καταλογογράφος, ταξιθέτης ή διαθέτης της καθημερινότητας και υπηρέτης μιας τέχνης απολαυστικής και παραγνωρισμένης
Τρίτη 31 Μαΐου 2011
Η αποσοβιετοποίηση της αμφισβήτησης
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
Η νέα ανωνυμία και τα κόμματα
Η νέα ανωνυμία αναφέρει τους ανθρώπους μόνο με βάση την ηλικία και το επάγγελμα ή την εθνικότητά τους. Ανάλογα με το θέμα που διαπραγματεύεται, ο δημόσιος λόγος (κυρίως μιντιακός) δεν επιφυλάσσει βέβαια την ίδια αντιμετώπιση στα εθνικά, σεξουαλικά, θρησκευτικά ή επαγγελματικά χαρακτηριστικά των επωνύμων πολιτικών (για παράδειγμα...). Έτσι δημιουργείται μια περίεργη ασυλία στα πρόσωπα με ονοματεπώνυμη δημόσια παρουσία και αντίστροφα εκμηδενίζεται η προσωπικότητα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της στους ανώνυμους που περιστασιακά αποκτούν μια δημοσιότητα.
Το φαινόμενο βλέπω πως εύκολα υιοθετείται και από το δημόσιο λόγο μη μιντιακής προέλευσης. Στην πρόσκληση για «ειρηνικές» διαδηλώσεις «χωρίς πλακάτ» στο Σύνταγμα υπάρχει η αναφορά «ΕΜΕΙΣ* δηλώνουμε ειρηνικά την αγανάκτησή μας κατά της κρίσης. Κατά όλων αυτών που μας οδήγησαν σε αυτό το σημείο» ενώ πολλοί, ίσως οι περισσότεροι φαίνεται να υιοθετούν τις αναφορές εναντίον των κομμάτων. Αυτή η γενικόλογη αναφορά υπηρετεί αυτή τη νέα ανωνυμία.
Έχω την πεποίθηση ότι αυτή η αναφορά είναι επί τούτου ρηχή και ασαφής, αλλά μπορώ νομίζω να υποθέσω πως εννοεί τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Είναι πασίδηλο πως θα είχε άλλο βάρος στη διαδήλωση μια τέτοια αναφορά. Όπως, χαριτολογώντας, θα είχε άλλο βάρος αν λέγαμε:- ο 73χρονος αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης
- ο 75χρονος πρώην πρωθυπουργός και βομβιστής
- η ηλικιωμένη (59 ετών) πρώην αγωνίστρια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και νυν Επίτροπος Αλιείας
- ο υπερήλικας (82 ετών) Πρόεδρος της Δημοκρατίας
Οι διακρίσεις αυτές δεν είναι ούτε αθώες, ούτε τυχαίες και δεν υπηρετούν μόνο ένα τρόπο σκέψης χωρίς αιχμές, φιλήσυχο και καταπραϋντικό. Αν η 60χρονη που έπεσε θύμα ληστείας αποκαλείται «ηλικιωμένη» στα δελτία ειδήσεων, γιατί δεν αποκαλείται έτσι και η Μαρία Δαμανάκη, για να μην πούμε για τον Κάρολο Παπούλια; Γιατί όσα υπονοούνται με την αναφορά της ηλικίας σε έναν «ανώνυμο» (λαϊκή προέλευση, ασημαντότητα, αδυναμία κτλ) δεν πρέπει να υπονοούνται και στον «επώνυμο» (γεροντοκρατία, αδυναμία, νοητική διαταραχή κτλ)…* Πρέπει να παραδεχτώ πια πως ΕΜΕΙΣ που διαδηλώνουμε (και) τις άλλες φορές διαδηλώνουμε πολεμικά την αγανάκτησή μας και σε αυτό διαφέρουμε από τους… ειρηνικούς του Συντάγματος….
Τετάρτη 25 Μαΐου 2011
Σάββατο 21 Μαΐου 2011
Το βέλος
(στον γιο μου που γιορτάζει σήμερα)Καμιά φορά
όταν στον ουρανό τεντώνεται το ουράνιο
τόξο
είσαι το βέλος του
που εκτοξεύεται στο άπειρο
*****
(Με αφορμή ένα ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς που διάβασα στο βιβλίο του "Κατάσταση Πολιορκίας" εκδ. Μαΐστρος. Λέει: "Μόνοι, είμαστε μόνοι ως το μεδούλι, εκτός μονάχα από τις επισκέψεις ενός ουράνιου τόξου")
****
η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Bruce Davidson
Πέμπτη 19 Μαΐου 2011
Γράμμα στο Νιόνιο για τα παιδιά που χάθηκαν
Αγαπητέ Νιόνιο,Είχαμε κάτσει στο τραπέζι χθες το βράδυ σύμπασα η οικογένεια, όταν είπα συνθηματικά στη γυναίκα μου:
- ο Νιόνιος είπε κάτι βλακείες σήμερα
- ποιος είναι ο Νιόνιος μπαμπά; (πετάχτηκε ο γιος μου)
- ... ένας συνάδελφος στη δουλειά (απάντησε η γυναίκα μου)
Ξέρεις Νιόνιο ήταν στα τέταρτα γενέθλιά του, όταν γυρνώντας από τη δουλειά του έφερα δώρο το "περιβόλι του τρελού". Τα μάτια του έλαμψαν όταν έσκισε το περιτύλιγμα. Τον κάθισα σε μια πολυθρόνα και έβαλα το CD να παίζει. Δεν κουνήθηκε ρούπι, ούτε στιγμή, ξέρεις. Τα κάνει κάτι τέτοια ο μπαγάσας. Τα ήξερε βέβαια τα τραγούδια σου - μια κασέτα στο αυτοκίνητο έπαιζε συχνά κάποια από αυτά, κάποια άλλα του τα λέγαμε σαν νανούρισμα. Μάλιστα με μια έμμονη αγωνία μου ζητούσε να του πω την ιστορία "για τα παιδιά που χάθηκαν" ("και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές..."). "Πού χάθηκαν τα παιδάκια μπαμπά"; με ρωτούσε...
Νιόνιο δεν χρειάζεται να ζητήσεις συγγνώμη γι' αυτά που είπες χθες: "Πρώτον, να απομακρυνθούν όλοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας και να πάνε – ας το βρουν οι πολιτικοί, τι τους πληρώνουμε – εγώ θα έλεγα να τους πηγαίνανε σε αραιοκατοικημένα νησιά του Αιγαίου, όπου κατοικείται ένα μικρό μόνο μέρος του νησιού, το υπόλοιπο είναι ελεύθερο. Εκεί, λοιπόν, να καλλιεργήσουν τη γη και να ζήσουν με τη βοήθεια του ΟΗΕ, γιατί μόνοι μας δεν μπορούμε, έως ότου αποφασίσει και μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να φτιάξει μία πολιτική πάνω στο θέμα των μεταναστών. Δεν μπορεί η Αθήνα να είναι η χωματερή όλων αυτών των ανθρώπων"... "Η Αθήνα στις πλατείες της δείχνει την πληγή της. Ας καθαρίσουμε λοιπόν αυτή την πληγή. Έχουμε τους τοξικομανείς. Πρέπει να μεταφερθούν, δεν ξέρω πάλι που, ας το βρούνε οι πολιτικοί μας, πάντως σε μέρος όπου δεν θα είναι εύκολη η πρόσβαση των εμπόρων".
