Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Σαν κάδοι σκουπιδιών

Αυτές οι μέρες είναι σαν κάδοι σκουπιδιών που αδειάζουν. Χρήσιμες βέβαια αφού έρχεται η ώρα να αποφασίσεις ποιους θα αφήσεις- έχοντας διαλέξει καιρό τώρα με ποιους θα πας.

Όμως οι άνθρωποι που κάνουν πίσω, που σταματούν ή που αρνούνται να ξεκινήσουν όπως και να είναι σε καθυστερούν, είναι άγκυρες που το φευγιό σου αφήνει στο βυθό. Ξεκολλούν από πάνω σου και παίρνουν βίαια μαζί τους κάποιο κομμάτι από τα πλευρά σου. Κι εδώ που τα λέμε δεν είναι πως εσύ τους αφήνεις πίσω, αλλά πως αυτοί σε αφήνουν μπροστά. Είναι λιπόψυχα βαρίδια, φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι.

Λέει κάπου ο Σεμπρούν πως την ιστορία δεν τη γράφουν οι λαοί, τη γράφουν οι κυρίαρχες μειοψηφίες, στην Αριστερά τις λένε «επαναστατική πρωτοπορία», στη Δεξιά, «φυσική ηγεσία». Σκέφτομαι πως τελικά την ιστορία την υποβάλλουν οι σιωπηλές πλειοψηφίες, αυτές κινούν τον κόσμο. Δεν κινούνται οι ίδιες, δεν επαναστατούν, δεν ανατρέπουν. Εξωθούν όμως τα πιο δραστήρια μέλη της κοινωνίας να αντιδράσουν, να αλλάξουν και να καούν. Και ύστερα αυτές οι πλειοψηφίες θα κάτσουν πάνω στον τάφο τους και θα ανάψουν τσιγάρο. Εις ανάμνησιν της φλόγας που αλλάζει τον κόσμο.

Ας είναι.



Κυριακή βράδυ και η τηλεόραση δείχνει για πολλοστή φορά την ελληνική ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Στην άκρη άλλης μιας εξουθενωτικής εβδομάδας καθόμαστε οικογενειακώς να τη δούμε. Πολλές ατάκες της υπάρχουν σε αυτό που θα λέγαμε «οικογενειακό κώδικα». Η καλή μου είναι μια δυναμική γυναίκα, ένα κυρίαρχο χαμόγελο, κι αυτό που θα έλεγε κανείς «ένας άνθρωπος που πιάνει τη ζωή από τα μαλλιά». Έχει όμως αυτές τις ιδιαίτερες αμυχές μιας παράδοξης ευαισθησίας που όποτε τις διαπιστώνω τρελαίνομαι από πάθος. Είναι οι τελευταίες σκηνές του φιλμ: ο Αντωνάκης επιστρέφει στο σπίτι που κατεδαφίζεται. Αναπολεί τις στιγμές που έζησε με την Ελενίτσα του βλέποντας τα άδεια δωμάτια και τους σημαδεμένους τοίχους. Εκεί ήταν το κρεβάτι, πιο πέρα ο «θερμοσίφουνας», το κομοδίνο, η ντουλάπα. Όλα αφήσαν πίσω τους το σημάδι της παρουσίας. Ακούμε μύτη να σφυρίζει και γυρίζουμε το βλέμμα με τον Κωστή προς τη μάνα του: τα μάτια της είναι πνιγμένα στα δάκρυα. Θέλω να την πιάσω, να τη φιλήσω να της πω «μην στεναχωριέσαι, δεν πειράζει που μένουν πίσω οι άνθρωποι, που λιποψυχούν. Εμείς πρέπει να πάμε μπροστά». Προτιμώ να την εμπαίξω, είναι και το παιδί μπροστά. «Μωρέ… δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους να χωρίζουν» μας απαντάει.


