Πόσο θα ήθελα ρε φίλε να είμαι μια παιδική ζωγραφιά
καταλογογράφος, ταξιθέτης ή διαθέτης της καθημερινότητας και υπηρέτης μιας τέχνης απολαυστικής και παραγνωρισμένης
Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014
Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014
Δράσεις αλληλεγγύης στα σχολεία
[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 23/2/2014]
Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο αποτελεί το 1ο
Διασχολικό Ανταλλακτικό Παζάρι που διοργάνωσαν την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου στα
Άνω Πατήσια η Ένωση Γονέων της 5ης Δημοτικής Κοινότητας και οι
Σύλλογοι Γονέων 4 σχολείων (τα δημοτικά 142ο, 101ο, 65ο
και 113ο). Όπως λένε στην ανακοίνωσή τους οι διοργανωτές, 5.500
αντικείμενα (ρούχα, βιβλία, CD,
DVD, παιχνίδια, σχολικά
είδη, αποκριάτικες στολές) άλλαξαν χέρια και εκατοντάδες γονείς, παιδιά και
γείτονες προσήλθαν στο 142ο Δημοτικό Σχολείο Αθήνας για να
συμμετέχουν στη δράση. Τη δράση παρακολούθησε για αρκετές ώρες και ο υποψήφιος
δήμαρχος της Ανοιχτής Πόλης, Γαβριήλ Σακελλαρίδης. Δεν είναι η πρώτη φορά που η
Ένωση Γονέων αυτής της περιοχής υποστηρίζει δράσεις αλληλεγγύης, ούτε είναι η
μόνη που προβαίνει σε αυτές. Γνωστά είναι τα παραδείγματα των Ενώσεων Δάφνης-Υμηττού,
Πετρούπολης, Νίκαιας και άλλων που υποστηρίζουν δομές αλληλεγγύης.
Το γονεϊκό κίνημα είναι ένα κίνημα δεκαετιών δράσης και
διεκδικήσεων με ποικίλα χαρακτηριστικά, φυγές, φάσεις και τάσεις. Κοινό
χαρακτηριστικό της πολύχρονης πορείας του είναι το ενδιαφέρον γονέων και
κηδεμόνων για καλύτερη παιδεία, όμως ο δείκτης πολιτικοποίησης και συμμετοχής
ποικίλει ανά περίοδο, όπως εξάλλου ποικίλει και στην ευρύτερη κοινωνική ζωή. Το
γονεϊκό κίνημα διαρκώς αναζητά την ταυτότητά του και εξετάζει τη στάση του σε
ένα πλήθος εκπαιδευτικά, διοικητικά και εν γένει κοινωνικά ζητήματα που προκύπτουν.
Η παρούσα κοινωνική, οικονομική, πολιτική και εκπαιδευτική
συγκυρία ενεργοποιεί, και πρέπει να ενεργοποιεί, τις σχολικές κοινότητες. Με
φαινόμενα διάλυσης του οικονομικού και κοινωνικού ιστού, αποδόμησης της
λειτουργίας των σχολείων, επικίνδυνων πειραματισμών στο εκπαιδευτικό σύστημα,
διόγκωσης της ανεργίας και της ανέχειας και επανεμφάνισης του φασισμού οι σύλλογοι
και οι ενώσεις γονέων δεν μπορούν να λειτουργούν με εσωστρέφεια, ούτε να
αντιλαμβάνονται ως θερμοκήπιο τη σχολική κοινότητα. Οι άξονες της νέας στάσης
τους είναι, φαίνεται να είναι, η αλληλεγγύη και η ανατροπή.
Πρέπει λοιπόν στις ήδη διαμορφωμένες κοινότητες της
εκπαίδευσης να ενταθούν οι δράσεις που θα ενημερώνουν για τις αλλαγές στην
παιδεία και τις συνέπειές τους, να υπερασπίζονται τον αντιφασιστικό αγώνα, να
ευαισθητοποιούν για τις δομές αλληλεγγύης, να οραματίζονται την ποιότητα της
παιδείας, κοντολογίς να ενεργοποιούν τον ευαίσθητο, ανήσυχο, δημιουργικό χώρο
του γονεϊκού κινήματος προς δράσεις σαφώς πολιτικές. Εργαλεία και τρόποι για το
ρόλο αυτό υπάρχουν. Η ίδια Ένωση Γονέων παραμονές τις εθνικής γιορτής της 28ης
Οκτωβρίου πρόβαλε σε κινηματογράφο των Πατησίων για όλα τα λύκεια της περιοχής
ευθύνης της το ντοκυμαντέρ του Βασίλη Λουλέ «Φιλιά εις τα παιδιά», το σχολείο
που φιλοξένησε το ανταλλακτικό παζάρι έκανε το ίδιο, προβάλλοντας σε παιδιά
δημοτικού τον «Τελευταίο Δικτάτορα» του Τσάπλιν.
Τα παραδείγματα που αναφέρονται, αδικούν τη συνολική εικόνα
με την επιλεκτικότητά τους. Υποδεικνύουν όμως τις δυνατότητες και της
προκλήσεις, τον ενθουσιασμό και την ικανοποίηση που περιέχει ο υπέροχος αυτός
αγώνας.
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014
Τότε, εντάξει
Η ελπίδα βέβαια μια παράλογη πίστη είναι, αδικαιολόγητη. Η ζωή είναι σαν τα παραμύθια: ξεκινάει πάντα με ένα "μια φορά" και τελειώνει με ένα "και ζήσαν". Εκτός εάν. Εάν η ελπίδα είναι το διάστημα ανάμεσα σε μια αρχή και ένα τέλος. Τότε, εντάξει.
***
Οι φωτογραφίες λες είναι σαν τα παιδιά που επιμένουν πεισματικά πως θέλουν να φάνε αυτή τη σοκολάτα και αν δεν τους τη δώσεις δεν θα σταματήσουν να παρακαλάνε, να κλαίνε, να απειλούν. Οι φωτογραφίες είναι μια σοκολάτα. Που αν δεν τη φας, θα λιώσει αργά-αργά λερώνοντας την τσέπη σου που μέσα της την κρύβεις
***
Η Α. είπε πως η μητέρα της έζησε μια μυθιστορηματική ζωή. Εννοώντας πως οι επιλογές, οι αλλαγές, οι ανατροπές στη ζωή της ήταν μεγάλες. Η Α. είπε πως η δική της ζωή εύκολα θα χωρούσε και σε μια φράση. "Ξέρω όμως φράσεις που μείναν αξέχαστες" θα μπορούσα να της πω.
***
Είπα στους φίλους μου χθες: "δεν θέλω να σας τρομάξω, αλλά παραφυλάει η άνοιξη εκεί έξω". Το βράδυ που γύρισε η Κ. στο σπίτι κρατούσε ένα κλαράκι ανθισμένης αμυγδαλιάς στο χέρι.
***
Τελειώνω το φαΐ αργά το βράδυ. Βάζω το πιάτο και το ποτήρι στο νεροχύτη. Ακροπατώ. Ακροβατώ. Όλοι κοιμούνται. Γδύνομαι και τυλίγομαι το δέρμα του κρεβατιού μου. Εκεί στην άκρη της μέρας, στο τελείωμα της φλύαρης παρουσίας της, ξαναπιάνω τα περισσεύματά μου. Μισοτελειωμένες φράσεις, εκνευρισμούς, φαντασιώσεις, αποσιωπήσεις, εμφάσεις, απορίες νουθεσίες, απογοητεύσεις. Βουνό τα σκουπίδια. Τα ξεδιαλέγω, ψάχνω κάτι που παράπεσε, που ίσως κάνει να το κρατήσω, αξίζει, χρειάζεται για μια δουλειά. Ματαιοπονώ βεβαίως πριν με πάρει ο ύπνος πρόθυμο και ανυπεράσπιστο να με προδώσει κι αυτός τη μέρα που θα ξημερώσει.
Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014
Γυμναστική στη βιβλιοθήκη ΙΙ
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 16/2/2014]
Είναι το βιβλίο ένα αναχρονιστικό αντικείμενο; Το χαρτί
είναι ένα υλικό που αντικαθίσταται από τα ψηφιακά μέσα; Διασκεδαστικό,
αισιόδοξο, ανοιχτό στην κοινωνία βιβλίο είναι ο «Χάρυ Πότερ» ή ο «Μεγάλος
Περίπατος του Πέτρου»; Υπάρχει σκόνη στο διαδίκτυο; Οι βιβλιοθήκες είναι
σκονισμένα ράφια ή ιδρωμένα γυμναστήρια; Σε μια εποχή μετάβασης, όπως αυτή που
ζούμε, τα ερωτήματα ψάχνουν κάβο να δέσουν, γιατί έχουν αυτή την τάση τα
ερωτήματα, να ψάχνουν εναγωνίως απαντήσεις. Με κάποιες αναλογίες, η συζήτηση
που γίνεται θυμίζει την εποχή που ανέτειλε η ιδιωτική τηλεόραση. Το επιχείρημα
ήταν πως έπρεπε να φύγουμε από την κυβερνητική προπαγάνδα, πως ο μη σοβιετικός
μας κόσμος έπρεπε να είναι «ελεύθερος» και «ανεξάρτητος», εξάλλου όσοι έθεταν
την ατζέντα της συζήτησης μιλούσαν για «ελεύθερη» ραδιοφωνία και «ανεξάρτητη»
τηλεόραση. Η σημερινή ατζέντα μιλάει για κοινωνία των πολιτών, για εθελοντική εργασία:
«η «ανταμοιβή» που προκύπτει από αυτή την εμπειρία, συχνά μπορεί να υπερβαίνει
κατά πολύ οποιαδήποτε μορφή οικονομικής αποζημίωσης» λέει στην πρόσκλησή της
για εθελοντές η βιβλιοθήκη της Βέροιας.
Αν αρνούμαστε αυτή την οπτική, τι έχουμε να αντιτάξουμε;
Σχεδιασμό και αυτενέργεια. Σχεδιασμό υπηρεσιακό, διοικητικό, πολιτικό. Τοπικό,
περιφερειακό και κρατικό. Αυτενέργεια που θα αξιοποιεί την έμπνευση, τις
ικανότητες και τις δυνατότητες κάθε μονάδας να προσφέρει με βάση την εμπειρική
γνώση που κατέχει σχετικά με τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά του κοινού στο
οποίο απευθύνεται. Βασικό έλλειμμα για το σχεδιασμό είναι η απουσία αξιόπιστης
διαδικασίας χαρτογράφησης: δεν γνωρίζουμε πόσες βιβλιοθήκες υπάρχουν στην
Ελλάδα, σε τι κοινό απευθύνονται, τι υλικό και με ποια (χρονικά, ποιοτικά,
θεματικά κ.τ.λ.) χαρακτηριστικά έχουν, ποιες ιδιαιτερότητές τους είναι
αξιοποιήσιμες, τι χώρους διαθέτουν. Ακόμη και αν δημιουργήσουμε έναν φορέα και
μια διαδικασία για τη χαρτογράφηση των ελληνικών βιβλιοθηκών, θα πρέπει να
έχουμε σαφές τι θέλουμε να κάνουμε, να βασιστούμε σε δυο-τρεις βασικές
παραδοχές, ενδεικτικά και αυθαίρετα ας πούμε κάποιες: θέλουμε μία βιβλιοθήκη σε
κάθε πόλη, θέλουμε βιβλιοθήκη σε κάθε σχολείο, θέλουμε βιβλιοθήκη σε κάθε
νοσοκομείο και κάθε φυλακή, θέλουμε ελεύθερη πρόσβαση των επιστημόνων και των
επαγγελματιών στη σύγχρονη επιστημονική πληροφόρηση, θέλουμε όλοι οι πολίτες να
έχουν δικαίωμα δανεισμού σε κάθε βιβλιοθήκη, θέλουμε βιβλιοθήκες εξειδικευμένες
σε κάθε θεματική περιοχή. Χρειαζόμαστε και έναν λόγο για όλα αυτά, ένα όραμα:
θέλουμε οι βιβλιοθήκες να γίνουν όχημα για τη μόρφωση, ψυχαγωγία και ανάπτυξη
του λαού μας, θέλουμε το λαό μας σκεπτόμενο, ενημερωμένο, ανήσυχο.
Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση δεν μπορεί παρά να γίνει
οργανωμένα και από ειδικούς. Δεν μπορεί παρά να βασιστεί στην έμμισθη εργασία-
η εργασία των εθελοντών δεν πρέπει να είναι βασική προϋπόθεση, αλλά επίκουρη
προσφορά. Ο σχεδιασμός δεν μπορεί παρά να είναι κρατικός, να πηγάζει από τις
ανάγκες και να τις υπηρετεί, αδιαφορώντας για τα συμφέροντα και τις «οδηγίες»
της αγοράς.
Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014
Το σιδέρωμα
[Αναδημοσίευση της ιστορίας του "Βιβλιοθηκάριου" στο ερωτικό αφιέρωμα του enfo.gr]
-
Καλησπέρα!
-
Ήρθες Μιρέλα; Σου φτιάχνω καφέ;
Οι κουβέντες ήταν πάντα λίγες μέσα σε αυτές τις πέντε ώρες
του Σαββατιάτικου απογεύματος. Εξάλλου η Κατερίνα ένιωθε άβολα που μια ξένη
γυναίκα σιδέρωνε τα ρούχα τους. Σαν κάποιος τρίτος να τους παραβιάζει, σαν να
παρακολουθεί κρυφά τις μύχιες σκέψεις τους, σαν να εισβάλλει στις ιδιωτικές
τους στιγμές. Ωστόσο ο χρόνος της δεν επέτρεπε τέτοιες ευαισθησίες και οι
ανάγκες των ίδιων, όσο και των παιδιών ήταν διαρκείς. Όπως και να είναι, τα
Σαββατιάτικα απογεύματα ήταν πάντα σιωπηλά, αν εξαιρέσεις τη μουρμούρα του
ραδιοφώνου που υπογράμμιζε τη σιωπή των δύο γυναικών. Η Μιρέλα σιδέρωνε στο
σαλόνι και η Κατερίνα διόρθωνε γραπτά στο γραφείο. Ο Σπύρος έπαιζε μπάσκετ με
τους συναδέλφους από τη δουλειά και τα παιδιά ήταν συνήθως σινεμά, στην πλατεία
ή σε φίλους τους.
-
Ναι. Έναν διπλό ελληνικό σκέτο.
Η Μιρέλα συνήθισε τόσα χρόνια στην Ελλάδα τον τούρκικο καφέ,
που τον λέμε ελληνικό για να τον πίνουμε ευκολότερα. Πολλά συνήθισε. Και την
απουσία του άντρα συνήθισε, και τα παιδιά που μεγάλωσαν κι έφυγαν και την
μοναξιά συνήθισε. Και τα ξένα σπίτια. Που το καθένα έχει τα δικά του χούγια και
τη δικιά του μυρωδιά. «Το κάθε σπίτι έχει τη δικιά του σιωπή», σκεφτόταν συχνά.
Και γελούσε που ο γιος της παλιά της έλεγε πως την φοβάται όταν σιδερώνει, πως
όλα τότε τα σκέφτεται, τα ζυγίζει, τα σχεδιάζει και τους τα ξεφουρνίζει. Τώρα
πια δεν υπάρχουν πράγματα να σχεδιάσει όμως, μόνο πράγματα να θυμηθεί υπάρχουν.
Τώρα δεν σιδερώνει τα ρούχα της δικής της οικογένειας, αλλά τις ξένες οικογένειες
φροντίζει να είναι ατσαλάκωτες. Η δουλειά ποτέ δεν την τρόμαξε. Σιδερώνοντας
πια σε σπίτια ήταν σαν να συνέχιζε να περιποιείται τους δικούς της ανθρώπους.
-
Να σου φέρω τα ρούχα. Μαζεύτηκαν κάμποσα αυτή τη φορά.
Αν μπορέσεις να μπαλώσεις κι αυτά εδώ τα παντελόνια του μικρού… Ανοικονόμητος
είναι…
-
Και βέβαια. Μόνο μαύρη κλωστή να μου φέρεις κυρία
Κατερίνα.
Ο θάνατος της χτύπησε πολλές φορές την πόρτα. Έχασε τον
άντρα της πριν 3 χρόνια, όμως δεν τον είχε και ποτέ δικό της. Όχι ότι δεν τον
υπηρέτησε, όμως δεν τον αγάπησε. Ήταν αδύναμος, νωχελικός, δεν έφυγε ποτέ από
το χωριό στην Αλβανία, έμεινε δεμένος με τη γλώσσα, τις νοοτροπίες, τους φίλους
τους νεανικούς. Και τη γλώσσα ακόμη δεν την έμαθε καλά, αν και έζησε 14 χρόνια
στην Ελλάδα. Είναι παράξενο, δικά του πουκάμισα δεν σιδέρωσε ποτέ. Τι να τα
κάνει στην οικοδομή. Ούτε στα παιδιά· ό
κόσμος τους, τα ρούχα, η μουσική τους είναι τόσο διαφορετικά πια. Είναι
παράξενο που όλοι την προτιμούσαν γιατί σιδέρωνε γρήγορα και άψογα τα
πουκάμισα.
-
«… Την ώρα που σιδέρωνε/της ήρθε να αφιέρωνε/σε κάποιον
τη ζωή της…»
Η σιδερώστρα ανοιχτή στο σαλόνι και πάνω της το σίδερο κάνει
ταξίδια σε σώβρακα, φανέλες, πουκάμισα, μπλούζες, πιζάμες, θήκες για ξένα
σώματα, που πονάνε, ιδρώνουν, ονειρεύονται αναστενάζουν, χύνουν, χέζουν τρώνε,
αγαπάνε και διαψεύδονται. Θήκες για σώματα που ζούνε. Το ραδιόφωνο στην κουζίνα
παίζει ένα τραγούδι του Κραουνάκη για ένα «σίδερο με ατμό» και η Μιρέλα
σκορπάει πάλι στις αναμνήσεις της. Μια ύπουλη συνωμοσία την απελευθερώνει. Ήταν
άνοιξη, ήταν μικρή, 16-17 χρόνων, στα Τίρανα. Στα δέντρα, μικρές εκρήξεις τα
λουλούδια, εκρήξεις χρωμάτων και οσμών και ένα έρωτας σκορπούσε το μεθύσι και
τη ζάλη του παντού. Καθόταν στο ποτάμι με ένα βιβλίο στο χέρι, παλιό βιβλίο,
του πατέρα. Γραμμένο στα γαλλικά. Το έκρυβε ο πατέρας στο σεντούκι, όμως εκείνη
το έπαιρνε και καθόταν στο ποτάμι διαβάζοντας για τα άνθη του κακού. Ξεκινάει
με τα μανίκια, ανοιχτά τα κουμπιά και σηκωμένα ψηλά και από μέσα η λευκή του
σάρκα με τις γραμμές των μυών του να μετακινούνται σε κάθε του κίνηση, και
απαλά κυλάει διπλώνοντας τα δύο φύλλα σαν να αγκαλιάζει το σώμα του, το στήθος
του με τις μικρές ρωγίτσες τις ατίθασες και τις τριχούλες στον αφαλό του
βρεγμένες από το ποτάμι μικρές σταγόνες σαν τον ατμό που προχωράει και θολώνει
υγραίνοντας τη μνήμη, και ύστερα περνώντας το σίδερο από κουμπί σε κουμπί σαν
να τον ξεκουμπώνει με τα τρεμάμενα δάχτυλά της και ύστερα τέλος ο γιακάς. Και ο
λευκός λαιμός του και το λαρύγγι του ατίθασο και αεικίνητο σαν αδημονούσα
επιθυμία. Μια σφιχτή αγκαλιά ο γιακάς, ίσιος και καθαρός σαν τελευταίο χάδι.
Δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν για τον Μπεκίμ, ούτε τον ξαναείδε από τότε.
Μόνο να: που καιρό τώρα σιδερώνοντας στα ξένα σπίτια τα
αντρικά πουκάμισα ο νους της φεύγει, σε ένα ανοιξιάτικο πρωινό πηγαίνει στα
Τίρανα, δίπλα στο ποτάμι, που το λευκό του πουκάμισο ήταν ριγμένο πια στα
χόρτα, ηδονικά ανυπεράσπιστο στο χάδι του αέρα.
Ιδρωμένη τελειώνει το σιδέρωμα. Έχει νυχτώσει. Δίπλα της,
στίβα τα σιδερωμένα ρούχα, στις καρέκλες απλωμένα τα πουκάμισα.
-
Πολύ ωραία Μιρέλα. Αυτά τα πουκάμισά σου, πάντα άψογα
σιδερωμένα. Όσα συμφωνήσαμε λοιπόν. Θα σε ξαναπάρω όταν είναι.
-
Καληνύχτα κυρία Κατερίνα!
***
Ο πίνακας είναι του David McCosh (1931)
Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014
Γυμναστική στη βιβλιοθήκη I
[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 9/2/2014]
Μία τάση των τελευταίων χρόνων επιχειρεί να απαντήσει στις ανατροπές και μεταβάσεις που επιφέρει η τεχνολογική έκρηξη στις βιβλιοθήκες ανιχνεύοντας και προωθώντας νέους ρόλους σε αυτές. Είναι μια θεμιτή, ανήσυχη δραστηριότητα που διαλέγεται με την εποχή και τις απαιτήσεις της πιέζοντας τα πράγματα να προσαρμοστούν σε αυτήν; Έχει ενδιαφέρον να αντιληφθούμε ποιοι και πώς τη διαμορφώνουν. Στόχος δεν είναι σαν τον Στάτλερ να καθίσουμε στα θεωρεία και γκρινιάζοντας να σχολιάσουμε την παράσταση, αλλά να κατεβούμε στη σκηνή συμμετέχοντας και συνδιαμορφώνοντάς την.
Είναι λοιπόν οι βιβλιοθήκες χώρος όπου ασκείται το σώμα; Οι βιβλιοθήκες της Βέροιας και του Κερατσινίου, ενταγμένες στο μηχανισμό αυτής της τάσης, θα απαντούσαν «why not?”. Εξάλλου το έχουν κάνει, μετατρέποντας ένα μέρος του χώρου τους σε fitness club και δωρεάν γυμναστήριο της γειτονιάς. Στο πρόσφατο 9ο διεθνές συνέδριο που οργάνωσε η Οργανωτική Επιτροπή Ενίσχυσης Βιβλιοθηκών, ένα συνεργατικό σχήμα
που συγκρότησαν αρχικά ξένοι οργανισμοί για την ενίσχυση των ελληνικών
βιβλιοθηκών, ένας Ολλανδός σύνεδρος μας μιλούσε για τη χαρά των video games στις βιβλιοθήκες και
πέραν της εκπαιδευτικής χρήσης του παιχνιδιού. Η βιβλιοθήκη της Λειβαδιάς
οργανώνει σεμινάρια εύρεσης εργασίας σε άνεργους της περιοχής της με εξαιρετική
επιτυχία, όχι στην ανεύρεση, αλλά στη συμμετοχή ενδιαφερομένων.