Δεν χρειάζεται να ζητήσεις συγγνώμη. Φρόντισα να τα κρύψω απ' το γιο μου, αλλά ξέρεις... τα στερνά τιμούν τα πρώτα Νιόνιο.
Ένας 37χρονος πατέρας
Τρίτη 17 Μαΐου 2011
Η μητριά πατρίδα και τα αδιέξοδα της γραφής

Στη «Μητριά πατρίδα» ο Μιχάλης Γκανάς (εκδ. Μελάνι) αφηγείται με τον διφορούμενο ποιητικό και ελλειμματικό τρόπο της μνήμης την προσωπική και οικογενειακή του ιστορία ανάμεσα σε δυο πατρίδες, τη μητριά Ουγγαρία που συμπεριφέρθηκε σαν μάνα και τη μητέρα Ελλάδα που τον αντιμετώπισε σαν μητριά. Αφηγείται κάπου την εξής ιστορία:
… «Κάθε Σάββατο πηγαίνουμε στον κινηματογράφο, στο μεγάλο κτίριο που τρώμε. Μαζευόμαστε στην πλατεία και περιμένουμε να μας ανοίξουν. Βλέπουμε πολεμικά και είμαστε όλοι με τους Ρώσους. Σε μια ταινία είδαμε τον Χίτλερ στο γραφείο του, με στρατηγούς, πήγαινε πέρα δώθε νευριασμένος. Στάθηκε απότομα μπροστά σε μια μεγάλη υδρόγειο σφαίρα και τη στριφογύρισε με δύναμη. Το παιδί δίπλα μου αρπάχτηκε απ’ το κάθισμα. «Θα πέσουμε» μουρμούρισε. Φοβήθηκα. Δεν έγινε τίποτα»…
Αν δεν ήταν μια ημερολογιακή καταγραφή θα έλεγες πως σχολιάζει τη δύναμη του Μέσου αυτή η ιστορία. Οικεία πράγματα: αυτά που δείχνει η οθόνη είναι αυτά που γίνονται; Αντίστροφα: αυτά που γίνονται στην πραγματικότητα είναι αυτά που δείχνει η οθόνη; Βέβαια ο Γκανάς είναι διαφημιστής της ποίησης και ποιητής τη διαφήμισης. Όλα να τα περιμένεις…
Μοιάζει αντίστροφα λίγο με τους Γαλάτες του γνωστού χωριού που τίποτα δεν τους φοβίζει. Μόνο μην πέσει ο ουρανός στα κεφάλια τους. Ο φόβος αυτός κάποτε παραλίγο να διαλύσει το μύθο της νικηφόρας αντίστασης στους Ρωμαίους.
Είτε πέσουμε εμείς απ’ τη γη, είτε ο ουρανός πάνω μας νομίζω πως δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως όλα αυτά δεν είναι παρά ιστορίες που γράφουν τα βιβλία και διηγούνται οι οθόνες. Εμείς ευτυχώς έχουμε να πολεμήσουμε πιο εύκολα πράγματα: να παραμείνουμε άνθρωποι.
(αφιερωμένο στη Ρενάτα)
Πέμπτη 12 Μαΐου 2011
Τετάρτη 11 Μαΐου 2011
καληνύχτα αδέρφια
...... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .......... ..... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ............... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .......... 61 πρόσφυγες από τη Λιβύη, ανάμεσά τους γυναίκες και βρέφη, πέθαναν από ασιτία ο ένας μετά τον άλλο αβοήθητοι, μεσοπέλαγα ...... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ........... Δίχως καύσιμα το πλοιάριο που τους μετέφερε προς τις ευρωπαϊκές ακτές παράδερνε στη Μεσόγειο από τις 25Μαρτίου και επί 16 ολόκληρες ημέρες χωρίς να γίνει καμία προσπάθεια διάσωσης. . .................. .......... .......... ..... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ............... .............. Ο Αμπού Κερκ είναι ένας από τους εννέα που επέζησαν. Έπινε τα ούρα του και έτρωγε από δύο οδοντόπαστες. . .................. .......... .......... ..... .............. ΝΑΤΟ......... ... ..... ........... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .................. ελικόπτερα ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. αεροπλανοφόρο .......... ...................... ........... .. ............... . .................. .......... ............... ..............."Έγκλημα".Πέμπτη 5 Μαΐου 2011
To τριζόνι και τα ανοιξιάτικα απογεύματα
τι γλυκειά που είναι η ζωή…»*
Τα ανοιξιάτικα απογεύματα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ακροβατούν στην τεντωμένη μελαγχολία της μετάβασης: από εποχή σε εποχή, από μέρα σε νύχτα, από παιδί σε ενήλικο. Φωτίζουν με ένα υπόγειο τρόπο τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους, ίσως γιατί προσθέτουν μακρόστενες σκιές στα τοπία των αποτυχιών τους. Τελοσπάντων η γραφή είναι ένα φίδι που σέρνεται στα χόρτα και τις πέτρες, άλλοτε κρύβεται και άλλοτε επιτίθεται για να αρπάξει την τροφή της: να καταβροχθίσει πραγματικότητα παραλύοντάς την με φαντασία. Από αυτούς τους «κινδύνους» με προφυλάσσει η καθημερινότητα με τις μικρές χαρές και τις μικρές λύπες της, που καμιά φορά νοιώθω πως είναι τα κουκούτσια της ύπαρξής μας.
Σε αυτή τη γειτονιά, όπως σε όλο τον κόσμο νομίζω, άνθρωποι γεννιούνται και άνθρωποι πεθαίνουν. Άλλοι ευτυχούν και άλλοι τρελαίνονται. Ένοικοι εμφανίζονται καινούριοι φέρνοντας τα υπάρχοντα τους και άλλοι αποχωρούν αφήνοντας πάντα κάτι που περίσσεψε πίσω. Έτσι στα πεζοδρόμιά μας συναντούνται προς στιγμήν όσοι αποχωρούν και όσοι προσέρχονται ανταλλάσσοντας τα εισιτήρια των προσδοκιών τους.
Η κυρά Ευθυμία (σκληρή και κοφτερή στην γλώσσα, μαύρη στην ψυχή και ανακατώστρα) κάποτε ειρωνεύτηκε τον Αντώνη της Λισσαβώς που τρελάθηκε στο στρατό. Ο τρελός της γειτονιάς μας ποτέ δεν έφυγε από ‘δω, ακίνδυνος κυκλοφορούσε ανάμεσα μας, τον πειράζαμε, μας πείραζε, αγαπούσε τα παιδιά και εκείνα με παράδοξη συνενοχή τον είχαν δικό τους. Η Ευθυμία γρήγορα φάνηκε πως πλήρωσε την κουβέντα της (λένε). Κάποια στιγμή ο άντρας της κατάπεσε πριν την ώρα του από μια εκφυλιστική ασθένεια νευρολογικής φύσεως που στο τέλος τον έκανε φυτό και τον φύτεψε. Λίγο καιρό μετά το θάνατο του πατέρα η γειτονιά άρχισε να συζητάει τα συμπτώματα του μεγάλου γιου της που αφού χώρισε από τη γυναίκα του πέθανε και αυτός από την ίδια ασθένεια.