Ξαπλώνουμε. Και παίρνω πάλι να διαβάσω τη Γώγου. Διαβάζω τα «τρία κλικ αριστερά». Λέει κάπου: «Δεν ξέρω τι ν’ αγοράσω για να μην γίνω συνεργός. Καταλαβαίνεις;»

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Αστική βιογραφία


Μένω σε ένα δρόμο που έχει το όνομα μιας πόλης που δεν υπάρχει πια, μιας πόλης που δεν έχει σπίτια, που δεν έχει δρόμους. Μένω σε ένα σπίτι στον αριθμό 26 αυτού του δρόμου. Όταν ήμουν παιδί έμενα σε μια άλλη πόλη, στο νούμερο 27 ενός άλλου δρόμου που είχε το όνομα μιας άλλης πόλης. Όταν ήμουν 26 χρόνων έμενα σε ένα άλλο σπίτι, σε έναν άλλο δρόμο που είχε το όνομα μιας λίμνης, όμως δεν είχε νερά, ούτε αποδημητικά πουλιά. Και η λίμνη εξάλλου αποξηραίνεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια. Κάποτε έμεινα σε ένα δρόμο που είχε το όνομα ενός ανθρώπου.

Οι άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους και παίρνουν τους δρόμους και πάνε- δρόμους που τέμνονται, που προχωρούν παράλληλα, μοναχικούς δρόμους, δρόμους που οδηγούν σε αδιέξοδα (καμιά φορά επώνυμα αδιέξοδα).

Σε αυτή την πόλη δεν υπάρχει δρόμος που να λέγεται "οδός ελευθερίας", μονάχα πλατείες έχουν αυτό το όνομα. Δρόμοι δηλαδή που γυρίζουν συνέχεια και ακατάπαυστα γύρω-γύρω από ένα άγαλμα.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Να κάνουμε τους καναπέδες... βιβλιοθήκες

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 29/9/2013]


Πώς θα μπορούσαν οι βιβλιοθήκες να απαντήσουν στο φαινόμενο του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας, του φασισμού; Το ερώτημα τέθηκε προ ημερών από συνάδελφο. Η δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα από μέλος της Χρυσής Αυγής ήταν η αφορμή.

Ανέκαθεν οι βιβλιοθήκες αντιμετώπιζαν «δυσκολίες» με τα καθεστώτα που «έβαζαν όρια στις ελευθερίες» (για να το πούμε έτσι). Τα περισσότερα από αυτά όμως σπάνια κατέφευγαν στην ολοκληρωτική εξόντωσή τους, ίσως και από αδυναμία. Είναι ενδεικτικό πως στα πρώτα σοβιετικά γκουλάγκ επιτρεπόταν στους κρατούμενους να συγκροτούν βιβλιοθήκες, ορισμένες δε από αυτές, όπως του Σολοβέτσκι, κατάφεραν να αριθμούν 30.000 τόμους βιβλίων. Μια ιδιαίτερη περίπτωση ήταν οι Γερμανοί ναζί, καθώς το καθεστώς, εκτός των βιβλίων που έριχνε στην πυρά (κάτι που όλοι ξέρουμε), μερίμνησε πολλές φορές για την ενίσχυση των βιβλιοθηκών του. Με απάνθρωπη μεθοδικότητα οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες των Εβραίων συγκεντρώνονταν, αφαιρούνταν τα «επιζήμια» βιβλία και τα υπόλοιπα στέλνονταν σε κοινωνικά ιδρύματα, όπως γηροκομεία, σχολεία και δημόσιες βιβλιοθήκες. Με εγκληματική ευφυΐα οι Γερμανοί ασκούσαν έτσι κοινωνική πολιτική στα μετόπισθεν και εξασφάλιζαν την συναίνεση του λαού τους στη συνέχιση του πολέμου.

Ο Χορχέ Σεμπρούν στο βιβλίο του «Τι ωραία Κυριακή» αναφέρεται στη βιβλιοθήκη του στρατοπέδου του Μπούχενβαλντ, που συγκροτούνταν από προσφορές των κρατουμένων. Παρά τον εγκλεισμό τους, τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και την τρομοκρατία, οι πολιτικοί κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είχαν περισσότερα δικαιώματα από τους Εβραίους, τους τσιγγάνους και τους ομοφυλόφιλους, που εξοντώνονταν σε αυτά με απόλυτη μεθοδικότητα. Ιεραρχώντας τα δικαιώματα ακόμη και των εγκλείστων (πχ οι Γερμανοί κομμουνιστές μπορούσαν να επισκέπτονται το πορνείο του στρατοπέδου) οι ναζί σηματοδοτούσαν την δομή της κοινωνίας τους με κάθε ευκαιρία.

