Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Η αποσοβιετοποίηση της αμφισβήτησης

Πριν από χρόνια μια συνάδελφος ρώτησε την προϊσταμένη της:

- Κυρία Άννα, αύριο δουλεύουμε;
- Γιατί,…. Τι είναι αύριο;
- Καλέ κυρία Άννα… αύριο… γιορτάζει το Πανεπιστήμιο…..

Ήταν 16 Νοεμβρίου και βέβαια την επομένη δεν γιόρταζε το Καποδιστριακό… Τα χρόνια πέρασαν. Προχθές την είδα στο Σύνταγμα. Είδα βέβαια πολύ κόσμο εκεί. Αυτές τις μέρες έχεις αντιληφθεί την αμηχανία μου. Οι περισσότεροι διαδικτυακοί φίλοι μου, αν δεν στηρίζουν διακριτικά τους «αγανακτισμένους» (Τσαλαπετεινός), γράφουν κείμενα γεμάτα νεανικό ενθουσιασμό (Χάππυ) ή στοχαστικό συναισθηματισμό (Silent)- για να μιλήσω εντελώς ενδεικτικά – και εγώ στέκομαι σαν τον γκρινιάρη του Muppet Show, στην άκρη και έξω να κρίνω κείμενα ή να προβλέπω καταστάσεις.

Έπρεπε λοιπόν να πάω.

Μην με χαρακτηρίσεις συντηρητικό, ρεφορμιστή, μικροαστό (πες το σιγά, μην το ακούσω), αλλά τόσα χρόνια που κατεβαίνω σε πορείες ποτέ δεν φώναξα (ακόμα και αν κατά περίπτωση το πίστευα εν μέρει): «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή». Βυθίστηκα λοιπόν μόνος και σιωπηλός χθες στο τεράστιο αγανακτισμένο πλήθος: γυναίκες, άντρες, οικογένειες με παιδιά και μωρά στο μάρσιπο, κυρίες του κομμωτηρίου, κουρασμένους 50ηδες, ένα κοστουμαρισμένο κύριο της καθαρευούσης (μάλλον από λάθος), φρίκουλα, antiglobal τυπάκια, αναρχικούς, αντιεξουσιαστές ανταρσύες, συριζίτες, ποδηλάτες, ένα ξυλοπόδαρο, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Υπάρχουν όντως «ορεινοί» και «πεδινοί», στα «ορεινά» οι αντικομματικοί, στην καρδιά της πλατείας οι πολιτικοποιημένοι. Οι πρώτοι πιο «εξωστρεφείς», οι δεύτεροι οργανωτικοί. Στο επάνω διάζωμα λοιπόν ξαφνικά ξεκινούσε ένα σφύριγμα και όλοι μεταλλάσσονταν, σήκωναν τα χέρια και ρυθμικά μούντζωναν τη Βουλή φωνάζοντας «κλέφτες, κλέφτες», «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή». Αγριεύτηκα, ξαφνιάστηκα, τρόμαξα. Το Σύνταγμα αυτές τις μέρες περισσότερο από εικόνα είναι ήχος: ένα ακατάπαυστο βουητό.


                                               
Τι έγινε λοιπόν; Ξέμεινα στα μετόπισθεν της Επανάστασης, ή τα συνθήματα είναι φούσκες και βεγγαλικά; Θα ήταν εύκολη η απαξίωση, αν το πράγμα είχε ξεφουσκώσει. Ακόμη και αν το Σάββατο τα πράγματα ήταν πεσμένα λόγω του Champions League, την Κυριακή η Πλατεία ξεχείλιζε στην Αμαλίας, την Πανεπιστημίου, την Ερμού, τη Σταδίου, τη Μητροπόλεως με πυκνά ποτάμια εισόδου και εξόδου που δεν στέρευαν στιγμή μέχρι τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν μετάνιωσαν οι περισσότεροι με ό,τι κυβερνητικό υποστήριζαν και ψήφιζαν τόσα χρόνια, δεν ρώτησα βέβαια ποιους εννοούν κλέφτες, δεν θέλω να φανταστώ τι θα αντικαθιστούσε την καμένη Βουλή με το κόκκινο φωτάκι, δεν ρώτησα, αλλά δεν ξέρω αν θα μου απαντούσε κανείς. Σκέφτηκα διάφορα, δεν αγχώθηκα να σκεφτώ, ήμουν παρατηρητής, τρεις ώρες άκουγα, μύριζα, κοιτούσα, προσπαθούσα να νοιώσω τον παλμό της Πλατείας. Σκέφτηκα λοιπόν πως αυτό το πράγμα έχει χαρακτηριστικά όχλου, αλλά ο όχλος δεν προτρέπει την καταστροφή, τη διαπράττει. Ίσως να είναι μια ομαδική ψυχοθεραπεία, αλλά τα προβλήματά μας δεν είναι πρωτίστως ψυχολογικά. Επομένως η Αριστερά τι έρχεται να βρει σε αυτή την ιστορία; Να μπολιάσει με τις ιδέες της μια εν δυνάμει εξέγερση; Να συναντήσει εκεί στο δρόμο, στην πλατεία, όσους της γύρισαν την πλάτη τόσα χρόνια;
                                      

Αμήχανα ερωτήματα από αυτά που θρέφουν τους διανοητές. Τώρα δεν υπάρχει χώρος και χρόνος γι’ αυτά. Τώρα πρέπει να μπεις στο Κίνημα. Να το κατευθύνεις, να το απελευθερώσεις από τα συντηρητικά δεσμά του, να το υπηρετήσεις για να πετύχεις την ανατροπή αυτής της άθλιας κυβέρνησης και της πολιτικής της που ξεπουλάει τη χώρα και υποθηκεύει αιώνια το μέλλον της. Στην εξαιρετική «ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους: 1830-1974» του Βασίλη Ραφαηλίδη, υπάρχει μια μικρή αναφορά στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ) που επιβλήθηκε μετά την ήττα του φαύλου πολέμου του 1897, την υποχρέωση αποζημιώσεων στην Τουρκία, την δανειοδότηση με επαχθέστατους όρους από τους «συμμάχους» μας και την οικονομική κατοχή τους που επιβλήθηκε προκειμένου να αποπληρωθεί. Λέει λοιπόν ο Ραφαηλίδης: … «Οι παλιότεροι θα θυμούνται μια κορδέλα που υπήρχε πάνω στο κουτί με τα σπίρτα που έγραφε ΔΟΕ. Αυτή η τρομερή κορδέλα – σήμα κατατεθέν της ελληνικής σοβινιστικής μωρίας, υπήρχε και μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.». Η αντιστοιχία με το ΔΝΤ είναι εύκολη, όμως η σήμανση αυτής της νέας Κατοχής είναι πολύ διακριτική: λέγεται «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας», «αποσοβιετοποίηση της ελληνικής οικονομίας», είναι σχεδόν αόρατη. Είναι τόσο αόρατη που οι «Αγανακτισμένοι» του Συντάγματος δεν ασχολούνται με αυτή.


Λοιπόν να τελειώνουμε: αγανακτισμένοι συμπολίτες μου προτιμώ να μετατρέψω την οργή μου σε σταθερή αμφισβήτηση. Την εκδηλώνω και θα την εκδηλώνω ελπίζω πάντα. Είμαι αλληλέγγυος στον Αγώνα σας, είναι και δικός μου αγώνας και όλων μας. Είμαι αλληλέγγυος και στους εργαζόμενους της ΔΕΗ που θα δώσουν την επόμενη μάχη για να μην αποσοβιετοποιηθεί και η ενέργεια….

(Είμαι σίγουρος πως δεν έχετε ανάγκη τη γκρίνια μου- και όπως «κακοηθέστατα» πράγματι έγραψαν προχθές στην «Αυγή» ο Τσέκερης και ο Κυρίτσης: «όποιος χαλιέται με 50.000 απολίτικους στο Σύνταγμα, ας μαζέψει 50.000 πολιτικοποιημένους»)

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Η νέα ανωνυμία και τα κόμματα

Η νέα ανωνυμία αναφέρει τους ανθρώπους μόνο με βάση την ηλικία και το επάγγελμα ή την εθνικότητά τους. Ανάλογα με το θέμα που διαπραγματεύεται, ο δημόσιος λόγος (κυρίως μιντιακός) δεν επιφυλάσσει βέβαια την ίδια αντιμετώπιση στα εθνικά, σεξουαλικά, θρησκευτικά ή επαγγελματικά χαρακτηριστικά των επωνύμων πολιτικών (για παράδειγμα...). Έτσι δημιουργείται μια περίεργη ασυλία στα πρόσωπα με ονοματεπώνυμη δημόσια παρουσία και αντίστροφα εκμηδενίζεται η προσωπικότητα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της στους ανώνυμους που περιστασιακά αποκτούν μια δημοσιότητα.
Το φαινόμενο βλέπω πως εύκολα υιοθετείται και από το δημόσιο λόγο μη μιντιακής προέλευσης. Στην πρόσκληση για «ειρηνικές» διαδηλώσεις «χωρίς πλακάτ» στο Σύνταγμα υπάρχει η αναφορά «ΕΜΕΙΣ* δηλώνουμε ειρηνικά την αγανάκτησή μας κατά της κρίσης. Κατά όλων αυτών που μας οδήγησαν σε αυτό το σημείο» ενώ πολλοί, ίσως οι περισσότεροι φαίνεται να υιοθετούν τις αναφορές εναντίον των κομμάτων. Αυτή η γενικόλογη αναφορά υπηρετεί αυτή τη νέα ανωνυμία.

Έχω την πεποίθηση ότι αυτή η αναφορά είναι επί τούτου ρηχή και ασαφής, αλλά μπορώ νομίζω να υποθέσω πως εννοεί τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Είναι πασίδηλο πως θα είχε άλλο βάρος στη διαδήλωση μια τέτοια αναφορά. Όπως, χαριτολογώντας, θα είχε άλλο βάρος αν λέγαμε:
- ο 73χρονος αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης
- ο 75χρονος πρώην πρωθυπουργός και βομβιστής
- η ηλικιωμένη (59 ετών) πρώην αγωνίστρια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και νυν Επίτροπος Αλιείας
- ο υπερήλικας (82 ετών) Πρόεδρος της Δημοκρατίας


Οι διακρίσεις αυτές δεν είναι ούτε αθώες, ούτε τυχαίες και δεν υπηρετούν μόνο ένα τρόπο σκέψης χωρίς αιχμές, φιλήσυχο και καταπραϋντικό. Αν η 60χρονη που έπεσε θύμα ληστείας αποκαλείται «ηλικιωμένη» στα δελτία ειδήσεων, γιατί δεν αποκαλείται έτσι και η Μαρία Δαμανάκη, για να μην πούμε για τον Κάρολο Παπούλια; Γιατί όσα υπονοούνται με την αναφορά της ηλικίας σε έναν «ανώνυμο» (λαϊκή προέλευση, ασημαντότητα, αδυναμία κτλ) δεν πρέπει να υπονοούνται και στον «επώνυμο» (γεροντοκρατία, αδυναμία, νοητική διαταραχή κτλ)…


* Πρέπει να παραδεχτώ πια πως ΕΜΕΙΣ που διαδηλώνουμε (και) τις άλλες φορές διαδηλώνουμε πολεμικά την αγανάκτησή μας και σε αυτό διαφέρουμε από τους… ειρηνικούς του Συντάγματος….