Τι συμβαίνει λοιπόν; Έκλεισαν τα γυμναστήρια και τα στάδια; Τα παιδιά δεν έχουν παιχνίδια να παίξουν; Οι βιβλιοθήκες αντικαθιστούν τους αρμόδιους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας; Η ανεργία είναι συνέπεια ενός κακού βιογραφικού κι ενός υποεκπαιδευμένου απασχολήσιμου; Η βιβλιοθήκη καλλιεργεί τον ανταγωνισμό εκπαιδεύοντας το κοινό της στην καλή προώθηση της εργασιακής του αξίας ή τροφοδοτεί με ουσιαστικές γνώσεις όσους χρειάζονται να μάθουν; Μια από τις δράσεις που οργανώνονται στις εν λόγω βιβλιοθήκες είναι οι αγώνες ρητορικής με θέματα εξόχως πολιτικά: «Ακόμη και στη σημερινή εποχή, οι χαρισματικοί ηγέτες μπορούν να δώσουν λύση στα προβλήματα των κοινωνιών» ή «η μετανάστευση των νέων ως μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που γεννά η τρέχουσα οικονομική κρίση στην Ελλάδα»! Έχει ενδιαφέρον τέτοιες συζητήσεις να οργανώνονται δίπλα στο σημείο που δολοφονήθηκε από νεοναζιστές ένας αντιφασίστας μουσικός. Το γεγονός αυτό φαίνεται να μην γεννάει ερωτήσεις, απορίες, αντιστάσεις, αλλά να σχεδιάζεται άνωθεν μια αντιδραστική συζήτηση που αναζητά «χαρισματικούς ηγέτες» που θα μας σώσουν και προβληματίζεται για τη μετανάστευση των Ελλήνων στο εξωτερικό και όχι για την μετανάστευση ως καθολικό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο και τον επακόλουθο ρατσισμό.
Νομίζω πως οφείλουμε να οργανώσουμε ένα άλλο μοντέλο, πιο πνευματικό, πιο αλληλέγγυο με περισσότερη κοινωνική ευαισθησία. Οι βιβλιοθήκες είναι ο… «σκονισμένος» κόσμος των βιβλίων. Γι’ αυτό φτιάχτηκαν, αυτό περιέχουν, αυτό υπηρετούν. Αυτό οφείλουν να καλλιεργήσουν, έστω αυτενεργώντας: τη γόνιμη, επικίνδυνη, καταπραϋντική, παραμυθητική, βέβηλη πάλη του πνεύματος. Γυμναστήρια του νου να τις κάνουμε, όχι αίθουσες για ζούμπα και πιλάτες. Να υπηρετήσουμε την ανάγνωση για να διαμορφώσουμε σκεπτόμενη κοινωνία που αναζητά και μαθαίνει, που αμφισβητεί και απολαμβάνει τις ηδονές της σκέψης.
Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014
Η ιστορία του Βασίλη
Το θάνατο τον λένε Σπύρο. Και είναι ένας γλάρος που κάθεται στο διπλανό κρεβάτι. Έχει γυρίσει μπρούμυτα και λύνει ένα σταυρόλεξο. Όταν σηκώνεται, τον βλέπεις, έχει το στυλ και την περπατησιά των ψαράδων. Είναι τα μάτια του μια θάλασσα, μέσα στην οποία βυθίζεται σε κάθε του λέξη. Το πρόσωπό του είναι τα βράχια που πάνω τους εκρήγνυται η θλίψη.
Το θάνατο τον λένε Σπύρο. Και κάθε φορά που ζυγώνω στο λιμάνι με αναγγέλλει στους καφενέδες του νησιού που περιμένουν οι ψαράδες. Κι εγώ του δίνω ψάρια, τα πετάω στον αέρα κι αυτός τ' αρπάει. Ο θάνατος ο γλάρος με αναγγέλλει σε αυτούς που φεύγουν.
Είμαι ψαράς. Βυθίζομαι στα μάτια του γλάρου και πιάνω ψάρια και ύστερα τον ταΐζω. Όπως ταΐζουμε με ικεσίες το θάνατο. Για να μας αναγγείλει.
Με λένε Βασίλη. Είμαι ψαράς σ'ένα νησί του Αιγαίου. Νοσηλεύτηκα για λίγες μέρες σ'αυτό το νοσοκομείο. Ο καλύτερός μου φίλος είναι ένας γλάρος, ο Σπύρος. Εδώ και χρόνια τα μεσημέρια τρώμε μαζί στο καφενείο. Αύριο γυρίζω στο νησί. Και θα τον δω.
***
ο πίνακας είναι του Δημήτρη Λαλέτα
Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014
Ιστορίες βιβλιοθηκών ΙΙΙ
Ξεφυλλίζω το 8ο τεύχος
του «Διαβάζω». Μάιος του 1977. Η Ρωξάνη Φέσσα, βιβλιοθηκάριος στο Ίδρυμα
Ευγενίδου, αναφέρεται στο παραμελημένο επάγγελμα του βιβλιοθηκάριου. Ο
βιβλιοθηκάριος μπερδεύεται στα μυαλά των ανθρώπων με τον αποθηκάριο, λέει, και
αυτό εξηγείται, αφού η απαξίωση των βιβλιοθηκών από το κράτος τις είχε κάνει
αποθήκες. Η Φέσσα υπερασπίζεται το νέο ρόλο του βιβλιοθηκάριου, τη σημασία και
το έργο του στη σχολική, την πανεπιστημιακή, τη δημόσια, την ειδική βιβλιοθήκη.
Ξεφυλλίζω το 16ο
τεύχος του περιοδικού «Διαβάζω». Ιανουάριος του 1979. Στο 2ο
Πανελλήνιο Συνέδριο Βιβλιοθηκαρίων οι σύνεδροι αναφέρονται στην τραγική έλλειψη
ειδικευμένου προσωπικού στις βιβλιοθήκες, στην ανύπαρκτη θεσμική κατοχύρωση της
διοικητικής αυτονομίας των βιβλιοθηκών και στην πενιχρή οικονομική ενίσχυσή
τους. Περιχαρής η πρόεδρός της Ένωσης Βιβλιοθηκαρίων ανακοινώνει τη δημιουργία της πρότυπης
παιδικής βιβλιοθήκης στην πλατεία του Αγίου Θωμά στο Γουδί, που θα αποτελέσει
παράρτημα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αθήνας. [Τα χρόνια περνούν, η δημοτική
αρχή κλείνει το παράρτημα, άγνωστοι βανδαλίζουν το χώρο (εποχή Κακλαμάνη στο
Δήμο της Αθήνας) και μέχρι σήμερα το θέμα δεν έχει αποκατασταθεί].
Ξεφυλλίζω το 19ο
τεύχος του περιοδικού «Διαβάζω». Απρίλιος του 1979. «Κάτι γίνεται στην Εθνική»
τιτλοφορεί ο συντάκτης το άρθρο του στο οποίο αποκαλύπτει ανακαινίσεις και
εκσυγχρονισμούς στην πολύπαθη Βιβλιοθήκη, νέα συστήματα παροχής πληροφοριών,
νέους βιβλιοκαταλόγους, νέα συστήματα καταλογογράφησης και επιπλέον… θέρμανση
πια το χειμώνα και αερισμό το καλοκαίρι…
Ξεφυλλίζω το 35ο τεύχος
του περιοδικού «Διαβάζω». Οκτώβριος του 1980. «Κι άλλες καταργήσεις
βιβλιοθηκών» λέει το άρθρο. «Αντί μιας τολμηρής κυβερνητικής πολιτικής που θα
στήριζε οικονομικά το θεσμό των βιβλιοθηκών… δε βλέπουμε παρά αδιαφορία και
καταργήσεις».
Ξεφυλλίζω το 41ο
τεύχος του περιοδικού «Διαβάζω». Απρίλιος 1981. Εκτενές άρθρο του Σπύρου
Κοκκίνη επιτίθεται στους τρεις υπουργούς πολιτισμού των πρώτων μεταπολιτευτικών
κυβερνήσεων κατηγορώντας τους για εξοργιστικούς αυτοσχεδιασμούς στην πολιτική
βιβλιοθηκών και βερμπαλισμούς στις δημόσιες τοποθετήσεις τους επί του θέματος.
Ο Τρυπάνης το 1977 ανακοινώνει την ανέγερση νέου κτιρίου για την Εθνική
Βιβλιοθήκη, ο Πλυτάς αναγγέλει το 78 την αναδιοργάνωσή της (διαφωνεί με τον
Τρυπάνη), ο Νιάνιας το 1980 ανακοινώνει την… υπόγεια επέκτασή της! Το κείμενο
του Κοκκίνη είναι απολαυστικό, αναλυτικό, στιβαρό. 32 χρόνια μετά, αλλάζοντας
μόνο τα ονόματα, διαβάζεις και την ιστορία της Εθνικής Βιβλιοθήκης όλο αυτό το
διάστημα.
Ξεφυλλίζω την ιστορία των
ελληνικών βιβλιοθηκών. Μια ιστορία άοκνων προσπαθειών των βιβλιοθηκάριων, να
πείσουμε, να εμπνεύσουμε, να διεκδικήσουμε, να προστατέψουμε. Δεν είναι πως δεν
καταφέραμε πράγματα όλα αυτά τα χρόνια. Είναι πως σκόπιμα οι κυβερνήσεις
απαξίωσαν τις κατακτήσεις μας.
Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014
Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες
Αν δεν απαντούσε κάπως στην
«ψευδο-επιστημονική» συνήθεια να συγκροτούνται κατάλογοι των πιο
αξιόλογων/σημαντικών/καθοριστικών/κορυφαίων έργων/συγγραφέων, το παρόν
κείμενο-συμβολή στο δι-ιστολογικό αφιέρωμα, θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί
«στιγμές και σταθμοί μιας αναγνωστικής πορείας». Αφορμή για το αφιέρωμα αυτό
αποτέλεσε άλλη μια λίστα που κυκλοφόρησε πολύ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον
τελευταίο καιρό, συντάχθηκε από 120 Έλληνες συγγραφείς, και οργανώθηκε από το bookpress και
το βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Αν και ενδιαφέρουσα ως λίστα δεν παύει να είναι μια
προσπάθεια σύνταξης «κανόνα», που θεωρεί λανθασμένα ως ειδικούς για τη σύνταξή
του τους συγγραφείς. Εξαιρεί δηλαδή την «άλλη πλευρά», τους αναγνώστες. Οι
αναγνώστες, όπως θα έλεγε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης – και δεν θα ήταν ο
μόνος - είναι συνδημιουργοί του βιβλίου.
Όπως και να είναι όμως, κυρίαρχο στοιχείο στην ιστορία του βιβλίου δεν είναι η
όποια αντικειμενική του αξία, αλλά η συνάντηση της γραφής με την ανάγνωση. Ευτυχώς
σε αυτή τη διαδικασία ελάχιστη σημασία έχουν οι εξωγενείς παράγοντες της αγοράς
που αντιλαμβάνεται το βιβλίο ως προϊόν. Κυρίαρχη παραμένει η συγκίνηση, το
ενδιαφέρον, η εγρήγορση του αναγνώστη.
Δεν με έχει ρωτήσει ποτέ κανείς
(…) αν ναυαγούσα σε ένα νησί τι θα ήθελα να έχω μαζί μου. Αν με ρωτούσε, χρόνια
τώρα έχω έτοιμη την απάντηση: θα ήθελα να έχω μαζί μου βιβλία, αν ήταν να έχω
μονάχα ένα, μάλλον θα διάλεγα το «Μυστηριώδες νησί» του Βερν. Νομίζω πως είναι
από τα πρώτα βιβλία που διάβασα και με έχει καθορίσει ως χαρακτήρα και
ψυχοσύνθεση. Η απομόνωση, ο αγώνας για επιβίωση, η «μεταφυσική»/πατρική
παρουσία του Νέμο που πεθαίνει, ο παράλληλος/υπόγειος κόσμος είναι στοιχεία του
χαρακτήρα μας, της εξέλιξής μας, της μετάβασής μας στις ηλικίες της ωρίμανσης.