Αν αντέχουν κάτω από τέτοιες συνθήκες οι βιβλιοθήκες είναι γιατί τελικά εκ προοιμίου υπηρετούν την αιώνια πάλη του πνεύματος, περιέχοντας ένα σύνολο της ανθρώπινης γνώσης και λειτουργώντας πριν και μετά από όσους το ορίζουν κάθε φορά. Η βιβλιοθήκη, για να απαντήσουμε λοιπόν στη συνάδελφο, από μόνη της αποκλείει το ρατσισμό, αφού ο πλουραλισμός της υπηρετεί τη διαλεκτική, αφού τοποθετεί θέση και αντίθεση στο ίδιο ράφι, δίπλα-δίπλα.

Δεν αρκεί όμως αυτή η αρχή για να αντιμετωπιστεί το μίσος που πρεσβεύει η αντιδραστική δεξιά στη χώρα μας. Και εδώ έρχεται η κοινωνική αποστολή των θεσμών, εν προκειμένω των βιβλιοθηκών, για να στρατευθεί στον αντιφασισμό. Τούτο σημαίνει πως πρέπει καταρχάς να αποδεχτούμε πως έχουμε πόλεμο. Τα όπλα μας είναι το υλικό και οι υπηρεσίες μας. Οφείλουμε να συγκεντρώσουμε και να αναδείξουμε υλικό που μιλάει, αναλύει, ιστορεί το φασιστικό/ναζιστικό φαινόμενο, υλικό που ενημερώνει για τα θύματα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Οφείλουμε να δώσουμε την ευκαιρία στους χρήστες των βιβλιοθηκών να εντοπίσουν το υλικό αυτό, να το βάλουμε στις προθήκες που παλιότερα τοποθετούσαμε άλλα βιβλία. Μπορούμε να οργανώσουμε βιβλιοπαρουσιάσεις, θεματικές συζητήσεις, προβολή ντοκυμαντέρ, λέσχες ανάγνωσης στο χώρο της βιβλιοθήκης μας και να μιλήσουμε ανοιχτά για όσα προασπίζεται η αντιφασιστική στράτευση. Μπορούμε να οργανώσουμε υπηρεσίες που θα απευθύνονται στους μετανάστες, που θα επιχειρούν να τους βοηθήσουν στην ένταξη στον κοινωνικό μας ιστό, που θα «μιλούν»  τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους.


Νομίζω όμως πως πριν βρούμε τι θέλουμε να κάνουμε θα πρέπει να απαντήσουμε αν θέλουμε να κάνουμε κάτι για τον επελαύνοντα φασισμό.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η κα Τζίνα: η πρώτη αγάπη

Η πρώτη αγάπη είναι ύπουλο θέμα. Είναι έρωτας; Είναι σκίρτημα, εμμονή, τρυφερότητα, καύλα, ηδονή, αφοσίωση, υποταγή, φαντασίωση; Μήπως κάθε αγάπη είναι η πρώτη αγάπη, τι το ιδιαίτερο έχει λοιπόν η πραγματικά πρώτη, τι καθορίζει ή καθορίζεται σε αυτήν; Μπορεί η πρώτη αγάπη να είναι μια Σάσα με αστεράκια στο στήθος της που κάποια μέρα βρήκες στην άκρη του δρόμου; Ή ίσως μια ερωτική σκηνή στον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας» που διάβαζες και ξαναδιάβαζες για μήνες, ή μια γυμνή γυναίκα στο εξώφυλλο του βιβλίου της Ζωγράφου με τίτλο «μου χαρίζετε ένα βασιλόπουλο παρακαλώ;». Μπορεί να είναι η Ξένια Καλογεροπούλου στη Λοκαντιέρα του Γκολντόνι, ένα σκίτσο του Manara ή το λήμμα για την ανατομία της γυναίκας στη «Δομή». Μπορεί να είναι ένας συμμαθητής σου στο δημοτικό, η «γιαγιά» σου στο Βαθύ, ο Αρχίδαμος (ο γάτος) ή τα παιδιά σου. Αγάπες σημαδεύουν τη ζωή μας, τι νόημα έχει λοιπόν να μιλήσω για την πρώτη;