Πριν από λίγες μέρες πέθανε από τα ίδια και ο δεύτερος Είχε αρχίσει να χάνει βάρος τους τελευταίους μήνες, παράτησε το ταξί και κυκλοφορούσε μισόγυμνος και λερός στους δρόμους. Μετεωριζόταν από το μπαλκόνι του ώρες περπατώντας γύρω-γύρω σαν εκκρεμές που ροκανίζει το χρόνο του. Τον βρήκαν πεσμένο μπροστά στη μπαλκονόπορτα μετά από μια βδομάδα. Ένας γείτονας παρατήρησε πως στην πόρτα του διαμερίσματος είχαν συσσωρευτεί αχρησιμοποίητες σακούλες με φαγητό που του έφερναν δωρεάν τα δυο ψητοπωλεία της γειτονιάς που τον είχαν έγνοια τι θα τρώει. Ειδοποίησε την αστυνομία και τον μάζεψαν. Το σπίτι μένει ανοίκιαστο.
Θα σε πάρω από ‘δω να σε πάω λίγα μέτρα πιο πέρα. Η μικρή μας εκείνες τις μέρες κάπου στο σπίτι βρήκε ένα μελανοδοχείο, το άδειασε πάνω της και κάτω στο πάτωμα και παραξενεμένη τη βρήκαμε να κοιτάζει τις μπλε παλάμες της, τα μπλε της ρούχα τα μπλε παπούτσια, τα μπλε πλακάκια της κουζίνας, τον μπλε τοίχο του οφίς, τη μπλε μπανιέρα που την πλέναμε γελώντας ασυγκράτητα από την απελπισία μας. Μια άλλη μέρα ασκούμασταν στο ρέψιμο με τον γιο μου προσπαθώντας να διδάξουμε την ανεπίδεκτη μαμά τις τεχνικές για κρουστό ήχο και μακρά διάρκεια. Μέχρι που κάποια στιγμή ακούστηκε ένα μικρό αλλά σαφές «γκρρ» από τη μικρή, που σαφώς διεκδικούσε μερίδιο στην καφρίλα μας. Την ξεκαρδιστική επιδοκιμασία μας και την έκπληξή μας συνόδεψε ικανοποιημένη από το επίτευγμα με επαναλαμβανόμενα «μπάβοοο» που απηύθυνε μεγαλοψύχως στον εαυτό της.
Τη μέρα που πέθανε ο Παπάζογλου οι μεγάλοι του σπιτιού ήμασταν βαρείς, κατηφείς, θυμωμένοι. Έβαλα ένα CD τα βράδυ που τρώγαμε στην κουζίνα κι αρχίσαμε να ακούμε σιωπηλοί τα τραγούδια του – τα παιδιά κάπως συναινούσαν στη θλίψη μας. Κάποια στιγμή κοιταχτήκαμε με την κυρά μου σηκωθήκαμε και αρχίσαμε να χορεύουμε δακρυσμένοι. Σηκώθηκαν και τα σπόρια, και άρχισαν τα γέλια και οι τσαχπινιές και τα τσαλίμια και οι ματιές μας φωτίστηκαν και πολλά τραγούδια μετά εξαντλημένοι και ευτυχείς σκορπίσαμε στα κρεβάτια μας.
Καταλαβαίνεις τις ραφές αυτού του κειμένου, το ξέρω. Αν θες ξήλωσέ το και φτιάξε άλλο σχέδιο. Τα πανάκια είναι αυτών των ημερών. Είναι στιγμές και στίγματα που σε ορίζουν στο χάρτη της ζωής σου. Που είναι μία εξάλλου.
«τι γλυκειά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι…» *
*****
Πέμπτη 28 Απριλίου 2011
η κυρία Λούλα
Κάτι σ’ έδιωχνε πάντα όταν περνούσες έξω απ’ αυτό το σπίτι και δεν ήταν τόσο το σκυλί που λυσσομανούσε στο παράθυρο βρίζοντας κάθε ξένο, ούτε η ξέπνοη μορφή της αχτένιστης γυναίκας που σαν φάντασμα έβλεπες να περιφέρεται μισόγυμνη μέσα του. Ίσως ούτε και αυτή η ανάμεικτη οσμή της κλεισούρας, των ούρων και της αιθάλης που σε χτυπούσε σαν σφυρί όταν πλησίαζες. Κάθε εποχή και ώρα κραύγαζε τη μοναξιά των ενοίκων του. Όχι γιατί η γριά γυναίκα ήταν κουφή. Η τηλεόραση άστραφτε μέσα του άλλους κόσμους φαντασμένους και βρόνταγε δελτία ειδήσεων και διαφημίσεις και παλιές ελληνικές ταινίες.
Σκεφτόμουν πολλές φορές περνώντας απέξω πως η μοναξιά είναι εκκωφαντική, μυρίζει άσχημα, προκαλεί το βλέμμα μας με τη φθαρμένη γύμνια της. Πως αγκιστρώνεται στις αισθήσεις μας και απομυζά τη συνείδησή μας σαν τσιμπούρι ενοχλητικό και αιμοβόρο.
Η κυρία Λούλα λοιπόν πέθανε. Μέρες τώρα το σπίτι της μένει απορημένο και σιωπηλό. Η τηλεόραση ούτε αστράφτει, ούτε βροντά. Και περισσότερο εκκωφαντική από τη μοναξιά διαπιστώνω πια πως είναι η απουσία. Τώρα τίποτα δεν σχολιάζει δηκτικά τη νοικοκυρεμένη ζωή των περιοίκων, τίποτα δεν αγκιστρώνεται στις αισθήσεις των περαστικών. Ούτε γαβγίζει κανένα σκυλί – και δεν ξέρει κανείς αλήθεια τι απέγινε. Αν το πήρε κάποιος ή αν περιφέρεται μαζί με τη γριά στους εφιάλτες μας γαβγίζοντας θυμωμένο.
Τετάρτη 20 Απριλίου 2011
...αδυνατώντας να ευχηθώ "καλή ανάσταση"
Νομίζω πως η ποίηση αυτές τις μέρες φωτίζει σαν κερί τη ζωή μας- δεν εννοώ με αυτό πως τη βοηθάει να δει ή τη ζεσταίνει, αλλά πως εισβάλλει στις σκιές της, το φόβο, το θάνατο. Δεν ξέρω τι ψάχνει. Αλλά πως έστω για λίγο δείχνει το πρόσωπο του αναπόφευκτου δίνοντάς του μια όψη πιο παρηγορητική, καμιά φορά συμπαθητική.Θεωρώ τον "Πόρφυρα" του Σολωμού ένα από τα πιο ωραία ελληνικά ποιήματα. Μην προσδοκώντας βέβαια καμία "ζωή του μέλλοντος αιώνος", τον φέρνω εδώ αδυνατώντας να ευχηθώ "καλή ανάσταση". Ό,τι ζούμε νομίζω φωτίζει το φόβο, μας βοηθάει να δούμε, μας ζεσταίνει. Και είναι αναπόφευκτα αρκετό.
