Και πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους; Έγραφαν αυτά που ήθελαν να πουν;»
«Όχι» απάντησε ο Γκέιλ έκπληκτος σαν να τον ρωτούσε το αυτονόητο. «Βλέπεις, όλοι εδώ μιλούσαν τη Νοηματική»
«Εννοείς οι οικογένειες των κωφών και το στενό τους περιβάλλον;»
«Φυσικά, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι. Κι εγώ την χρησιμοποιούσα, κι η μάνα μου και όλοι μας».

Ο τελευταίος κωφός του νησιού πέθανε το 1953. Υπολογίζεται ότι από τα τέλη του 18ου εως και τα μέσα του 20ου αιώνα η νοηματική του νησιού άνθισε καθώς τα ποσοστά της κώφωσης ήταν αρκετά υψηλότερα από ότι σε άλλες περιοχές των ΗΠΑ. Καθώς το ποσοστό στην Αμερική ήταν 1 κωφό άτομο στα 5728, στο Νησί έξω από την Μασσαχουσσέτη η συχνότητα ήταν 1 στους 155. Απότέλεσμα ήταν να εξελιχθεί μια ασυνήθιστη κοινωνιογλωσσολογικά κατάσταση, καθώς η κώφωση δεν εμπόδιζε κανέναν να συμμετέχει κανονικά σε όλες τις περιστάσεις της κοινωνικής ζωής. Ακούοντες και κωφοί, παιδιά και ενήλικες την κατείχαν και όπως περιγράφει χαρακτηριστικά η Nora Groce «το να ξέρεις να νοηματίζεις ήταν σαν να ξέρεις γαλλικά»

Al-Sayyid Bedouin Sign Language


Το βιβλίο της Nora Groce : Everyone Here Spoke Sign Language: Hereditary Deafness on Martha's Vineyard (1985) υπήρξε το έναυσμα για να ερευνηθούν κι άλλες περιοχές με παρόμοια κοινωνιογλωσσολογική σύσταση.  Για παράδειγμα μια μικρή κοινότητα Βεδουίνων και η «The Al-Sayyid Bedouin Sign Language» αποτελεί ένα σύγχρονο παράδειγμα.  Η ABSL είναι μια νοηματική γλώσσα που χρησιμοποιείται από 150 κωφούς της φυλής και πολλούς από τους περίπου 3000 ακούοντες εδώ και 70 χρόνια. Δεν υπάρχει στιγματισμός ή κάποια ιδιαίτερη κουλτούρα Κωφών στην κοινότητα. Το 2004 υπήρχαν 3000 μέλη στην εν λόγω κοινότητα. Οι ρίζες της φυλής βρίσκονται στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν μια ντόπια ενώθηκε με έναν Αιγύπτιο. Δύο από τα παιδιά τους έφεραν ένα γονίδιο που σχετίζεται με την προγλωσσική κώφωση. Τα τελευταία 70 χρόνια μια Νοηματική γλώσσα δημιουργήθηκε φυσικά, χωρίς καμία επιρροή ή ανάμειξη άλλων παραγόντων. Το γεγονός ότι πρόκειται για μια τόσο νέα γλώσσα, κέντρισε το ενδιαφέρον των γλωσσολόγων με τον σκοπό να αποκαλυφθούν περισσότερα σχετικά με την δημιουργία και εξέλιξη της γλώσσας εν γένει. (Για περισσότερες πληροφορίες: Kisch, Shifra. 2000. ‘Deaf discourse’: Social construction of deafness in a Bedouin community in the Negev. MA thesis, Tel Aviv University.)

Παρόμοιες περιπτώσεις έχουν σημειωθεί σε χωριά του Μπαλί και του Μεξικού (Kata Kolok/ Mayan Sign Language) και αποτελούν σημεία αναφοράς στον χώρο της κοινωνιογλωσσολογικής έρευνας των νοηματικών γλωσσών.

Ελλάδα: Το μυστήριο της Αμοργού


Στην Ελλάδα έχουν υπάρξει αναφορές για μια ενδεχόμενη παλαιότερη παρόμοια κοινωνιογλωσσολογική κατάσταση στο νησί της Αμοργού. Μέχρι στιγμής κανείς δεν είχε ψάξει το ενδεχόμενο. Ωστόσο, στο ντοκυμαντέρ «Πάρβας: Άγονη Γραμμή» του Γεράσιμου Ρήγα, παρουσιάζονται 2 κωφές αδελφές μοδίστρες ως συχνές θαμώνες του κεντρικού καφενείου. Οι υπόλοιποι θαμώνες και η κόρη του ιδιοκτήτη νοημάτιζαν και συνεννοούνταν άνετα μαζί τους. Από την κοινότητα των Κωφών στην Αθήνα, και από προσωπικές συνομιλίες μαζί τους, φαίνεται να επιβεβαιώνεται η φήμη του αυξημένου πληθυσμού κωφών στο Νησί. Ο δάσκαλος της Ελληνικής Νοηματικής Νίκος Γαλάνης μου είπε χαρακτηριστικά πως «ναι στην Αμοργό λέγεται ότι υπήρξαν κωφοί αλλά πως δεν πιστεύει ότι χρησιμοποιούσαν μια συστηματική γλώσσα, και ότι δεν υπάρχουν αποδέιξεις, εκείνοι οι άνθρωποι ήταν αγράμματοι». 