Πριν λίγες μέρες ήρθε στο σπίτι ένας φίλος του γιου μας. Είχαν να τα πουν όλο το καλοκαίρι και ήταν ενθουσιασμένοι. Κάποια στιγμή άρχισαν να μιλούν για Εκείνη, την κοινή τους αγάπη. Ο Παναγιώτης αποκάλυψε πως την φίλησε κι εκείνος στο στόμα. ΚΑΙ εκείνος; Γιατί ποιος άλλος; Ο κανακάρης μας την είχε λέει φιλήσει την άνοιξη, ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας και έπαιζαν, νόμιζε πως δεν θα του αρέσει με τα σάλια, αλλά τελικά του άρεσε και μετά δεν σκουπίστηκε. Και του Παναγιώτη του άρεσε όμως καλύτερα ο δικός μας να τα φτιάξει με την Άλλη που τον θέλει για να έχουν ο καθένας από μία και να μην μοιράζονται την ίδια.

Ώστε έτσι λοιπόν- ζούσα στο σκοτάδι λοιπόν, ο μικρός αγάπησε λοιπόν και αγαπήθηκε (λοιπόν). Και μιλάει (μήνες μετά) με τρυφερότητα για το φιλί με ένα κορίτσι και το αποζητάει, το ακολουθεί κι άλλοτε κάνει πως αδιαφορεί κι άλλοτε δέχεται την περιποίησή της και κάθονται μαζί και μιλούν και γελούν και τσακώνονται και δεν είναι πια μικρά παιδιά και «τα φτιάχνουν».


Η δική μου πρώτη αγάπη λοιπόν δεν ήταν σαν του γιου μου - οι δικές μου αγάπες ήταν πάντα κομματάκια παζλ μιας αγάπης. Διαπιστώνω πως πάντα αγαπούσα τις δασκάλες μου (όχι όλες) και τις φιλολόγους μου (όλες). Μια σχέση εξουσιαστική δηλαδή (κάπου είχα βάλει τον Φρόυντ) μια υποκατάσταση του συναισθήματος από την… πνευματικότητα. Όλα αυτά όμως ξεκίνησαν από την κα Τζίνα. Η πρώτη αγάπη ήταν σαφώς η κα Τζίνα. Η κα Τζίνα ήταν η νηπιαγωγός μου. Η ιστορία λέει πως λάτρευα να πηγαίνω στο νηπιαγωγείο για να τη δω. Πως με κανάκευε, πως με φιλούσε κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι. Κι εγώ τη στόλιζα με θαυμασμό. Κι όταν την 25η Μαρτίου ως Παλαιών Πατρών Γερμανός αναφώνησα στη σχολική γιορτή «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή» εκείνη κοιτούσα, για εκείνη το έλεγα κι εκείνη με κοιτούσε και με επιβράβευσε με ένα φιλί. Η πρώτη μου αγάπη ήταν μια επιβράβευση λοιπόν. Αργότερα κατάλαβα πως η αγάπη δεν είναι επιβράβευση, ούτε ο έρωτας βεβαίως.

Νομίζω λοιπόν πως αυτό είναι η πρώτη αγάπη: το πρώτο βήμα στον κόσμο, το πρώτο τραύμα, η πρώτη φορά που βγήκες από μέσα σου επιδιώκοντας να κυνηγήσεις το θήραμά σου που θα θρέψει τη μοναξιά, την αγωνία, το φόβο σου. Πανάκριβο μοιάζει αυτό, πολύτιμο και καθοριστικό στη ζωή σου. Εξάλλου σημασία τελικά δεν έχει αν θυμάσαι την πρώτη σου αγάπη, αλλά πώς τη θυμάσαι.


