Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Ο Γαβριήλ κάνει σεξ


Η ιστορία έχει κάπως έτσι: ένας Δημοσιογράφος φέρεται να αποκτά ένα βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου στο οποίο δρων είναι ο υποψήφιος δήμαρχος του ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα Γαβριήλ Σακελλαρίδης. Με το βίντεο στο χέρι επιχειρεί να βάλει στο χέρι και τον νεαρό πολιτικό της Αριστεράς, φροντίζει το θέμα να διαρρεύσει και στα δημοσιογραφικά κανάλια έτσι ώστε η πίεση και ο εκβιασμός να κερδίσουν πόντους. Ο Γαβριήλ δεν «τσιμπάει» και μετά τις εκλογές καταγγέλλει δημόσια το γεγονός. Γρήγορα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αυτά της μαζικής επικοινωνίας «παίρνουν φωτιά». Ένα νυχτερινό δελτίο ειδήσεων παρουσιάζοντας το θέμα αναφέρεται σε βίντεο με «άσεμνο περιεχόμενο».

Κι εδώ φρενάρει το πράγμα: τι σημαίνει «άσεμνο»; Τι σημαίνει σεμνό, ποιος ορίζει τη σεμνότητα, σε ποιους την ορίζει και για λογαριασμό ποιων και από ποια θέση κρίνει τα πράγματα; Σεμνός λοιπόν, λένε τα λεξικά, είναι ο συνεσταλμένος, ο ευπρεπής, ο σοβαρός, ο ντροπαλός, ο ηθικός. Τι ξεδιάντροπο, απρεπές, γελοίο και ανήθικο κάνει λοιπόν στην προσωπική του ζωή ο πολιτικός της Αριστεράς; Τι άσεμνο κάνει ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης; Μήπως κάνει σεξ; Πέφτω από τα σύννεφα. Είναι δυνατόν να κάνει σεξ ένας νεαρός άντρας; Γεγονός είναι πως δεν πάει αλλού το μυαλό μας, θέλω να πω η σεμνότητα συνήθως συνδέεται με τη σεξουαλικότητα. Και αλλιώς να ήταν δεν θα μιλούσαμε για «άσεμνες πράξεις», αλλά για «παράνομες». Όμως το δελτίο ειδήσεων δεν είπε κάτι τέτοιο, άρα ο υποψήφιος δήμαρχος της Αθήνας κάνει σεξ. Δεν κλέβει, δεν βιάζει, δεν βασανίζει, απλά γαμάει ή γαμιέται, φιλάει ή φιλιέται και ούτω καθεξής. Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως δεν είναι ο μόνος που το κάνει –πολλοί πολιτικοί κάνουν σεξ και πολλοί πολίτες αυτής της χώρας. Έχουμε όλοι κολλήσει στο βούρκο της άσεμνης σεξουαλικότητας… Οφείλουμε να παραδεχτούμε επίσης πως το σεξ του Γαβριήλ Σακελλαρίδη δεν γίνεται δημόσια, μπροστά στα μάτια μας, αλλά σε ιδιωτικό χώρο, σε στενό κύκλο που λένε. Αν το σεξ σε ιδιωτικό περιβάλλον είναι άσεμνο, σε δημόσιο τι είναι; Αν το σεξ ενός πολιτικού είναι άσεμνο, είναι σεμνό ό,τι προβάλλει το εν λόγω κανάλι; Σεξ είναι και τα βυζιά, κώλοι και μπούτια στις παραλίες όταν το δελτίο μιλάει για τη ζέστη του καλοκαιριού; Είναι οι ροζ διαφημίσεις και τα ξέκωλα στις «ψυχαγωγικές» εκπομπές, οι ερωτικές σκηνές των ταινιών και των σίριαλ; Είναι άσεμνο το «Κάτω Παρτάλι»; Μήπως το σεξ δεν είναι ευπρεπές, σοβαρό και ηθικό, ιδιαίτερα για ένα δημόσιο πρόσωπο (οι Δημοσιογράφοι εξαιρούνται), αλλά είναι «ανθρώπινο δικαίωμα» όταν κυκλοφορεί ως τηλεοπτικό προϊόν με την κάλυψη της καλλιτεχνικής έκφρασης και ελευθερίας;


 Στα μιντιακά μας ήθη «άσεμνο» είναι το σεξ ενός νεαρού πολιτικού που κάπως καταγράφηκε σε βίντεο, κυκλοφόρησε στη δημοσιογραφική πιάτσα και συζητήθηκε. Άσεμνο λέμε το περιεχόμενο ενός βίντεο όταν δεν θέλουμε να πούμε πως περιέχει σκηνές σεξ. Άσεμνο χαρακτηρίζεται το σεξ από τους μέντορες της ηθικής μας ασφάλειας, τους προστάτες των ηθικών αξιών, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Το «άσεμνο» απευθύνεται σε μια κοινωνία ηθική, που δεν κάνει σεξ, που δεν είναι ξεδιάντροπη, που δεν είναι γελοία, που δεν φαντασιώνεται.


 Το σεξ δεν είναι μόνο μέσο εκβιασμού ενός πολιτικού από ένα σαρκοβόρο ζώο της μιντιακής ζούγκλας, αλλά και στοιχείο ηθικής σπίλωσης, εργαλείο πολιτικής εξόντωσης που το χρησιμοποιούν τόσο οι προστάτες της κοινωνικής ηθικής, τα ΜΜΕ, αλλά και η σεμνή κοινωνία μας. 

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Τι δανείζονται οι γυναίκες

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 15/6/2014]



Πλημμύρισε ο τύπος τον τελευταίο καιρό με εύκολους τίτλους και δημοσιογραφικά συμπεράσματα σχετικά με έρευνα που διενήργησε ερευνήτρια σε συνεργασία με τις δημοτικές βιβλιοθήκες της Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω ερευνήτρια αξιοποίησε τα στοιχεία δανεισμού του υλικού που οι βιβλιοθήκες αυτές κρατούν και επιχείρησε την ιχνογράφηση των αναγνωστικών συνηθειών των χρηστών τους. Σύμφωνα λοιπόν με τα συμπεράσματα μερίδας του τύπου από αυτή την έρευνα «οι γυναίκες διαβάζουν ροζ βιβλία», οι γυναίκες διαβάζουν, ενώ οι άντρες όχι και στις προτιμήσεις των αναγνωστών κυριαρχεί (παρά τη θέληση των συγγραφέων…) η «παραλογοτεχνία» της Χρυσηίδος Δημουλίδου και της Λένας Μαντά. Αγαπημένοι ξένοι συγγραφείς είναι η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ (ανεπίκαιρο πια στοιχείο) για τα παιδιά και ο Κοέλιο για τους ενήλικους, αγαπημένα είδη το αστυνομικό μυθιστόρημα και τα έργα που μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση.

Η εν λόγω «φωτογραφία» των αναγνωστικών συνηθειών πάσχει στην επιχειρούμενη γενίκευσή της. Καταρχάς όσοι επιχειρούν εντυπωσιακές γενικεύσεις αγνοούν πως πρόκειται για κινήσεις δανεισμού σε μια (μεγάλη βέβαια) δημοτική βιβλιοθήκη – δεν θα έδειχναν την ίδια σπουδή αν η έρευνα γινόταν σε μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, ας πούμε του Παντείου, της ΑΣΟΕΕ ή του Πολυτεχνείου ή ακόμη και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, τη Γεννάδιο, τη Βιβλιοθήκη της Βουλής ή της Ακαδημίας Αθηνών. Οι δημοτικές βιβλιοθήκες έχουν άλλο υλικό και άλλο κοινό από τις ειδικές, τις ακαδημαϊκές, τις νοσοκομειακές, τις κυβερνητικές βιβλιοθήκες. Δεύτερο προβληματικό σημείο στα «συμπεράσματα» είναι η σύγχυση χρήσης και δανεισμού – οι βιβλιοθήκες σπάνια καταγράφουν την εσωτερική χρήση, σε αντίθεση με τον εξωτερικό δανεισμό, επομένως ο δανεισμός είναι ένας μόνο, ισχυρός ωστόσο, δείκτης κίνησης των βιβλίων. Τρίτο σημείο είναι η μάλλον επί τούτου σύγχυση βιβλίου και λογοτεχνίας. Το γεγονός ότι η λογοτεχνία πουλάει και είναι εύκολο στα Μέσα που επιθυμούν να έχουν λόγο στην αγορά βιβλίου να ασχολούνται με αυτήν, δεν σημαίνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κίνησης των ιδεών και των γνώσεων δεν κινείται και από τα άλλα είδη βιβλίου (λεξικά, επιστημονικά, ιστορικά βιβλία, βιογραφίες, αφηγήσεις κ.α.).

Στόχος του παρόντος σημειώματος δεν είναι να αμφισβητήσει τα συμπεράσματα μιας μεμονωμένης έρευνας, αλλά να σχολιάσει την ευκολία αναπαραγωγής απόψεων και στερεοτύπων που απροβλημάτιστα γίνεται από τα Μέσα. Θα ήταν μονομερές να θεωρήσουμε μόνο δείγμα άγνοιας την εν λόγω παθογένεια. Θα ήταν δίκαιο σε αυτό να προστεθεί η αναμφισβήτητη εμπορικότητα του βιβλίου και η αναγκαστική παρουσία ενός «χρηματιστηρίου αξιών» που θα την υποστηρίζει. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι επί του προκειμένου προηγούνται τα συμπεράσματα της έρευνας, αφού η γυναίκα είναι ίσως καθοριστικός παράγοντας της αγοράς και πρέπει να αναδεικνύουμε το ρόλο της αυτό για να συνεχίσει με σπουδή να τον υπηρετεί.