Aλλ’ απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου
Κυριακή 17 Απριλίου 2011
Παρασκευή 15 Απριλίου 2011
Βρίσκω την ποίηση παντού
Ή εδώ: σε ένα βιβλίο με τίτλο "το πετύμενον νινβίτ" που εκδόθηκε από Έλληνες στο Ροστόβ-Δον το 1931. Κακή η ποιότητα της έκδοσης, φτηνό χαρτί, με εικονογράφηση όμως. Κάποια ελληνάκια των Ποντίων ονειρεύτηκαν διαβάζοντάς το.
Λέγεται "μαρμαρόκολλα" και χρωματίζει το μέσα των βιβλίων. Τη φτιάχνουν οι βιβλιοδέτες. Δες εδώ, σε ένα βιβλίο γαλλικό αλλά "a Londres" του 1772: 
Ένα χαρακτικό σε ένα βιβλίο παλιό, μια γαλλική μετάφραση ενός"πλαστού" Δον Κιχώτη που κυκλοφόρησε το 1614 στα ισπανικά ως έργο κάποιου Αλόνσο Φερνάντεθ ντε Αβεγιανέδα, και με τον οποίο τα "έβαλε" άσχημα ο Θερβάντες στον δεύτερο τόμο του Δον Κιχώτη του που κυκλοφόρησε το 1615...

Τρίτη 12 Απριλίου 2011
Ο Χριστός σταυρώνεται ξανά και ξανά...
Έχω την αίσθηση πως η πολλή ηγεσία βλάπτει σοβαρά το πολιτικό ήθος. Θα πρόσθετα επίσης πως συχνά δεν... "κολακεύει" αυτούς που τη φορούν.Παρασκευή 8 Απριλίου 2011
Τα υλικά μιας νέας εποχής
Παρασκευή 1 Απριλίου 2011
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι στην Κερατέα
Τρίτη 29 Μαρτίου 2011
Οι δρόμοι της πόλης όταν τους διασχίζω πεζός
Μπορώ να σας πω για κάποιες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στη σημερινή παράσταση. Καταρχάς μια γυναίκα καταφανώς κουρασμένη και ταλαιπωρημένη κρατώντας ένα δελτίο λοταρίας στάθηκε αρκετά λεπτά ακίνητη έξω από ένα πρατήριο του ΟΠΑΠ κοιτώντας μια οθόνη που κάτι μάλλον θα ανακοίνωνε. Το βλέμμα της μολαταύτα ήταν άδειο από ελπίδα ή προσμονή. Ένας ιδρωμένος πιτσιρίκος γυρνούσε με τη μαμά του από το πάρκο με μια μπάλα του μπάσκετ στα χέρια του. Ένα λογιστικό γραφείο έκλεινε, εκείνος αρχειοθετούσε κάποια χαρτιά σε φακέλους. Εκείνη πότισε ένα λουλούδι. Μια μυρωδιά μαγειρεμένου φαγητού πλανήθηκε στο χώρο «κι απάνω μου σταμάτησε σαν κάτι να ζητούσε». Με αναμφισβήτητη βεβαιότητα θα έλεγα πως επρόκειτο για κρέας κοκκινιστό στην κατσαρόλα- συνοδεία τηγανιτής πατάτας, που κάποια γυναίκα προφανώς πικραμένη μαγείρευε. Κάποιος φώναζε, τσακωνόταν, ίσως να φορούσε φανέλα με τιράντες, κανείς δεν ξέρει, γιατί απλά τον ακούγαμε από τον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας και δεν εμφανίστηκε μπροστά μας. Δυο νέοι άντρες γελώντας πέρασαν δίπλα μου. Ο γιος μου έκανε αριθμητική με τη γυναίκα μου στην κουζίνα, όταν επέστρεψα.Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011
Οι άνθρωποι ανθίζουν ποτέ;
Ένας φίλος δικτυακός επιμένει αυτές τις μέρες να φέρνει στα μάτια μου την άνοιξη με τις φωτογραφίες του, τις πρώτες σιωπηλές εκρήξεις της στα βουνά γύρω από τις πόλεις. Σκεφτόμουν: τάχα οι άνθρωποι θα ανθίσουν φέτος;Σε ένα καφέ με μικρογεύματα στο κέντρο της πόλης δουλεύει μια γυναίκα που υποδέχεται την παραγγελία μου για καφέ κάθε εργάσιμο πρωί. Θαυμάζω τους ανθρώπους που διατηρούν την ευγένεια και το χαμόγελο στις σκληρές συνθήκες της δουλειάς τους, και η γυναίκα αυτή είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Τους τελευταίους μήνες στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν μια οικεία γλύκα και ηρεμία – τόσο ξένη με τη βιασύνη, τα παραγγέλματα, την ταμιακή μηχανή που χτυπάει ρυθμικά λογαριασμούς. Η εξήγηση έκανε την εμφάνισή της, όταν πια δεν μπορούσε παρά να φαίνεται η κυοφορούσα κοιλιά της. Οι εβδομάδες περνούσαν και οι κινήσεις γίνονταν όλο και πιο δύσκολες - με έξτρα προστασία - αλλά εξίσου αποτελεσματικές στο έργο που είχαν να φέρουν σε πέρας.
Κάποια μέρα (πριν από ένα μήνα περίπου) δεν την ξαναείδαμε. Είχε πάει να γεννήσει. Προχθές επέστρεψε. Με το ίδιο χαμόγελο, χωρίς την κοιλιά. Δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα γιατί γύρισε, αν το μωρό είναι καλά, αν θηλάζει… Σε όλα μου απαντούσε με αμήχανη ευγένεια, πώς «έπρεπε» να γυρίσει, πως το «μωρό είναι μια χαρά. Τα δικά σου;», πως βάζει θήλαστρο για να ταΐζεται από τη γιαγιά το μωρό μέχρι τις 17.00 το απόγευμα που γυρνάει στο σπίτι. Έφυγα από το cafe σοκαρισμένος, ενώ η ταμειακή μηχανή συνέχιζε να χτυπάει ρυθμικά λογαριασμούς.
Αφηγήθηκα την ιστορία αυτή σε φίλους. Τους είπα πως δεν μπορώ να δεχτώ μια τέτοια τρομοκρατία, πως είναι απάνθρωπο, σκληρό, άδικο σήμερα να θεωρείται διεκπεραίωση η γέννηση ενός παιδιού. Πως παραβιάζονται δικαιώματα. Κάποιοι κούνησαν σιωπηλά το κεφάλι, κάποιοι είπαν κάτι για το «πού έχουμε φτάσει», κάποιες πως και εκείνες όταν ήταν συμβασιούχοι τους είχαν φέρει πίσω στη δουλειά άρον-άρον, κάποια φίλη με έψεξε με κυνισμό:
-Τι σου κάνει εντύπωση; Πρώτη φορά το ακούς;
Σκέφτηκα πως ο κυνισμός είναι η μάσκα των εκχωρήσεων του παρελθόντος μας με αντάλλαγμα μια αοριστία διαρκείας, των μαχών που χάθηκαν πριν γίνουν, των υποχωρήσεων, της δειλίας, αυτού του στυγνού ατομισμού του τόσο γνώριμου γύρω μου. Δεν στάθηκα εκεί. Το café κάθε μέρα είναι γεμάτο κόσμο που παραγγέλλει καφέδες και τυρόπιτες και φεύγει βιαστικός. Έχει τη σταθερή πελατεία που του επιτρέπει τις μικρές κουβέντες της καθημερινότητας ανάμεσα σε πελάτες και εργαζόμενους. Όση ώρα βομβάρδιζα με τις ερωτήσεις μου την αμήχανη γυναίκα και μέχρι που έφυγα, κανείς άλλος (γυναίκα ή άντρας) δεν ρώτησε, δεν θέλησε να δείξει πως κατάλαβε. Μα τόσο πολύ συνηθίσαμε να μην αντιλαμβανόμαστε; Υποκρινόμαστε βέβαια, αλλά με τι κόστος;
Ακούω έξω τα εμβατήρια μιας επετείου. Μαθαίνω πως έγιναν επεισόδια στο Σύνταγμα. Χθες είπα στο εξάχρονο γιο μου πως θα αποφασίσουμε για κάτι με ψηφοφορία, «δημοκρατία έχουμε». Μου απάντησε: «δεν έχουμε δημοκρατία. Κυβέρνηση έχουμε».