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Το βέλος

(στον γιο μου που γιορτάζει σήμερα)

Καμιά φορά
όταν στον ουρανό τεντώνεται το ουράνιο
τόξο
είσαι το βέλος του
που εκτοξεύεται στο άπειρο

*****
(Με αφορμή ένα ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς που διάβασα στο βιβλίο του "Κατάσταση Πολιορκίας" εκδ. Μαΐστρος. Λέει: "Μόνοι, είμαστε μόνοι ως το μεδούλι, εκτός μονάχα από τις επισκέψεις ενός ουράνιου τόξου")
****
η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Bruce Davidson

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Γράμμα στο Νιόνιο για τα παιδιά που χάθηκαν

Αγαπητέ Νιόνιο,
Είχαμε κάτσει στο τραπέζι χθες το βράδυ σύμπασα η οικογένεια, όταν είπα συνθηματικά στη γυναίκα μου:
- ο Νιόνιος είπε κάτι βλακείες σήμερα
- ποιος είναι ο Νιόνιος μπαμπά; (πετάχτηκε ο γιος μου)
- ... ένας συνάδελφος στη δουλειά (απάντησε η γυναίκα μου)

Ξέρεις Νιόνιο ήταν στα τέταρτα γενέθλιά του, όταν γυρνώντας από τη δουλειά του έφερα δώρο το "περιβόλι του τρελού". Τα μάτια του έλαμψαν όταν έσκισε το περιτύλιγμα. Τον κάθισα σε μια πολυθρόνα και έβαλα το CD να παίζει. Δεν κουνήθηκε ρούπι, ούτε στιγμή, ξέρεις. Τα κάνει κάτι τέτοια ο μπαγάσας. Τα ήξερε βέβαια τα τραγούδια σου - μια κασέτα στο αυτοκίνητο έπαιζε συχνά κάποια από αυτά, κάποια άλλα του τα λέγαμε σαν νανούρισμα. Μάλιστα με μια έμμονη αγωνία μου ζητούσε να του πω την ιστορία "για τα παιδιά που χάθηκαν" ("και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές..."). "Πού χάθηκαν τα παιδάκια μπαμπά"; με ρωτούσε...

Νιόνιο δεν χρειάζεται να ζητήσεις συγγνώμη γι' αυτά που είπες χθες: "Πρώτον, να απομακρυνθούν όλοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας και να πάνε – ας το βρουν οι πολιτικοί, τι τους πληρώνουμε – εγώ θα έλεγα να τους πηγαίνανε σε αραιοκατοικημένα νησιά του Αιγαίου, όπου κατοικείται ένα μικρό μόνο μέρος του νησιού, το υπόλοιπο είναι ελεύθερο. Εκεί, λοιπόν, να καλλιεργήσουν τη γη και να ζήσουν με τη βοήθεια του ΟΗΕ, γιατί μόνοι μας δεν μπορούμε, έως ότου αποφασίσει και μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να φτιάξει μία πολιτική πάνω στο θέμα των μεταναστών. Δεν μπορεί η Αθήνα να είναι η χωματερή όλων αυτών των ανθρώπων"... "Η Αθήνα στις πλατείες της δείχνει την πληγή της. Ας καθαρίσουμε λοιπόν αυτή την πληγή. Έχουμε τους τοξικομανείς. Πρέπει να μεταφερθούν, δεν ξέρω πάλι που, ας το βρούνε οι πολιτικοί μας, πάντως σε μέρος όπου δεν θα είναι εύκολη η πρόσβαση των εμπόρων".

Δεν χρειάζεται να ζητήσεις συγγνώμη. Φρόντισα να τα κρύψω απ' το γιο μου, αλλά ξέρεις... τα στερνά τιμούν τα πρώτα Νιόνιο.

Ένας 37χρονος πατέρας

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Η μητριά πατρίδα και τα αδιέξοδα της γραφής

Όταν φτάνει σε αδιέξοδα η γραφή εδώ μέσα, στέκεται για λίγο αμήχανη, αναζητά μια διαφυγή πριν αποφασίσει να γυρίσει πίσω και να ψάξει άλλη κατεύθυνση. Παλεύω να αγκιστρωθώ απ’ την Άνοιξη γύρω μου, όμως συχνά η πραγματικότητα δεν με αφήνει. Όχι η προσωπική, αλλά η κοινωνική και πολιτική που την περιέχει. Δεν είναι ίσως αδιέξοδη η πραγματικότητα, όμως οι βεβαιότητες και οι δυνάμεις για να την υπερβείς ή να την ανατρέψεις είναι ακόμα ελλιπείς- τουλάχιστον όσο ο χαρακτήρας τους είναι προσωπικός.



Στη «Μητριά πατρίδα» ο Μιχάλης Γκανάς (εκδ. Μελάνι) αφηγείται με τον διφορούμενο ποιητικό και ελλειμματικό τρόπο της μνήμης την προσωπική και οικογενειακή του ιστορία ανάμεσα σε δυο πατρίδες, τη μητριά Ουγγαρία που συμπεριφέρθηκε σαν μάνα και τη μητέρα Ελλάδα που τον αντιμετώπισε σαν μητριά. Αφηγείται κάπου την εξής ιστορία:
… «Κάθε Σάββατο πηγαίνουμε στον κινηματογράφο, στο μεγάλο κτίριο που τρώμε. Μαζευόμαστε στην πλατεία και περιμένουμε να μας ανοίξουν. Βλέπουμε πολεμικά και είμαστε όλοι με τους Ρώσους. Σε μια ταινία είδαμε τον Χίτλερ στο γραφείο του, με στρατηγούς, πήγαινε πέρα δώθε νευριασμένος. Στάθηκε απότομα μπροστά σε μια μεγάλη υδρόγειο σφαίρα και τη στριφογύρισε με δύναμη. Το παιδί δίπλα μου αρπάχτηκε απ’ το κάθισμα. «Θα πέσουμε» μουρμούρισε. Φοβήθηκα. Δεν έγινε τίποτα»…

Αν δεν ήταν μια ημερολογιακή καταγραφή θα έλεγες πως σχολιάζει τη δύναμη του Μέσου αυτή η ιστορία. Οικεία πράγματα: αυτά που δείχνει η οθόνη είναι αυτά που γίνονται; Αντίστροφα: αυτά που γίνονται στην πραγματικότητα είναι αυτά που δείχνει η οθόνη; Βέβαια ο Γκανάς είναι διαφημιστής της ποίησης και ποιητής τη διαφήμισης. Όλα να τα περιμένεις…


Μοιάζει αντίστροφα λίγο με τους Γαλάτες του γνωστού χωριού που τίποτα δεν τους φοβίζει. Μόνο μην πέσει ο ουρανός στα κεφάλια τους. Ο φόβος αυτός κάποτε παραλίγο να διαλύσει το μύθο της νικηφόρας αντίστασης στους Ρωμαίους.

Είτε πέσουμε εμείς απ’ τη γη, είτε ο ουρανός πάνω μας νομίζω πως δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως όλα αυτά δεν είναι παρά ιστορίες που γράφουν τα βιβλία και διηγούνται οι οθόνες. Εμείς ευτυχώς έχουμε να πολεμήσουμε πιο εύκολα πράγματα: να παραμείνουμε άνθρωποι.


(αφιερωμένο στη Ρενάτα)

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

καληνύχτα αδέρφια

...... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .......... ..... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ............... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .......... 61 πρόσφυγες από τη Λιβύη, ανάμεσά τους γυναίκες και βρέφη, πέθαναν από ασιτία ο ένας μετά τον άλλο αβοήθητοι, μεσοπέλαγα ...... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ........... Δίχως καύσιμα το πλοιάριο που τους μετέφερε προς τις ευρωπαϊκές ακτές παράδερνε στη Μεσόγειο από τις 25Μαρτίου και επί 16 ολόκληρες ημέρες χωρίς να γίνει καμία προσπάθεια διάσωσης. . .................. .......... .......... ..... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ............... .............. Ο Αμπού Κερκ είναι ένας από τους εννέα που επέζησαν. Έπινε τα ούρα του και έτρωγε από δύο οδοντόπαστες. . .................. .......... .......... ..... .............. ΝΑΤΟ......... ... ..... ........... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .................. ελικόπτερα ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. αεροπλανοφόρο .......... ...................... ........... .. ............... . .................. .......... ............... ..............."Έγκλημα".




Σκέφτομαι: η θάλασσα που τους πήρε, κάποτε έλουζε φτωχά καλοκαίρια γεμάτα όνειρα, δικά τους όνειρα. Η ίδια θάλασσα που φέτος θα ξεπλύνει τα δικά μας. Με το αίμα τους.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

To τριζόνι και τα ανοιξιάτικα απογεύματα

«τρι και τρι και τρι και τρι
τι γλυκειά που είναι η ζωή…»*

Τα ανοιξιάτικα απογεύματα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ακροβατούν στην τεντωμένη μελαγχολία της μετάβασης: από εποχή σε εποχή, από μέρα σε νύχτα, από παιδί σε ενήλικο. Φωτίζουν με ένα υπόγειο τρόπο τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους, ίσως γιατί προσθέτουν μακρόστενες σκιές στα τοπία των αποτυχιών τους. Τελοσπάντων η γραφή είναι ένα φίδι που σέρνεται στα χόρτα και τις πέτρες, άλλοτε κρύβεται και άλλοτε επιτίθεται για να αρπάξει την τροφή της: να καταβροχθίσει πραγματικότητα παραλύοντάς την με φαντασία. Από αυτούς τους «κινδύνους» με προφυλάσσει η καθημερινότητα με τις μικρές χαρές και τις μικρές λύπες της, που καμιά φορά νοιώθω πως είναι τα κουκούτσια της ύπαρξής μας.