Ο Βιβλιοθηκάριος συμμετέχει στο αφιέρωμα για την «πρώτη αγάπη» μαζί με τους:

Ο ήχος του ανέμου: ο πρώτος έρωτας
Η ποδηλάτισσα: Πρώτη αγάπη
Kidscloud: Η πρώτη αγάπη αλλά και η πρώτη απογοήτευση
Το καραντί: Αγάπη
Rubies  and Clouds (RubinakiM): Έρωτες
Rubies  and Clouds (Nefosis): Σ' αγαπώ μα δεν το κχέρεις
Κυνοκέφαλοι: Ο Ταρζάν κι η αβωνιάρα
Ερυθρό καγκουρώ: Ραβασάκι και σκαμπίλι
Αναγεννημένη: πρώτο σκίρτημα
Kos Panti: Δυο αγάπες κι ένα ταξίδι στο μέλλον
Τσαλαπετεινός: Αχ Ελισσάκι
EvZin: Η Τριανταφυλλένη
Kizilkum: Αν ήσουν
Polyanna' s days:  Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο
Χαμένα επεισόδια: And burn your bridges down
Μια καπότα γράφει: η πρώτη αγάπη
Μπανάνα: Η λάθος μπλούζα
Old Boy: Το μαντηλάκι

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Τρωτοί λοιπόν...

Στο ‘χω ξαναπεί πως μου αρέσουν οι συναντήσεις- αυτές οι συναντήσεις που μετράνε το χρόνο και ζυγίζουν τα συναισθήματα. Και μου αρέσουν και οι άνθρωποι που είναι ευάλωτοι σε αυτές, που λυγίζουν το βλέμμα τους όταν αναμετρώνται με την επιμονή τους.



Το καλοκαίρι που μας πέρασε -τα καλοκαίρια περνάνε- έγινε μια τέτοια συνάντηση. Μια συνάντηση σε έναν τόπο που παράδοξα μας δένει κοντά του με ποικίλους τρόπους, τα Πούλιθρα Αρκαδίας (στη Νότια Κυνουρία). Έμαθα πως έχει σπίτι εκεί ο γλύπτης Γιώργος Χουλιαράς και δόθηκε μια μέρα η αφορμή και βρεθήκαμε. Είναι ένα σπίτι στην άκρη του χωριού (στην άκρη των πόλεων μένουν συνήθως οι πουτάνες και οι ποιητές), στη ρίζα του βουνού. Καθίσαμε, ήπιαμε καφέ, μιλήσαμε για τις «ασήμαντες ιστορίες» που γράφουν στη ψυχή μας, για τους Ηπειρώτες συγγραφείς και τους γλύπτες, μιλήσαμε για τον αδερφό του Γιώργου, τον αγαπημένο Νίκο Χουλιαρά. Ξεφυλλίζοντας επιτόπου κάποιους καταλόγους με έργα του, το είδα: είναι ένα γλυπτό, στη λίμνη των Ιωαννίνων. Πριν 15 χρόνια ήμουν φαντάρος εκεί. Στο Πέραμα. Συνήθιζα να περπατάω ώρες ατέλειωτες δίπλα στη λίμνη. Μια Κυριακή πρωί κάθισα σε ένα παγκάκι κι έγραψα στην καλή μου που ήταν τότε στην Αγγλία ένα γράμμα. Κοιτούσα το άγαλμα που ήταν μπροστά μου, την αγκαλιασμένη του μορφή και την ένιωθα κοντά μου, μοιραζόμουν τη μοναξιά μου με ένα άγαλμα ένα κυριακάτικο πρωινό στα Γιάννενα. Ψέλλισα κάπως άτσαλα «το ξέρω αυτό το άγαλμα, το θυμάμαι»- και σιώπησα μετά. Πόσα πράγματα πια μπορεί να σε δένουν με τους Χουλιαράδες.