Τελικά δεν ξέρω: οι άνθρωποι ανθίζουν ποτέ;
Τρίτη 22 Μαρτίου 2011
Όλα, όλα, όλα...

Το εγκώμιο της αδελφής μου
Η αδελφή μου δεν γράφει ποιήματα
και είναι απίθανο ν’ αρχίσει ξαφνικά
να γράφει ποιήματα.
Μοιάζει της μάνας μου που δεν έγραφε
ποτέ ποιήματα και του πατέρα μου
που ούτε κι εκείνος έγραφε.
Κάτω απ’ τη στέγη της αδελφής μου νιώθω
ασφάλεια:
τίποτα δεν θα παρακινήσει τον άνδρα της
να γράψει ποιήματα
και παρόλο που ακούγεται σαν ποίημα
του Άνταμ Μακεντόνσκι*
κανένας απ’ τους συγγενείς μου δεν καταπιάνεται
να γράφει ποιήματα.
Στο συρτάρι της αδελφής μου δεν υπάρχουν
παλιά ποιήματα
ούτε κάποια καινούρια στην τσάντα της.
Κι όταν με καλεί σε δείπνο
ξέρω ότι δεν σχεδιάζει να μου διαβάσει
ποιήματα.
Μαγειρεύει υπέροχες σούπες
χωρίς να το πολυσκέφτεται
κι ο καφές της δεν χύνεται πάνω
στα χειρόγραφα.
Σε πολλές οικογένειες κανένας δεν γράφει
ποιήματα,
όταν όμως γράφουν σπάνια είναι
ένα άτομο.
Σε κάποιες περιπτώσεις η ποίηση ρέει
σε καταρράκτες γενεών
που προκαλούν τρομερές δίνες
στις οικογενειακές σχέσεις.
Η αδελφή μου καλλιεργεί μια κόσμια,
καθομιλουμένη πρόζα,
κι ολόκληρη η λογοτεχνική της παραγωγή
βρίσκεται στις κάρτες των διακοπών
που υπόσχονται το ίδιο πράγμα κάθε χρόνο:
πως όταν επιστρέψει
θα μας τα διηγηθεί όλα,
όλα,
όλα.

* "Πολωνός ποιητής που κέρδισε τη μικρή του φήμη γράφοντας μεγάλα ποιήματα με την τεχνική της αδιάκοπης επανάληψης του ίδιου απλού στίχου"
*************
Μια ποιητική διαδρομή/ Βισουάβα Σιμπόρσκα. μετ., σχόλια, επίμ. Βασίλης Καραβίτης. Αθήνα: Σοκόλης, 2003
Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Ορχομενός ο ερχόμενος
Τον Κακούργο τον γνώρισα πριν από 10-11 χρόνια σε μια ολιγοήμερη περιπετειώδη παραμονή μου στον Ορχομενό Βοιωτίας. Προφανώς ήταν ένα από τα αξιοθέατα της περιοχής, το οποίο λόγω ασυνήθιστης, έντονης και παρατεταμένης μέθης (δικής μου) δεν μπορώ να φέρω ακέραιο στη μνήμη μου. Ένας γερός καυγάς με το κορίτσι μου και ο κολλητός που με έσερνε στα μπαρ…. με είχαν κάνει ευάλωτο στη λήθη και ενδοτικό στις καταχρήσεις. Και λέω «προφανώς» γιατί κάπως θα πρέπει να εξηγήσω τον ενθουσιασμό του φίλου μου του Νίκου που θα τον ακούγαμε.Τα χρόνια πέρασαν και ένα πρωί σε μια στοίβα βιβλία στη βιβλιοθήκη που δουλεύω βρήκα κάποια αντίτυπα μιας ποιητικής συλλογής του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τίτλο «Ενθύμιον» (εκδ. Καστανιώτη, 2004). Την ξεφύλλισα, είδα ότι με ενδιαφέρει και την αιχμαλώτισα προς ιδίαν χρήσιν… Διαβάζοντας τα ποιήματά του (εμποτισμένα στην απώλεια και τον αποχωρισμό) εντόπισα το «συναξάρι Νικολάου Κακούργου του εκ Διστόμου»:
«Στην άκρη του μαρτυρικού Διστόμου, πλάι στο κοιμητήριο ζει ο Ρεμπέτης Νικόλαος Παππάς, ο επονομαζόμενος Κακούργος. Η επωνυμία αυτή συνίσταται στο τρομερόν της όψεώς του, η οποία φέρνει το μελανόμορφο χρωματισμό του παρακείμενου όρους Ξεροβούνα – εις το οποίον έδρασε ο λήσταρχος Νταβέλης – προδίδοντας την αγαθή ψυχή του, τόσο έντονα, ώστε να έρχεται στον νου μου εκείνο που έλεγε ο παππούλης μου: μην τη ζητάς την εμορφιά μόνο σ’ αυτό που βλέπεις, να τη γυρεύεις πιο βαθιά, σ’ εκείνο που δεν βλέπεις.
Η ύπαρξη του εν λόγω Νίκου οφείλεται στο ότι η μητέρα του διέλαθε της κτηνωδίας των Γερμανών κατά τη φοβερήν ημέρα της σφαγής στις 10 Ιουνίου 1944, ή, κατά μία εκδοχή, επειδή η νύχτα πρόφτασε τους φονιάδες πριν μακελέψουν τη δυτική πλευρά του χωριού, όπου και το πατρικό του – τώρα ταβέρνα.