Ξέρω ανθρώπους που δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν την ευτυχία τους όταν την απέκτησαν και άλλους που με πείσμα αντιστέκονται στο θάνατο που τους σημαδεύει. Άλλους που νομίζουν πως η ζωή τους χαρίζεται και άλλους πως τους χρωστάει. Ελάχιστους που «παίρνουν τη ζωή όπως τους έρχεται»**, πολλούς που κυκλοφορούν με πινακίδα κυκλοφορίας την «ευαισθησία» τους ή τα παιδικά τους χρόνια (εγωπαθείς αηδίες αμφότερες). Ξέρω μια γυναίκα που έχασε το στήθος της, μια άλλη που επέστρεψε ένα αγέννητο παιδί στην ανυπαρξία, μια τρίτη που έχασε τη δουλειά της. Μια γριά που μεγαλώνει μόνη την εγγονή της και ένα παιδί που η ζωή το πλούτισε μονάχα με ατυχίες.

Σε αυτή τη γειτονιά, όπως σε όλο τον κόσμο νομίζω, άνθρωποι γεννιούνται και άνθρωποι πεθαίνουν. Άλλοι ευτυχούν και άλλοι τρελαίνονται. Ένοικοι εμφανίζονται καινούριοι φέρνοντας τα υπάρχοντα τους και άλλοι αποχωρούν αφήνοντας πάντα κάτι που περίσσεψε πίσω. Έτσι στα πεζοδρόμιά μας συναντούνται προς στιγμήν όσοι αποχωρούν και όσοι προσέρχονται ανταλλάσσοντας τα εισιτήρια των προσδοκιών τους.

Η κυρά Ευθυμία (σκληρή και κοφτερή στην γλώσσα, μαύρη στην ψυχή και ανακατώστρα) κάποτε ειρωνεύτηκε τον Αντώνη της Λισσαβώς που τρελάθηκε στο στρατό. Ο τρελός της γειτονιάς μας ποτέ δεν έφυγε από ‘δω, ακίνδυνος κυκλοφορούσε ανάμεσα μας, τον πειράζαμε, μας πείραζε, αγαπούσε τα παιδιά και εκείνα με παράδοξη συνενοχή τον είχαν δικό τους. Η Ευθυμία γρήγορα φάνηκε πως πλήρωσε την κουβέντα της (λένε). Κάποια στιγμή ο άντρας της κατάπεσε πριν την ώρα του από μια εκφυλιστική ασθένεια νευρολογικής φύσεως που στο τέλος τον έκανε φυτό και τον φύτεψε. Λίγο καιρό μετά το θάνατο του πατέρα η γειτονιά άρχισε να συζητάει τα συμπτώματα του μεγάλου γιου της που αφού χώρισε από τη γυναίκα του πέθανε και αυτός από την ίδια ασθένεια.

Πριν από λίγες μέρες πέθανε από τα ίδια και ο δεύτερος Είχε αρχίσει να χάνει βάρος τους τελευταίους μήνες, παράτησε το ταξί και κυκλοφορούσε μισόγυμνος και λερός στους δρόμους. Μετεωριζόταν από το μπαλκόνι του ώρες περπατώντας γύρω-γύρω σαν εκκρεμές που ροκανίζει το χρόνο του. Τον βρήκαν πεσμένο μπροστά στη μπαλκονόπορτα μετά από μια βδομάδα. Ένας γείτονας παρατήρησε πως στην πόρτα του διαμερίσματος είχαν συσσωρευτεί αχρησιμοποίητες σακούλες με φαγητό που του έφερναν δωρεάν τα δυο ψητοπωλεία της γειτονιάς που τον είχαν έγνοια τι θα τρώει. Ειδοποίησε την αστυνομία και τον μάζεψαν. Το σπίτι μένει ανοίκιαστο.

Θα σε πάρω από ‘δω να σε πάω λίγα μέτρα πιο πέρα. Η μικρή μας εκείνες τις μέρες κάπου στο σπίτι βρήκε ένα μελανοδοχείο, το άδειασε πάνω της και κάτω στο πάτωμα και παραξενεμένη τη βρήκαμε να κοιτάζει τις μπλε παλάμες της, τα μπλε της ρούχα τα μπλε παπούτσια, τα μπλε πλακάκια της κουζίνας, τον μπλε τοίχο του οφίς, τη μπλε μπανιέρα που την πλέναμε γελώντας ασυγκράτητα από την απελπισία μας. Μια άλλη μέρα ασκούμασταν στο ρέψιμο με τον γιο μου προσπαθώντας να διδάξουμε την ανεπίδεκτη μαμά τις τεχνικές για κρουστό ήχο και μακρά διάρκεια. Μέχρι που κάποια στιγμή ακούστηκε ένα μικρό αλλά σαφές «γκρρ» από τη μικρή, που σαφώς διεκδικούσε μερίδιο στην καφρίλα μας. Την ξεκαρδιστική επιδοκιμασία μας και την έκπληξή μας συνόδεψε ικανοποιημένη από το επίτευγμα με επαναλαμβανόμενα «μπάβοοο» που απηύθυνε μεγαλοψύχως στον εαυτό της.

Τη μέρα που πέθανε ο Παπάζογλου οι μεγάλοι του σπιτιού ήμασταν βαρείς, κατηφείς, θυμωμένοι. Έβαλα ένα CD τα βράδυ που τρώγαμε στην κουζίνα κι αρχίσαμε να ακούμε σιωπηλοί τα τραγούδια του – τα παιδιά κάπως συναινούσαν στη θλίψη μας. Κάποια στιγμή κοιταχτήκαμε με την κυρά μου σηκωθήκαμε και αρχίσαμε να χορεύουμε δακρυσμένοι. Σηκώθηκαν και τα σπόρια, και άρχισαν τα γέλια και οι τσαχπινιές και τα τσαλίμια και οι ματιές μας φωτίστηκαν και πολλά τραγούδια μετά εξαντλημένοι και ευτυχείς σκορπίσαμε στα κρεβάτια μας.

Καταλαβαίνεις τις ραφές αυτού του κειμένου, το ξέρω. Αν θες ξήλωσέ το και φτιάξε άλλο σχέδιο. Τα πανάκια είναι αυτών των ημερών. Είναι στιγμές και στίγματα που σε ορίζουν στο χάρτη της ζωής σου. Που είναι μία εξάλλου.

«τι γλυκειά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι…» *


*****

* από το "τριζόνι" του Οδυσσέα Ελύτη

** παράφραση από την "Εχεμύθεια" του Ανδρέα Εμπειρίκου

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

η κυρία Λούλα



Πριν λίγες μέρες έμαθα πως πέθανε η γριά που έμενε στην αποπάνω γειτονιά της μεγάλης μας πόλης. Έμενε μόνη της μ’ ένα άγριο σκυλί σε μια παλιά, φθαρμένη και «ενοχλητικά» για την περιοχή μας απεριποίητη μονοκατοικία. Ακόμη και στα παράθυρα, θολά απ’ τον καπνό κάποιας σόμπας προφανώς, δεν κρέμονταν κουρτίνες, και τα εξώφυλλα πάντα ανοιχτά έχασκαν απεγνωσμένα χειμώνα-καλοκαίρι, μέρα και νύχτα. Μια μικρή τσιμεντένια αυλή συνόδευε την εγκατάλειψη άδεια και από το ελάχιστο φυτό ή λουλούδι. Καμιά φορά μονάχα κάποιο μεσοφόρι μπορεί να ανέμιζε κρεμασμένο απ’ το σκοινί, πασχίζοντας ίσως να στεγνώσει.

Κάτι σ’ έδιωχνε πάντα όταν περνούσες έξω απ’ αυτό το σπίτι και δεν ήταν τόσο το σκυλί που λυσσομανούσε στο παράθυρο βρίζοντας κάθε ξένο, ούτε η ξέπνοη μορφή της αχτένιστης γυναίκας που σαν φάντασμα έβλεπες να περιφέρεται μισόγυμνη μέσα του. Ίσως ούτε και αυτή η ανάμεικτη οσμή της κλεισούρας, των ούρων και της αιθάλης που σε χτυπούσε σαν σφυρί όταν πλησίαζες. Κάθε εποχή και ώρα κραύγαζε τη μοναξιά των ενοίκων του. Όχι γιατί η γριά γυναίκα ήταν κουφή. Η τηλεόραση άστραφτε μέσα του άλλους κόσμους φαντασμένους και βρόνταγε δελτία ειδήσεων και διαφημίσεις και παλιές ελληνικές ταινίες.

Σκεφτόμουν πολλές φορές περνώντας απέξω πως η μοναξιά είναι εκκωφαντική, μυρίζει άσχημα, προκαλεί το βλέμμα μας με τη φθαρμένη γύμνια της. Πως αγκιστρώνεται στις αισθήσεις μας και απομυζά τη συνείδησή μας σαν τσιμπούρι ενοχλητικό και αιμοβόρο.

Η κυρία Λούλα λοιπόν πέθανε. Μέρες τώρα το σπίτι της μένει απορημένο και σιωπηλό. Η τηλεόραση ούτε αστράφτει, ούτε βροντά. Και περισσότερο εκκωφαντική από τη μοναξιά διαπιστώνω πια πως είναι η απουσία. Τώρα τίποτα δεν σχολιάζει δηκτικά τη νοικοκυρεμένη ζωή των περιοίκων, τίποτα δεν αγκιστρώνεται στις αισθήσεις των περαστικών. Ούτε γαβγίζει κανένα σκυλί – και δεν ξέρει κανείς αλήθεια τι απέγινε. Αν το πήρε κάποιος ή αν περιφέρεται μαζί με τη γριά στους εφιάλτες μας γαβγίζοντας θυμωμένο.

*****

στη φωτογραφία το χωριό Άγιος Πέτρος της Κυνουρίας προχθές 26 Απρίλη - πρωί

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

...αδυνατώντας να ευχηθώ "καλή ανάσταση"

Νομίζω πως η ποίηση αυτές τις μέρες φωτίζει σαν κερί τη ζωή μας- δεν εννοώ με αυτό πως τη βοηθάει να δει ή τη ζεσταίνει, αλλά πως εισβάλλει στις σκιές της, το φόβο, το θάνατο. Δεν ξέρω τι ψάχνει. Αλλά πως έστω για λίγο δείχνει το πρόσωπο του αναπόφευκτου δίνοντάς του μια όψη πιο παρηγορητική, καμιά φορά συμπαθητική.