Πρέπει να πήγαινα Τρίτη ή Τετάρτη δημοτικού όταν το διάβασα, και φυσικά το
θυμάμαι ακόμη.
Οι αναγνωστικές περίοδοι
μπλέκονται η μία στην άλλη με διαλείμματα και περιόδους εντάσεων, όμως σαφώς
μια παράλληλη περίοδος της αναγνωστικής πορείας ήταν η περίοδος της «Ζέη», που
περιλαμβάνει βέβαια και τη Σαρρή. Το «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» τον έχω
διαβάσει πέντε φορές, είναι το μόνο βιβλίο που έχει τύχει αυτής της επανάληψης.
Η Ζέη είναι μια συγγραφέας που συμπύκνωσε και στα ενήλικα μάτια μου όλη τη συγκίνηση
και την εκτίμηση σε αυτόν που γράφει ιστορίες.
Η δεύτερη φάση της αναγνωστικής
μου πορείας σχετικά πρώιμα ξεκίνησε με τη λεγόμενη κλασική λογοτεχνία (Ζολά,
Μπαλζάκ, Ουγκώ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκυ). Θα μπορούσα να θεωρήσω προσωπικό
αναγνωστικό άθλο τους «Άθλιους» που διάβασα στην Πέμπτη δημοτικού (εννοείται το
πλήρες έργο). Θα διάλεγα αυτό σαν αντιπροσωπευτικό έργο μιας περιόδου που
κράτησε χρόνια και που λειτούργησε σαν κατακλυσμιαία αποκάλυψη του παγκόσμιου
πνεύματος.
Η εφηβική/μετεφηβική περίοδος, θα
μπορούσα να την πω καταχρηστικά περίοδο της «Εστίας», περιέχει τα βιβλία του
Βενέζη, του Μυριβίλη, του Καραγάτση, του Λουντέμη, του Τερζάκη κ.α. Θα διάλεγα
δύο βιβλία από αυτή την περίοδο: το «10» του Καραγάτση (για τον αποκαλυπτικό
ρεαλισμό του και για το «μάθημα» που λέει πως η ομορφιά δεν υπάρχει μόνο στο
ολόκληρο, αλλά και στο ημιτελές, στο ακρωτηριασμένο. Το δεύτερο είναι το «ένα
παιδί μετράει τ’ άστρα» του Λουντέμη. Ο Λουντέμης και η Ζέη είναι η πολιτική
αφήγηση που με έφερε κοντά στις αξίες, τα οράματα, την ιστορία, τις διαψεύσεις
της Αριστεράς. Το βιβλίο αυτό το διάβασα καλοκαίρι, ξαπλωμένος στην αιώρα της
αυλής, κάτω από μια λεμονιά και όταν το τελείωσα έμεινα ώρα εκεί κρατώντας το
σφιχτά στην αγκαλιά μου.
Οι μπήτνικ, συγκεκριμένα ο
Μπάροουζ, θεωρώ πως είναι το κλείσιμο της ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Είναι
διαβάσματα της φοιτητικής ζωής, υφολογικές αναζητήσεις, ακραίες και αιχμηρές
καταστάσεις, γλώσσα, εικόνες και ανατροπές. Την ίδια περίοδο διαβάζω Μπαταίγ,
τον Τένεσι Ουίλιαμς και τους σουρεαλιστές. Ο Μπάροουζ, ας πούμε «τα άγρια
αγόρια», βίασε τη γλώσσα μου, τον καθωσπρεπισμό μου- οι εικόνες του, το cut-up, ανατρέπουν τη δομή της αφήγησης
δημιουργώντας ομορφιά σε απρόσμενα τοπία. Όμως μετά από αυτό πώς να γυρίσεις
πίσω. Ποιες άλλες διαδρομές να πάρεις;
Πριν από αυτή την περίοδο (ας την
πούμε ‘περίοδο Μπάροουζ») υπήρξε η «περίοδος Στάινμπεκ» η οποία περιλαμβάνει
και τον Τζακ Λόντον και με έναν παράδοξο τρόπο τον Χάμσουν (διάβασα την «πείνα»
και πεινούσα…). Αν διάλεγα ένα χαρακτηριστικό βιβλίο της περιόδου, αυτό θα ήταν
το «Σε έναν άγνωστο θεό» του Στάινμπεκ, βιβλίο που με τη
φυσιολατρική/μεταφυσική του πνοή (μοιάζει σε αυτό με τον Χάμσουν) μάλλον
συνδέεται κάπως με τη μετάβασή μου από την Κόρινθο των παιδικών χρόνων στην
Αθήνα των φοιτητικών. Το «Σε έναν άγνωστο θεό» το έχω κάνει δώρο σε όσους
θεώρησα φίλους μου. Με κάποιο παράλογο βέβαια τρόπο λειτουργούσε σαν μια
συμβολική επισφράγιση των φιλικών μου διαθέσεων.
Η φοιτητική περίοδος ήταν μια
πυκνή περίοδος αναζητήσεων προς διάφορες κατευθύνσεις. Δύο κύκλοι αναγνωστικών
διαδρομών υπήρξαν επίσης εκείνη την περίοδο, οι οποίοι συνεχίστηκαν στα χρόνια
του στρατού και της πρώτης επαγγελματικής περιόδου. Ο ένας είναι ο κύκλος του
Νίκου Χουλιαρά, ο οποίος ξεπερνάει το «βιασμό» του Μπάροουζ, και μου αποκαλύπτει
μια γραφή ιδιαίτερη, διεισδυτική, ποιητική, προσωπική χωρίς ακροβατισμούς,
πυροτεχνήματα και εκρήξεις που στοχάζεται αφηγούμενη απλές, καθημερινές,
εσωτερικές ιστορίες. Ο κύκλος αυτός περιλαμβάνει όλα τα έργα του Χουλιαρά,
επηρέασε σαφώς το όποιο ύφος μου στη γραπτή έκφραση και ξεκίνησε με το
«Λούσια», το πρώτο έργο του. Είναι το δεύτερο βιβλίο που συνήθως κάνω δώρο
στους φίλους μου. Ο δεύτερος κύκλος είναι βέβαια ο κύκλος του Μπόρχες.
Βιβλιοθηκάριος και εκείνος, αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν μια βιβλιοθήκη που
επιπλέον είναι ένας λαβύρινθος με μια αιώνια κρυπτική τάξη. Ο κύκλος αυτός έχει
δύο βιβλία να τον σηματοδοτούν: το ένα είναι του Μπόρχες, ας πούμε «το Άλεφ»,
το δεύτερο όμως δεν είναι δικό του. Σε αυτό με οδήγησε ο ίδιος, μιλώντας με
εκτίμηση για το συγγραφέα του, τον Λάβκραφτ. «Ο κυνηγός του σκότους» είναι το
μόνο βιβλίο αυτής της κατηγορίας της λογοτεχνίας που διάβασα, και είναι
αποτυπωμένη μέσα μου η εκπληκτική και μεγαλειώδης απλότητα της γραφής του, ο
τρόμος δεν είναι τέχνασμα, είναι πραγματικότητα.
Ερχόμαστε τώρα στους μη
πεζογραφικούς σταθμούς. Ποίηση. Κυρίαρχη και διαρκής περίοδος, συνεχείς
αποκαλύψεις, επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις. Αν ξεχώριζα ποιητικούς σταθμούς θα
ξεκινούσα με το Ρίτσο («Η σονάτα του σεληνόφωτος») μόνο και μόνο για να σηματοδοτήσω
κάπως τη λατρεία μου στην αχανή ποίησή του για αρκετά χρόνια. Η ανάγνωση της
ποίησης ξεκίνησε από τους τέσσερεις «μεγάλους». Πίσω από το «σεληνόφως» του
Ρίτσου είναι ο Βρεττάκος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης (με αυτή τη σειρά «συμπάθειας»).
Δεύτερος σταθμός, ο Καβάφης. Τον διάβασα σε ένα παλιό αρχοντικό στην
Αλεξάνδρεια το 1997 σε ένα ταξίδι στην Αίγυπτο που κράτησε 13 μέρες. Τρίτος
σταθμός ο Λειβαδίτης, ας πούμε «τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου» με το μελαγχολικό
στοχασμό τους. Τέταρτος σταθμός, ο Χιόνης. Ανοίγομαι με φούρια και σε άλλους
ποιητές, ανακαλύπτω φωνές ιδιαίτερες (Σινόπουλο, Χριστιανόπουλο, Σαχτούρη,
Εγγονόπουλο, Χουλιαρά κ.α. ) και ξένους
πολλούς. «Το υπόγειο» είναι η συλλογή του Χιόνη που θα μπορούσε να
περιέχει τις «ανακαλύψεις» της ανάγνωσης αυτή την περίοδο.
Μέσα σε αυτές τις διαδρομές
εμφανίζονται και μεμονωμένες περιπτώσεις, εξαιρέσεις, σημαντικές συναντήσεις.
Δεν είναι ίσως το βιβλίο που δικαιούται να βγάζει από τη λίστα των 20
αγαπημένων μου βιβλίων άλλα, «σημαντικότερα». Όμως «η μπαλάντα του λυπημένου
καφενείου» της Κάρσον Μακ Κάλερς (σε μετάφραση του Κουμανταρέα) διατηρεί ακόμη μέσα
μου νωπή την ιδιότυπη, «αμερικάνικη», αχανή μελαγχολία του, στοιχείο μάλλον
ιδιαίτερα συναφές με το χαρακτήρα και τα μύχιά μου…
«Η μεταμόρφωση» του Κάφκα
γειτονεύει κάπως με την περίοδο που διάβαζα Μπόρχες και Λάβκραφτ. Περικλείει
και το πνιγηρό, κλειστοφοβικό στοιχείο της γραφής και του Φραγκιά. Αλλά είναι βέβαια
ένα βιβλίο-ξάφνιασμα που αφήνει ανεξίτηλο το ίχνος του στην ανάγνωση. Τα «παραμύθια
της Θεσσαλίας» της Μαρούλας Κλιάφα είναι η πρώτη συλλογή λαϊκών παραμυθιών που
διάβασα μετά την παιδική ηλικία και μου άνοιξε μια πόρτα, που ακόμη μένει
ανοιχτή περιέχοντας πολλούς τίτλους, στο μαγικό, αναρχικό κόσμο του παραμυθιού.
Τα παραμύθια είναι ένας κόσμος ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση νομίζω. Αυτό
το στοιχείο της αμφίπλευρης αναφοράς τα κάνει από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα
για μένα. «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του Ετσενσμπέργκερ είναι από τα
πιο ιδιαίτερα στη δομή τους βιβλία, μια ιδιόμορφη βιογραφία που κάνει άθελά τους
συγγραφείς όσους έζησαν μια εποχή, όσους αγωνίστηκαν δίπλα στον αναρχικό Μπουεναβεντούρα
Ντουρούτι. Είναι σαφώς η πιο ενδιαφέρουσα βιογραφία από όσες πολλές έχω διαβάσει
για προσωπικότητες που σημάδεψαν και σημαδεύτηκαν από την εποχή τους (Στάλιν, Λένιν,
Μαρξ, Σερζ, Λόρκα, Τρότσκι, Μπουχάριν, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Λούξεμπουργκ, Μπόρχες,
Καμύ, Μαρκές, Μπρετόν κ.α.).
Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν
δυο κύκλοι αναγνώσεων: η στρατοπεδική γραμματεία, τα βιβλία δηλαδή που γράφτηκαν
γύρω από το Ολοκαύτωμα και τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης,
με κορυφαίο νομίζω το «πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» του Ζαν Αμερύ: ένα
βιβλίο βιωματικά στοχαστικό, συγκρουσιακό, αποκαλυπτικό, βασανισμένο και
απελπισμένο και συγχρόνως αντιστασιακό με την έννοια της μάχης απέναντι στη λήθη,
της μάχης της ζωής με τη σκέψη. Στον κύκλο αυτό μπαίνουν συνεχώς βιβλία του Λέβι,
του Κουμανταρέα, του Σεμπρούν και άλλων πολλών, Ο δεύτερος κύκλος είναι τα βιβλία
του Ραφαηλίδη, ας πούμε διαλέγοντας ένα, τη «μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού»: έξυπνο,
ανατρεπτικό, εμβριθές, εγκυκλοπαιδικό, ερωτευμένο, επαναστατικό πνεύμα ο Ραφαηλίδης,
είναι αδύνατο να μην σε αιχμαλωτίσει με τις εμμονές, το χιούμορ, τον ερωτισμό
του.
***
Μια ομάδα blogger συμφωνήσαμε
πως η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες. Κι αν ακόμη ορίσαμε μια λίστα για να μιλήσουμε
για την ανάγνωση, της γυρίζουμε την πλάτη, την κοροϊδεύουμε. Η πορεία της ανάγνωσης
είναι μια αδιάκοπη πορεία, με παράλληλες γραμμές και σημεία τομής, αναιρέσεις,
επαναλήψεις, επιστροφές. Σημαντικά είναι τα βιβλία που μας συνάντησαν. Τα πιο
σημαντικά είναι τα βιβλία που δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει.
Στο αφιέρωμα συμμετέχουν:
Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014
Το… «παιδικό βιβλίο» στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 26/1/2014]
Η Ruth Kluger είναι
συνάδελφός μου, βιβλιοθηκάριος. Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1931. 12 χρόνων
μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τεριέζενστατ, ύστερα στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου
και τέλος στο Κρίστιανστατ. Επιβίωσε - ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό το ρήμα για
όσους δεν πέθαναν στα στρατόπεδα των ναζί, αλλά από τύχη βγήκαν από αυτά -
κουβαλώντας στο σώμα της ένα νούμερο και στην ψυχή της τις μνήμες και τις
τύψεις της τύχης της.
Η Ruth Kluger έχει
γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή της. Κυκλοφορεί και στα ελληνικά: Άρνηση
μαρτυρίας: Βιέννη-Άουσβιτς-Νέα Υόρκη/Ruth Kluger. μετ. Σοφία Γεωργοπούλου. Αθήνα: Θεμέλιο, 2008.
Η Ruth ήταν ένα
παιδί, ένα από τα παιδιά που ρίχτηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι εξόντωσης.
Σχολείο της γίνεται ο εγκλεισμός και τα βασανιστήρια, όμως κι εκεί, μέσα στην
απόλυτη φρίκη υπάρχουν εστίες αντίστασης. Στη Τεριέζενστατ έρχεται σε επαφή «με
πληθώρα έξυπνων μορφωμένων ανθρώπων, που έφεραν μαζί τους όλες τις ιδέες και
ιδεολογίες της Ευρώπης και συνέχισαν να ερίζουν γι’ αυτές με δριμύτητα.
Δάσκαλοι και πανεπιστημιακοί καθηγητές ήταν πανευτυχείς με κάθε ευκαιρία που
τους δινόταν να αφηγηθούν κάτι όμορφο από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όταν
μαζεύονταν ένα σμάρι παιδιά γύρω τους». Δεν είναι μοναδική αυτή η αναφορά. Τα
ίδια αναφέρει και ο Σεμπρούν στο «τι ωραία Κυριακή» και στο «ο νεκρός που μας
χρειάζεται», τα ίδια και ο Μασπερό στο «οι μέλισσες και η σφήκα».
Στην Τεριέζενστατ, αναφέρει η Kluger, υπήρχαν λίγα βιβλία,
που ήταν περιζήτητα και περνούσαν από χέρι σε χέρι μεταξύ των εγκλείστων, ένας
ιστορικός τέχνης είχε ένα βιβλίο με έργα του Ντύρερ, ένας δάσκαλος τους δίδασκε
ιστορία της λογοτεχνίας, μια γηραιά κυρία μάθαινε τα παιδιά να απαγγέλλουν
ποιήματα του Eichendorff.
Η τύχη, ένα χέρι, μια ζαβολιά την βγάζει από το θανατηφόρο Άουσβιτς και τη
ρίχνει στο Κρίστιανστατ μαζί με τη μητέρα της. Η μητέρα της δουλεύει σε ένα
εργοστάσιο που φτιάχνει πολεμοφόδια- πολλοί έγκλειστοι χρησιμοποιήθηκαν ως
εργατικό δυναμικό για την πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας. Μια μέρα παρακαλεί
έναν ντόπιο επιστάτη να βρει ένα βιβλίο για τη μικρή της κόρη «που αγαπάει το
διάβασμα». Κι εκείνος ανταποκρίνεται, φέρνοντάς της ένα παλιό μισοσχισμένο
αναγνωστικό. «Έπλεα σε πελάγη ευτυχίας. Το δώρο είχε ξεπεράσει τις προσδοκίες
μου. Για μένα είχε ανοίξει πάλι μια παλιά αλησμόνητη πόρτα, είχα βρει πάλι τη
μόνη σε μένα οικεία πρόσβαση στον κόσμο».
Πριν 69 χρόνια στις 27 Ιανουαρίου
1945 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το Άουσβιτς-Μπίρκενάου. Η 27η
Ιανουαρίου ορίστηκε ως παγκόσμια μέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος.
Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014
Η ιστορία της Φλώρας
Κάποτε ήταν μια γυναίκα που κοιμόταν. Στον ύπνο της πέθαιναν κάποιοι άνθρωποι και όταν το πρωί ξυπνούσε και πήγαινε στη δουλειά της έντρομη έβλεπε στις κολώνες τα αγγελτήρια του θανάτων τους. Αφού αυτό δεν έγινε μόνο μια φορά, ούτε δύο, η γυναίκα αποφάσισε να το εξομολογηθεί στον πνευματικό της. Εκείνος ο άθλιος της είπε πως για να σταματήσει να συμβαίνει αυτό το κακό πρέπει στο εξής να μην ονειρευτεί ξανά ή έστω να ξεχνάει τα όνειρά της. Όπως κι έγινε.
Η γυναίκα είναι σήμερα μια κυρτή γριούλα, σαν τοξωτή γέφυρα από πέτρα, με μπαμπακένια μαλλιά. Όνειρο δεν είδε έκτοτε ποτέ. Ποτέ. Κι ούτε της αρέσει να μιλάνε για όνειρα μπροστά της. Ωστόσο οι άνθρωποι συνέχισαν να πεθαίνουν γύρω της.
***
ο πίνακας είναι του Νίκου Αγγελίδη
***
ο πίνακας είναι του Νίκου Αγγελίδη
Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014
Ιστορίες βιβλιοθηκών ΙΙ
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 19/1/2014]
«Η ύπαρξις λοιπόν βιβλιοθήκης για τους μαθητάς, ως και για τους
ενήλικας, κρίνεται σαν ένα από τα στοιχειώδη μέσα πολιτισμού, σαν βασική ανάγκη
της σημερινής κοινωνίας»
Η φράση προέρχεται από έκδοση της
«Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Μαντινείας Κυνουρίας» του 1959, με τίτλο
«Προσπάθειαι και επιτεύγματα κατά την πενταετίαν 1954-1959». Εκεί η επιθεώρηση
στοιχειώδους εκπαίδευσης της περιοχής επιχειρεί την καταγραφή των στοιχείων της
εκπαίδευσης, προσωπικό, αριθμό μαθητών, δραστηριότητες, σχολικούς κήπους,
βιβλιοθήκες, κατηχητικά, συσσίτια κ.α.
Το κεφάλαιο για τη βιβλιοθήκη
είναι εκτενές και έχει έντονη την πρόθεση να πείσει το αρμόδιο υπουργείο και τη
δημόσια διοίκηση για την αναγκαιότητα στήριξης και δημιουργίας σχολικών
βιβλιοθηκών. Με μορφή και ύφος έκθεσης ιδεών, κατά τα πρότυπα εξάλλου της
εποχής, αναφέρεται στην αξία του βιβλίου και στο ρόλο του στην εκπαίδευση των
νέων. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη «διά της βιβλιοθήκης τόνωση του ηθικού, του
θρησκευτικού και του κοινωνικού συναισθήματος των παιδιών», στην όξυνση του…
«παχυλού πνεύματος», στην απάλυνση και
τον εξευγενισμό της καρδιάς, στην παρόρμηση των ανθρώπων για «ωραίες και εξαιρετικές πράξεις». Η
προσπάθεια να αναδειχτεί ο ρόλος της βιβλιοθήκης απογειώνεται όταν αναλύοντας
την εποχή ο συντάκτης αναφέρεται στην κλονισμένη από τον πόλεμο και τις
συνέπειές του νεολαία, η οποία «φέρεται ανερμάτιστη στα κύματα της
φουρτουνιασμένης και αχαλίνωτης μεταπολεμικής υλιστικομηδενιστικής παραζάλης»!
Τα κατάλληλα βιβλία λοιπόν πρέπει να γεμίσουν τις σχολικές βιβλιοθήκες, όχι
εκείνα που αποπνέουν «απαισιοδοξία ή μηδενισμό» και περικλείουν «το σπέρμα της
καταστροφής ή της αρνήσεως», αλλά αυτά που καλλιεργούν πίστη στα ιδανικά και
τις αξίες. Ο απολογισμός της πενταετίας αναφέρει τελικά 16544 βιβλία στις
μαθητικές, σχολικές βιβλιοθήκες και στην κεντρική της Επιθεώρησης (προς διάθεση
των δασκάλων), εκ των οποίων τα μισά αγοράστηκαν και δωρίστηκαν από το 1954 ως το 1959.
Το παράδειγμα των σχολικών
βιβλιοθηκών της Κυνουρίας και της Μαντινείας τη δεκαετία του ’50 μπορεί να
λειτουργήσει ως μεγεθυντικός φακός των αντιλήψεων που διακατείχαν το ελληνικό
κράτος την περίοδο εκείνη τόσο στην πολιτική βιβλιοθηκών, όσο και στην
εκπαιδευτική και γενική πολιτική του. Προσπάθειες προσώπων ή κοινοτήτων ή
υπηρεσιακών δομών να πείσουν το κράτος να οργανώσει και να συντηρήσει
βιβλιοθήκες, επίκληση αντικομουνιστικών και υπερσυντηρητικών ιδεολογημάτων
προκειμένου να πειστεί προς τούτο, και απόπειρες εκ των ενόντων με δωρεές για
να καλυφθεί το κενό. Εντυπωσιάζει, ιδίως αν ιδωθεί από απόσταση, η επιμονή
προσώπων και φορέων για τη δημιουργία βιβλιοθηκών στον ελληνικό χώρο
προεπαναστικά και μετεπαναστατικά, και η πάγια αδιάφορη αντιμετώπιση των
κυβερνήσεων σε αυτές τις ανάγκες. Δυο πείσματα που κρατάνε αιώνες.
Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014
Τα τοπία της μνήμης
Τα τοπία της μνήμης μου είναι κλειστά δωμάτια. Το γύρισμα του κλειδιού κάθε φορά που τα επισκέπτομαι, είναι μια πράξη βίας. Που απελευθερώνει μια κραυγή. Τα τοπία της μνήμης μου είναι η κραυγή που απελευθερώνεται όταν την επισκέπτομαι.
Κάποτε τα δωμάτια θα αδειάσουν και τότε εγώ θα πάρω τη θέση της.
Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014
Όλα καλά;
Όχι ρε φίλε, δεν είναι όλα καλά. Για την ακρίβεια είναι όλα….
πονάω ρε φίλε, πονάω γιατί έμαθα πως θα χάσω ένα δικό μου άνθρωπο αργά ή γρήγορα
(τι σημαίνει αργά;) από καρκίνο. Ναι, μην κάνεις πως δεν θες να ακούσεις τη λέξη.