Κάποιο απόγευμα Μαΐου, όταν ο καρδιολόγος τον καθησύχασε πως η καρδιά του είναι μια χαρά και πως αδίκως ανησύχησε, ο Νίκος είπε: «εντάξει, γιατρέ μου – επιστρέφω λοιπόν στην εντατική του ούζου», και γύρισε στο Δίστομο μετρώντας καραφάκια. Το βράδυ άναψε τη φωτιά στην ψησταριά, ετοίμασε τις χωριάτικες σαλάτες, έριξε στη μεγάλη σχάρα τις μπριζόλες και τα παϊδάκια και αφού διεκπεραίωσε το σερβίρισμα, ανέβηκε στο πάλκο μετατρέποντας το μαγαζί σε κήπο. Τραγούδησε ένα δυο αρχοντορεμπέτικα, έτσι για την εισαγωγή, κι αμέσως γνωστοποίησε πως: «από δω και πέρα δεν έχει απόπλου, είναι κλεισμένες πλέον οι αποβάθρες», πιάνοντας το μπουζούκι όπως γυναίκα που ποθείς και σέβεσαι. Η καύτρα του τσιγάρου λαμπύρισε ανάμεσα στον μέσο και τον παράμεσο του δεξιού χεριού, διαγράφοντας τη ρυθμική τροχιά του τραγουδιού
Μάζεψε συ τα γιασεμιά, Γιωργίτσα μου,
Κι εγώ τα βελονιάζω…
Εικονοποιώντας την εσωτερική του φλόγα – κι όταν επάνω στα ταξίμια οι χορδές δεν άντεξαν, γύρισε τη φωνή του σε άκρο μπάσο και ιερουργώντας εκελάηδησε
Πίνω και μεθώ, οχ! Αμάν
Μέρα νύχτα τραγουδώ
Και το ντέρτι μου, οχ! Αμάν
Στο μπουζούκι μου ξεχνώ
Κι ήταν σαν να σιχτίριζε όλους εμάς που τον ακούγαμε ή και σαν να μας έλεγε: «γλεντάτε που να πάρει ο διάολος- έτσι κι αλλιώς δεν σταματάει μέσα μας ν’ ανοίγει τα λαγούμια του ο καρκίνος».
Σε μια συνέντευξή του σήμερα ο Νίκος Ξυδάκης αναφέρεται στο Μανώλη Ρασούλη που πέθανε, και στην 34χρονη σχέση τους και ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη προς ανεύρεσιν Παπάζογλου και μουσικών για να φτιαχτεί η «εκδίκηση της γυφτιάς». Σε ένα σημείο λέει: «ο πρώτος μπουζουξής που έπαιξε (σημ. τις μουσικές της «γυφτιάς») ήταν ο «Κακούργος» (Νίκος Παππάς) από τη Λιβαδειά. Έπαιζε ένα παλιό, πολύ εκφραστικό, τρίχορδο μπουζούκι. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη, έπαιξε πολύ ωραία την «τρελή και αδέσποτη», αλλά μετά δεν άντεξε και μας παράτησε».
Τελικά, έτσι ξαφνικά μας παρατάνε καμιά φορά οι μουσικοί. Αφήνοντας πίσω τους τις μουσικές τους να τις προσέχουμε. Και εγώ βρήκα τώρα μια αφορμή να σας πω μια ιστορία από αυτές που μπερδεύονται διάφορα πράγματα και πρόσωπα και σκέψεις στη ζωή μας. Για να αποχωρήσω λίγο από το θάνατο του Ρασούλη
*****
Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη συνάδελφο Κατερίνα Κεράστα στη Λειβαδιά, που μου γνώρισε (έστω διαδικτυακά-προς το παρόν) το Γιώργο Θεοχάρη
Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011
Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
Ρωγμές της άνοιξης
******
Πριν από χρόνια Της είχα στείλει στην Αγγλία ένα γράμμα γεμάτο πορτοκαλανθούς, μην ξεχάσει την Άνοιξη (και μένα...)
******
Σήμερα το πρωί στην οδό... Λούις Άρμστρονγκ στην Κόρινθο γύρω από τα αγριόχορτα στην άκρη του κόσμου "στήσαν τρελό χορό τα μελισσόπουλα" .
Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011
Δήλωση φρονημάτων
Με θέλγει η σιωπή από παιδί. Που ήμουν. Φανταζόμουν πώς θα ήταν να μην μιλάω. Ποτέ. Δεν εννοώ απομόνωση- μάλλον εναρμόνιση με το άφατο είναι η σιωπή. Στην αρχή πίστευα πως είναι η πρώτη ύλη της ποίησης και εν πολλοίς ακόμη το πιστεύω. Η σιωπή δεν είναι ένας χρησμός που αποζητά ερμηνεία. Περισσότερο λυγμός. Είναι. Η σιωπή των απολεσθέντων (πραγμάτων, ανθρώπων, χρόνων) και η σιωπή αυτών που μένουν πίσω (πραγμάτων, ανθρώπων, χρόνων) είναι ο αιώνιος διάλογος στη γλώσσα της απουσίας.
Το κακό με τη σιωπή είναι ότι ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν τη μοιράστηκες με κάποιον άλλο. Και επειδή ποτέ δεν ασκηθήκαμε στη σιωπή, δημιουργούνται παρεξηγήσεις και ακολούθως νέα νοήματα. Επινοήματα. Μα το ίδιο γίνεται και στο λόγο. Παρανοήματα.Πριν από λίγες μέρες διάβασα σε μία εφημερίδα: «Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος σκοτώθηκε…». Η ίδια εφημερίδα προχθές έγραφε για τη «δολοφονία των δύο αστυνομικών». Στις μνημόσυνες τελετές των αστυνομικών υπήρχαν ελληνικές σημαίες. Στου δεκαεξάχρονου μαθητή, μολότωφ.
Δεν μπορώ να απαντήσω στην επικίνδυνη φλυαρία σας. Με τα ίδια όπλα. Η σιωπή μου κυοφορεί το τρίτο παιδί της: Αμφισβήτηση, Οργή, Αποφάσεις.Υστερόγραφο στο «Βήμα»: Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε. Τέλος
Σάββατο 5 Μαρτίου 2011
Στην πίσω όψη μιας απόδειξης
Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011
Είσαι ευτυχισμένος;
Υπάρχουν στιγμές που όταν τις ζεις, ξέρεις πως θα τις θυμάσαι στην υπόλοιπη ζωή σου. Δεν έχουν κάτι εμφανώς ιδιαίτερο, συνήθως περιέχουν μια μικρή δόση μελαγχολίας, δεν είναι πλήρεις ευτυχίας ή πόνου και κατά κανόνα κατοικούνται από τη σιωπή. Αυτές οι στιγμές οι ανθεκτικές στη φθορά του χρόνου, με αντισώματα στη λήθη είναι, αν τις περιγράψεις, σαν ταξίδι στα μέσα και έξω της ψυχής:Είναι πρωί. Εκείνη οδηγάει. Εσύ στο πλάι της. Ακούτε ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Τραγουδάτε. Είσαι ευτυχισμένος.
Σου έχω και άλλο… χμ… πριν από 6 χρόνια:
Είναι απόγευμα. Σε ένα δημοτικό σχολείο. Εκείνη γελάει. Εσύ στο πλάι της. Φτιάχνετε μια σχολική βιβλιοθήκη. Ο ήλιος τη χαϊδεύει απ’ το πλάι. Είσαι ευτυχισμένος.
Κι άλλο, κι άλλο (πριν από 9 χρόνια):
Είναι πρωί. Ξυπνάς. Απ’ το παράθυρο πλάι στο κρεβάτι μπαίνει ο ήλιος. Δείχνει το χέρι σου. Το κοιτάς. Κουνάς τα δάχτυλά σου. Ζεις. Είσαι ευτυχισμένος
Μπορώ να σου αφηγηθώ χιλιάδες τέτοιες αποστάξεις της ζωής μου. Ο καθένας μπορεί. Οριοθετούν το σημαντικότερο στο χρόνο του ελάχιστου. Οι αναμνήσεις αυτές είναι βολικές γιατί είναι ευπρόσδεκτες στη συνείδησή μας. Και κατοικούν για καιρό εντός μας.