Θεωρώ τον "Πόρφυρα" του Σολωμού ένα από τα πιο ωραία ελληνικά ποιήματα. Μην προσδοκώντας βέβαια καμία "ζωή του μέλλοντος αιώνος", τον φέρνω εδώ αδυνατώντας να ευχηθώ "καλή ανάσταση". Ό,τι ζούμε νομίζω φωτίζει το φόβο, μας βοηθάει να δούμε, μας ζεσταίνει. Και είναι αναπόφευκτα αρκετό.




«Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,

π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα

κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη

κι εκεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.

Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου

κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ‘βγει.

(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα!).

Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τα μάγια πόχεις,

ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,

καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.

Δεν το ‘λπιζα να ‘ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!

Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,

ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ‘μαι γυρισμένος

με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου!».

Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.

Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες

και του σφιχτόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις.

Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.


Aλλ’ απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου

κι αλιά, μακριά ‘ναι το σπαθί, μακριά ‘ναι το τουφέκι!

Kοντά ‘ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου•

αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε

κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,

κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,

έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τες δύναμές του,

της φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,

οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,

ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,

την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.

Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:

Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.


Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,

όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης,

άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα


****

η εικόνα είναι "σπουδή γυμνού νέου" του Γεώργιου Ιακωβίδη (1853 - 1932)

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Το άδειο μαντήλι (1948-2011)

..."Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμ' ο λυγμός του. Είμαι ένας δείπνος μυστικός, δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός, κι είμ' αδερφός του"

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Βρίσκω την ποίηση παντού

Δεν ξέρω αν μπορώ να στο εξηγήσω. Μερικές φορές με κατακλύζει η ποίηση. Και η ψυχή μου στομώνει. Ας πούμε, εδώ: σε ένα λήμμα του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού "Ήλιος" που αναφέρεται στην έννοια "έθνος".

Ή εδώ: σε ένα βιβλίο με τίτλο "το πετύμενον νινβίτ" που εκδόθηκε από Έλληνες στο Ροστόβ-Δον το 1931. Κακή η ποιότητα της έκδοσης, φτηνό χαρτί, με εικονογράφηση όμως. Κάποια ελληνάκια των Ποντίων ονειρεύτηκαν διαβάζοντάς το. Λέγεται "μαρμαρόκολλα" και χρωματίζει το μέσα των βιβλίων. Τη φτιάχνουν οι βιβλιοδέτες. Δες εδώ, σε ένα βιβλίο γαλλικό αλλά "a Londres" του 1772:


Ένα χαρακτικό σε ένα βιβλίο παλιό, μια γαλλική μετάφραση ενός"πλαστού" Δον Κιχώτη που κυκλοφόρησε το 1614 στα ισπανικά ως έργο κάποιου Αλόνσο Φερνάντεθ ντε Αβεγιανέδα, και με τον οποίο τα "έβαλε" άσχημα ο Θερβάντες στον δεύτερο τόμο του Δον Κιχώτη του που κυκλοφόρησε το 1615...



Θα ήθελα μερικές φορές να καβαλάω τη ζωή και να την αφήνω να με πηγαίνει μακρυά από την πραγματικότητα και τη φαντασία...

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Ο Χριστός σταυρώνεται ξανά και ξανά...

Επιτρέπω κάποιες μικρές (παρα)πολιτικές εμπάθειες σε μένα εδώ μέσα...

Μου προκαλεί γέλια το γελοίο του πράγματος, όταν κάποιος "εκπεσών" πολιτικός ανήρ επικαλείται τη μοίρα του Χριστού ευελπιστώντας στην... ανάστασή του.


Ο Αλέκος Αλαβάνος πριν από ενάμιση χρόνο είχε δηλώσει σχετικά με την πορεία του από τον ΣΥΝ στο ΣΥΡΙΖΑ: ..." Για μένα έγινε το αντίθετο από τον Δάντη, όπου από το καθαρτήριο πας στον παράδεισο. Εγώ από τον παράδεισο της ηγεσίας πήγα στο καθαρτήριο. Μου δόθηκε όμως η δυνατότητα, στο διάστημα αυτό, να καταλάβω ότι υπάρχει ένας κόσμος με ανησυχίες, με ερωτηματικά, με κριτικές από τον οποίο είχα τις αποστάσεις μου όχι από σνομπισμό, δεν είναι τέτοια η αντίληψή μου, πες από φόρτο εργασίας. Ηρθε λοιπόν ένας σύντροφος του ΣΥΡΙΖΑ και μου είπε: «αυτό που χρειαζόσουν για να πας ακόμα πιο πέρα ήταν να ταπεινωθείς»". Χθες ο Παναγιώτης Ψωμιάδης αντιμετωπίζοντας την καταδίκη του σε 12μηνη φυλάκιση με τριετή αναστολή δήλωσε (σε πολλούς και εκτός των άλλων): «Εγώ περνάω το δικό μου Γολγοθά. Ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Να είστε βέβαιος και εγώ θα αναστηθώ». Έχω την αίσθηση πως η πολλή ηγεσία βλάπτει σοβαρά το πολιτικό ήθος. Θα πρόσθετα επίσης πως συχνά δεν... "κολακεύει" αυτούς που τη φορούν.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Τα υλικά μιας νέας εποχής


Η γραφή είναι βέβαια αντιγραφή. Κατά κανόνα της πραγματικότητας. Αλλά με το δικό σου γραφικό χαρακτήρα.


Οι μέρες αυτές είναι περίεργες. Για όλους μας. Μέχρι και πριν από μερικούς μήνες θεωρούσα πως πιο ενδιαφέροντα είναι αυτά που γράφω ή διαβάζω (οι αντιγραφές της πραγματικότητας από τους άλλους), παρά όσα διαδραματίζονταν γύρω μου. Διέκρινα σχεδόν παντού μια περιφερόμενη υπεροψία, ένα ντελίριο παράλογης αισιοδοξίας. Ο τελευταίος χρόνος όμως μας έριξε όλες τις γάτες στο ίδιο τσουβάλι και από ‘κει στη θάλασσα.


Και άλλαξε αυτό το βλέμμα το κυρίαρχο. Όχι απαραίτητα σε κάτι πιο επίμονα ελπιδοφόρο ή δυναμικό. Σήμερα ξέρω πως η ζωή γύρω μου με ξεπερνάει σε φαντασία. Ένα χρόνο τώρα χάνονται όσα όριζαν την κοινωνία μας ως ευημερούσα, όσα τροφοδοτούσαν την ελπίδα για ένα «ακόμη καλύτερο αύριο». Ο κόσμος όλος αλλάζει και εμείς γινόμαστε σιγά-σιγά η… προνομιούχα γενιά που θα ζήσει άλλη μια καμπή της ιστορίας. Εμείς που δεν ζήσαμε ποτέ Χούντα ή Κατοχή – ή μήπως όχι;


Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που θα ήθελα να σχολιάσω, να αμφισβητήσω, να καυτηριάσω, να χλευάσω. Χιλιάδες. Να ενώσω τη φωνή μου με όσες φωνές σχεδόν μαρτυρικά επιδίδονται στην ανάδειξη της άλλης πλευράς των πραγμάτων. Όσοι έχετε διαβάσει Μπαλζάκ θα έχετε κρατήσει στη μνήμη ίσως την εικόνα των ξεπεσμένων μεγαλοαστών αρχόντων του, οι οποίοι ζούσαν με δανεικά και κατέρρεαν όταν αυτά εξαντλούνταν. Μοιάζουν τόσο πολύ με την εποχή μας. Υποστηρίζω μια άποψη που λέει πως δεν έχουν βουλιάξει όλοι γύρω μου στην απόγνωση γιατί υπάρχει ακόμη οικονομικό λίπος. Τρεφόμαστε με όσα αποθηκεύσαμε στην καμπούρα μας. Αντίστοιχα υπάρχει και το κοινωνικό λίπος που αναβάλλει την κοινωνική έκρηξη, τη σφαγή. Και πολιτικό λίπος υπάρχει (εδώ δεν αναφέρομαι στον Πάγκαλο) και συγκρατεί την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, το κάνει να μοιάζει αμήχανο ακόμη.


Θα έχει ενδιαφέρον που θα ζήσουμε ό,τι επακολουθήσει όταν το λίπος τελειώσει.


Δεν πρόκειται να αλλάξω το βλέμμα μου. Δεν θα γίνω κυνικός. Δεν θεωρώ πως τα πράγματα λόγω της επικείμενης καταστροφής θα αποκτήσουν το πραγματικό τους μέγεθος ή θα ισορροπήσουν σε μια ρεαλιστική και ηθική τάξη. Με ενδιαφέρουν τα θύματα και οι θύτες αυτής της ιστορίας.



(Αν καμιά φορά δεν φαίνομαι «πολιτικός» σ’ αυτά που γράφω εδώ μέσα, είναι γιατί πια όλο και πιο συχνά η γραφή μου γίνεται αντιγραφή όχι της πραγματικότητας, αλλά της μνήμης μου. Είναι σαν να ξεδιαλέγω τα υλικά της νέας εποχής)

*****

Οι φωτογραφίες είναι απ΄τα γραφεία της Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων "ΑΘΗΝΑ 2004" 3 μήνες μετά τη λήξη των Αγώνων.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι στην Κερατέα


«Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Κι όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε.»


Δ. Σολωμός.


**********

Μια φίλη από την Κερατέα μου είπε προχθές πως δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα δει τον συνταξιούχο αστυνομικό πατέρα της να διαδηλώνει φωνάζοντας συνθήματα κατά των "μπάτσων". "Τον είδα στις ειδήσεις - τι ανατροπή στην ηλικία του…". Προσπάθησα να της πω πως αυτό είναι ελπιδοφόρο…

Η Κερατέα επιμένει με κάθε τρόπο:

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Οι δρόμοι της πόλης όταν τους διασχίζω πεζός

Οι δρόμοι της πόλης όταν τους διασχίζω πεζός μου φαίνονται σαν σκηνικά μιας μεγάλης παράστασης. Βραδινής. Οι ηθοποιοί δεν συναντιούνται, δεν αλλάζουν κουβέντα. Καμιά φορά μονάχα επιστρέφουν κάποιο βλέμμα πλήρες ελλειμμάτων. Ο καθένας υποκρίνεται τη ζωή του απορροφημένος από τη σημασία της. Σ’ αυτή τη σκηνή που βαδίζω πεζός σπρώχνοντας ένα καρότσι με ένα μωρό, είμαι πρωταγωνιστής εγώ βέβαια. Και αφηγητής ταυτόχρονα του έργου του μυαλού μου. Καμιά φορά σταματώ στη μέση ενός δρόμου μιας λαϊκής συνοικίας και τραγουδώ ή χορεύω, αλλά μονάχα στη φαντασία μου. Να πω επίσης – για τη ακρίβεια της περιγραφής, πως το έργο δεν έχει θεατές. Δεν πρόλαβαν, δεν ήξεραν, δεν ξέρω γιατί και πάλι το θέατρο είναι άδειο – αν υπάρχει θέατρο… και δεν είναι όλα μια σκηνή.