Όλοι την ξέρουν, όλοι έχουν χάσει έναν τουλάχιστον άνθρωπό τους από καρκίνο, όλοι
την ψιθυρίζουν, είναι μια λέξη που αν την αποσιωπήσεις νομίζεις πως ξορκίζεις
το κακό που κουβαλάει μέσα της, τον πόνο που... Βλακείες…
«Όλα καλά;» σου λένε, το σύνθημα που περιμένει το παρασύνθημα
(«όλα καλά», «το παλεύουμε»…) για να περάσεις δίπλα από τον άλλο, να τον
προσπεράσεις. Στη δουλειά, στο δρόμο, στο σχολείο, στη γειτονιά, στο τηλέφωνο «όλα
καλά;», «όλα καλά;», «όλα καλά;».
Καθόλου καλά ρε. Γι’ αυτόν που φεύγει - το ξέρει δεν το ξέρει, το μάθει δεν το μάθει –
που μετράει τις αυγές που θα ξημερώσουν γι’ αυτόν, που μετράει τις φορές που θα
δει με τον εγγονό του μπάλα, που θα πει παραμύθι στις εγγονές του, που θα φάει
το αγαπημένο του φαγητό και θα μουρμουρίσει το αγαπημένο του τραγούδι στο μπάνιο.
Που μετράει το υπόλοιπο της ζωής και το βρίσκει λίγο.
Και για μας που μένουμε πίσω, καθόλου καλά. Ασυνήθιστη ιδέα
η απουσία, εννοώ δεν μπορείς να τη συνηθίσεις, ιδιαίτερα αν ο άνθρωπός σου δεν ήταν
περαστικός από τη ζωή. Τι μένει πίσω λοιπόν; Από έναν άνθρωπο που ερωτεύτηκε,
δούλεψε, αφηγήθηκε παραμύθια, έπαιξε ποδόσφαιρο, αγωνίστηκε για το δίκιο του
κόσμου, τι μένει; Λόγια παρηγοριάς; Μόνο λόγια;
Όχι φίλε μου, δεν είναι λοιπόν όλα καλά. Αν σου το πω θα
φρενάρεις, θα σκοντάψεις πάνω σε αυτά που φέρνει η ζωή, θα μαυρίσει η ψυχή σου
αν με αγαπάς, θα τρομάξεις έστω, αν απλά με ρώτησες γιατί δεν είχες κάτι άλλο να
πεις. Αν σου το πω θα αργήσεις να πας στη δουλειά σου, ίσως να σου κάνουν παρατήρηση,
ίσως να είσαι λίγο αφηρημένος ή κακόκεφος. Καλύτερα να μην στο πω. Θα το κρατήσω
για μένα. Εξάλλου το ξέρεις πως κι εσύ θα χάσεις ή έχεις χάσει κάποιον που αγάπησες
πολύ, έτσι είναι η ζωή: ένα ταξίδι στην απουσία. Όταν με ρωτάς λοιπόν «όλα καλά;»
κι εγώ σου απαντώ «όλα καλά» να ξέρεις πως συμφωνούμε: την απουσία δεν θα την
συνηθίσουμε ωστόσο ποτέ.
Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014
Ιστορίες βιβλιοθηκών Ι
[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής']
«Στη σημερινή εποχή η δίψα για μόρφωση είναι απεριόριστη,
και οι απαιτήσεις της νέας γενιάς δεν επιτρέπουν πνευματική καθυστέρηση. Το
χωριό μας, με τους πολλούς επιστήμονες που ανέδειξε και τους σημερινούς νέους
με τη μεγάλη αγάπη τους για την επιστήμη και τη γνώση, έχει ανάγκη από μια
βιβλιοθήκη»
Οι φράσεις αυτές, «κουβέντες γύρω από το καντούνι της
βιβλιοθήκης», είναι από το «Δελτίο βιβλιοθήκης Νίκου Ν. Γλέζου: στ’ Απεράθου
της Νάξου». Το δελτίο εκδίδει το 1965 ο Σύλλογος Φίλων της Βιβλιοθήκης Ν. Ν.
Γλέζου, μέλη του οποίου είναι οι Μανώλης Μπαρδάνης, Μανώλης Τρευλός, Νίκος
Σφυρόερας, Νίκος Κατσούρος, Νίκος Γράτσιας, Μανώλης Γλέζος και Μιχάλης
Γράτσιας. Στο εξώφυλλο του δεύτερου δελτίου διαφημίζεται το μέγεθος της
συλλογής (1566 βιβλία) και η κίνηση του υλικού (550 αναγνώσεις).
Η εν λόγω βιβλιοθήκη επιβιώνει την περίοδο της χούντας και
συμπληρώνει σύντομα 50 χρόνια παρουσίας στο νησί. Στους βιβλιοθηκονόμους μας
αρέσουν οι ιστορίες αυτές, των πιονέρων, από αυτές τρεφόμαστε δεκαετίες τώρα
που οι κυβερνήσεις και οι δήμοι δεν αντιλαμβάνονται κατά κανόνα τη θεσμική τους
υποχρέωση να οργανώσουν και να στηρίξουν την έρευνα, τη μνήμη και τον
πολιτισμό. Αυτό που σαφώς επαναλαμβάνεται στις όποιες πρωτοβουλίες πολιτών
συγκροτούν (ακόμη και σήμερα) βιβλιοθήκες είναι πάνω - κάτω η εναρκτήρια φράση
αυτού του κειμένου: η πεποίθηση πως η εποχή υπαγορεύει τη συγκεκριμένη
αναγκαιότητα. Οι περισσότερες τέτοιες προσπάθειες είναι θνησιγενείς, αφού
βασίζονται στο πάθος ορισμένων, θνητών βεβαίως…, προσώπων. Και η ιστορία αυτή
δεν έχει τέλος, νέες προσπάθειες, νέες εξαγγελίες, ενθουσιασμός και λήξη.
Ας πιάσουμε όμως άλλη μια ιστορία (εκτός του παραπάνω
κανόνα) που ευτυχώς είχε αίσια εξέλιξη: 1833 στη Σύρο ιδρύεται το δημοτικό
γυμνάσιο και χιλιάδες Συριανοί πανηγυρίζουν για το γεγονός, οι έμποροι
διαθέτουν το 1/10 των κερδών τους για την ανέγερση κτιρίου (1834), και δεκάδες
Ερμουπολίτες ενισχύουν με χρήματα και δωρεές τη βιβλιοθήκη του. Αποφάσεις για
αγορές βιβλίων παίρνει και ο Δήμος τακτικά ενώ το 1849 ο Δήμος πληρώνει και
«βιβλιοφύλακα», τον οποίο «κόβει» η νομαρχία το 1865, γρήγορα όμως το θέμα
διορθώνεται μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν. Το 1894 η βιβλιοθήκη έχει
5180 τόμους. Στις αρχές του 20ου αιώνα ξεσπάει ένας ομηρικός καυγάς
ανάμεσα στο Γυμνάσιο (δημόσιο) και το Δήμο σχετικά με τη βιβλιοθήκη. Ο Δήμος
διεκδικεί τη βιβλιοθήκη ως δική του, αφού χρόνια τη συντηρούσε και η κεντρική
διοίκηση που επιχειρεί να περιορίσει τις αρμοδιότητες των δήμων την αναφέρει ως
σχολική. Το θέμα λύνεται οριστικά το 1926 οπότε η βιβλιοθήκη του Γυμνασίου
μετατρέπεται σε δημοτική βιβλιοθήκη της
Ερμούπολης, μια από τις σημαντικότερες και σήμερα της χώρας.
Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014
Κονστράξιον
Διαβάζω ένα υπέροχο ποίημα του Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς για ένα χρησιμοποιημένο προφυλακτικό έξω από ένα γραφείο κηδειών. Και ανακαλύπτω πως η ποίηση είναι τελικά νόθο παιδί της προφύλαξης.
***
η φωτογραφία είναι του Bruce Davidson
***
η φωτογραφία είναι του Bruce Davidson
Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014
Η μέσα βροχή και ο Άγιος Βασίλης από την Αιθιοπία
Πρωινό των Φώτων. Μέρα θολή. Στα παράθυρα χτυπάει σαν χειροκρότημα η βροχή. Το αυτοκίνητο τρέχει στην Αττική Οδό. Μια κασέτα τραγουδάει "τα χρόνια φεύγουν θες δεν θες/ σαν των ματιών σου τις βαφές". Κι εσύ δακρύζεις. Η κασέτα γράφει "Μελωδία FM, 1998". Τη βρήκα σε ένα ντουλάπι προχθές.
***
Βράδυ Σαββάτου. Νύχτα θολή. Η πόλη πνίγεται στον καπνό. Στην αυλή μιας οικογενειακής ταβέρνας ένα αγόρι κι ένα κορίτσι μιλούν για τον Άγιο Βασίλη. Εκείνη του λέει πως δεν υπάρχει. Εκείνος πως τον έχει δει. Μέσα στο μαγαζί οι γονείς τους συζητούν για την Αριστερά και τις εκλογές που θα 'ρθουν. Κι ύστερα έρχεται αυτός ο άντρας με το παράξενο όνομα (που δεν μπορείς να το θυμηθείς) από την Αιθιοπία. Κάθεται μαζί τους, δεν θέλει φαΐ, παρέα θέλει. Έχει κι αυτός ένα παιδί στη χώρα του (που του λείπει πολύ) τους λέει στ' αγγλικά. Εκείνα τον ρωτούν για τον Άγιο Βασίλη.
Οι δρόμοι είναι στολισμένοι, η πόλη θολή. Φωτάκια αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια. Τελειώνουν οι γιορτές των Χριστουγέννων.
Οι βιβλιοθήκες και η έρευνα
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 5/1/2013]
Οι βιβλιοθήκες και οι υπηρεσίες τους είναι βασικός πυλώνας
της έρευνας, επομένως βασικός πυλώνας της οικονομικής ανάπτυξης. Όχι για λόγους
θολούς, αλλά γιατί ο ερευνητικός ρόλος των βιβλιοθηκών είναι σήμερα πανίσχυρος.
αφού παρέχουν πρόσβαση στα διεθνή επιστημονικά δεδομένα που ιλιγγιωδώς
αναπτύσσονται ή οργανώνει τη γνώση αυτή.
Το ελληνικό παράδειγμα σε αυτό το πεδίο είναι σχετικά
αδύναμο, αν και οφείλουμε να πούμε πως όποτε δόθηκε η ευκαιρία, το ειδικευμένο
προσωπικό υπήρχε για να λειτουργήσει και το εκπαιδευτικό περιβάλλον των
επιστημόνων της πληροφόρησης προωθούσε με καλπασμό τις προοπτικές αυτές.
Ξεκινώντας από τις σχολικές βιβλιοθήκες δεν μπορούμε να
αγνοήσουμε τις ανατροπές που επέφεραν, όπου και για όσο λειτούργησαν με ειδικευμένο
προσωπικό, καθώς για πρώτη φορά φάνηκε να σχεδιάζεται μια αλλαγή στην
εκπαιδευτική νοοτροπία και σε επίπεδο θεμελιωδών δομών. Η βιβλιοθήκη στο
σχολείο «καταργεί» τη μονοθεματικότητα, καλλιεργεί το ερευνητικό πνεύμα εις
βάρος της άγονης παπαγαλίας, πλήττει δημιουργικά την αυθεντία του διδάσκοντα,
επιβάλλοντας και επιτρέποντάς του να εξελίσσεται διαρκώς. Οι σχολικές
βιβλιοθήκες ωστόσο σύντομα έμπλεξαν στα συντεχνιακά προσκόμματα, τα οικονομικά συμφέροντα
εξωθεσμικών παραγόντων και, ως αποτέλεσμα της αδιαφορίας μιας σειράς «αρμοδίων»
υπουργών παιδείας, τελικά έκλεισαν.