Υπάρχουν και άλλες όμως, επίμονες, ενοχλητικές, καθόλου ευπρόσδεκτες που επιχειρείς να διώξεις από το ενοίκιο του μυαλού σου, να φύγουν, να γυρίσουν από εκεί που ήρθαν γιατί δεν είναι δικές σου, είναι στιγμές λαθρομετανάστριες, σου παίρνουν την ηρεμία σου, παραβιάζουν με την απόγνωσή τους τις ώρες κοινής ησυχίας.
Ας πούμε: σήμερα και κάθε μέρα αυτό τον καιρό:
Είναι δίπλα μας. Αρνούνται πλέον την τροφή. Διεκδικούν αυτό που σε εμάς χαρίστηκε. Πολιτικά δικαιώματα. Αργοπεθαίνουν. 300 μετανάστες. Είσαι ευτυχισμένος;
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
Ο Γεροκολασμένος και άλλες αποκριάτικες ιστορίες*
Αυτές οι μέρες ανέκαθεν είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα στην οικογενειακή ιστορία. Η Μεγάλη Οικογένεια μαζευόταν- συνήθως στο σπίτι μας – και γινόταν τρικούβερτο γλέντι όλων των ηλικιών, μασκαρεμένων με ό,τι πιο αταίριαστο και παράταιρο μπορούσε να συνθέσει το γελοίο των ημερών. Στο τέλος αυτών των γλεντιών χορεύαμε όλοι μαζί – καμιά εξηνταριά άνθρωποι – το «πιπέρι». Πιασμένοι χέρι, χέρι σε ένα μεγάλο κύκλο τρίβαμε και κοπανούσαμε χέρια, πόδια, κούτελα, κώλους σαν ξαναμμένοι του «διαβόλου καλογέροι» γέροι, παιδιά, γυναίκες, άντρες. Για χρόνια ένοιωθα αυτές τις στιγμές να φυτεύεται μέσα μου μια παράλογη αίσθηση αιωνιότητας, ένας άχρονος δεσμός με το παρελθόν και τους ανθρώπους που είχαμε το ίδιο αίμα. Ο κύκλος αυτός είναι η δική μου ταυτότητα.Μεγαλώνοντας, οι δεσμοί με τη Μεγάλη Οικογένεια χαλάρωσαν ή έπαψαν πια να τροφοδοτούνται με τα γλέντια αυτά που γίνονταν στο πατρικό σπίτι. Η ζωή μου δεν χωράει ίσως τόσους ανθρώπους στο σπίτι που στεγάζει τώρα τη δική μου οικογένεια, αλλά και οι συνομήλικοι φίλοι και συγγενείς ίσως να είναι και λίγο ξενέρωτοι με όλα τούτα. Όμως συνεχίζουμε να ντυνόμαστε μασκαράδες εγώ και η κυρά μου και να παλεύουμε να γελοιοποιήσουμε στα παιδιά και τους φίλους μας τη σοβαροφάνεια και την ευπρέπεια. Και κερδίζουμε έτσι το πανάκριβο χαμόγελο τους.
Τις πολύ κρύες μέρες του χειμώνα, όπως η σημερινή, κάνω κάτι που έκαναν οι παλιοί: βάζω στον καφέ μου κονιάκ, «να ζεσταθώ»! Και με τον τρόπο αυτό θυμάμαι το «Γεροκολασμένο», έναν ξερακιανό μπάρμπα του πατέρα μου, αθυρόστομο και λίγο σκληρό άνθρωπο, που πρωτοείδα να νοθεύει το ρόφημα με αλκοόλ. Όταν πέθανε, αν και το… «πρωτόκολλο» δεν το επέτρεπε, οι μεγάλοι τραγούδησαν στην κηδεία ένα αγαπημένο του τραγούδι αποχαιρετώντας τον: το «Γιάνναρο». Σταθήκαν γύρω στο τραπέζι, γεμίσαν τα ποτήρια κρασί και αρχίσαν αργά να κινούν το αποκριάτικο τραγούδι του μπάρμπα:
«Ο Γιάνναρος απέθανε και άφησε διαθήκη
να μην τον θάψουν σ’ εκκλησιά, μήτε σε μοναστήρι
μόνο να τον εθάψουνε σε ένα σταυροδρόμι
ν’ αφήσουν την ψωλάρα του τρεις πιθαμές απόξω
για να περνάει ο δήμαρχος, να δένει το άλογό του.
Τρεις παπαδιές σαν τ’ άκουσαν πάνε να τονε δούνε.
Η μια κρατάει το θυμιατό, η άλλη το λιβάνι
κι η τρίτη η μικρότερη πάει κάθεται απάνω.
Θεός σχωρέσ’ τον Γιάνναρο».
Αυτή νομίζω – το είπα και πριν, αυτή είναι η ταυτότητά μας: ένας κύκλος ανθρώπων που χορεύουν πιασμένοι χέρι-χέρι τη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα τον άγριο και τον πόνο τον αμείλικτο. Φορούν μάσκες, ντύνονται αλλοπρόσαλλα και τραγουδούν δυνατά σε ένα γλέντι που συνεχίζεται χρόνια τώρα και εσύ είσαι πάντα παιδί και γελάς, και γελάς, και γελάς….
Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011
Πολιτικά συμπεράσματα
Όλα τα παραμύθια έγιναν κάποτε, ποτέ τώρα ή στο μέλλον. Ακόμη και τα παραμύθια που δεν έχουν ακόμη γραφτεί.Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011
Το βλέμμα, οι λέξεις, η ελπίδα...
Υπάρχει ένα βλέμμα που μου κλέβει τις λέξεις αυτές τις μέρες - δεν ξέρω τι αποχαιρετάει
Υπάρχουν συγγραφείς που λένε "Μα πιστεύω ότι οι μακροχρόνιες κρίσεις δίνουν μεγάλη εξουσία στην ελπίδα. Και δεν χρειάζεται να ξέρουμε σε τι ελπίζουμε". Και υπάρχουν άλλοι που νομίζω ότι ξέρουν...
Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011
Σφαίρες και καρφιά στις λέξεις

Λέει στην αγαπημένη «Ποιητική» ο Μανόλης Αναγνωστάκης*:
«…
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.»
Και απαντάει ο Μιχάλης Γκανάς** στο «περί ποιήσεως 2» δεκαετίες μετά:
«Οι λέξεις δεν είναι καρφιά
ούτε φύλλα.
Και στο σφυρί αντιστέκονται
Και στον αέρα
Οι λέξεις είναι σαν τα σκάγια
Ποιες βρίσκουνε το στόχο τους
Ποιες δεν τον βρίσκουν.
Δεν φταίει πάντα ο κυνηγός»
Μου διαφεύγει ακόμα ποιος είπε ότι οι λέξεις είναι φύλλα. Θα μπορούσε να είναι ο Λειβαδίτης ή η Δημουλά (αυτή και αν δοκιμάζει στις λέξεις ιδιότητες) ή κάποιος άλλος. Ευτυχώς σ’ αυτό τον πόλεμο δεν υπάρχουν νεκροί. Μόνο ποιήματα στήνονται εκεί όπου γίνονται οι μάχες. Επιτύμβια ποιήματα που μοιάζουν πεσμένα φύλλα στη γη και τα παρασέρνουν τα χρόνια από ‘δω κι από κει.