Μπορώ να σας πω για κάποιες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στη σημερινή παράσταση. Καταρχάς μια γυναίκα καταφανώς κουρασμένη και ταλαιπωρημένη κρατώντας ένα δελτίο λοταρίας στάθηκε αρκετά λεπτά ακίνητη έξω από ένα πρατήριο του ΟΠΑΠ κοιτώντας μια οθόνη που κάτι μάλλον θα ανακοίνωνε. Το βλέμμα της μολαταύτα ήταν άδειο από ελπίδα ή προσμονή. Ένας ιδρωμένος πιτσιρίκος γυρνούσε με τη μαμά του από το πάρκο με μια μπάλα του μπάσκετ στα χέρια του. Ένα λογιστικό γραφείο έκλεινε, εκείνος αρχειοθετούσε κάποια χαρτιά σε φακέλους. Εκείνη πότισε ένα λουλούδι. Μια μυρωδιά μαγειρεμένου φαγητού πλανήθηκε στο χώρο «κι απάνω μου σταμάτησε σαν κάτι να ζητούσε». Με αναμφισβήτητη βεβαιότητα θα έλεγα πως επρόκειτο για κρέας κοκκινιστό στην κατσαρόλα- συνοδεία τηγανιτής πατάτας, που κάποια γυναίκα προφανώς πικραμένη μαγείρευε. Κάποιος φώναζε, τσακωνόταν, ίσως να φορούσε φανέλα με τιράντες, κανείς δεν ξέρει, γιατί απλά τον ακούγαμε από τον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας και δεν εμφανίστηκε μπροστά μας. Δυο νέοι άντρες γελώντας πέρασαν δίπλα μου. Ο γιος μου έκανε αριθμητική με τη γυναίκα μου στην κουζίνα, όταν επέστρεψα.


Εγώ; Τι εννοείτε; Α, κατάλαβα: ποιος ήταν ο ρόλος μου σήμερα. Μα θα σας πω. Εγώ λοιπόν στάθηκα στη γωνία αυτού του δρόμου, όποιου δρόμου έχει ένα ρημάδι μισογκρεμισμένο στην κατοχή του τελοσπάντων, και διάβασα με δυνατή και καθαρή φωνή αυτό το ποίημα:


«Όταν κάποτε το έβγαλα έξω, δίπλα στον σκουπιδοτενεκέ
Φαινόταν τόσο μαραμένο και βρωμερό,
Τόσο γελοίο κι εύπιστο, σαν ένα άρρωστο κανίς,
Ή ένας ξεπεσμένος αστέρας στα τέλη του Σεπτέμβρη,
Το ‘φερα πάλι μέσα
Για μια νέα ρουτίνα –
Βιταμίνες, νερό και όποια άλλη
Συντήρηση έμοιαζε λογική
Εκείνη την εποχή: είχε ζήσει
Τόσον καιρό με τζιν, τσιμπιδάκια, μισοκαπνισμένα πούρα,
Ξινισμένη μπύρα,
Τα ζαρωμένα του πέταλα έπεφταν
Στο ξεθωριασμένο χαλί, το άνοστο
Λίπος της μπριζόλας κολλούσε στα χνουδωτά του φύλλα.
(Ξεραμένο, έτριζε σαν τουλίπα).
Νίλες που τράβηξε! –
Τις χαζές κυρίες που τσιρίζουν μες στη νύχτα
Ή εμάς τους δυο, μόνους, άθλιους,
Εμένα να ξεφυσώ το μεθοκόπι μου πάνω του,
Να σκύβει εκείνο από τη γλάστρα του έξω στο παράθυρο.
Κατά το τέλος, έμοιαζε να με ακούει σχεδόν –
Μα αυτό ήταν τρομακτικό –
Τόσο που όταν εκείνη η καθαρίστρια με τη φωνακλάδικη
Βλακεία της, το πέταξε μαζί με τη γλάστρα, στα σκουπίδια,
Δεν είπα κουβέντα.
Απέλυσα όμως τη ξιπασμένη στρίγγλα την επόμενη εβδομάδα
Κι έτσι μονάχος απόμεινα.


*****

το ποίημα τιτλοφορείται «το γεράνι», είναι του Theodore Roethke και είναι μεταφρασμένο από το Γιάννη Λειβαδά στην έκδοση «Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα», εκδ. Ηριδανός


ΥΓ: Πέρυσι τη ίδια ημερομηνία πάλι για το δρόμο μιλούσα...

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Οι άνθρωποι ανθίζουν ποτέ;

Ένας φίλος δικτυακός επιμένει αυτές τις μέρες να φέρνει στα μάτια μου την άνοιξη με τις φωτογραφίες του, τις πρώτες σιωπηλές εκρήξεις της στα βουνά γύρω από τις πόλεις. Σκεφτόμουν: τάχα οι άνθρωποι θα ανθίσουν φέτος;

Σε ένα καφέ με μικρογεύματα στο κέντρο της πόλης δουλεύει μια γυναίκα που υποδέχεται την παραγγελία μου για καφέ κάθε εργάσιμο πρωί. Θαυμάζω τους ανθρώπους που διατηρούν την ευγένεια και το χαμόγελο στις σκληρές συνθήκες της δουλειάς τους, και η γυναίκα αυτή είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Τους τελευταίους μήνες στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν μια οικεία γλύκα και ηρεμία – τόσο ξένη με τη βιασύνη, τα παραγγέλματα, την ταμιακή μηχανή που χτυπάει ρυθμικά λογαριασμούς. Η εξήγηση έκανε την εμφάνισή της, όταν πια δεν μπορούσε παρά να φαίνεται η κυοφορούσα κοιλιά της. Οι εβδομάδες περνούσαν και οι κινήσεις γίνονταν όλο και πιο δύσκολες - με έξτρα προστασία - αλλά εξίσου αποτελεσματικές στο έργο που είχαν να φέρουν σε πέρας.

Κάποια μέρα (πριν από ένα μήνα περίπου) δεν την ξαναείδαμε. Είχε πάει να γεννήσει. Προχθές επέστρεψε. Με το ίδιο χαμόγελο, χωρίς την κοιλιά. Δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα γιατί γύρισε, αν το μωρό είναι καλά, αν θηλάζει… Σε όλα μου απαντούσε με αμήχανη ευγένεια, πώς «έπρεπε» να γυρίσει, πως το «μωρό είναι μια χαρά. Τα δικά σου;», πως βάζει θήλαστρο για να ταΐζεται από τη γιαγιά το μωρό μέχρι τις 17.00 το απόγευμα που γυρνάει στο σπίτι. Έφυγα από το cafe σοκαρισμένος, ενώ η ταμειακή μηχανή συνέχιζε να χτυπάει ρυθμικά λογαριασμούς.

Αφηγήθηκα την ιστορία αυτή σε φίλους. Τους είπα πως δεν μπορώ να δεχτώ μια τέτοια τρομοκρατία, πως είναι απάνθρωπο, σκληρό, άδικο σήμερα να θεωρείται διεκπεραίωση η γέννηση ενός παιδιού. Πως παραβιάζονται δικαιώματα. Κάποιοι κούνησαν σιωπηλά το κεφάλι, κάποιοι είπαν κάτι για το «πού έχουμε φτάσει», κάποιες πως και εκείνες όταν ήταν συμβασιούχοι τους είχαν φέρει πίσω στη δουλειά άρον-άρον, κάποια φίλη με έψεξε με κυνισμό:

-Τι σου κάνει εντύπωση; Πρώτη φορά το ακούς;

Σκέφτηκα πως ο κυνισμός είναι η μάσκα των εκχωρήσεων του παρελθόντος μας με αντάλλαγμα μια αοριστία διαρκείας, των μαχών που χάθηκαν πριν γίνουν, των υποχωρήσεων, της δειλίας, αυτού του στυγνού ατομισμού του τόσο γνώριμου γύρω μου. Δεν στάθηκα εκεί. Το café κάθε μέρα είναι γεμάτο κόσμο που παραγγέλλει καφέδες και τυρόπιτες και φεύγει βιαστικός. Έχει τη σταθερή πελατεία που του επιτρέπει τις μικρές κουβέντες της καθημερινότητας ανάμεσα σε πελάτες και εργαζόμενους. Όση ώρα βομβάρδιζα με τις ερωτήσεις μου την αμήχανη γυναίκα και μέχρι που έφυγα, κανείς άλλος (γυναίκα ή άντρας) δεν ρώτησε, δεν θέλησε να δείξει πως κατάλαβε. Μα τόσο πολύ συνηθίσαμε να μην αντιλαμβανόμαστε; Υποκρινόμαστε βέβαια, αλλά με τι κόστος;

Ακούω έξω τα εμβατήρια μιας επετείου. Μαθαίνω πως έγιναν επεισόδια στο Σύνταγμα. Χθες είπα στο εξάχρονο γιο μου πως θα αποφασίσουμε για κάτι με ψηφοφορία, «δημοκρατία έχουμε». Μου απάντησε: «δεν έχουμε δημοκρατία. Κυβέρνηση έχουμε».
Τελικά δεν ξέρω: οι άνθρωποι ανθίζουν ποτέ;

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Όλα, όλα, όλα...

Πρέπει να ήταν απ΄ τις λίγες φορές που αυτό το επάγγελμα κάποιος το ήξερε και το εκτιμούσε. Και η αμηχανία ήταν ακόμη πιο μεγάλη όταν φεύγοντας από το περίπτερο των εκδόσεων Σοκόλη στην έκθεση βιβλίου (ακόμη στο Πεδίον του Άρεως) στα τρόπαιά μας υπήρχε και ένα άρτι εκδοθέν βιβλίο-δώρο από την εκδότρια. Το βιβλίο ήταν μιας Πολωνής ποιήτριας, της Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska), η οποία το 1996 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θεωρώ εξαιρετικά τα ποιήματά της και την έκδοσή τους. Έψαχνα καιρό να βρω ένα τέχνασμα ν’ αφήσω να περάσει εδώ αυτό το ποίημά της. Καθώς η μέρα που «γιορτάζει» η ποίηση φεύγει, σκέφτηκα πως μπορώ με αυτό να την αποχαιρετίσω:

Το εγκώμιο της αδελφής μου

Η αδελφή μου δεν γράφει ποιήματα
και είναι απίθανο ν’ αρχίσει ξαφνικά
να γράφει ποιήματα.
Μοιάζει της μάνας μου που δεν έγραφε
ποτέ ποιήματα και του πατέρα μου
που ούτε κι εκείνος έγραφε.
Κάτω απ’ τη στέγη της αδελφής μου νιώθω
ασφάλεια:
τίποτα δεν θα παρακινήσει τον άνδρα της
να γράψει ποιήματα
και παρόλο που ακούγεται σαν ποίημα
του Άνταμ Μακεντόνσκι*
κανένας απ’ τους συγγενείς μου δεν καταπιάνεται
να γράφει ποιήματα.