Ετοιμάζοντας αυτή την ιστορία σκέφτηκα να την «παντρέψω» με το γράμμα εκείνο που Της είχα στείλει τότε. Ανέβηκα στο πατάρι και άρχισα να ψάχνω. Χάθηκα εκεί για ώρα σκάβοντας στις πίσω-πίσω κούτες. Τελικά δεν το βρήκα. Ίσως γιατί άρχισα άθελά μου να διαβάζω κάποια γράμματα του στρατού, γράμματα  δικά της, ή της μάνας, της Μόνας, της Φρόσως, της Στέλλας, της Πολίνας, της Ελένης… Κάποια στιγμή άνοιξα κι ένα του Ισαάκ του Σούση, το διάβασα και χαμογέλασα. Ήταν αυτό ακριβώς που μου έγραφε ο φίλος μου: «… Δεν νομίζω ότι χάνεις και πολλά στην Αθήνα και σίγουρα πιστεύω ότι αν είσαι ανοιχτός – στο μυαλό εννοώ – θα χαρείς και θα συγκινηθείς αλλιώς από την κρυστάλλινη μαγεία της Ηπείρου. Ούτε ο στρατός είναι όπως παλιά, ούτε οι νέοι (ασχολίαστο προς το παρόν), αλλά η ποιητική ματιά βρίσκει τις αφορμές και τις αιτίες που θα τη σημαδέψουνε για πάντα, εκεί ακριβώς που ο μέσος όρος είναι ανίκανος να παρατηρήσει το παράδοξο, το αλλιώτικο και το αξιόλογο. Μην περιμένεις ενθάρρυνση από το περιβάλλον και μυστικά σημάδια για να φανερωθείς, άφησε την ψυχή σου τρωτή σε όλα τα βέλη - ….».


Τρωτοί λοιπόν, για τούτο ζωντανοί



*η πρώτη φωτογραφία είναι της φίλης μου, της Ντίνας Βιτζηλαίου

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Τι γυρεύει ο Μίσσιος στο Αμβούργο;

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 15/9/2013]

 

Η εποχή αυτή της αντιπαροχής, όπου κατεδαφίζονται δικαιώματα και παροχές για να χτιστεί ένας πολυώροφος καπιταλισμός είναι και εποχή αντιστάσεων. Μικρών, αδύναμων, ασυντόνιστων ίσως. Όμως αντιστάσεων.

Διαβάζω πληροφορίες σχετικές με τις βιβλιοθήκες που με τρομάζουν. Η Telegraph σε άρθρο της στις 7 Αυγούστου αναφέρεται στην απόφαση των ελβετικών αρχών να απαγορέψουν στους αιτούντες άσυλο στη χώρα να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και χώρους όπως το κέντρο των πόλεων, εκκλησίες, πισίνες ή βιβλιοθήκες. Με τον τρόπο αυτό, ισχυρίζονται, θα επιτυγχάνεται η ειρηνική συνύπαρξη με τους ντόπιους!

Στις ειδήσεις αυτές έρχονται να απαντήσουν άλλες, με σημάδια αντίστασης. Οι βιβλιοθήκες του Δήμου Θεσσαλονίκης με τη βοήθεια πολιτών συγκροτούν αυτές τις μέρες τμήματα εκμάθησης αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής, ιταλικής, ισπανικής , ρωσικής , τουρκικής , βουλγαρικής, σερβικής και κινεζικής γλώσσας. Αρωγοί σε αυτή την πρωτοβουλία (που οργανώνει ο Δήμος και όχι πάλι κάποιος χορηγός) είναι απόφοιτοι ή μεταπτυχιακοί φοιτητές του αντίστοιχου τμήματος ξένης Φιλολογίας, ή καθηγητές.