Θα μπορούσαν πολλά να ειπωθούν πάνω σε αυτό το θέμα. Ο λόγος που θα μπορούσαμε να πούμε πολλά είναι γιατί δυστυχώς στην Ελλάδα η αναγνωστική εμπειρία δεν έχει τύχει εμβριθούς και επιστημονικής μελέτης, δεν έχει γίνει επαρκώς ποτέ στόχος ευρείας στατιστικής έρευνας που θα έχει σκοπό την πολλαπλή μελέτη και το σχεδιασμό στο χώρο του βιβλίου, τόσο από τις βιβλιοθήκες και τους εκδότες, όσο και από το ίδιο το κράτος. Κι εδώ θα ήταν κομβική η παρουσία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

6ο Σύνταγμα Πεζικού


Ετούτο το ποίημα είναι μια φυλακή
Ένα στρατόπεδο νεοσυλλέκτων ναυαγίων
Έχει μια μερίδα φαΐ, ένα σαπούνι
Κι ένα ρολό χαρτί τουαλέτας – αυτά είναι
η ελευθερία σου ξένε

Ετούτο το ποίημα είναι ένας τάφος
Γι’ αυτούς που δεν μετοίκησαν
Στο απέραντο γαλάζιο της σαρκοβόρας
Θάλασσας που μας περιβάλλει – έχει
μια μάντρα τριγύρω που είναι η ελευθερία σου ξένε

Ετούτο το ποίημα είναι ο καθρέπτης που
Δεν σου δίνεται να ξυριστείς για μην τον σπάσεις
Και σφάξεις το είδωλό σου
Είναι ο κώλος του διπλανού σου  
Σημείο επαφής, ή ο δικός σου κώλος που παραβιάζεται
Είναι το κλάμα του Χασάν, οι αναμνήσεις του Φακίρ
Η αρρώστια του Μαχμούντ
Είναι η απελπισία που προαυλίζεται

Ετούτο το ποίημα είναι ο εργολάβος
που έκανε τις σχετικές μετατροπές
Το στρατόπεδο να γίνει φυλακή
Κι ύστερα εξελέγη δημοτικός σύμβουλος
Είναι η πόλη που σιωπά γιατί όλη
Αυτή η φυλακή είναι ένα έσοδο για τα παιδιά της
Είναι τα νεαρά όργανα της τάξης
Βλαχάκια 20 χρονών που παίζουν με τα γκλομπ τους

Ετούτο το ποίημα είμαι εγώ:
Στρατιώτης Πεζικού Κατσαμάκης Γεώργιος, 97ΣΤ ΕΣΣΟ.

Διατάξτε

***
Συμμετοχή στο διαδικτυακό αφιέρωμα "σύνορα πρόσφυγες αλληλεγγύη" και συμβολή στο 4ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Χίου

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Όσο πιο πολύ φοβάσαι


Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο πιο πολύ δουλεύεις
Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο πιο πολύ κουφαίνεσαι
Ο φόβος είναι ένας τρόπος να μην βλέπεις
ή μάλλον είναι ένας τρόπος να κάνεις πως δεν είδες
ή μάλλον δουλεύεις και κάνεις πως δεν είδες
ή μάλλον δουλεύεις και δεν φαίνεσαι
Ο φόβος είναι ένας τρόπος να γίνεις αόρατος
Η δουλειά είναι ένας τρόπος να μην μιλάς
Για όσα έγιναν
Και όσα θα γίνουν
Εσένα τα χέρια σου είναι για να δουλεύουν
κι όχι για να σφίγγουν γροθιά το δίκιο

Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο πιο πολύ δουλεύεις

Γι’ αυτούς που σε δυναστεύουν

***
ο πίνακας είναι του Εδουάρδου Σακαγιάν

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Τράπεζες θυμάτων

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 7/6/2014]


Από μόνα τους πράγματα που γίνονται αυτά τα τελευταία χρόνια έχουν τη δύναμη, αν αποδεσμευτούν από το περιβάλλον που τα δημιουργεί και τα καταναλώνει ή έστω αν για λίγο σταθούν μπροστά στην κριτική επιτροπή της λογικής μας, να αποκαλύψουν τον πανίσχυρο παραλογισμό τους – με τρόπο ευφυέστερο ίσως και του Ιονέσκο. «Συνηθίζει ο κόσμος ξέρετε. Πλέον κανείς δεν εκπλήσσεται από τα στρατεύματα των ρινόκερων που διασχίζουν καλπάζοντας τους δρόμους, Οι άνθρωποι παραμερίζουν, τους αφήνουν να περάσουν και μετά συνεχίζουν τον περίπατό τους και συνεχίζουν τις δουλειές τους σαν να μην συμβαίνει τίποτα».*

Είναι βέβαια σχεδόν υπονομευτικό να σχολιάζεις ένα κείμενο του 1966 με ένα κείμενο το 1959, όμως ο στόχος δεν είναι αυτός. Εξάλλου τα καλά κείμενα αντέχουν στο χρόνο. Είναι όμως μακρύς ο δρόμος μέχρι επιτέλους να τελειώσουν τα αποσπάσματα του Παναγιωτόπουλου, του Παπανούτσου και της Αρβελέρ για να επιλέγουν οι φιλόλογοι κείμενα άλλα και άλλων ως πυρήνα για τις πανελλήνιες εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Ο παραλογισμός ήρθε κι έκατσε φέτος με τον πιο τραγικό τρόπο ανήμερα των εξετάσεων στην έκθεση με την αυτοκτονία ενός 18χρονου μαθητή στα Γιαννιτσά – προφανώς κατά-πιεσμένου από το ανθρωποφάγο σύστημα των εξετάσεων. Την ίδια μέρα που χιλιάδες μαθητές θα σχολίαζαν ένα γερασμένο δοκίμιο 50 χρόνων για την έλλειψη ανθρωπιάς στην εποχή μας, ένας συνομίληκός τους θα απαντούσε σε αυτό με τον πιο απόλυτο και μη βαθμολογούμενο τρόπο.

Βέβαια δεν είναι να ξαφνιάζεις τα παιδιά με ανατροπές, ιδιαίτερα μια περίοδο κρίσιμη γι’ αυτά, για την οποία εκπαιδεύονταν χρόνια, όμως αναρωτιέται κανείς τι θα είχαν να γράψουν αν αντί για ένα δοκίμιο, είχαν να σχολιάσουν την επιστολή αυτοκτονίας ενός συμμαθητή τους. Μα φυσικά δεν γίνονται αυτά: δεν είναι SOS οι αυτοκτονίες – ούτε οι ειδήσεις τις λένε, ούτε η κοινωνία απασχολείται πέραν μιας ταχείας κηδείας του αυτόχειρα. Οι αυτοκτονίες δεν διδάσκονται στα φροντιστήρια, ούτε γίνονται ομιλίες στα σχολεία γι’ αυτές από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Είναι βέβαια αστείο: μας απασχολεί το μπούλινγκ στα σχολεία, αλλά όχι οι αυτοκτονίες μαθητών. Θα ήταν αναμφίβολα μεγάλη ανατροπή να γράψουν οι μαθητές για κάτι που είναι εκτός ύλης, οι αυτοκτονίες μαθητών είναι εκτός ύλης. Και εν τέλει τι θα έκανε η ρινοκερο-κοινωνία μας  αν ξαφνικά αντιμετώπιzε μερικές δεκάδες χιλιάδες δοκίμια για το δολοφονικό εκπαιδευτικό μας σύστημα;

Καλύτερα έτσι – αντί για βιβλιοθήκες να φτιάχνουμε «τράπεζες θεμάτων» (είμαστε στην εποχή των τραπεζών). Σε αυτές θα καταθέτουμε θέματα και όχι γνώσεις. Και όταν χρειάζεται, θα κάνουμε ανάληψη εφηβικών ψυχών…

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω


Στις 9 Ιουνίου έχω γενέθλια – τη Δευτέρα δηλαδή κλείνω τα 40. Σαράντα. Όπως είχα πει περίπου και πριν 10 χρόνια ξεχνώ το 3 (τότε το 2) από μπροστά και το βλέπω πια μόνο από πίσω. Τούτο σημαίνει ποικιλότροπα πως και επισήμως είμαι ένας ώριμος άντρας, ένας μεσήλικας. Το ότι δεν νιώθω και ίσως δεν μοιάζω με έναν τέτοιο όπως τον έχω στο μυαλό μου είναι μάλλον καθαρά προσωπική στάση απέναντι σε αυτό το δεδομένο. Όπως και να είναι με λένε βέβαια «κύριο» εδώ και καιρό, κάποιοι εικοσάρηδες και οι συμμαθητές του γιου μου μού μιλούν στον πληθυντικό – σαν να μην χωρούν τα χρόνια μου σε έναν ενικό.

Δεν είναι βέβαια που γίνομαι 40, αλλά που δεν θα είμαι πια 30 -  δεν θα έλκω δηλαδή από το πρώτα χρόνια της δεκαετίας μια αναίρεση της ωριμότητας. Αν κάτι μου λείπει ήδη από τα χρόνια εκείνα … είναι που ήμουν ανέμελος και ανέφελος, ελεύθερος ή έτσι νόμιζα. Δικά μου είναι τα χρόνια και οι εμπειρίες και οι απώλειες που φέρνει ο χρόνος. Θα συνεχίσω προφανώς να πιστεύω πως μπροστά μου είναι το μέλλον, πως μπορώ, αν θελήσω, να το αλλάξω – να αποφασίσω «τι θα γίνω όταν μεγαλώσω».


Όταν μεγαλώσω νομίζω θα γίνω αεροπόρος – και θα πετώ στα σύννεφα.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Το αίμα που βλασταίνει

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 1/6/2014]



Ένα ορυχείο άνθρακα στην πόλη Μονσού στη βόρεια Γαλλία. Έτος 1884. Ένα ορυχείο λιγνίτη στην πόλη Σόμα στη δυτική Τουρκία. Έτος 2014. Ένας πιτσιρίκος, έφηβος διαβάζει το «Ζερμινάλ» του Ζολά, στο υπόγειο ενός αγροτικού σπιτιού στην Κόρινθο κάτι καλοκαιρινά μεσημέρια στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Είχε την αίσθηση πως διάβαζε κάτι μακρινό, περασμένο κυρίως, από αυτά που κάποτε υπήρχαν, ανατράπηκαν και είναι πια κερδισμένα για πάντα. Ο έφηβος αναγνώστης μας μεγάλωσε στο διάλειμμα δύο καταστροφών ή στο ξάγναντο δυο κόσμων – οι ιστορίες των αγώνων για ελευθερία, δικαιοσύνη, δημοκρατία ήταν γι’ αυτόν περιπετειώδη παραμύθια με ωραίο τέλος (συνήθεια παλιά των παραμυθιών το ωραίο τέλος). Όμως ο αναγνώστης μας μεγάλωσε και η ζωή δεν είναι κλεισμένη πια στο υπόγειο των παιδικών του χρόνων.