Στο συρτάρι της αδελφής μου δεν υπάρχουν
παλιά ποιήματα
ούτε κάποια καινούρια στην τσάντα της.
Κι όταν με καλεί σε δείπνο
ξέρω ότι δεν σχεδιάζει να μου διαβάσει
ποιήματα.
Μαγειρεύει υπέροχες σούπες
χωρίς να το πολυσκέφτεται
κι ο καφές της δεν χύνεται πάνω
στα χειρόγραφα.

Σε πολλές οικογένειες κανένας δεν γράφει
ποιήματα,
όταν όμως γράφουν σπάνια είναι
ένα άτομο.
Σε κάποιες περιπτώσεις η ποίηση ρέει
σε καταρράκτες γενεών
που προκαλούν τρομερές δίνες
στις οικογενειακές σχέσεις.

Η αδελφή μου καλλιεργεί μια κόσμια,
καθομιλουμένη πρόζα,
κι ολόκληρη η λογοτεχνική της παραγωγή
βρίσκεται στις κάρτες των διακοπών
που υπόσχονται το ίδιο πράγμα κάθε χρόνο:
πως όταν επιστρέψει
θα μας τα διηγηθεί όλα,
όλα,
όλα.

* "Πολωνός ποιητής που κέρδισε τη μικρή του φήμη γράφοντας μεγάλα ποιήματα με την τεχνική της αδιάκοπης επανάληψης του ίδιου απλού στίχου"
*************
Μια ποιητική διαδρομή/ Βισουάβα Σιμπόρσκα. μετ., σχόλια, επίμ. Βασίλης Καραβίτης. Αθήνα: Σοκόλης, 2003

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Ορχομενός ο ερχόμενος

Τον Κακούργο τον γνώρισα πριν από 10-11 χρόνια σε μια ολιγοήμερη περιπετειώδη παραμονή μου στον Ορχομενό Βοιωτίας. Προφανώς ήταν ένα από τα αξιοθέατα της περιοχής, το οποίο λόγω ασυνήθιστης, έντονης και παρατεταμένης μέθης (δικής μου) δεν μπορώ να φέρω ακέραιο στη μνήμη μου. Ένας γερός καυγάς με το κορίτσι μου και ο κολλητός που με έσερνε στα μπαρ…. με είχαν κάνει ευάλωτο στη λήθη και ενδοτικό στις καταχρήσεις. Και λέω «προφανώς» γιατί κάπως θα πρέπει να εξηγήσω τον ενθουσιασμό του φίλου μου του Νίκου που θα τον ακούγαμε.

Τα χρόνια πέρασαν και ένα πρωί σε μια στοίβα βιβλία στη βιβλιοθήκη που δουλεύω βρήκα κάποια αντίτυπα μιας ποιητικής συλλογής του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τίτλο «Ενθύμιον» (εκδ. Καστανιώτη, 2004). Την ξεφύλλισα, είδα ότι με ενδιαφέρει και την αιχμαλώτισα προς ιδίαν χρήσιν… Διαβάζοντας τα ποιήματά του (εμποτισμένα στην απώλεια και τον αποχωρισμό) εντόπισα το «συναξάρι Νικολάου Κακούργου του εκ Διστόμου»:

«Στην άκρη του μαρτυρικού Διστόμου, πλάι στο κοιμητήριο ζει ο Ρεμπέτης Νικόλαος Παππάς, ο επονομαζόμενος Κακούργος. Η επωνυμία αυτή συνίσταται στο τρομερόν της όψεώς του, η οποία φέρνει το μελανόμορφο χρωματισμό του παρακείμενου όρους Ξεροβούνα – εις το οποίον έδρασε ο λήσταρχος Νταβέλης – προδίδοντας την αγαθή ψυχή του, τόσο έντονα, ώστε να έρχεται στον νου μου εκείνο που έλεγε ο παππούλης μου: μην τη ζητάς την εμορφιά μόνο σ’ αυτό που βλέπεις, να τη γυρεύεις πιο βαθιά, σ’ εκείνο που δεν βλέπεις.
Η ύπαρξη του εν λόγω Νίκου οφείλεται στο ότι η μητέρα του διέλαθε της κτηνωδίας των Γερμανών κατά τη φοβερήν ημέρα της σφαγής στις 10 Ιουνίου 1944, ή, κατά μία εκδοχή, επειδή η νύχτα πρόφτασε τους φονιάδες πριν μακελέψουν τη δυτική πλευρά του χωριού, όπου και το πατρικό του – τώρα ταβέρνα.
Κάποιο απόγευμα Μαΐου, όταν ο καρδιολόγος τον καθησύχασε πως η καρδιά του είναι μια χαρά και πως αδίκως ανησύχησε, ο Νίκος είπε: «εντάξει, γιατρέ μου – επιστρέφω λοιπόν στην εντατική του ούζου», και γύρισε στο Δίστομο μετρώντας καραφάκια. Το βράδυ άναψε τη φωτιά στην ψησταριά, ετοίμασε τις χωριάτικες σαλάτες, έριξε στη μεγάλη σχάρα τις μπριζόλες και τα παϊδάκια και αφού διεκπεραίωσε το σερβίρισμα, ανέβηκε στο πάλκο μετατρέποντας το μαγαζί σε κήπο. Τραγούδησε ένα δυο αρχοντορεμπέτικα, έτσι για την εισαγωγή, κι αμέσως γνωστοποίησε πως: «από δω και πέρα δεν έχει απόπλου, είναι κλεισμένες πλέον οι αποβάθρες», πιάνοντας το μπουζούκι όπως γυναίκα που ποθείς και σέβεσαι. Η καύτρα του τσιγάρου λαμπύρισε ανάμεσα στον μέσο και τον παράμεσο του δεξιού χεριού, διαγράφοντας τη ρυθμική τροχιά του τραγουδιού
Μάζεψε συ τα γιασεμιά, Γιωργίτσα μου,
Κι εγώ τα βελονιάζω…
Εικονοποιώντας την εσωτερική του φλόγα – κι όταν επάνω στα ταξίμια οι χορδές δεν άντεξαν, γύρισε τη φωνή του σε άκρο μπάσο και ιερουργώντας εκελάηδησε
Πίνω και μεθώ, οχ! Αμάν
Μέρα νύχτα τραγουδώ
Και το ντέρτι μου, οχ! Αμάν
Στο μπουζούκι μου ξεχνώ
Κι ήταν σαν να σιχτίριζε όλους εμάς που τον ακούγαμε ή και σαν να μας έλεγε: «γλεντάτε που να πάρει ο διάολος- έτσι κι αλλιώς δεν σταματάει μέσα μας ν’ ανοίγει τα λαγούμια του ο καρκίνος».


Σε μια συνέντευξή του σήμερα ο Νίκος Ξυδάκης αναφέρεται στο Μανώλη Ρασούλη που πέθανε, και στην 34χρονη σχέση τους και ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη προς ανεύρεσιν Παπάζογλου και μουσικών για να φτιαχτεί η «εκδίκηση της γυφτιάς». Σε ένα σημείο λέει: «ο πρώτος μπουζουξής που έπαιξε (σημ. τις μουσικές της «γυφτιάς») ήταν ο «Κακούργος» (Νίκος Παππάς) από τη Λιβαδειά. Έπαιζε ένα παλιό, πολύ εκφραστικό, τρίχορδο μπουζούκι. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη, έπαιξε πολύ ωραία την «τρελή και αδέσποτη», αλλά μετά δεν άντεξε και μας παράτησε».

Τελικά, έτσι ξαφνικά μας παρατάνε καμιά φορά οι μουσικοί. Αφήνοντας πίσω τους τις μουσικές τους να τις προσέχουμε. Και εγώ βρήκα τώρα μια αφορμή να σας πω μια ιστορία από αυτές που μπερδεύονται διάφορα πράγματα και πρόσωπα και σκέψεις στη ζωή μας. Για να αποχωρήσω λίγο από το θάνατο του Ρασούλη

*****
Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη συνάδελφο Κατερίνα Κεράστα στη Λειβαδιά, που μου γνώρισε (έστω διαδικτυακά-προς το παρόν) το Γιώργο Θεοχάρη

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Ρωγμές της άνοιξης

Άνοιξα το παράθυρο της κουζίνας χθες το πρωί και μπήκε απρόσκλητη (αλλά ευπρόσδεκτη) η Άνοιξη κρατώντας ζουμπούλια στα χέρια της. Αναστάτωσε τα μέσα μου - λαμπρές εξεγέρσεις των αισθήσεων.
******
Πριν από χρόνια Της είχα στείλει στην Αγγλία ένα γράμμα γεμάτο πορτοκαλανθούς, μην ξεχάσει την Άνοιξη (και μένα...)
******
Σήμερα το πρωί στην οδό... Λούις Άρμστρονγκ στην Κόρινθο γύρω από τα αγριόχορτα στην άκρη του κόσμου "στήσαν τρελό χορό τα μελισσόπουλα" .
******
Κάθε χρόνο αναρωτιέμαι τι θα εισβάλει από τις ρωγμές της άνοιξης - ίσως η ελπίδα

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Δήλωση φρονημάτων

Με θέλγει η σιωπή από παιδί. Που ήμουν. Φανταζόμουν πώς θα ήταν να μην μιλάω. Ποτέ. Δεν εννοώ απομόνωση- μάλλον εναρμόνιση με το άφατο είναι η σιωπή. Στην αρχή πίστευα πως είναι η πρώτη ύλη της ποίησης και εν πολλοίς ακόμη το πιστεύω. Η σιωπή δεν είναι ένας χρησμός που αποζητά ερμηνεία. Περισσότερο λυγμός. Είναι. Η σιωπή των απολεσθέντων (πραγμάτων, ανθρώπων, χρόνων) και η σιωπή αυτών που μένουν πίσω (πραγμάτων, ανθρώπων, χρόνων) είναι ο αιώνιος διάλογος στη γλώσσα της απουσίας.

