Υπάρχουν δυο εικόνες στο μυαλό μου. Έχουν καθίσει στην έξοδο
και συζητούν τι θα φορέσουν, πού θα πάνε, τι θα κάνουν, με ποιον θα βγουν. Σαν
καλές φιλενάδες έχουν πιάσει κουβεντολόι εκεί, ίσως πια να έχουν αρχίσει αυτές τις
εκμυστηρεύσεις που καμιά φορά κάνουν οι γυναίκες μεταξύ τους στην άκρη μιας πόρτας.
Η μία είναι της φαντασίας μου, ή μάλλον σκηνοθετημένη στο μυαλό μου από ένα
βιβλίο, τη δεύτερη εικόνα την είδαν τα μάτια μου. Καθώς δεν βρίσκω με τι να τις
ταιριάξω, τις σπρώχνω τώρα να βγουν, να αεριστεί λίγο το μυαλό μου, να πάρουν
σειρά και τα υπόλοιπα…
Είναι δυο γυναίκες γύρω στα εβδομήντα. Η μία, μικροκαμωμένη
με πολλές ρυτίδες και δειλή φωνή. Η άλλη,
«Λωξάντρα» – νταρντάνα με φωτεινό πρόσωπο και βήμα σίγουρο και βιαστικό. Έχουν ένα
μαγαζί στη γειτονιά, μια μικρή βιοτεχνία «αθλητικών ενδυμάτων». Η «Λωξάντρα» είναι
στη μηχανή, η άλλη, στις πωλήσεις. Τα ράφια τους είναι γεμάτα. Φόρμες παιδικές,
γυναικείες, αντρικές και φούτερ, 14-16 ευρώ το σετ. Σε διάφορα σχέδια και χρώματα.
Μπαίνει κόσμος κι αγοράζει- πήγαμε κι εμείς. Ρούχα ξεδιπλώνονται και ξαπλώνουν
πάνω στους πάγκους, ύστερα πάλι μπαίνουν στις σακούλες τους, κάποια μένουν, κάποια
φεύγουν κάποια άλλα κονταίνουν. Το μαγαζί αυτό, σκέφτομαι, δεν είναι μόνο ένα
εμπορικό κατάστημα, όπως και οι δυο γυναίκες, δεν είναι μόνο δυο γριές που εργάζονται.
Κι ας μην το ξεχωρίζουν αυτό πολλοί, οι περισσότεροι. Σύζυγοι, μανάδες και
εργαζόμενες, γέρνουν στο δεύτερο μισό της ζωή τους με πείσμα και ικανότητα και
επιβιώνουν. Καθώς κυλάμε ολοένα και πιο βαθιά στην κρίση, σκέφτομαι πως τέτοιοι
άνθρωποι αξίζουν να επιβιώσουν, οι ίδιοι
θα φροντίζουν πάντα γι΄ αυτό. Δεν πέρασαν από τη ζωή τους καταναλώνοντάς τη, την
έφτιαξαν με τα χέρια και το μυαλό τους. Πόσο χαμένη και ανίκανη είναι η γενιά
μου γαμώτο.
Στο «Μαουτχάουζεν» ο Καμπανέλης αφηγείται μέσα στα άλλα μια ιστορία (την έζησε, την έγραψε, τη διάβασα, την εικονοποίησα στη
φαντασία μου, τη γράφω, τη διαβάζετε τώρα κι εσείς). Μετά την απελευθέρωση του
στρατοπέδου εξόντωσης και αναμένοντας εγκλωβισμένος εκεί την επιστροφή στη χώρα,
ερωτεύεται μια εβραία και εκείνη αυτόν. Με δυσκολία και πόνο μοιράζονται την
ψυχή και τα σώματά τους μετά από όσα τράβηξαν, έπαθαν και κυρίως είδαν. Κάνουν έρωτα
κάποια στιγμή σε ένα φυλάκιο στην άκρη του στρατοπέδου. Δεν υπάρχει βέβαια κρεβάτι
πουθενά, οπότε για να είναι καθαρά ξεκολλάνε ένα μεγάλο χάρτη της Γερμανίας από
τον τοίχο και τον στρώνουν κάτω. Πάνω στο χάρτη απλώνει ο Ιάκωβος το παλτό του
και ύστερα γυμνώνονται και αγκαλιάζονται και βυθίζονται στου έρωτα τις ηδονές.
Δεν μπορεί να ξεκολλήσει λοιπόν το μυαλό μου από εκεί. Οι χάρτες
υπάρχουν για να κάνουμε έρωτα πάνω στα σύνορά τους, τα εθνικά σχέδιά τους, τα
μεγαλεία της φυλής τους. Τους χάρτες του ξεκρεμάμε από εκεί που τους έβαλαν οι επαγγελματίες πατριώτες στρατηγοί για να τους κάνουμε ερωτική μας
κλίνη.
Δεν ξέρω τι μπορούν να λένε αυτές οι δύο ιστορίες στην εξώπορτα
του μυαλού μου. Όμως τις βλέπω, χαιρετιούνται τρυφερά και φεύγουν πια.

