Το «Ζερμινάλ» είναι μάλλον αναμφισβήτητα το κορυφαίο έργο του Ζολά -  ο νατουραλιστής συγγραφέας μελετάει για μήνες τη ζωή στα ορυχεία, τα επισκέπτεται, ζει ανάμεσα στους ανθρώπους που σέρνονται στις στοές τους και καταγράφει με χειρουργική ακρίβεια και ψυχρό ρεαλισμό την εξαθλίωση, την αδικία, την ασφυξία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Με μια ελπίδα: να ξεσηκώσει κραυγή δικαιοσύνης στη Γαλλία.

301 νεκροί στο κολαστήριο της Σόμα, 432 ορφανά παιδιά η σοδειά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στην Τουρκία, άθλιες συνθήκες εργασίας, εγκληματική αδιαφορία για την ασφάλεια των ανθρώπων που σέρνονται στις στοές, πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες όλου του κόσμου, εικόνες φρίκης (όχι κείμενα, εικόνες – οι εικόνες είναι προϊόν κατανάλωσης, τελειώνει η εικόνα και αγοράζεις άλλη), και ρεπορτάζ με μαρτυρίες (για ένα κομμάτι ψωμί/θα ‘χεις πληρώσει ακριβά). Όλα εφήμερα, μικρές δόσεις πληροφοριών που τεμαχίζουν τη φρίκη σε ειδήσεις και αριθμούς και δηλώσεις. Κι ένας 15χρονος Κεμάλ νεκρός, ένα παιδί, σαν αυτό το παιδί που διάβαζε σε ένα υπόγειο στην Κόρινθο το «Ζερμινάλ» τέλη της δεκαετίας του ’80. «Μαύρο μέλι, μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί» κι αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ;


Germer”  στα γαλλικά θα πει «βλασταίνω», “Germinal” είναι αυτός που βλασταίνει. Βλασταίνει κραυγή για δικαιοσύνη σε έναν κόσμο που πάλι από την αρχή γράφει την ιστορία του κόσμου με αίμα. Το βιβλίο τελειώνει: «… άνθρωποι φύτρωναν, ένας μαύρος εκδικητής στρατός βλάσταινε αργά μέσα στ’ αυλάκια, μεγαλώνοντας για τις σοδειές του αυριανού αιώνα, που όταν θα ωρίμαζε θα ‘κανε τη γη να τιναχτεί στον αέρα» (μετάφραση Έλλης και Γιάννη Αγγέλου).

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Το παραμύθι του ακουστικού


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τηλέφωνο. Ένα μεγάλο τηλέφωνο. Για να είμαστε ακριβείς, ένα αφύσικα μεγάλο τηλέφωνο - από αυτά τα παλιά με το ακουστικό που μοιάζει με τα βάρη που σηκώνουν οι ανεγκέφαλοι στα γυμναστήρια. Κι εδώ που τα λέμε ήταν τόσο μεγάλο, που αν κάποιος ήθελε να σηκώσει το ακουστικό θα έπρεπε να είναι αρσιβαρίστας.

Από την αρχή ήταν φτιαγμένο έτσι, για κάποιον άγνωστο λόγο, και κανείς δεν το αγόραζε βέβαια να κάνει τη δουλειά του. Μια μέρα όμως ένας πλούσιος κι εκκεντρικός άνθρωπος αποφάσισε να το πάρει και να το προσθέσει στα τρόπαια της δύναμής του - ταίριαζε απόλυτα στην επιδεικτική του φύση. Όμως κανείς δεν καλούσε στο τηλέφωνο του σπιτιού του αυτόν τον μοναχικό και δυστυχισμένο άνθρωπο, και γρήγορα το τηλέφωνο ξεχάστηκε και παραμελήθηκε. Λίγα χρόνια μετά πουλήθηκε σε έναν γέρο ξιπασμένο έμπορο που ήθελε να βλέπει το νεαρό εραστή του  να το σηκώνει, κάθε που κάποιος τον καλούσε, και να θαυμάζει γεμάτος λαγνεία το ποθητό του σώμα. Όμως ο έρωτας (όπως γνωρίζετε) δεν κρατάει πολύ (ούτε τα παραμύθια) κι ο νεαρός έφυγε για άλλα μάτια και δεν σήκωσε κανείς πάλι το ακουστικό στο σπίτι του εμπόρου.

Πέρασαν βέβαια και άλλα χρόνια - αφήνοντας πίσω τη σκόνη τους να κάθεται νωχελικά στα λόγια των ανθρώπων. Και μια μέρα το ακουστικό το σήκωσε ένα μικρό παιδί, σχημάτισε στο στρογγυλό καντράν ένα-ένα τα νούμερα και μίλησε με τον μπαμπά του και του είπε πως "σήμερα στο σχολείο διαβάσαμε ένα μεγάλο παραμύθι".

(Κι αν ίσως αναρωτηθήκατε ποιο το νόημα αυτής της ιστορίας ή τελοσπάντων πώς μπόρεσε και σήκωσε το αφύσικα μεγάλο ακουστικό ένα μικρό παιδί, θα σας πω πως τα πράγματα μοιάζουν τεράστια και ακατόρθωτα όταν φοβόμαστε να τα ακούσουμε, όχι όταν αποφασίζουμε να τα πούμε).

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Κυβερνητικές βιβλιοθήκες

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 24-25/5/2014]



Μια εκτεταμένη και διόλου δυσδιάκριτη αδυναμία του ελληνικού συστήματος δημόσιας διοίκησης είναι και αυτή που δεν επενδύει στη συγκέντρωση, οργάνωση και διάχυση των πληροφοριών, πρωτογενών και δευτερογενών, προς όφελος τόσο της τεκμηρίωσης στη λήψη αποφάσεων, όσο και της ευχερούς πρόσβασης των πολιτών στις αποφάσεις της διοίκησης και των οργανισμών του δημοσίου. Με δυο λόγια, το ελληνικό δημόσιο, τα υπουργεία και οι οργανισμοί ποτέ δεν απέκτησαν οργανωμένες βιβλιοθήκες και αρχεία. Τα αρχεία δε, χρησιμοποιούνται συχνά (και στο δημόσιο, δημοσιογραφικό λόγο) ως συνώνυμο μιας ερεβώδους αποθήκευσης προς μη ανεύρεση αποδείξεων: συχνά λέμε «έβαλε την υπόθεση στο αρχείο», εννοώντας πως την έκρυψε, την εξαφάνισε από προσώπου γης.

Οι λεγόμενες «κυβερνητικές βιβλιοθήκες», οι βιβλιοθήκες που λειτουργούν σε/για υπηρεσίες παραγωγής κυβερνητικού έργου είναι στην Ελλάδα μια ακόμη ένδειξη παθογένειας στη δημόσια διοίκηση, δεδομένου ότι ποτέ δεν ευτύχησαν να λειτουργήσουν, ή όπου λειτούργησαν δεν επενδύθηκε κεφάλαιο, προσωπικό και υποδομές για την ανάπτυξή τους. Ενδεικτικά και ισχυρότερα είναι τα παραδείγματα των βιβλιοθηκών των Υπουργείων. Ενδεικτική η ουσιαστική ανυπαρξία βιβλιοθήκης στο αρμόδιο για τις βιβλιοθήκες Υπουργείο Παιδείας. Για να μην μιλήσουμε για τα υπόλοιπα.


Η ανυπαρξία αυτή δεν είναι τόσο πολιτιστική φτώχεια, όσο διοικητική αναπηρία, και πρέπει να απαντήσουμε τι εννοούμε κυβερνητική βιβλιοθήκη: μια «βιβλιοθήκη» ή υπηρεσία «τεκμηρίωσης ή διαχείρισης των πληροφοριών» είναι μια κομβική παρουσία στην παραγωγή κυβερνητικών και υπηρεσιακών αποφάσεων σε ένα υπουργείο. Δεν είναι μια δανειστική βιβλιοθήκη λογοτεχνικών έργων, αλλά μια δυναμική υπηρεσία που συγκεντρώνει και οργανώνει πληροφορίες (σε έντυπο, ηλεκτρονικό ή άυλο μέσο) προς χρήση (τεκμηριωτική, ενημερωτική κ.α.) από όσους λαμβάνουν αποφάσεις και καθορίζουν πολιτικές. Η βιβλιοθήκη επομένως σε ένα υπουργείο (οφείλει να) είναι μια υπηρεσία αιχμής, της οποίας το έργο και οι τεχνικές αντιγράφονται από τις υπόλοιπες βιβλιοθήκες, αφού πρωτοπορεί στην απαιτητική διαχείριση των πληροφοριών. Συνήθως οι υπηρεσίες αυτές διαχειρίζονται και τα «ενεργά» και «ιστορικά» αρχεία των υπουργείων, τις πληροφορίες και τα έγγραφα δηλαδή που προκύπτουν από τη λειτουργία των υπουργείων, προσφέροντας συστήματα και διαδικασίες που οργανώνουν και αποθηκεύουν τα επίσημα έγγραφα με τρόπο τέτοιο που όποιος πρέπει, βλέπει ό,τι πρέπει, όταν πρέπει. Αν και η ελληνική βιβλιοθηκονομική και αρχειονομική κοινότητα διαθέτει επαγγελματίες με προσόντα, σπουδές και κουλτούρα για μια τέτοια απαιτητική δράση, φαίνεται μάλλον απίθανο οι κυβερνητικές βιβλιοθήκες να αναπτυχθούν στην Ελλάδα, όπως επίσης οι παρόμοιας σημασίας βιβλιοθήκες των τραπεζών, και να δημιουργηθούν πολυδύναμα κέντρα τεκμηρίωσης που θα συμβάλουν στην οργάνωση των πληροφοριών που είναι απαραίτητες ή παράγονται από την κυβερνητική λειτουργία. Ο λόγος φαίνεται να είναι τραγικά απλός: στη λήψη των αποφάσεων δεν ενεργούν οι πληροφορίες, αλλά οι σχέσεις, οι ιδεοληψίες, τα συμφέροντα, η πελατεία…

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Οι λάμπες και η ποίηση



Λοιπόν, πάντα μου άρεσαν οι λάμπες. Καταρχάς γιατί φωτίζουν μες στο σκοτάδι. Έπειτα, για την αξιοπρεπή μοναξιά τους. Οι λάμπες των δρόμων, οι λάμπες των υπνοδωματίων, οι λάμπες στις ταβέρνες και στα καΐκια. Απ' όλα, όσα υπάρχουν μες στο σκοτάδι, αυτές επιλέγουν να φωτίσουν το πιο σημαντικό: το προφανές.