Το κακό με τη σιωπή είναι ότι ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν τη μοιράστηκες με κάποιον άλλο. Και επειδή ποτέ δεν ασκηθήκαμε στη σιωπή, δημιουργούνται παρεξηγήσεις και ακολούθως νέα νοήματα. Επινοήματα. Μα το ίδιο γίνεται και στο λόγο. Παρανοήματα.

Πριν από λίγες μέρες διάβασα σε μία εφημερίδα: «Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος σκοτώθηκε…». Η ίδια εφημερίδα προχθές έγραφε για τη «δολοφονία των δύο αστυνομικών». Στις μνημόσυνες τελετές των αστυνομικών υπήρχαν ελληνικές σημαίες. Στου δεκαεξάχρονου μαθητή, μολότωφ.

Δεν μπορώ να απαντήσω στην επικίνδυνη φλυαρία σας. Με τα ίδια όπλα. Η σιωπή μου κυοφορεί το τρίτο παιδί της: Αμφισβήτηση, Οργή, Αποφάσεις.

Υστερόγραφο στο «Βήμα»: Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε. Τέλος
*****
Οι εικόνες είναι του Ν. Χουλιαρά

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Στην πίσω όψη μιας απόδειξης

Μην με κοιτάτε
σιωπηλός που είμαι
είναι που προσπαθώ
χρόνια τώρα
να ησυχάσω τις φωνές
που θορυβούν μες στο κεφάλι μου
και δεν αφήνουν να ακουστεί
η φωνή μου

*******
το ποίημα γράφτηκε στην πίσω όψη μιας απόδειξης χθες το βράδυ - μέσα σε ένα τρόλεϋ πηγαίνοντας για την πορεία αλληλεγγύης στους 300 μετανάστες απεργούς πείνας. Το τρόλεϋ ήταν γεμάτο μετανάστες. Μπροστά στο Μέγαρο "Υπατία" κατέβηκα μόνο εγώ. Θέλω να πω.. είναι η εποχή των ποιημάτων τώρα - ανθίζουν...

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Είσαι ευτυχισμένος;

Υπάρχουν στιγμές που όταν τις ζεις, ξέρεις πως θα τις θυμάσαι στην υπόλοιπη ζωή σου. Δεν έχουν κάτι εμφανώς ιδιαίτερο, συνήθως περιέχουν μια μικρή δόση μελαγχολίας, δεν είναι πλήρεις ευτυχίας ή πόνου και κατά κανόνα κατοικούνται από τη σιωπή. Αυτές οι στιγμές οι ανθεκτικές στη φθορά του χρόνου, με αντισώματα στη λήθη είναι, αν τις περιγράψεις, σαν ταξίδι στα μέσα και έξω της ψυχής:

Είναι πρωί. Εκείνη οδηγάει. Εσύ στο πλάι της. Ακούτε ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Τραγουδάτε. Είσαι ευτυχισμένος.

Σου έχω και άλλο… χμ… πριν από 6 χρόνια:

Είναι απόγευμα. Σε ένα δημοτικό σχολείο. Εκείνη γελάει. Εσύ στο πλάι της. Φτιάχνετε μια σχολική βιβλιοθήκη. Ο ήλιος τη χαϊδεύει απ’ το πλάι. Είσαι ευτυχισμένος.

Κι άλλο, κι άλλο (πριν από 9 χρόνια):

Είναι πρωί. Ξυπνάς. Απ’ το παράθυρο πλάι στο κρεβάτι μπαίνει ο ήλιος. Δείχνει το χέρι σου. Το κοιτάς. Κουνάς τα δάχτυλά σου. Ζεις. Είσαι ευτυχισμένος

Μπορώ να σου αφηγηθώ χιλιάδες τέτοιες αποστάξεις της ζωής μου. Ο καθένας μπορεί. Οριοθετούν το σημαντικότερο στο χρόνο του ελάχιστου. Οι αναμνήσεις αυτές είναι βολικές γιατί είναι ευπρόσδεκτες στη συνείδησή μας. Και κατοικούν για καιρό εντός μας.

Υπάρχουν και άλλες όμως, επίμονες, ενοχλητικές, καθόλου ευπρόσδεκτες που επιχειρείς να διώξεις από το ενοίκιο του μυαλού σου, να φύγουν, να γυρίσουν από εκεί που ήρθαν γιατί δεν είναι δικές σου, είναι στιγμές λαθρομετανάστριες, σου παίρνουν την ηρεμία σου, παραβιάζουν με την απόγνωσή τους τις ώρες κοινής ησυχίας.

Ας πούμε: σήμερα και κάθε μέρα αυτό τον καιρό:

Είναι δίπλα μας. Αρνούνται πλέον την τροφή. Διεκδικούν αυτό που σε εμάς χαρίστηκε. Πολιτικά δικαιώματα. Αργοπεθαίνουν. 300 μετανάστες. Είσαι ευτυχισμένος;
******
η φωτογραφία είναι της Dorothea Lange (1938)

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Ο Γεροκολασμένος και άλλες αποκριάτικες ιστορίες*

Αυτές οι μέρες ανέκαθεν είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα στην οικογενειακή ιστορία. Η Μεγάλη Οικογένεια μαζευόταν- συνήθως στο σπίτι μας – και γινόταν τρικούβερτο γλέντι όλων των ηλικιών, μασκαρεμένων με ό,τι πιο αταίριαστο και παράταιρο μπορούσε να συνθέσει το γελοίο των ημερών. Στο τέλος αυτών των γλεντιών χορεύαμε όλοι μαζί – καμιά εξηνταριά άνθρωποι – το «πιπέρι». Πιασμένοι χέρι, χέρι σε ένα μεγάλο κύκλο τρίβαμε και κοπανούσαμε χέρια, πόδια, κούτελα, κώλους σαν ξαναμμένοι του «διαβόλου καλογέροι» γέροι, παιδιά, γυναίκες, άντρες. Για χρόνια ένοιωθα αυτές τις στιγμές να φυτεύεται μέσα μου μια παράλογη αίσθηση αιωνιότητας, ένας άχρονος δεσμός με το παρελθόν και τους ανθρώπους που είχαμε το ίδιο αίμα. Ο κύκλος αυτός είναι η δική μου ταυτότητα.

Μεγαλώνοντας, οι δεσμοί με τη Μεγάλη Οικογένεια χαλάρωσαν ή έπαψαν πια να τροφοδοτούνται με τα γλέντια αυτά που γίνονταν στο πατρικό σπίτι. Η ζωή μου δεν χωράει ίσως τόσους ανθρώπους στο σπίτι που στεγάζει τώρα τη δική μου οικογένεια, αλλά και οι συνομήλικοι φίλοι και συγγενείς ίσως να είναι και λίγο ξενέρωτοι με όλα τούτα. Όμως συνεχίζουμε να ντυνόμαστε μασκαράδες εγώ και η κυρά μου και να παλεύουμε να γελοιοποιήσουμε στα παιδιά και τους φίλους μας τη σοβαροφάνεια και την ευπρέπεια. Και κερδίζουμε έτσι το πανάκριβο χαμόγελο τους.

Τις πολύ κρύες μέρες του χειμώνα, όπως η σημερινή, κάνω κάτι που έκαναν οι παλιοί: βάζω στον καφέ μου κονιάκ, «να ζεσταθώ»! Και με τον τρόπο αυτό θυμάμαι το «Γεροκολασμένο», έναν ξερακιανό μπάρμπα του πατέρα μου, αθυρόστομο και λίγο σκληρό άνθρωπο, που πρωτοείδα να νοθεύει το ρόφημα με αλκοόλ. Όταν πέθανε, αν και το… «πρωτόκολλο» δεν το επέτρεπε, οι μεγάλοι τραγούδησαν στην κηδεία ένα αγαπημένο του τραγούδι αποχαιρετώντας τον: το «Γιάνναρο». Σταθήκαν γύρω στο τραπέζι, γεμίσαν τα ποτήρια κρασί και αρχίσαν αργά να κινούν το αποκριάτικο τραγούδι του μπάρμπα:

«Ο Γιάνναρος απέθανε και άφησε διαθήκη
να μην τον θάψουν σ’ εκκλησιά, μήτε σε μοναστήρι
μόνο να τον εθάψουνε σε ένα σταυροδρόμι
ν’ αφήσουν την ψωλάρα του τρεις πιθαμές απόξω
για να περνάει ο δήμαρχος, να δένει το άλογό του.
Τρεις παπαδιές σαν τ’ άκουσαν πάνε να τονε δούνε.
Η μια κρατάει το θυμιατό, η άλλη το λιβάνι
κι η τρίτη η μικρότερη πάει κάθεται απάνω.
Θεός σχωρέσ’ τον Γιάνναρο».

Αυτή νομίζω – το είπα και πριν, αυτή είναι η ταυτότητά μας: ένας κύκλος ανθρώπων που χορεύουν πιασμένοι χέρι-χέρι τη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα τον άγριο και τον πόνο τον αμείλικτο. Φορούν μάσκες, ντύνονται αλλοπρόσαλλα και τραγουδούν δυνατά σε ένα γλέντι που συνεχίζεται χρόνια τώρα και εσύ είσαι πάντα παιδί και γελάς, και γελάς, και γελάς….
*****
*στη μνήμη του Αλέκου και του μπάρμπα του Σωκράτη

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Πολιτικά συμπεράσματα

Όλα τα παραμύθια έγιναν κάποτε, ποτέ τώρα ή στο μέλλον. Ακόμη και τα παραμύθια που δεν έχουν ακόμη γραφτεί.
Εξ αυτού συμπεραίνεται:

1. Κανένα παραμύθι δεν εξελίσσεται την ώρα που γράφεται. Ούτε βέβαια την ώρα που διαβάζεται.

2. Τα παραμύθια φυτεύουν το παρελθόν για να θερίσουν το μέλλον.

3. Αν και ο χρόνος περνάει, η απόστασή μας από το χρόνο των παραμυθιών δεν μεγαλώνει.


Εκ του τελευταίου συνάγεται: Σέρνουμε μαζί μας τα παραμύθια βαδίζοντας προς το τέλος του χρόνου, όπως οι κατάδικοι σέρνουν τις αλυσίδες τους. Τα παραμύθια ακούγονται τις νύχτες που κυκλοφορούμε στα όνειρά μας.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Σφαίρες και καρφιά στις λέξεις


Ερίζουν οι ποιητές για τις ιδιότητες των λέξεων. Καθώς ίσως θεωρούν πως κατέχουν το σώμα τους, διεκδικούν και τη ψυχή των λέξεων και αφού δεν την κατακτούν, την ερμηνεύουν. Και εκεί πάνω στην ερμηνεία διαφωνούν μεταξύ τους αιώνες τώρα. Αυτός ο εμφύλιος δεν είναι ταξική πάλη, έχει όμως πολιτικά χαρακτηριστικά, αφού σε κάθε περίπτωση κάποιον σημαδεύουν οι ποιητές.