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
Τα ήσυχα βράδια της συνείδησής μας
... και καθώς η νύχτα χθες σκορπούσε την παγωνιά της μέσα στην πόλη και ο κόσμος αποσυρόταν στις τηλεοράσεις του, κάτι όμορφα παιδιά (αλήθεια όμορφα αγόρια και κορίτσια) έξω απο το Μουσείο με τα αρχαία αγάλματα τραγουδούσαν την αλληλεγγύη τους στους μετανάστες πολίτες που αργοπεθαίνουν. "Τα ήσυχα βράδια η Αθήνα θ' ανάβει σαν μεγαλο καράβι που θα 'σαι μέσα και συ"...
****
Οι δύο φωτογραφίες έχουν μία μόνο διαφορά: 100 χρόνια
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011
Τα επιμύθια του φόβου
*****
Ο φόβος καμιά φορά στην απελπισία του απάνω δολοφονεί.
*****
Ποιος δεν φοβάται; Μόνο όποιος δεν έχει τίποτα πια να χάσει.
*****
*****
Οι πομποί του φόβου, φοβούνται.
*****
Ο φόβος εκδικείται όσους τον αψηφούν.
*****
Ο φόβος είναι σπόρος που φυτεύεται μέσα μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Η καλλιέργειά του είναι επίπονη. Όταν ο καρπός του ωριμάσει είναι πια αργά για θερισμό.
*****
Ο φόβος είναι εργαλείο πολιτικής εξουσίας.
*****
Ο φόβος είναι εργαλείο που απαιτεί επιδεξιότητα στη χρήση του, ειδάλλως μπορεί να προκαλέσει κάποιο ατύχημα.
*****
Ο φόβος δεν επιλέγει τα υποκείμενα, αλλά τα αντικείμενά του.
*****
Ο φόβος είναι το κατηχητικό της υποδούλωσης.
*****
Ο φόβος συσπειρώνει, και αφού ενώσει τα θύματά του, πιο εύκολα πια τα οδηγεί στο γκρεμό.
*****
Ο φόβος συσπειρώνει, δεν ενώνει.
*****
Ο φόβος είναι πολιτικώς μεταδιδόμενο νόσημα.
*****

Ο φόβος είναι μια τρομακτική ιστορία, τα επιμύθια της οποίας δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ.
*******************************
Ο «Βιβλιοθηκάριος» συμμετέχει στη δράση ενάντια στο φόβο με την επωνυμία «Φόβος : ο δούρειος ίππος της εξουσίας» στην οποία συμμετέχουν και δεκάδες άλλα ιστολόγια.
Ο «Βιβλιοθηκάριος» θεωρεί ότι η άσκηση πολιτικής φόβου σήμερα στη χώρα μας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την πολιτική εξουσία απαιτεί την αντίδραση των πολιτών.
Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011
Ένας διόλου αμήχανος επικήδειος
Φαίνεται πως είναι πιο εύκολο στην επιπόλαιη νεότητα ή στα ράθυμα γερατειά να είναι κυνικά ρεαλιστικά για το θάνατο. Πιο εύκολο σε σχέση με αυτή τη μέση ηλικία που αποχαιρετάει σιγά-σιγά την μία άκρη της με τους ανθρώπους που τη σηματοδοτούσαν, πορευόμενη γυμνή στην άλλη της άκρη και ανήσυχη στοχάζεται συχνά το αναπόφευκτο.
Ο David O. Selznick, παραγωγός της θρυλικής ταινίας «Όσα παίρνει ο άνεμος» (1939), μέχρι το θάνατό του το 1965 πάσχιζε να επηρεάσει τον… επικήδειο που θα του έγραφαν οι εφημερίδες όταν θα ερχόταν το μοιραίο! Όντας ένας εξαιρετικός παραγωγός της παλιάς σχολής του Χόλυγουντ, αν και έκανε επιτυχίες και στη συνέχεια (έφερε τον Hitchcock στην Αμερική, κ.α.), δεν απέφυγε αυτό που απευχόταν: οι εφημερίδες έγραψαν: πέθανε ο παραγωγός του «όσα παίρνει ο άνεμος»! Η ιστορία αυτή μοιάζει λίγο με τα άψυχα πανομοιότυπα κείμενα που γράφτηκαν αυτές τις μέρες για το θάνατο του ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη: «…Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα, το Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών, το Βραβείο Ουράνη, το Παγκόσμιο Βραβείο Ποίησης Φερνάντο Ριέλο, τον τίτλο του Ιππότη του Γαλλικού Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών και το ευρωπαϊκό Βραβείο Χέρντερ.»
Μπλα μπλα μπλα…
Ρε σεις πριν από λίγες μέρες πέθανε επίσης η Καίτη Λαμπροπούλου. Αν κλείνατε τα μάτια σας και στραγγίζατε μέσα σας το όνομά της, δεν θα λέγατε: έσβησε ένα πιπεράτο γέλιο, μια μπάσα κελαριστή φωνή;
Πόσων ανθρώπων, που δεν ξέρουμε καλά, έχει μείνει μέσα μας το χαμόγελό τους;
Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011
Τα ανθρωπάκια - μια απάντηση
Κύριε Δημοσιογράφε Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματά μας είναι το γεγονός ότι ανθρωπάκια χειρίζονται τις πληροφορίες που θα διαβάσουμε για να διαμορφώσουμε άποψη για τον κόσμο μας. Δειλοί και υποτακτικοί θέλουν να μας πείσουν ότι μας ενημερώνουν – μεταξύ μας δεν πείθεται κανείς, το ξέρεις.
Τα ανθρωπάκια αυτά έχουν αποκλειστικές πληροφορίες, πηγές και αποκαλυπτικά ρεπορτάζ που όταν έρχονται τα δύσκολα τα ρίχνουν στο πλυντήριο της προπαγάνδας και της χειραγώγησης για να κάνουν αόρατη την ανυπακοή και την αντίσταση, έστω τη σκέψη και την αμφισβήτηση. Νομίζω ότι φοβούνται.
Τα ανθρωπάκια αυτά κουνάνε το δείκτη τους καθώς νουθετούν και μαλώνουν τους πανεπιστημιακούς καθηγητές - αλήθεια νομίζεις πως το πρόβλημα στην παιδεία είναι «οι μαφίες και οι συμμορίες των πανεπιστημίων»; Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τους ονόμασε κοπρίτες, εσύ λες πως πλέκουν και παίζουν τέτρις οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ως πότε θα σας ανέχονται;
Λες πως κάποιοι που πληρώνονται λίγο επιτρέπουν να λέμε πως υπάρχει ακόμη κράτος στην Ελλάδα – εγώ λέω να μην πληρώνονται καθόλου, συμφωνείς; Επειδή ο «δημόσιος βίος» δεν είναι μόνο ο βίος των δημοσίων υπαλλήλων, πες μου πώς θα αλλάξουμε και όσα ανθρωπάκια φτάνουν στην κορυφή των εφημερίδων; Γιατί ενώ στα πανεπιστήμια σπανίζουν πια τα «νούμερα», δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα ΜΜΕ.
Κύριε δημοσιογράφε ο στρατός και η αστυνομία δεν είναι η καρδιά του κράτους – όχι τώρα, πριν από 40 χρόνια μπορεί. Η καρδιά του κράτους είναι οι πολίτες, αλλά τι σου λέω τώρα.