Πριν λίγες μέρες έμαθα για την κίνηση των ελληνικών βιβλίων στη δημόσια βιβλιοθήκη του Αμβούργου. Έχουμε ξαναγράψει εδώ για τη συνεργασία του Γερμανικού Βιβλιοπωλείου στην Αθήνα με τη συγκεκριμένη βιβλιοθήκη και για τη δημιουργία ελληνικής συλλογής που η τελευταία συγκροτεί τα τελευταία τρία χρόνια λόγω της αύξησης των Ελλήνων μεταναστών στην πόλη. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε, αφού πρώτα ξεπεράσουμε την έκπληξή μας για την έγνοια της δημόσιας αυτής βιβλιοθήκης προς τους νέους, μορφωμένους Έλληνες μετανάστες, ποια βιβλία κινούνται περισσότερο. Τι διαβάζουν στη γλώσσα μας στη δημόσια βιβλιοθήκη αυτής της πόλης οι Έλληνες μετανάστες. Δεν θα περίμενε κανείς το πιο διαβασμένο βιβλίο να είναι το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου (87 δανεισμοί). Ανάμεσα στις συνήθεις παρουσίες (και επομένως χρήσεις) του καταλόγου θα βρει κανείς Καζαντζάκη («Αναφορά στο Γκρέκο» (64), «Ασκητική» (23)), Παπαδιαμάντη («τα ρόδινα ακρογιάλια και άλλα διηγήματα» (49)) και Ροΐδη («η πάπισσα Ιωάννα» (40)). Θα βρει όμως και το Middlesex του Ευγενίδη (45), την «κάθοδο των εννιά» του Βαλτινού (68), βιβλία του Ταχτσή, του Δήμου, της Φακίνου, του Θέμελη, του Μάρκαρη, της Βαμβουνάκη. Θα βρει κανείς και ξένα μεταφρασμένα στην ελληνική, κάποια με καλές «αποδόσεις», όπως «ο θεός των μικρών πραγμάτων» της Roy (35), το «περιστέρι» του Ζίσκιντ (33) ή ο «αλχημιστής» του Κοέλιο (24). Και αν κάπου σε όλα αυτά θες να διακρίνεις το όνειρο που παραμονεύει, θα δεις πως στις πρώτες θέσεις των δανεισμένων βιβλίων στη βιβλιοθήκη μιας γερμανικής πόλης είναι και μια έκδοση με «ηπειρώτικα παραμύθια»…

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Ιστορία ενός λαού.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λαός που ζούσε σε ένα βιβλίο. Στις άσπρες του σελίδες γεννήθηκε και μεγάλωσε κι εξαπλώθηκε- ανάμεσα στις λέξεις και τα νοήματά του ζούσε. Ώσπου αποφάσισαν πως δεν χωρούν σε μια ιστορία που κάποτε άρχιζε και κάπου τέλειωνε. Ήθελαν να μάθουν και να δουν. Και βρήκαν τρόπο κι άφησαν το βιβλίο. Και οι φράσεις έφυγαν σιγά-σιγά σιωπηλά καραβάνια και οι λέξεις σκόρπισαν. Ώσπου άδειασε σχεδόν το λευκό. Μονάχα κάτι χηρεμένα "αν" και "τότε" ξαπόμειναν (μέχρι που πέθαναν κι αυτά από αμφιβολία ή αναπόληση).

Αναζητώντας μια νέα ευρύχωρη πατρίδα ο λαός πλανήθηκε αιώνες στον κόσμο- καμιά πατρίδα δεν περίσσεψε γι' αυτούς. Μπορείς να τους δεις ακόμη να ψάχνουν. Να περνούν από βιβλίο σε βιβλίο περιπλανώμενοι. Σαν τις ιδέες.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

η Κατίνα η Κρητικιά


Η Κατίνα η Κρητικιά είναι ένα ποίημα που τ' άκουσα μια μέρα να τραγουδάει πηγαίνοντας. Υπάρχουν κι αυτά τα ποιήματα. Που γέρασαν και περπατούν με το μπαστούνι τους στην άκρη του δρόμου και τραγουδούν τις χαρές μας και ο αέρας παρασέρνει τα λίγα τους μαλλιά- όπως ο χρόνος αδυνατίζει τη μνήμη.

Η Κατίνα η Κρητικιά είναι ένα ποίημα που όπως λένε οι παλιοί  της οδού "Ηρώων 1912" δούλευε στην άκρη της πόλης το '50. Ύστερα κάποιος την αγάπησε και την έφερε στη γειτονιά. Υπάρχουν και τα σπιτωμένα ποιήματα. Που τα γερνάει ο χρόνος - όπως ο αέρας στεγνώνει τα χείλη.