Νομίζω σε αυτό το σημείο πως οι λάμπες μοιάζουν με την ποίηση: εστιάζουν, τους απασχολεί το λίγο, το αποκόβουν από το σκοτεινό όλο, μόνο αυτό αναδεικνύουν. Α, η ποίηση και οι λάμπες είναι μια ειλικρινής ομολογία ύπαρξης.

***
Το σχέδιο είναι του F. M. Salvat, από το βιβλίο "Le roman de Francois Villon" (J. Ferenczi, 1935)

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Πάντα ν' ανταμώνουμε

[Αναδημοσίευση του άρθρου του 'Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής"  18/5/2014]


Η πολιτιστική δημιουργία σε τοπικό επίπεδο, ένα από τα στοιχεία που φαίνεται να απασχολούν τις υποψήφιες δημοτικές παρατάξεις στις επικείμενες εκλογές, είναι το θέμα του σημερινού σημειώματος. Αφορμή για μια ακόμη φορά το βίωμα, η εμπειρία, εν προκειμένω το 1ο Διασχολικό Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών που έγινε στο 101ο Δημοτικό Σχολείο της Αθήνας, το οποίο διοργάνωσε ο σύλλογος γονέων και στο οποίο συμμετείχαν 10 δημοτικά σχολεία της περιοχής των Άνω Πατησίων. Δεν είναι μόνο η άψογη διοργάνωση, το επίπεδο των χορευτικών ομάδων, η εξαιρετική ορχήστρα, η χορωδία. Ήταν η αίσθηση της γιορτής, η συνάντηση των ανθρώπων της γειτονιάς, η κοινωνικότητα, η συνεργασία, η υπόσχεση της επανάληψης.

Δεν μπορούμε ίσως διά της στατιστικής μεθόδου να βεβαιώσουμε πως διαφαίνεται άνθηση της πολιτιστικής δημιουργίας σε τοπική κλίμακα, ωστόσο μπορούμε διά της παρατήρησης να το ισχυριστούμε. Θα το θεωρούσαμε λογικό και χρήσιμο κάτι τέτοιο, είναι μια θετική αντίδραση στην επελαύνουσα κρίση, ακόμη και αν δεν φαίνεται  συχνά να αγγίζει ζητήματα ταξικής συνειδητοποίησης, ιδεολογικής αφύπνισης, κοινωνικής εγρήγορσης. Δεν θα μπορούσε ίσως, αφού εκβάλλουμε βίαια και απότομα από μια μακρά περίοδο ευδαιμονισμού, καταναλωτικών εμμονών και πολιτικής παθητικότητας. Δεν είναι όμως και λίγες οι φορές που τίθενται και ζητήματα αιχμής στο στόχαστρο της τοπικής πολιτιστικής δράσης, όπως είναι το φασιστικό φαινόμενο και η αναβίωσή του.

Η παρουσία των τοπικών συλλογικοτήτων και του ρόλου τους στα προεκλογικά προγράμματα των δημοτικών παρατάξεων εξηγείται και αναλύεται πολλαπλά: Καταρχάς είναι «δωρεάν» (εθελοντικό) κεφάλαιο και αν κάτι απαιτεί από την τοπική διοίκηση είναι η μερική υποστήριξη. Κατά δεύτερον ο προσφιλής αυτός τρόπος ενασχόλησης με τα κοινά παράγει παράγοντες αξιοποιήσιμους στην στελέχωση των συνδυασμών, πολλές φορές δε, θεωρείται βιογραφικό εισιτήριο στην τοπική πολιτική παρουσία. Η απόσταση των πολιτικών σχηματισμών, όποιας κλίμακας, από το κοινωνικό σύνολο (αποτέλεσμα και συστατικό της πολιτικής κρίσης) χρειάζεται συνδετικούς κρίκους, όπως οι τοπικές, πολιτιστικές, αθλητικές, γονεϊκές και άλλες συλλογικότητες. Δεν μπορούμε φυσικά να αποκλείσουμε και την «έντιμη» και ουσιαστική εκτίμηση της τοπικής δημιουργίας από τις δημοτικές παρατάξεις, σαν παράγοντα που εξηγεί την παρουσία της στα προεκλογικά προγράμματα τους.


Το κύριο στοιχείο της τοπικής δημιουργίας είναι η ψυχή που κατατίθεται, η δημιουργία και ενίσχυση ταυτοτικών και κοινωνικών δεσμών, η ευχαρίστηση και η ψυχαγωγία σίγουρα. Μοιάζει κάπως μίζερο να ασχολούμαστε με τα περαιτέρω, όμως δεν είναι. Είναι χρήσιμο να ασχοληθούμε με το ρόλο των τοπικών συλλογικοτήτων στην εποχή αυτή με τα χαρακτηριστικά που παίρνει η διάλυση της κοινωνίας και να παρατηρήσουμε τις συνδηλώσεις της διαφαινόμενης άνθησης και, γιατί όχι να παρέμβουμε στηρίζοντας ουσιαστικά την τοπική δημιουργία και θεσμικά, και οικονομικά και με τις υποδομές των δήμων.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Τα ψώνια της Θωμαΐδος*

*μια ιστορία αφιερωμένη στον Τσαλαπετεινό που έγραψε μια ιστορία φανταστική


Μια φορά κι  έναν καιρό ήταν η κυρία Θωμαΐς, που είχε πολύ παχιά φρύδια – όμως αυτό το χαρακτηριστικό της ελάχιστη σχέση έχει με την ιστορία μας. Η κυρία Θωμαΐς έμενε στις εργατικές πολυκατοικίες με τα μικρά κηπάκια τους, όμως και αυτό δεν μας αφορά εδώ ιδιαίτερα. Αυτό που έχει σημασία είναι πως μια μέρα η κυρία Θωμαΐς έγραψε σε ένα χαρτί τα ψώνια της για το μανάβη: «πράσα, αγγούρια, κολοκύθια (στρογγυλά), άνηθος, καρότα, μήλα, γαρυφαλλιά». Της άρεσαν τα γαρύφαλλα της κυρίας Θωμαΐδος και πάντα έπαιρνε μια γλάστρα αυτή την εποχή. Κινδυνεύοντας πάλι να ξεφύγω στα περιττά, να πω εν συντομία πως επίσης παρά τα περασμένα χρόνια της τής άρεσε και ο νεαρός που δούλευε στο μανάβικο του Σταμάτη και συχνά του ζητούσε να της μεταφέρει τα ψώνια στο σπίτι για να έχει την ευκαιρία να τον ακούσει να ανεβαίνει στο διαμέρισμά της με την αντρίκια περπατησιά του.

Εκείνη η μέρα ήταν η σημαντικότερη της ιστορίας μας. Γιατί ο αέρας πήρε το χαρτί με τα ψώνια από το τραπέζι της κουζίνας, το χόρεψε για λίγο στο φως της μέρας και ύστερα το άφησε στο δρόμο κι εκεί το βρήκε (η λιτότητα στις ιστορίες είναι μια ανεκτίμητη αρετή) ένας ποιητής (από τους κανονικούς, όχι από αυτούς που λένε ότι είναι ποιητές και μόνο αυτοί το λένε). Το έπιασε στα χέρια του, φάνηκε για λίγο να το ζυγίζει (όπως κάνουν οι ποιητές με τα κείμενα και τις λέξεις) και το έχωσε βιαστικά στην κωλότσεπη. Όταν πήγε σπίτι, γδύθηκε, έκανε ένα μπάνιο και ύστερα κάθισε στο γραφείο του, έβγαλε το χαρτί, το ξαναζύγισε και πήρε μια καθαρή κόλλα χαρτί, την πέρασε στη γραφομηχανή του και καθαρόγραψε τα ψώνια της κυρίας Θωμαΐδας:

«Πράσα
Αγγούρια
Κολοκύθια (στρογγυλά)
Άνηθος
Καρότα
Μήλα

Γαρυφαλλιά»

Να μην αργήσουμε λοιπόν να φτάσουμε στο τέλος της ιστορίας (αν έχουν ποτέ τέλος οι ιστορίες). Ο κανονικός ποιητής έβαλε το χαρτί μαζί με κάποια άλλα και τα έστειλε στον εκδότη του. Λίγους μήνες μετά εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή με τίτλο «τα ψώνια». Οι κριτικοί ενθουσιάστηκαν, ήταν σίγουρα η πλέον ώριμη συλλογή του, κάποιος είπε πως «τα ποιήματά του τρυπούν τον παθητικό υμένα της ντόπιας ποιητικής παραγωγής» και ως ενδεικτικό ποίημα πρόβαλε τα ψώνια της κυρίας Θωμαΐδος.


Η κυρία Θωμαΐς εν τω μεταξύ πέθανε. Στην κηδεία της ήρθαν λίγοι γείτονες -  συγγενείς δεν είχε. Ήρθε και το παιδί που δουλεύει στο μανάβικο του Σταμάτη.