Σε προσωπική συνομιλία με δημοτικό σύμβουλο της Αμοργού, που θυμάται την δεκαετία του ‘50 ως παιδί, μου αποκάλυψε ότι υπήρχαν γύρω στους 7-8 κωφούς στο χωριό. Κανείς δεν είχε πρόβλημα μαζί τους και ήταν ενταγμένοι κανονικά σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες του χωριού. 

Το περασμένο καλοκαίρι έστειλα τον φίλο μου Διονύση που παραθέρισε στο νησί να γνωρίσει τις 2 κωφές αδελφές και να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες. Από την συνάντηση δυστυχώς δεν προέκυψε κάτι καινούργιο. Υπήρχαν ωστόσο άλλα 2 κωφά παιδιά με τα οποία οι 2 αδελφές μπορούσαν να συνεννοηθούν με μεγάλη ευκολία. Στα παιδικά τους χρόνια έπεφταν συχνά θύματα καζούρας από άλλα παιδιά. Μάλιστα, στην μια αδελφή είχαν κόψει την κοτσίδα για να την κοροϊδέψουν.

Αξιοσημείωτες βέβαια είναι οι αναφορές σε ξένη βιβλιογραφία σχετικά με αυξημένο ποσοστό άλαλων γυναικών στην Αμοργό ( βλέπε: The staff of Oedipus της Mary Rose, εκδ. Ann Arbor : The University of Michigan Press, 2003 μεταξύ άλλων) και ωστόσο καμία επιβεβαίωση από τους γηραιότερους κατοίκους του νησιού. 

Για να κλείσω, θα αναφέρω εδώ ένα τελευταίο περιστατικό που διαδραματίστηκε στην Αμοργό την δεκαετία του ‘80. Σε μια τυχαία αναζήτηση βρήκα το παρακάτω όμορφο απόσπασμα από το μπλογκ του Rolf Gross:

“Twice in 1982 and 1985 we tried to walk along the old monopati to Aigiali, a village in the distant north of Amorgos. The path vanished in the thorny macchia and we soon got hopelessly lost. Somewhere we came upon a ghosttown - another Minoan maze, grass growing in its streets, tumbled-down houses exposing their cisterns full of green water, a million of croaking frogs, no one but a single dog who led us to his master, who was just pulling up his pants.... He had crammed his golden sheep into the basement of one of houses. The good man put on his tire-sandals and, jumping from rock to rock, led us back to the road and the Khora....(1982). Now there is a road and a bus to Aigiali and, you can always rent a car.

This shepherd, who was rumored to be a deviant with his sheep, is no more. But on our last visit (2005) we met an even more charming "homeless" on the way to Aigiali. From the Chora the road climbs high into the lonely mountains and there, by the side of the road stood a strange hooded figure carrying a bag with bread and a cheese on a stick over his left shoulder, waving at us. He had long, unkempt gray hair, a matching, wild beard and was dressed in an old, tattered jacket - below which he was bare: beautiful shaped thighs, a pendulous penis dangling between them.... It all happened so suddenly, that I could not get my camera out, and maybe in this case the imagination delivers a better picture than any photo could. - King Minos himself ! - We met him once more very close to the Chora. The villagers are well aware of his existence and tolerate him, as I found out a few days later: "O, you have met Saint Gerasimos," laughed a man in Katapola. "He is a deaf-mute. Why should we have him locked up in an institution? He is harmless." Once again it occured to me, that only the Greeks have for millenia considered the deranged sacred creatures. They are the voices of the Gods.”

Εύχομαι μόνο στο επόμενο ταξίδι μου να προλάβω να γνωρίσω τον Άγιο Γεράσιμο και τις δυο συμπαθείς αδελφές.
***
*"η Μύριαμ Κλαπή μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι υποψήφια διδάκτωρ γλωσσολογίας (Universität Göttingen) και ερευνά την Ιστορία της Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας. Σπούδασε Γερμανική Φιλολογία στο Καποδιστριακό Παν. Αθηνών και συνέχισε με Master στην Γλωσσολογία στο Humboldt Universität του Βερολίνου. Ζει και ερευνά στο Βερολίνο τα τελευταία 4 χρόνια. Για το διδακτορικό της έχει δεχθεί υποτροφία από Max Planck Institute for the History of Science. Μια μέρα ήρθε στη βιβλιοθήκη που εργάζομαι και προσπάθησα να τη βοηθήσω στην έρευνά της. Ως αντάλλαγμα... της ζήτησα ένα κείμενο, το οποίο ήρθε ένα χρόνο μετά (!!!) και βέβαια πολύ την ευχαριστώ γι' αυτό!