Λέει στην αγαπημένη «Ποιητική» ο Μανόλης Αναγνωστάκης*:

«…
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.»

Και απαντάει ο Μιχάλης Γκανάς** στο «περί ποιήσεως 2» δεκαετίες μετά:

«Οι λέξεις δεν είναι καρφιά
ούτε φύλλα.
Και στο σφυρί αντιστέκονται
Και στον αέρα

Οι λέξεις είναι σαν τα σκάγια
Ποιες βρίσκουνε το στόχο τους
Ποιες δεν τον βρίσκουν.
Δεν φταίει πάντα ο κυνηγός»

Μου διαφεύγει ακόμα ποιος είπε ότι οι λέξεις είναι φύλλα. Θα μπορούσε να είναι ο Λειβαδίτης ή η Δημουλά (αυτή και αν δοκιμάζει στις λέξεις ιδιότητες) ή κάποιος άλλος. Ευτυχώς σ’ αυτό τον πόλεμο δεν υπάρχουν νεκροί. Μόνο ποιήματα στήνονται εκεί όπου γίνονται οι μάχες. Επιτύμβια ποιήματα που μοιάζουν πεσμένα φύλλα στη γη και τα παρασέρνουν τα χρόνια από ‘δω κι από κει.
*****
*Τα ποιήματα/Μανόλης Αναγνωστάκης. Αθήνα: Στιγμή, 1992
** Τα μικρά/Μιχάλης Γκανάς. Αθήνα: Καστανιώτης, 2000.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Τα ήσυχα βράδια της συνείδησής μας

... και καθώς η νύχτα χθες σκορπούσε την παγωνιά της μέσα στην πόλη και ο κόσμος αποσυρόταν στις τηλεοράσεις του, κάτι όμορφα παιδιά (αλήθεια όμορφα αγόρια και κορίτσια) έξω απο το Μουσείο με τα αρχαία αγάλματα τραγουδούσαν την αλληλεγγύη τους στους μετανάστες πολίτες που αργοπεθαίνουν. "Τα ήσυχα βράδια η Αθήνα θ' ανάβει σαν μεγαλο καράβι που θα 'σαι μέσα και συ"...

****

Οι δύο φωτογραφίες έχουν μία μόνο διαφορά: 100 χρόνια

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Τα επιμύθια του φόβου

Όταν ο φόβος μας πιάνει στον ύπνο, τα όνειρά μας γίνονται εφιάλτες.
*****
Ο φόβος καμιά φορά στην απελπισία του απάνω δολοφονεί.
*****
Ποιος δεν φοβάται; Μόνο όποιος δεν έχει τίποτα πια να χάσει.
*****
Ο φόβος ως πολιτικό μήνυμα διανέμεται από αυτούς που έχουν τον τρόπο να τον απευθύνουν σε όσο πιο πολλούς αποδέκτες γίνεται.
*****
Οι πομποί του φόβου, φοβούνται.
*****
Ο φόβος εκδικείται όσους τον αψηφούν.
*****
Ο φόβος είναι σπόρος που φυτεύεται μέσα μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Η καλλιέργειά του είναι επίπονη. Όταν ο καρπός του ωριμάσει είναι πια αργά για θερισμό.
*****
Ο φόβος είναι εργαλείο πολιτικής εξουσίας.
*****
Ο φόβος είναι εργαλείο που απαιτεί επιδεξιότητα στη χρήση του, ειδάλλως μπορεί να προκαλέσει κάποιο ατύχημα.
*****
Ο φόβος δεν επιλέγει τα υποκείμενα, αλλά τα αντικείμενά του.
*****
Ο φόβος είναι το κατηχητικό της υποδούλωσης.
*****
Ο φόβος συσπειρώνει, και αφού ενώσει τα θύματά του, πιο εύκολα πια τα οδηγεί στο γκρεμό.
*****
Ο φόβος συσπειρώνει, δεν ενώνει.
*****
Ο φόβος είναι πολιτικώς μεταδιδόμενο νόσημα.
*****

Ο φόβος είναι μια τρομακτική ιστορία, τα επιμύθια της οποίας δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ.
*******************************
Ο «Βιβλιοθηκάριος» συμμετέχει στη δράση ενάντια στο φόβο με την επωνυμία «Φόβος : ο δούρειος ίππος της εξουσίας» στην οποία συμμετέχουν και δεκάδες άλλα ιστολόγια.
Ο «Βιβλιοθηκάριος» θεωρεί ότι η άσκηση πολιτικής φόβου σήμερα στη χώρα μας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την πολιτική εξουσία απαιτεί την αντίδραση των πολιτών.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Ένας διόλου αμήχανος επικήδειος

Ο Albert Camus έμεινε ορφανός από πατέρα μόλις 8 μηνών μωρό. Η μεγάλη ανέχεια της οικογένειάς του τους οδήγησε στο σπίτι της γιαγιάς του, από την πλευρά της μάνας του, όπου και μεγάλωσε. Ο Καμύ γεννήθηκε στην Αλγερία, τότε (1913) γαλλική αποικία. Η σχέση της οικογένειας με την εκκλησία ήταν καθαρά τυπική, ενώ και οι μεταφυσικές ανησυχίες εξαιρετικά… υποτονικές. Όταν κάποιος πέθαινε, η γιαγιά του έλεγε: «Ωραία,… αυτός δεν θα ξανακλάσει πια». Στα είκοσί του, έλεγε ο ίδιος: «όπως ο θάνατος ενός συγγραφέα μας κάνει να υπερβάλλουμε για τη σπουδαιότητα του έργου του, έτσι και ο θάνατος ενός ατόμου μας κάνει να υπερτιμούμε τη θέση του ανάμεσα μας».

Φαίνεται πως είναι πιο εύκολο στην επιπόλαιη νεότητα ή στα ράθυμα γερατειά να είναι κυνικά ρεαλιστικά για το θάνατο. Πιο εύκολο σε σχέση με αυτή τη μέση ηλικία που αποχαιρετάει σιγά-σιγά την μία άκρη της με τους ανθρώπους που τη σηματοδοτούσαν, πορευόμενη γυμνή στην άλλη της άκρη και ανήσυχη στοχάζεται συχνά το αναπόφευκτο.

Ο David O. Selznick, παραγωγός της θρυλικής ταινίας «Όσα παίρνει ο άνεμος» (1939), μέχρι το θάνατό του το 1965 πάσχιζε να επηρεάσει τον… επικήδειο που θα του έγραφαν οι εφημερίδες όταν θα ερχόταν το μοιραίο! Όντας ένας εξαιρετικός παραγωγός της παλιάς σχολής του Χόλυγουντ, αν και έκανε επιτυχίες και στη συνέχεια (έφερε τον Hitchcock στην Αμερική, κ.α.), δεν απέφυγε αυτό που απευχόταν: οι εφημερίδες έγραψαν: πέθανε ο παραγωγός του «όσα παίρνει ο άνεμος»! Η ιστορία αυτή μοιάζει λίγο με τα άψυχα πανομοιότυπα κείμενα που γράφτηκαν αυτές τις μέρες για το θάνατο του ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη: «…Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα, το Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών, το Βραβείο Ουράνη, το Παγκόσμιο Βραβείο Ποίησης Φερνάντο Ριέλο, τον τίτλο του Ιππότη του Γαλλικού Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών και το ευρωπαϊκό Βραβείο Χέρντερ.»

Μπλα μπλα μπλα…

Ρε σεις πριν από λίγες μέρες πέθανε επίσης η Καίτη Λαμπροπούλου. Αν κλείνατε τα μάτια σας και στραγγίζατε μέσα σας το όνομά της, δεν θα λέγατε: έσβησε ένα πιπεράτο γέλιο, μια μπάσα κελαριστή φωνή;
Πόσων ανθρώπων, που δεν ξέρουμε καλά, έχει μείνει μέσα μας το χαμόγελό τους;

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Τα ανθρωπάκια - μια απάντηση

Κύριε Δημοσιογράφε
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματά μας είναι το γεγονός ότι ανθρωπάκια χειρίζονται τις πληροφορίες που θα διαβάσουμε για να διαμορφώσουμε άποψη για τον κόσμο μας. Δειλοί και υποτακτικοί θέλουν να μας πείσουν ότι μας ενημερώνουν – μεταξύ μας δεν πείθεται κανείς, το ξέρεις.

Τα ανθρωπάκια αυτά έχουν αποκλειστικές πληροφορίες, πηγές και αποκαλυπτικά ρεπορτάζ που όταν έρχονται τα δύσκολα τα ρίχνουν στο πλυντήριο της προπαγάνδας και της χειραγώγησης για να κάνουν αόρατη την ανυπακοή και την αντίσταση, έστω τη σκέψη και την αμφισβήτηση. Νομίζω ότι φοβούνται.

Τα ανθρωπάκια αυτά κουνάνε το δείκτη τους καθώς νουθετούν και μαλώνουν τους πανεπιστημιακούς καθηγητές - αλήθεια νομίζεις πως το πρόβλημα στην παιδεία είναι «οι μαφίες και οι συμμορίες των πανεπιστημίων»; Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τους ονόμασε κοπρίτες, εσύ λες πως πλέκουν και παίζουν τέτρις οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ως πότε θα σας ανέχονται;

Λες πως κάποιοι που πληρώνονται λίγο επιτρέπουν να λέμε πως υπάρχει ακόμη κράτος στην Ελλάδα – εγώ λέω να μην πληρώνονται καθόλου, συμφωνείς; Επειδή ο «δημόσιος βίος» δεν είναι μόνο ο βίος των δημοσίων υπαλλήλων, πες μου πώς θα αλλάξουμε και όσα ανθρωπάκια φτάνουν στην κορυφή των εφημερίδων; Γιατί ενώ στα πανεπιστήμια σπανίζουν πια τα «νούμερα», δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα ΜΜΕ.

Κύριε δημοσιογράφε ο στρατός και η αστυνομία δεν είναι η καρδιά του κράτους – όχι τώρα, πριν από 40 χρόνια μπορεί. Η καρδιά του κράτους είναι οι πολίτες, αλλά τι σου λέω τώρα.