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Περί κουλτούρας βιβλιοθηκών

[Αναδημοσίευση του άρθρου το "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 11/5/2014]


Πώς μπορείς να προτείνεις πολιτική βιβλιοθηκών, όταν ο ίδιος δεν έχεις κουλτούρα χρήσης τους; Γιατί στην Ελλάδα οι βιβλιοθήκες δεν εδραιώθηκαν, όπως σε άλλες χώρες; Δύο ερωτήματα που διατυπώθηκαν πρόσφατα από δύο αξιόλογους συναδέλφους και αναζητούν κάπως τις απαντήσεις μας.

Προεπαναστατικά, αλλά και αυτά τα περίπου 200 χρόνια της πρόσφατης Ιστορίας μας, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για τη δημιουργία και τον εμπλουτισμό βιβλιοθηκών, κυρίως με ένα πνεύμα διαφωτισμού, οραματικό και πιονερίστικο. Γεγονός είναι πως αυτές οι προσπάθειες απέδωσαν κάποιους καρπούς, συχνότερα ωστόσο πρόσκαιρους - όσο κράτησε δηλαδή ο βίος και η προσφορά των μεμονωμένων εμπνευστών ή των επιγόνων τους.

Εκατοντάδες είναι οι συλλέκτες βιβλίων που έγιναν δωρητές ή ιδρυτές βιβλιοθηκών, χιλιάδες οι σύλλογοι που συγκρότησαν συλλογές και έκαναν αιτήσεις δωρεών, χιλιάδες τα σχολεία που άνοιξαν βιβλιοθήκες γιατί κάποιοι δάσκαλοι φρόντισαν γι' αυτό. Όλα αυτά παράλληλα με την όποια κρατική λειτουργία σε αυτόν τον τομέα. Υπάρχει δηλαδή ένα κλίμα γόνιμο για την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών.

Είναι διαπιστωμένο σε όσους εργαζόμαστε σε βιβλιοθήκες πως πρέπει να πείσουμε (ακόμη και τους ίδιους τους φορείς που μας περιέχουν) για την αναγκαιότητα, τον ρόλο, τη δυναμική και τη σημασία της βιβλιοθήκης και του βιβλιοθηκονόμου, και μάλιστα τώρα που η ψηφιακή θύελλα, σε συνδυασμό με την έλλειψη κουλτούρας χρήσης των βιβλιοθηκών, την οικονομική κρίση και τον πληροφοριακό αναλφαβητισμό, δημιουργεί στρεβλές ιδεοληψίες για το τέλος του βιβλίου και των βιβλιοθηκών. Συνεχίζει να θεωρείται εκκρεμής πολυτέλεια η βιβλιοθήκη.

Πολιτική βιβλιοθηκών χωρίς πολιτική ανάγνωσης δεν μπορούμε να νοήσουμε: η μία αφορά τη δημιουργία και τη λειτουργία, η άλλη τη χρήση τους Δεν μπορούμε να μιλάμε για εκπαιδευτική πολιτική χωρίς να συσταχώνουμε σχολεία και βιβλιοθήκες σε αυτόν τον σκοπό, οι βιβλιοθήκες είναι το φυσικό περιβάλλον της μάθησης. Χρειάζεται να αποκτηθεί εμπιστοσύνη των πολιτών στις βιβλιοθήκες -για να γίνει αυτό πρέπει οι βιβλιοθήκες να μπουν σε σταθερή πορεία ανάπτυξης, που δεν θα εξαρτάται από κατ' εξαίρεσιν χρηματοδοτήσεις, χορηγικές ελεημοσύνες και πεφωτισμένες πρωτοβουλίες.

Οι βιβλιοθήκες χρειάζονται εδραίωση και, επειδή πολλά έχουν κερδηθεί αυτά τα χρόνια της δυναμικής ανάπτυξής τους και στην Ελλάδα, αυτό που απαιτείται είναι να αντιμετωπιστούν τα θεσμικά κενά και να υπάρξει επένδυση σε προσωπικό, υλικό και υπηρεσίες. Η πείρα έχει δείξει πως, όποτε εδραιώθηκαν, οι βιβλιοθήκες μετατράπηκαν αυτομάτως σε εστίες γνώσης και έρευνας και συνήψαν δυναμική σχέση με τους χρήστες, το κοινό, τους δημότες, τους ερευνητές.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

My precious sujuk lokum



Είχα συστημένο. Αλλά έλειπα όταν ήρθε ο ταχυδρόμος. Αλλά δεν είχα ταυτότητα όταν πήγα στο ταχυδρομείο να το πάρω, αλλά πήγα μετά, αργά το απόγευμα (πάλι). Και ήταν για μένα, δικό μου δηλαδή, και ήταν ένα δέμα χοντρό και όχι ένα γράμμα, αλλά τους είπα αν έχουν μια σακούλα να το βάλω μέσα και είχαν. Βόμβα δεν θα ήταν λογικά, τουλάχιστον δεν θα ερχόταν βόμβα σε μένα από την Κομοτηνή από μια Άννα, αλλά και πάλι όταν πέρασα από το προεκλογικό περίπτερο του ΣΥΡΙΖΑ στην πλατεία δεν έδειξα τίποτα στους συντρόφους, ούτε βέβαια άνοιξα το δέμα, ούτε μετά που πήγα να πάρω την κόρη μου από το χορό, ούτε όταν πήγα σπίτι και με ρώτησε η γυναίκα μου γιατί άργησα είπα πού ήμουν, ούτε όταν με ρώτησε τι κρατάω είπα καθαρά και δυνατά "τίποτα, κάτι πράγματα", μόνο άπνοα και με σταδιακή σίγαση το ψιθύρισα, σαν μπαταρία που τελειώνει.


Ήξερα βέβαια τι ήταν- μια διαδικτυακή συζήτηση με την Άννα (υπέθετα ότι ήξερα) πριν λίγες μέρες, την Άννα δεν τη ξέρω ("δεν τη ξέρω" εννοώ πως τη διαβάζω μεν δεν έχουμε ιδωθεί δε, δεν έχουμε συναντηθεί), με οδήγησε τελείως παρορμητικά να της στείλω τη διεύθυνσή μου. Το θέμα πλέον ήταν το δέμα, τι θα κάνω το δέμα, πότε θα το ανοίξω και το θέμα άρχισε μέσα μου να κεντρίζει τα μύχια αισθήματα ιδιοκτησίας να κεντάει τη δαντέλα της τσιγκουνιάς μου και η συνείδησή μου ξεβολεύτηκε με όλα ετούτα. Έπρεπε να κρύψω το δέμα.

Στην ντουλάπα με τα παιχνίδια των παιδιών; Απορρίπτεται...
Να έκανα σάντουιτς το λάπτοπ;
Μήπως στα μαξιλάρια του καναπέ; Μπα, όχι
Μια καλή ιδέα στο ντουλάπι με τα τρόφιμα... μήπως;

Στη μεγάλη βιβλιοθήκη (πάνω από τα Άπαντα του Λένιν); Μπα, όχι.
Κάτω από την πλεχτή κουβέρτα με τα μοτίφια της γιαγιάς; Σαφώς όχι.
Πίσω από την πόρτα.... αλλά αν την κλείσει κανείς;
Όλη αυτή η πεζοπορία μέσα στο σπίτι κίνησε υποψίες, απέκτησε οπαδούς και αυτό διόλου καλό δεν ήταν για το σκοπό μου. Ήταν ολέθριο. Πρόλαβα μονάχα να σχεδιάσω την αποκάλυψη: μια φίλη μου μού έστειλε ένα δώρο για μένα. Ανίσχυρος πια στα διερευνητικά και καχύποπτα βλέμματα της φαμίλιας (η οικογένεια είναι ευτυχία - λένε -που τη μοιράζεσαι) πήρα το μαχαίρι κι έσφαξα το δέμα.


Και από την κοιλιά του βγήκε το σουτζούκ-λουκούμ από την Κομοτηνή. Το δικό μου σουτζούκ-λουκούμ που η δικιά μου φίλη η Άννα μού το έστειλε για μένα. Δύο σουτζούκ-λουκούμ: το ένα για μένα με σουσάμι, το άλλο για μένα χωρίς σουσάμι.


Τη χαρά τους δεν την κατάλαβα εξαρχής, ούτε το πρώτο πληθυντικό του ρήματος "τρώω" σε ενεστώτα και μέλλοντα που άρχισε να κυκλοφορεί γύρω από το δέμα μου. Τώρα το μόνο που έμενε ήταν να αρπάξω τη μερίδα του λέοντος ως αρχηγός και πατερούλης.


Όμως ο λαός είναι αδίστακτος όταν είναι να τραφεί και το μόνο που έμεινε απ'το πολύτιμό μου δέμα είναι μια λωρίδα λουκούμι που έκρυψα στο ψυγείο (πίσω από τις μαρμελάδες) για μια ώρα ανάγκης


Ηθικό δίδαγμα: δεν στέλνεις τη διεύθυνση του σπιτιού σου όπου να'ναι, στέλνεις μονάχα έναν αριθμό θυρίδας.

Κι άλλο ηθικό δίδαγμα: Οι γυναίκες είστε απίστευτα πλάσματα (μερικές φορές)


Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Προσευχή



Με τους αγκώνες
ακουμπισμένους στο τραπέζι κάθομαι
αιώνες τώρα και σε περιμένω,
απέναντί μου να σταθείς και να
ρωτήσεις:
- Τι;
Και τότε εγώ
θα σου απαντήσω:
- Γιατί άργησες τόσο πολύ;

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Ο απολογισμός της μη δράσης

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 4/5/2014]



Ο συνήθης απολογισμός είναι αυτός που καταγράφει όσα έγιναν. Ο σωστός απολογισμός είναι αυτός που καταγράφει όσα έγιναν και όσα δεν έγιναν. Ο απολογισμός του δημάρχου* της Αθήνας ωστόσο πρωτοτυπεί καταγράφοντας όσα δεν έγιναν και όσα υπόσχεται πως θα γίνουν. Τουλάχιστον στο πεδίο που εξετάζει το παρόν σημείωμα και το οποίο έχει να κάνει με τον απολογισμό που κάνει η αποχωρούσα δημοτική αρχή της Αθήνας σχετικά με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πρωτεύουσας.