Επόμενο στάδιο είναι οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, η
ατμομηχανή της έρευνας. Οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες ευτύχησαν να έχουν
χρηματοδότηση, γρήγορα εκσυγχρονίστηκαν, πρωτοπορώντας στις υπηρεσίες του
δημόσιου τομέα τόσο στην προτυποποίηση, όσο και στην τεχνολογική ανάπτυξη. Η
χρηματοδοτούμενη από την Ε.Ε. ανάπτυξη των εν λόγω βιβλιοθηκών όμως μάλλον επανάπαυσε
το ελληνικό κράτος και σε συνδυασμό με την έλλειψη σχεδιασμού στα λοιπά
πανεπιστημιακά πεδία οδήγησε στη σταδιακή επιβράδυνση της εξέλιξης. Καθοριστικό
σημείο της πορείας αυτής είναι δε η απόλυση μεγάλου αριθμού βιβλιοθηκονόμων με
την πρόσφατη «αποστελέχωση» των υπηρεσιών των πανεπιστημίων της χώρας.
Τρίτο στάδιο είναι οι βιβλιοθήκες των ερευνητικών κέντρων,
οι οποίες ακολούθησαν την πορεία των κέντρων αυτές τις δεκαετίες: δημιουργία
χωρίς σχεδιασμό, στελέχωση χωρίς σχεδιασμό, έργο χωρίς σχεδιασμό,
υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, απαξίωση, κλείσιμο και συγχωνεύσεις. Έχει
ενδιαφέρον να δούμε πως ούτε καν η επιχειρηματική ή τραπεζική λειτουργία
αξιοποίησαν ποτέ τις βιβλιοθήκες (με ελάχιστα παραδείγματα πχ η
Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης τη δεκαετία του ’80), παρά τη διεθνή πρακτική
και την εγχώρια διαθεσιμότητα ειδικών. Ιδιαίτερα οι τράπεζες ανέπτυξαν
βιβλιοθήκες μόνο στο πλαίσιο των πολιτιστικών οργανισμών τους και δεν μπήκαν
ποτέ στη διαδικασία να δημιουργήσουν υπηρεσίες που θα οργανώνουν απαιτητικά τη
δευτερογενή και πρωτογενή πληροφόρηση.
Πρέπει πια ο χώρος των βιβλιοθηκών να διατυπώσει το λόγο του
και να εξηγήσει στην κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα ποιος είναι ο ρόλος των
βιβλιοθηκών στην ερευνητική και αναπτυξιακή πορεία. Ειδικά τώρα.
Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014
Μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία: Δίπλα στο τζάκι
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα
παραμύθι. Ίσως το κοριτσάκι με τα σπίρτα, ο μολυβένιος στρατιώτης ή ο
ευτυχισμένος πρίγκηπας. Καθόταν σε ένα σκαμνί δίπλα στο τζάκι, από το οποίο
κρέμονταν οι κάλτσες μας ένα βράδυ πρωτοχρονιάς του ’80. Φαινόταν ήρεμο, ήρεμα
φαίνονται πάντα τα παραμύθια. Και μου χαμογέλασε με ένα μυστήριο χαμόγελο όταν
τις πρώτες ώρες της καινούριας χρονιάς μπήκαμε στο σπίτι και τρέξαμε να δούμε
τι έφερε ο Άγιος Βασίλης.
Τα χρόνια πέρασαν, τα παραμύθια
μεγάλωσαν, έγιναν μυθιστορήματα, έχασαν την ηρεμία τους και το χαμόγελό τους,
ως και αυτό το τέλος που συνήθως έχουν φαινόταν πια τώρα να είναι αμφίβολο. Οι
κάλτσες μας μεγάλωσαν κι αυτές, μαζί με αυτές κι εμείς θέλω να πω. Κι έγινα
βιβλιοθηκάριος, όχι για να οργανώνω τη γνώση εδώ που τα λέμε, αλλά για να μπορώ
να ψάχνω στα ορυχεία της φαντασίας τα σπίρτα που θα ζεστάνουν ένα όνειρο, το
στρατιώτη που θα αγαπήσει μια μπαλαρίνα, το άγαλμα που θα γιατρέψει τους
απελπισμένους. Χρόνια τώρα σκάβω τις σελίδες των βιβλίων, όμως είναι φτωχά τα κοιτάσματα
που βρίσκω.
Κι έτσι κάθομαι (ανήσυχος κάπως) δίπλα
στο τζάκι και αφηγούμαι στα παιδιά μου ιστορίες που θα τελειώσουν κάποτε με ένα
«κι εμείς καλύτερα».
|***
Ήταν μια ενδιαφέρουσα συνάντηση στην "Αυγή", αυτό που λένε "περάσαμε ωραία" , Μαζευτήκαμε μια ομάδα φίλων και οργανώσαμε ένα ακόμη δι-ιστολογικό αφιέρωμα που αυτή τη φορά φιλοξενείται σε μια φιλόξενη εφημερίδα. Ευχαριστούμε την Πόλυ για την εμπιστοσύνη. Διαβάστε τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του 2013 και τις πρωτοχρονιάτικες του 2014...
Οι χριστουγεννιάτικες:
Κυνοκέφαλοι: Media Vox
Το Βυτίο: Ικανοποίηση
Ο Τσαλαπετεινός: Πενήντα γουλιές Χριστούγεννα
Ποδηλάτισσα: Δεν είναι το δέντρο μου
Ιφιμέδεια: Η μαγική μου σφαίρα
Ο ήχος του ανέμου: η Νεογλώσσα και ο Λόγος
Οι πρωτοχρονιάτικες:
Οι χριστουγεννιάτικες:
Κυνοκέφαλοι: Media Vox
Το Βυτίο: Ικανοποίηση
Ο Τσαλαπετεινός: Πενήντα γουλιές Χριστούγεννα
Ποδηλάτισσα: Δεν είναι το δέντρο μου
Ιφιμέδεια: Η μαγική μου σφαίρα
Ο ήχος του ανέμου: η Νεογλώσσα και ο Λόγος
Οι πρωτοχρονιάτικες:
Το ερυθρό καγκουρώ: Να πρατιγάρεις στο Κάρντιφ
Silencrossing: Σκορπισμένοι
Τα χαμένα επεισόδια: Εκεί που κρέμεται η κλωστή
Αναγεννημένη: Γιορτές; Όχι δα
Rubies and clouds (RubinakiM): Το εκκρεμές
Rubies and clouds (Nefosis): Προσμονή
George le Nonce: Poor flesh, sad bone
Το καραντί: Δεν ξέρει ο κόσμος να ζει, κατέβα να πάμε μαζί
Passionflower: Τα Πάνω-Κάτω
Αντιδρασέξ: Χριστουγεννιάτικη (;) αλληλεγγύη!
Μπανάνα: Μπεν Μαρί
Υπάρχει και μια ιστορία που μας την πήραν οι καλικάντζαροι. Αυτή:
Kizilkum: Καλειδοσκόπιο
Silencrossing: Σκορπισμένοι
Τα χαμένα επεισόδια: Εκεί που κρέμεται η κλωστή
Αναγεννημένη: Γιορτές; Όχι δα
Rubies and clouds (RubinakiM): Το εκκρεμές
Rubies and clouds (Nefosis): Προσμονή
George le Nonce: Poor flesh, sad bone
Το καραντί: Δεν ξέρει ο κόσμος να ζει, κατέβα να πάμε μαζί
Passionflower: Τα Πάνω-Κάτω
Αντιδρασέξ: Χριστουγεννιάτικη (;) αλληλεγγύη!
Μπανάνα: Μπεν Μαρί
Υπάρχει και μια ιστορία που μας την πήραν οι καλικάντζαροι. Αυτή:
Kizilkum: Καλειδοσκόπιο
Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013
Σχεδιάζοντας την εκχχώρηση
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 29/12/2013]
Μετά από καλή προετοιμασία της
κοινής γνώμης, δηλώσεις σχετικά με την κατάσταση της Εθνικής Βιβλιοθήκης,
ρεπορτάζ που υμνούν την πρωτοπορία των χορηγών – και έμμεσα υποδεικνύουν ως
ένοχο της αφάνειας και της στασιμότητας το ελληνικό κράτος – ανακοινώθηκε πριν
λίγες μέρες η επέκταση της συνεργασίας της κορυφαίας βιβλιοθήκης της χώρας με
το Ίδρυμα Νιάρχου.
Το Υπουργείο Παιδείας και η
Εφορεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης αποδέχονται ότι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τις
απαιτήσεις μεταστέγασής της, την προετοιμασία που πρέπει να γίνει και
αποφασίζουν να αναθέσουν την πρωτοβουλία και γι’ αυτή τη δουλειά στο Ίδρυμα, το
οποίο επιπροσθέτως αναλαμβάνει και την εκπαίδευση του ελλιπέστατου προσωπικού,
την «αναβάθμιση των ψηφιακών και άλλων υπηρεσιών» και την προπαγάνδα του
εγχειρήματος. Το πλαίσιο συνεργασίας επεκτείνεται, σύμφωνα με την απόφαση που
ανακοινώθηκε στον Τύπο, και σε πεδία που θα οριστούν από την ίδια τη Βιβλιοθήκη
συν τω χρόνω.
Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η
απόφαση; Καταρχάς την ανενδοίαστη αποδοχή της κυβέρνησης ότι απαλλάσσεται από
το αδιάφορο γι’ αυτήν βάρος του σχεδιασμού και της υλοποίησης πολιτικής βιβλιοθηκών για
τη χώρα, εκχωρώντας ουσιαστικά τις ευθύνες γι’ αυτήν σε έναν άνθρωπο και στην
ομάδα του, το διευθυντή του «Κέντρου Πολιτισμού» και το Ίδρυμα Νιάρχου. Ότι
εκχωρεί την ουσιαστική διοίκηση της κορυφαίας βιβλιοθήκης της χώρας σε ένα
ίδρυμα, δηλώνοντας την αδιαφορία της και για την ουσιαστική επίλυση του προβλήματος στελέχωσης και υποδομών που
δυσχεραίνει την αποστολή ενός τέτοιου ιδρύματος, όπως είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη
της χώρας. Αναγκάζει τον υπό εκλογή νέο διευθυντή της να υποταχθεί στην απόφαση
και το σχεδιασμό που ξαφνικά ανακοινώθηκε, θέτοντάς τον υφιστάμενο των ανθρώπων
του Ιδρύματος Νιάρχου και εφαρμοστή των αποφάσεών τους.
Ποιος ευθύνεται λοιπόν για την
κατάσταση εδώ που φτάσαμε; Σύμφωνα με τον Στ. Ζουμπουλάκη, έφορο της Εθνικής
Βιβλιοθήκης, η «πελατειακή αντίληψη του πολιτικού μας συστήματος», δηλαδή
συλλήβδην οι πολιτικοί και οι ψηφοφόροι τους. Προφανώς και αυτοί που
κυβέρνησαν, και αυτοί που αντιπολιτεύτηκαν… Και αφού καταδικάσουμε το πολιτικό
σύστημα σε πολιτική εκδήλωση της ΔΗΜΑΡ, προχωρούμε την κριτική μας και στον
ερευνητικό, πανεπιστημιακό χώρο που ουδέποτε χρησιμοποίησε τις βιβλιοθήκες και
τις διεκδίκησε. Το μόνο που μας μένει πια είναι οι χορηγοί, γιατί έτσι λέμε θα
πιεστεί το ελληνικό κράτος (το κράτος, όχι οι κυβερνήσεις του) να αναλάβει τις
ευθύνες του.
Το θέμα βέβαια δεν είναι τι κάνει
και πως το προετοιμάζει ο πανταχού παρών χορηγός, ούτε η ευκολία και
ανευθυνότητα των κυβερνήσεων που αδιαφόρησαν για το βιβλίο, την ανάγνωση και
τις βιβλιοθήκες. Το θέμα είναι τι θα κάνει η κυβέρνηση της Αριστεράς, όταν
λάβει τη λαϊκή εντολή να κυβερνήσει.
Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013
Πρόσωπο της χρονιάς (2013)
Επιλέγω κάθε χρόνο το πρόσωπο που θεωρώ πως συμπυκνώνει όσα η χρονιά που πέρασε καθόρισε σε συλλογικό επίπεδο. Φέτος δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το γνώριμο εδώ και δεκαετίες πρόσωπο της ΕΡΤ. Στη δημόσια κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση χρωστάμε μεγάλο μέρος των συγκινήσεων, της γνώσης και της γνώμης μας, της ψυχαγωγίας και της ενημέρωσής μας, της μνήμης, της θαλπωρής, τη συντροφιάς, του νόστου, της διασκέδασής μας. Από αυτήν είδαμε κι ακούσαμε τις πρώτες παιδικές εκπομπές, αυτή μας συντρόφεψε κάτι κυριακάτικα απογεύματα παίζοντας παλιά λαϊκά, με αυτήν μελαγχολήσαμε Κυριακές βράδυ ακούγοντας την "Αθλητική Κυριακή", σε αυτήν ακούσαμε πιτσιρίκια και ύστερα πάλι φαντάροι θεατρικές παραστάσεις, αυτή μας ταξίδεψε στις ψυχές του πολιτισμού μας, αυτή ήταν το παράθυρό μας στον κόσμο.
Αυτή την ΕΡΤ, ίσως τον ισχυρότερο θεσμό της συλλογικής μας έκφρασης και μνήμης θέλησε φέτος η κυβέρνηση να εξαφανίσει. Χτυπώντας την ΕΡΤ θέλησε να δώσει το ισχυρότερο χτύπημα στην κοινωνική συνοχή, διέλυσε το βασικό κορμό του πολιτισμού μας, έστειλε το μήνυμα πως είναι έτοιμη να διαλύσει τα πάντα- όπως και κάνει.
Η ΕΡΤ αντιστάθηκε. Αντισταθήκαμε κι εμείς μαζί της, Και πολλοί καλλιτέχνες, και πνευματικοί άνθρωποι. Όχι όλοι.
Όχι όλοι...
Η ΕΡΤ, σκέφτομαι, το τελευταίο που μας έδωσε ήταν μια ευκαιρία να εξεγερθούμε...
Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013
Το χάσμα της λήθης
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 22/12/2013]
Στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης βρέθηκαν μετά την
απελευθέρωση δεκάδες κείμενα θαμμένα σε απίθανα σημεία, σε κουτιά και
μπουκάλια. Κάποιοι ελάχιστοι από όσους ελάχιστους σώθηκαν υπέδειξαν τα σημεία
όπου τα είχαν θάψει ως έγκλειστοι, πολλά επίσης από όσα βρέθηκαν, εντοπίστηκαν
τυχαία σε εργασίες συντήρησης των στρατοπέδων. Πολλά είναι τα κείμενα που
γράφτηκαν αμέσως ή τις δεκαετίες μετά το «Ολοκαύτωμα» και αποτέλεσαν μαρτυρίες
των «διασωθέντων» ή στοχασμό πάνω στο βίωμα.
Η τρέχουσα γνώση των Ελλήνων πάνω σε αυτό το θέμα είναι
εξαιρετικά φτωχή και περιορισμένη στην
τυχαία και συναισθηματική προσέγγιση των σχετικών κινηματογραφικών ταινιών.
Μοιάζει παράδοξο για την Ελλάδα να μην ξέρει (να μην ενδιαφέρεται να μάθει) τι
έγιναν οι δεκάδες χιλιάδες εβραίοι της που χάθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης.
Εξηγείται ίσως· η ιστορική γνώση στη
χώρα μας αποκτάται κατά κανόνα ως εθνική κατήχηση στα σχολικά χρόνια. Υπάρχει
και το θέμα του βίου και της πολιτείας του μεταπολεμικού κράτους του Ισραήλ που
τοποθετεί την ελληνική κοινή γνώμη απέναντι σε ό,τι εβραϊκό. Για την περίπτωση
των υπόλοιπων κατηγοριών θυμάτων (τσιγγάνους, ομοφυλόφιλους) το μαύρο σκοτάδι
περιγράφει κατά προσέγγιση μόνο την γνώση και το ενδιαφέρον μας…
Μοιάζει να δημιουργείται πάλι αυτό το παράδοξο, το χάσμα,
ανάμεσα σε αυτόν που γράφοντας, απελπισμένα προσπαθεί να διατηρήσει στο χρόνο
τη σκέψη και το συναίσθημα πάνω στο βίωμα, και σε αυτόν που ανεξάρτητα από την
ποιότητα της μαρτυρίας δεν θέλει να μάθει. Η συζήτηση ξεφεύγει και σε άσχετα
θέματα, ας πούμε πόσο αντέχει η ανθρωπότητα να χωνεύει τα παρελθόντα και όσα
τώρα συνεχώς προστίθενται με την προσδοκία της διαιώνισης. Τι δεν έχει γραφτεί,
τι περιμένει να γραφτεί που δεν έχει ήδη ειπωθεί; Γράφουμε για να μάθουμε ή
γράφουμε γιατί έχουμε ανάγκη να γράψουμε;
Αν μπορούσα να προτείνω κάτι άξιο ανάγνωσης πάντως – και
ίσως στην πεπατημένη των εορταστικών βιβλιοπροτάσεων – θα συνιστούσα κάποια
βιβλία για το θέμα των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης και των Ελλήνων Εβραίων
σε αυτά: την «Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων» της E. Fleming (Οδυσσέας, 2009), «Το Ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των
Ελλήνων Εβραίων» της Φρ. Αμπατζοπούλου (Επίκεντρο, 2007), το «Έλληνας, Εβραίος
και Αριστερός» του Μ. Μ. Μπουρλά (Νησίδες, 2000), το “Sonderkommando: από την κόλαση των
θαλάμων αερίου» του Σλόμο Βενέτσια (Πατάκης 2008) και βέβαια το «Μαουτχάουζεν»
του Καμπανέλλη. Αν μπορούσα, θα έβαζα σε κάθε βιβλιοθήκη της χώρας τα βιβλία
του Πρίμο Λέβι και του Jean Amery.
Για να χτίσουμε γέφυρα πάνω απ’το χάσμα της λήθης.
Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013
Η γυναίκα που ξύπνησε
Μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα ξύπνησε στο όνειρο του άντρα της. Ισχυριζόταν πως κάποιος ή κάποιοι την είχαν πάει εκεί, πως κανείς δεν τη ρώτησε, πως προφανώς τη μετέφεραν την ώρα που κοιμόταν. Άρχισε να φωνάζει πως θέλει να φύγει - εξάλλου το όνειρο του άντρα της δεν ήταν δικό της - εκτός των άλλων τα πράγματα που γίνονταν εκεί την έβρισκαν εντελώς αντίθετη. Όπως και να 'ναι όμως ήθελε να φύγει. Με τις φωνές της ωστόσο εκείνος δεν ξυπνούσε. Αυτό ήταν κάτι για το οποίο χρόνια τον κατηγορούσε πως το κάνει σκόπιμα. Θεωρούσε (οφείλουμε να πούμε εντελώς ανόητα) πως αν εκείνος ξυπνήσει, θα σταματήσει να κοιμάται. Και πως (επίσης ανόητα) όποιος ξυπνάει σταματάει να ονειρεύεται.
Κάποτε η γυναίκα κουράστηκε και ξάπλωσε κάπου μέσα του και αποκοιμήθηκε. Έκτοτε δεν ξαναξύπνησε ποτέ, όμως τώρα πια κοιμόταν στο δικό της όνειρο.
Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013
Ένα πρωινό του 1908
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 15/12/2013]
Στη χάρτινή επικράτειά μου συμβαίνουν πολλά. Συχνά επαναλαμβάνουν την ηχώ τους γεγονότα παλιά, κάθε φορά που αιχμαλωτίζω βιβλία προσπαθώντας να οργανώσω την γνώση και τη φαντασία του κόσμου σε θέματα και ράφια και αριθμούς. Γεγονότα που σε τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν τα σημερινά, εξίσου αχρησιμοποίητα όμως, όσο κι αν καθόρισαν κάπως την πορεία της ανθρωπότητας.
Κι εκεί που έχεις συνηθίσει να οργανώνεις διεκπεραιωτικά σαν ληξίαρχος την ιστορία, πέφτει το βλέμμα σου στο λόγο ενός αρχηγού κόμματος το 1908 στην Κόρινθο. Αν δεν ήταν να ξέρεις πως έχεις μπροστά σου ένα βιβλίο με τίτλο «η ανά την Πελοπόννησον πολιτική περιοδεία του αρχηγού του Εθνικού κόμματος κ. Κυριακούλη Π. Μαυρομιχάλη κατά Οκτώβριον του 1908» και η γλώσσα αν ήταν καθαρισμένη από τις αρχαΐζουσες καταβολές της, θα μπορούσες να φανταστείς πως ακούς στο you tube μια ομιλία του. Τσίπρα.
Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (1849-1916) υπήρξε για λίγους μήνες του 1909 πρωθυπουργός της Ελλάδας διορισμένος από τους στρατιωτικούς επαναστάτες του Κινήματος στο Γουδί. 6.30 πρωινή ώρα της 18ης Οκτωβρίου του 1908 επιβιβάζεται στην αμαξοστοιχία που τρεις ώρες μετά τον αφήνει στην Κόρινθο. Εκεί τον περιμένει «πλήθος κόσμου», στου οποίου το καλωσόρισμα αντιφωνεί και τα εξής:
«. η αλήθεια είνε ότι περιέστημεν και ως Κράτος, και ως Έθνος εις κρισιμώτατον σημείον του εθνικού ημών βίου, εγκυμονούντος μεγάλους κινδύνους διά την χώραν ημών - και ότι συνεπώς ουδεμία πλέον επιτρέπεται αναβολή προς λήψιν μέτρων ριζικών, προς άρσιν των μεγάλων δεινών, τα οποία εδημιούργησεν η παρατεταμένη κυβερνητική ατασθαλία. Ποία δε είνε τα θύματα της τοιάυτης καταστάσεως; Σεις, αγαπητοί συμπολίται, ο πολυπαθής δηλονότι ελληνικός λαός. Μην περιμένετε όμως να σας είπωμεν ότι θέλομεν δυνηθή τα πάντα να διορθώσωμεν εν ακαρεί, ως επουράνιοι θαυματουργοί. Όχι, τούτο δεν θέλετε ποτέ ακούσει εκ του στόματος ημών. Καθόσον εάν πάσχη ο Ελληνικός Λαός κυρίως, και πρωτίστως πάσχει εκ της ατιμωρησίας των παρανομούντων και των εγκληματούντων.»
Τα παιχνίδια με την ιστορία είναι βέβαια επικίνδυνα, και οι προβολές σε άλλες περιόδους και φάσεις της πολιτικής μας ιστορίας είναι τελείως αυθαίρετες και συχνά ανόητες. Εντάξει. Αν μπορέσουμε όμως, ας βάλουμε ένθετη στη σκέψη μας αυτή την παρατήρηση. Μοιάζει ή κενή περιεχομένου η επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων στους πολιτικούς λόγους έναν αιώνα τώρα ή ποτέ τελικά δεν διορθώσαμε ως λαός ούτε «εν ακαρεί», ούτε «συν τω χρόνω» τα έργα των παρανομούντων και των εγκληματούντων…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















.jpg)