Τι λέει λοιπόν ο κ. Καμίνης ότι «έκανε» τα τελευταία τρία χρόνια; Δύο πράγματα: ότι συνεργάστηκε με το «Future Library» του ελεήμονος Ιδρύματος Νιάρχου, την ΠΥΡΝΑ και το Δίκτυο για τα δικαιώματα του Παιδιού (μόνο για κάποιες εκδηλώσεις στον χώρο της βιβλιοθήκης), και ότι «τοποθετήθηκε» (με δωρεά κατασκευαστικής εταιρείας, αλλά δεν το λέει) στην πλατεία Δεξαμενής η «Κινητή Ανταλλακτική Βιβλιοθήκη»... Λέει και άλλα ο δήμαρχος, μόνο που αυτά δεν χωρούν σε απολογισμό, γιατί είναι αόριστες προβλέψεις για το μέλλον - ως γνωστό οι απολογισμοί αναφέρονται σε παρελθόντα χρόνο. Λέει πως η Δημοτική Βιβλιοθήκη ΘΑ μετατραπεί σε ζωντανό πυρήνα γνώσης, η ψηφιοποίηση του υλικού ΘΑ είναι ένα μεγάλο άνοιγμα στην κοινωνία, η κινητή ανταλλακτική βιβλιοθήκη ΘΑ εξαπλωθεί στις γειτονιές, δίκτυο παιδικών και... βρεφικών βιβλιοθηκών ΘΑ δημιουργηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα. Όλα αυτά για κάποιο λόγο δεν έγιναν, αλλά για κάποιο λόγο θα γίνουν.

Ας έρθουμε λοιπόν τώρα στα προφανή θλιβερά του μονόστηλου απολογισμού του δημάρχου. Η Δημοτική βιβλιοθήκη δεν απέκτησε παραρτήματα σε όλα τα δημοτικά διαμερίσματα, δεν αγκάλιασε τους πολίτες της Αθήνας, δεν χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες των μαθητών (επισκέψεις έγιναν), δεν απέκτησε επαρκές ειδικευμένο προσωπικό, δεν πολλαπλασίασε το υλικό της, δεν εξοπλίστηκε με τεχνολογία και υποδομές αιχμής, δεν διοργάνωσε πολιτιστικές εκδηλώσεις, δεν οργάνωσε σεμινάρια και μαθήματα, αδιαφόρησε για τις πάσης φύσεως μειονότητες αυτής της πόλης και τις πληροφοριακές τους ανάγκες, δεν έγινε κύτταρο του πολιτισμού και κυψέλη των πνευματικών ανθρώπων της Αθήνας. Και όσα έγιναν από το λιγοστό προσωπικό, πολλά είναι με την τόση αδιαφορία του δήμου. Δεν είναι όμως αρκετά, δεν είναι καν ικανοποιητικά για τις ανάγκες. Είναι θλιβερό να καταγράφονται ως πεπραγμένα μιας δημοτικής θητείας η τοποθέτηση ενός ανταλλακτηρίου βιβλίων σε μέγεθος περιπτέρου και η συνεργασία με χορηγούς και σωματεία (χρηματοδοτούμενα από τους χορηγούς) για δράσεις προβολής ενός αξιοθρήνητα αδύναμου οργανισμού. Πόσο μάλλον που η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση θα απαιτούσε την οραματική στήριξη του πολιτισμού και της παιδείας.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Είμαι μέσα μου


Είμαι μέσα μου ένα ανοιξιάτικο
περιβόλι γεμάτο πορτοκαλανθούς και
παιδιά που τρέχουν με ξύλινα σπαθιά στα
χέρια

Είμαι μέσα μου ένα καλοκαιριάτικο
μεσημέρι παίζοντας μπουγέλο στην
αυλή και στην κληματαριά τα
σταφύλια εκρήγνυνται

Είμαι μέσα μου η μυρωδιά της
πρώτης βροχής και η αναχώρηση
των αποδημητικών αναμνήσεων

Είμαι μέσα μου ένας χειμωνιάτικος
δρόμος που φεύγει σκυμμένος στη βροχή -
και χάνομαι

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 27/4/2014]


Άπλωσε στο σπίτι. Η μυρωδιά τους. Σε αγκαλιάζει όπως όταν ήσουν μικρός και τεντωνόσουν να τα φτάσεις πάνω στο σερβάν, να τα κλέψεις μυστικά και να τρέξεις έξω στο χτήμα να τα φας σε καμιά γωνιά. Στρογγυλά και πλεξούδες. Προτιμούσες τις δεύτερες. Και τώρα, απλώνεις το χέρι σου, παίρνεις μία «και του χρόνου» λες βιαστικά κι εκείνη χαμογελάει. «Πώς σου φαίνονται;» λέει, κι εσύ απαντάς «όπως πάντα ρε μάνα» και παίρνεις να φύγεις και ύστερα φρενάρεις, γυρίζεις και της ξαναλές «και του χρόνου» και τη φιλάς. Και μένει με τα χέρια μπλεγμένα στην κοιλιά της, σαν πλεξούδες, ευτυχισμένη που και φέτος μας έφτιαξε κουλούρια το Πάσχα.

Σκύβει πάνω από το αρνί. Μεγάλο Σάββατο απόγευμα. Μπορώ να σε βεβαιώσω με τον ίδιο τρόπο 35 χρόνια τώρα που τον θυμάμαι να το κάνει. Έχει ένα τσιγάρο στο στόμα και ράβει με μια σακοράφα τη σκισμένη του κοιλιά που την έχει ήδη ποτίσει αλάτι και πιπέρι. Και ύστερα με γέλια και πειράγματα σουβλίζει το αρνί με τους μπαρμπάδες και παραδίπλα οι γυναίκες τυλίγουν το κοκορέτσι. Οι αντεριές το κυκλώνουν για να το κρατήσουν στη σούβλα του. Και σένα κυκλώνουν χρόνια τώρα οι μυρωδιές αυτές, τα σκόρδα, το νοτισμένο κρέας, τα τρομαγμένα μάτια των αρνιών, ο καπνός του τσιγάρου που απλώνει στο τελευταίο φως της ανοιξιάτικης μέρας και το τσίπουρο που βγαίνει στο τέλος και η πρέφα, αργή, με τις χορευτικές κινήσεις που λικνίζουν το αδύναμο και κοπανάνε το γερό χαρτί μέσα στη νύχτα.

Υπάρχει ένα ποίημα, πολλά ποιήματα υπάρχουν. Και τραγούδια που με τον ίδιο τρόπο τα κεντάς αυτές τις μέρες μέσα σου κάθε χρόνο. Τους ελεύθερους πολιορκημένους με τον ξανθόν Απρίλη και του Σεφέρη τα Επιφάνια (ιδίως το «κράτησα τη ζωή μου») τραγουδισμένα από τον Μπιθικότση και ύστερα τη Ντόρα Γιαννακοπούλου στις «μικρές κυκλάδες» (το τριζόνι). Υπάρχουν τα ποιήματα «ενός αθέατου Απριλίου» και ο «Πόρφυρας» του Σολωμού. Υπάρχει ένα ποίημα, του Καρούζου «… φεύγω απ’ τα χέρια μου, φεύγω απ’ τη στύση/ διατρέχοντας ηχηρά το νευρικό μου σύστημα/ είμαι σαν άκοπο βιβλίο που πάλιωσε/ στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας…». Τα ποιήματα αυτά είναι οι νεκροί μου, οι νεκροί μου είναι η ζωή μου.


Δεν έχω να σου πω κάτι άλλο Όσο περνάνε τα χρόνια, ολοένα αυτό το κείμενο μικραίνει. Σαν απόσταγμα. Συμπυκνώνει τις γεύσεις, τις μυρωδιές, τα κενά του. Τις αναμνήσεις του. Οι αναμνήσεις μας είναι αποστάγματα που πίνουμε Μεγάλο Σάββατο βράδυ παίζοντας πρέφα στην αυλή τώρα που τελειώσαμε με τα σουβλίσματα και τα κοκορέτσια, τρώγοντας ξηροκάρπια στη θαλπωρή μιας αναμμένης λάμπας. 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου για την 4η Αυγούστου

Είναι φορές που μια τυχαία ανακάλυψη στα ράφια μιας βιβλιοθήκης αποκαλύπτει τις δαιδαλώδεις προσωπικές διαδρομές των ανθρώπων. Και ευτυχώς που παρεμβαίνουν και οι φίλοι (εν προκειμένω η Πόλυ) και σε βοηθούν να ξετυλίξεις το κουβάρι, με τρόπο που δεν θα μπερδέψει περισσότερο τα πράγματα.



«Με τα στήθη τεντωμένα και τα μπράτσα ρωμαλέα
Στην παλιά μας την Πατρίδα βάζουμε θεμέλια νέα.
Στους τετράγωνούς μας ώμους θα σηκώσουμε και πάλι
μεσ’ στους δυνατούς του κόσμου την Ελλάδα μας μεγάλη.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.

Τώρα κάτω απ’ τους γαλάζιους της Ελλάδος ουρανούς,
με χαρούμενα τραγούδια και χορούς ελληνικούς,
εξανάσκυψες με τάξη, λεβεντόκορμη εργατιά,
ανεμίζοντας στα χέρια της ψυχής σου τη φωτιά.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.

Δε θ’ αφήσουμε να μείνη άκαρπο το άγιο χώμα.
Έχει η δόξα τόσους σπόρους, που δε βλάστησαν ακόμα!
Βασιλιάς και Κυβερνήτης ενωμένοι μας φωτίζουν.
Λάμπουν τα σφυριά στον ήλιο, οι πεδιάδες λουλουδίζουν.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.»

Το ποίημα αυτό φιλοξενείται σε ειδική έκδοση της «Εργατικής Εστίας» που τυπώθηκε το 1939 στην Αθήνα με τίτλο «Ύμνοι στην εργασία: συλλογή από τον προκηρυχθέντα διαγωνισμόν βραβεύσεως εργατικού ύμνου».  Στον πρόλογο της έκδοσης αναφέρεται πως το διοικητικό συμβούλιο της «Εργατικής Εστίας» μεριμνώντας «για την ψυχαγωγία των εργαζομένων και την εξίψωσι του πολιτιστικού επιπέδου αυτών» προκηρύσσει διαγωνισμό για τη δημιουργία «εργατικού ύμνου» «διά του οποίου θα υμνείται η αξία και η τιμή που απονέμεται εις την εργασία σήμερα και θα τονίζεται η μεταβολή που επήλθε στη σκέψι και αντίληψι του εργαζομένου κόσμου από της 4ης Αυγούστου 1936 και εντεύθεν».

Στο διαγωνισμό υπήρξαν 400 συμμετοχές. Την επιλογή και κρίση έκανε ειδική επιτροπή με επικεφαλής τον Τέλο Άγρα. Το πρώτο βραβείο και 10.000 δραχμές έλαβε η υπό το ψευδώνυμο «Λάουρα», Μαρία Κρυστάλλη. Το δεύτερο βραβείο και 6.000 δραχμές έλαβε ο υπό το ψευδώνυμο «Ησίοδος», Νικηφόρος Βρεττάκος, το τρίτο και 2.000 δραχμές ο Κρίτων Σουρής και το τέταρτο και 2.000 δραχμές η Ειρήνη Βλάχου. «Βάθος» και «πνευματική χροιά», στοιχεία συμβατά με τους σκοπούς της «Εργατικής Εστίας», αναγνωρίζει στο ποίημα του Βρεττάκου ο Τέλος Άγρας εισηγούμενος το δεύτερο βραβείο να απονεμηθεί σε αυτόν.

"Μέσα σε τέτοιες συνθήκες και δυο χρόνια περίπου αργότερα από τότε, ανάλαβα την υπηρεσία μου στο Υπουργείο Ε. Βρέθηκα ανάμεσα σε πολλή εχτίμηση. Ακόμη και ο γενικός γραμματέας μου μίλησε με πολλή ευγένεια, καλώντας με ύστερα από μερικές ημέρες για να μου ειπεί να γράψω κι εγώ δυο στίχους για «έναν ύμνο στην εργασία». Του είπα πως για τα τραγούδια αυτού του είδους δεν χρειάζεται ποίηση αλλά λόγια. «Ό,τι χρειάζεται» μου απάντησε…»

Είναι 1939 και ο ποιητής ΝικηφόροςΒρεττάκος εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Έχει ήδη εκδώσει ποιητικές συλλογές, προκαλώντας ακόμη και το ενδιαφέρον του Παλαμά, έχει ήδη ενοχλήσει το μεταξικό καθεστώς με το βιβλίο του «ο Πόλεμος» το 1935, και τη συγκεκριμένη χρονιά κυκλοφορούν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή «Μαργαρίτα: εικόνες από το ηλιοβασίλεμα» και το αφήγημα «Γυμνό παιδί». Η ανάγκη επιβίωσης και η αυτόβουλη βοήθεια από ένα φίλο τον οδηγεί στις υπηρεσίες ενός υπουργείου. Είναι φράσεις του από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Οδύνη» που περιγράφουν την κατά παραγγελία των ανωτέρων συγγραφή ενός ύμνου για τις προπαγανδιστικές ανάγκες του καθεστώτος.


 «Όταν ήρθε η τελευταία μέρα της προθεσμίας, που μου είχε ορίσει,  δεν με κάλεσε ο ίδιος, για να μην εξαντλήσει, φαίνεται, όλη του την ευγένεια. Έστειλε το Γενικό Διευθυντή. Του ζήτησα λίγη ώρα προθεσμία και τούγραψα μερικά έμμετρα λόγια, που μου τα ξανάστειλε αμέσως, με την παρατήρηση: «Στερούνται πνοής υπέρ της Κυβερνήσεως και του Βασιλέως»… Και τα δυο μέλη της κριτικής τους επιτροπής, ένας αισθητικός κι ένας ποιητής, αναλάβανε να διευθετήσουνε το ζήτημα. Άλλαξαν έναν στίχο… Τους στίχους αυτούς δεν τους άκουσα ποτέ να τραγουδηθούν και το πιθανότερο είναι πως ποτέ δεν μελοποιήθηκαν. Ήταν η πρώτη αρχή, που μ’ έκανε να σκεφτώ, πως για να νιώσει κανείς εσωτερικά ελεύθερος, ή θα πρέπει να έχει τη δύναμη να αντισταθεί σ’ αυτές τις συνθήκες που δικαιώνουν κάθε είδους αντίστασης εναντίον τους, ή να παρακαλέσει το θεό να τον κάνει πουλί…».

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Οι βιβλιοθήκες στα χέρια των επιχειρήσεων

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 19/4/2014]


Αν οι βιβλιοθήκες δεν είχαν γεννηθεί (και αναγεννηθεί) τις σημαντικότερες περιόδους του πολιτισμού μας, αν η δίψα για μάθηση και το όραμα για τη διάχυση της γνώσης δεν τις είχε γονιμοποιήσει ποτέ, σήμερα θα τις δημιουργούσε η επιχειρηματικότητα. Και όπως έπραξε με άλλα πολιτιστικά «προϊόντα», όπως το κινηματογραφικό έργο, θα έβαζε την κερδοσκοπική σφραγίδα της και σε αυτή τη διαδικασία: θα πλήρωνες για να διαβάσεις ή να δανειστείς ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη, όπως κάνεις σήμερα για ένα dvd στο βίντεο κλαμπ.

Το έσοδο για τα αρπακτικά του κέρδους θα ήταν (και είναι) τεράστιο, όχι μόνο από αυτή τη διαδικασία, αλλά κυρίως από την εισβολή της τεχνολογίας στις βιβλιοθήκες ή καλύτερα την παράδοσή τους σε αυτήν με τον τρόπο που επιτυχώς (προς το παρόν) γίνεται. Η τεχνολογία είναι μέσο ανάπτυξης, απελευθέρωσης, βελτίωσης, διευκόλυνσης, ωφέλειας, είναι επίσης μέσο πλουτισμού. Δεν μπορούμε, ούτε θέλουμε να αμφισβητήσουμε την επίδραση που ασκεί στη ζωή μας, οφείλουμε ωστόσο να αντιμετωπίσουμε στοχαστικά τα στοιχεία και τις επιδράσεις της. 

Σε πρόσφατο άρθρο* του με τίτλο «οι βιβλιοθήκες στα χέρια των πολιτών», ο Τάσος Παγκάκης, στέλεχος μεγάλης εταιρείας τεχνολογίας, «πατώντας» στα βήματα πρωτοβουλιών όπως το «Future Library» του Ιδρύματος Νιάρχου και το TEDxRainier κάνει μια σειρά αποκαλυπτικών σκέψεων σχετικά με τις βιβλιοθήκες. Η εκτρωματική και εφιαλτική προσέγγιση των βιβλιοθηκών ως προϊόν από ανθρώπους άσχετους με αυτές, αλλά απόλυτα σχετικούς με την επιχειρηματικότητα είναι πάντα μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια, που κάποιες φορές βρίσκει θαυμαστές στο χώρο των βιβλιοθηκονόμων που αγωνιούν να προσεγγίσουν το μεγάλο κοινό σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών. Με δυο κουβέντες, για το συντάκτη του άρθρου οι βιβλιοθήκες 540 χρόνια τώρα απέτυχαν να διαθέσουν σε όλους τη γνώση, που εδώ και 22 χρόνια πέτυχε το internet, η «μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη».

Ο συντάκτης επιχειρηματολογεί για την ευχέρεια του ψηφιακού μέσου να διαμορφώνεται από τις προτιμήσεις των πολιτών-καταναλωτών, μπερδεύει σκόπιμα τις επιχειρήσεις που «ψηφιοποιούν» τις πληροφορίες με τις βιβλιοθήκες που κάνουν το ίδιο, υποβιβάζει τις βιβλιοθήκες σε «στατικούς χώρους» καταλογογράφησης και εύρεσης βιβλίων σε ράφια και «οραματίζεται» βιβλιοθήκες που θα γίνουν περιεχόμενο (λες και είναι κάτι άλλο) και προϊόν… Η βιωσιμότητα της γνώσης θα πρέπει να χρηματοδοτείται από ένα αντίτιμο από αυτόν που την επιθυμεί- διόλου παλιά η ιδέα, τα μέσα όμως για την προπαγάνδισή της είναι πλέον πανίσχυρα και με ευφάνταστο αμπαλάζ από ειδικούς της επικοινωνίας και του marketing.

Τι απαντούμε σε αυτά; Μα το εξής: οι βιβλιοθήκες, στα χέρια των πολιτών. Όχι στα χέρια των καταναλωτών, όχι στα χέρια των επιχειρήσεων. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τη διαχείριση των μέσων σε αυτούς που θα διαμορφώνουν τη διακίνηση του περιεχομένου κατά τα οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά συμφέροντά τους. Που δεν είναι κοινά με τα δικά μας.

* http://www.andro.gr/business/oi-vivliothikes-twn-politwn/

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Οπτικό δοκίμιο περί ψευδωνυμίας









*οι φωτογραφίες των τραγουδιστριών είναι από τεύχη του περιοδικού "Το καινούριο τραγούδι" της δεκαετίας του '50. Τα ποιήματα είναι από την έκδοση του 1939 με τίτλο "Ύμνοι στην Εργασία"

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Το κλειδωμένο κλειδί


Κάποια στιγμή να ομολογήσουμε πως το κλειδί είναι φριχτά καταδικασμένο
να μένει μονίμως κλειδωμένο
έξω από όπου κάτι μέσα κλείδωσε. Και αυτή η ιστορία είναι
μια δίκαιη συνέπεια των πράξεών του.
Ποτέ δεν δοκίμασε την τύχη (το κλειδί) κάπου να κλειδωθεί ως κάτι πολύτιμο,
ένα ψέμμα ίσως.
Θέλω να πω πως το κλειδί αυτό ακριβώς είναι:
η αλήθεια που μένει πάντα απέξω.

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Οι βιβλιοθήκες ως χώροι κατανάλωσης*




*[Με αφορμή μια παρουσίαση της Βιβλιοθήκης της Βέροιας στο TEDxAthens από τον Δημήτρη Πρωτοψάλτου το 2010]

Αναλύοντας τυπολογίες χώρων και την ιστορική τους εξέλιξη δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι τα τελευταία χρόνια (ειδικότερα μετά το ‘90) οι χώροι πια δεν ταυτοποιούνται τυπολογικά όπως στο παρελθόν, σύμφωνα με την λειτουργία τους, ούτε σχεδιάζονται ως τέτοιοι. Ο διαχωρισμός που έχει επικρατήσει είναι πλέον σύμφωνα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό τους χαρακτήρα. Παρά το γεγονός δηλαδή ότι το μουσείο, η βιβλιοθήκη κλπ εξακολουθούν να υφίστανται ως λειτουργίες, σχεδιάζονται πλέον ως δημόσιοι χώροι με μια κυρίαρχη λογική που πριμοδοτεί ισχυρά το στοιχεία του θεάματος, της κατανάλωσης (εμπορικής και οπτικής) και της συνάθροισης με στόχο τα παραπάνω. 

Κάπως έτσι, και σε πλήρη αντίθεση με την κυρίαρχη αναλογία του μοντέρνου που ήταν το εργοστάσιο καθώς στόχος ήταν η λειτουργία, η κυρίαρχη αναλογία σήμερα είναι το πολυκατάστημα. Όλα γίνονται malls και κυρίως όλα λειτουργούν ως τέτοια. Ακόμα λοιπόν κι αν μορφολογικά η βιβλιοθήκη στην Βέροια δεν μοιάζει με mall, ο τρόπος που παρουσιάζεται η λειτουργία της αποδεικνύει ακριβώς αυτό.

Η βιβλιοθήκη αντιμετωπίζεται ως happening, ως σημείο οπτικής κατανάλωσης, ως κόμβος ανταλλαγής πληροφορίας και ως σημείο συνάθροισης με στόχο τα παραπάνω. Η παρουσίαση εστιάζει στα τάμπλετς, τον αριθμό των εγγεγραμμένων και των επισκεπτών, στις ομάδες πολιτών που μαζεύονται εκεί, στην αισθητική διάσταση του «ποιος πάει εκεί» και «γιατί πάει εκεί», στη civic society (η λέξη έχει γίνει μάστιγα).

Τι απουσιάζει σε όλο αυτό; Το ουσιαστικό περιεχόμενο που κάνει μια βιβλιοθήκη αυτό που είναι, τα βιβλία ή, για να το πω στη γλώσσα που έχει υιοθετηθεί, η «πληροφορία». Είναι εκπληκτικό ότι δεν αναφέρεται πουθενά ούτε το πόσα βιβλία υπάρχουν, αναλογικά ή ψηφιακά, ούτε ποιες θεματικές ενότητες καλύπτονται, ούτε πώς εμπλουτίζεται η βιβλιοθήκη με νέους τίτλους, ούτε πώς εξυπηρετούνται ερευνητές που αναζητούν πληροφορία που δεν υπάρχει ονλάιν, ούτε πώς συνδέεται η βιβλιοθήκη με την ιδιαίτερη πληροφορία που αφορά τον τόπο στον οποίο βρίσκεται, ούτε ποια είναι η διασύνδεση της συγκεκριμένης βιβλιοθήκης με άλλες ώστε κάτι που αναζητά κανείς εκεί και δεν το βρίσκει να παραπέμπεται αλλού και τόσα άλλα πράγματα που αφορούν καθαρά την λειτουργία της βιβλιοθήκης ως τέτοια, ως αρχείο ψηφιακής ή αναλογικής πληροφορίας κι ως σημείο πρωτογενούς παραγωγής πληροφορίας, κι όχι αποκλειστικά ως κόμβο ανταλλαγής της.

Για να μην παρεξηγηθώ, μπορεί η βιβλιοθήκη της Βέροιας να είναι μια καλή βιβλιοθήκη, να ικανοποιεί τον κόσμο της πόλης και τις ανάγκες του. Η ένσταση μου είναι στον τρόπο που παρουσιάζεται, ως happening, και ως πρότυπο για «την βιβλιοθήκη του μέλλοντος». Κατά τη γνώμη μου ο ρόλος της βιβλιοθήκης είναι άλλος από αυτόν που παρουσιάζεται εδώ, κι όσο κι αν έχει μεταβληθεί εξαιτίας των αλλαγών της τεχνολογίας, παραμένει σκληρά λειτουργικός και απαραίτητος για τους εργάτες της γνώσης. Είναι πολύ ενδιαφέρον να αντιμετωπίζεται ως ανοιχτός, δημόσιος, κοινωνικός χώρος αλλά είναι προβληματικό αυτό να γίνεται αυτοσκοπός.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Τα «συν» της Συμπρωτεύουσας

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 7/4/2014]


Έχει 16 παραρτήματα (κεντρική, περιφερειακές, παιδικές, σχολική, παιδαγωγική), οργανώνει εκθέσεις, συναυλίες, βιβλιοπαρουσιάσεις, αφιερώματα, διαλέξεις, συνέδρια, συγκροτεί λέσχες ανάγνωσης, θεατρικό εργαστήρι και κοινωνικό φροντιστήριο, προσφέρει μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και δωρεάν σεμινάρια (κηποτεχνίας, ξένων και ελληνικής γλώσσας, σχολής γονέων, υφαντικής, δημιουργικής γραφής εφήβων, πλεξίματος κ.α.). Είναι βιβλιοθήκη, δημοτική βιβλιοθήκη, στην Ελλάδα, και δεν είναι βέβαια η δημοτική βιβλιοθήκη της Αθήνας, αλλά αυτή της Θεσσαλονίκης. Το «βέβαια» της τελευταίας φράσης θα το εξετάσουμε σε επόμενο σημείωμα, αφού η δημοτική βιβλιοθήκη της Αθήνας ατύχησε στην πολύχρονη ιστορία της και δεν αναπτύχθηκε όσο θα απαιτούσε το γεγονός και μόνο ότι είναι η βιβλιοθήκη της πρωτεύουσας της χώρας.

Ας μείνουμε λοιπόν στη συμπρωτεύουσα. Και ας αντιληφθούμε επιτέλους πως το αυτονόητο δεν είναι πάντα αδύνατο σε αυτή τη χώρα. Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης έχει πετύχει καταρχάς κεντρικό σχεδιασμό και όραμα, ανάπτυξη στον ιστό της πόλης, κάλυψη ή προσπάθεια κάλυψης των ποικίλων αναγκών για το σύνολο των κατοίκων, χρήση και ως πολιτιστικού κέντρου και ως κοινωνικού χώρου, ενεργοποίηση και συμμετοχή των πολιτών. Έχει γίνει κυψέλη των δημιουργικών ανθρώπων της πόλης, σε αυτή δημιουργούν και συναντιούνται, σε αυτή συναντιούνται με τους πολίτες. Ιδρύθηκε το 1932, γεννήθηκε το 1939. Το πρώτο της παράρτημα προκύπτει το 1957 (στην Άνω Τούμπα) και η πρώτη κινητή βιβλιοθήκη το 1963. Αποκτά το νέο κεντρικό της κτίριο το 2001 με τη συμβολή γενναίων δωρεών από τον ποιητή Γεώργιο Βαφόπουλο (120 εκ. δραχμές) και την Ευθυμία Επιβατιανού (100 εκ. δραχμές).

 «Το ονειρικό ταξίδι της φυσαρμόνικας», «Παγκόσμια ημέρα ποίησης: του πάθους και της Απουσίας»,  «Το θέμα είναι τώρα τι λες»: αφιέρωμα στο Μανόλη Αναγνωστάκη», «Φτιάξτε το δικό σας ηλεκτρονικό βιβλίο», «Διαβάστε μας το ποίημα της καρδίας σας (ποιητικό μαθητικό αναλόγιο)», «Άραγε τι θέλει να πει ο ποιητής;», «Παρέα με το συγγραφέα στη βιβλιοθήκη μου», «Τα trans λιπαρά οξέα στη διατροφή μας», «Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης» είναι οι τίτλοι κάποιων από τις εκδηλώσεις του «ποιητικού» Μαρτίου στη βιβλιοθήκη της συμπρωτεύουσας. Την ίδια περίοδο τρέχουν και οι υπόλοιπες δράσεις που έχουν σχεδιαστεί για όλη τη χρονιά. Όλα αυτά σαν επιπλέον υπηρεσίες στη βασική της μελέτης, ανάγνωσης και δανεισμού των βιβλίων και του συνολικού υλικού των συλλογών.


Δεν θα ήταν επομένως άστοχο να παραδεχθούμε πως το «συν» στο χαρακτηρισμό της Θεσσαλονίκης ως συμπρωτεύουσας μάλλον κάτι άλλο εννοεί, από το μοίρασμα της ιδιότητας με την Αθήνα: η Θεσσαλονίκη μπορεί και είναι «πρωτεύουσα» στον πολιτισμό, με πολλά «συν» στο ενεργητικό της.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Ένα παραμύθι για τη νύχτα


Κάποτε μπήκε μέσα της - πλανήθηκε στη γεύση και τη μυρωδιά της, κολύμπησε στα στήθη της και πάλεψε αντρίκια με τα μαλλιά και τα φιλιά της. ύστερα βγήκε κι έφυγε. κάποτε ανακάλυψε πως κάτι δικό του είχε χάσει μέσα της, κάτι πολύτιμο, που χωρίς αυτό δεν μπορούσε να ζήσει. κι επέστρεψε. και κάθε βράδυ πια μπαίνει μέσα της και ψάχνει να το βρει.
***
ο πίνακας είναι του εδουάρδου σακαγιάν