Χήρα πια, γριά και μόνη η Κατίνα είναι ένα ποίημα που δεν το έγραψε ποτέ κανείς.

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Το ντι-ρι-ντι πουλί και η πεντάμορφη

 [συντρόφισσες και σύντροφοι, επαναστατική επιτροπή καταλαμβάνει εφεξής το "Βιβλιοθηκάριο"- φτάνουν πια τα ρεφορμιστικά του παραμύθια και οι ανόητοι συναισθηματισμοί. Vive la revolution.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε γιο ένα όμορφο παλικάρι. Δεν του χάλαγε κανένα χατίρι ό,τι κι αν του ζητούσε.

Ο γιος του κάποτε άκουσε για ένα δράκο που κρατούσε φυλακισμένους στον πύργο του το ντι-ρι-ντί πουλί και την πεντάμορφη. Τότε ζήτησε από τον πατέρα του να του υποσχεθεί πως θα του κάνει μια μεγάλη χάρη, χωρίς να ξέρει ποια είναι. Όταν ο πατέρας του δέχτηκε, του είπε πως ήθελε να του δώσει το πιο γρήγορο άλογό του για να πάει να τους βρει και να τους ελευθερώσει.  Ο βασιλιάς τήρησε το λόγο του,  αν και τον προειδοποίησε πως ήταν πολύ δύσκολο αυτό που ζητούσε, αφού κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονταν ο πύργος του δράκου. 

Το παλικάρι έψαχνε συνεχώς και οι μέρες γίνανε βδομάδες κι οι βδομάδες μήνες. Κάποτε έφτασε σε ένα τρίστρατο. Ο πρώτος δρόμος είχε μια πινακίδα που έγραφε “πάει και γυρίζει”, ο δεύτερος “πάει, γυρίζει και δε γυρίζει” κι ο τρίτος “πάει και δε γυρίζει” .

Το βασιλόπουλο πήρε τον τρίτο δρόμο. Καθώς προχωρούσε συνάντησε μια γριούλα που ζύμωνε η καημένη το ψωμάκι της και το ζέσταινε με την άχνα της για ν' ανέβει το ζυμάρι. Τη ρώτησε τότε :
-Γιατί, γιαγιά, ζεσταίνεις με την άχνα σου το ζυμάρι  και δεν το σκεπάζεις με κανένα ρούχο;
-Παλικάρι μου, από τότε που ο δράκος έβαλε αυτήν την πινακίδα στο δρόμο  έμπορος δεν πλησιάζει πια στο χωριό και τα ρούχα μας λιώσανε.
Έβγαλε τότε το παλικάρι και της έδωσε τη χλαίνη του.
-Πάρε, γιαγιά τη χλαίνη μου να ζεσταίνεις  το ζυμάρι όταν ζυμώνεις και να τη φοράς όταν κρυώνεις.
-Σ' ευχαριστώ, παλικάρι μου!Για το καλό που μου 'κανες τι καλό θες να σου κάνω;
-Γιαγιά, θέλω να μου πεις που μένει ο δράκος που κρατάει το ντι-ρι-ντι πουλί και την Πεντάμορφη για να τους ελευθερώσω!
-Αχ, παιδάκι μου, είναι πολύ δύσκολο αυτό που θες. Ας είναι. Καθώς θα πηγαίνεις πιο πέρα θα δεις ένα ξεροπερίβολο. Θα το θαυμάσεις φωναχτά: “Τι ωραίο περιβόλι με πόσα φρούτα φορτωμένο!”.  Μετά από λίγο θα δεις μια βρύση που δεν τρέχει πια νερό. Θα κάνεις πως πίνεις νερό και θα πεις “Τι δροσερό νερό”! Θα τ' ακούσει αυτά ο δράκος και θα ευχαριστηθεί. Λίγο πιο πέρα είναι ο πύργος του δράκου. Να προσέχεις. Όταν ο δράκος κοιμάται έχει τα μάτια ανοιχτά, ενώ όταν τα΄χει κλειστά είναι ξύπνιος.

Το βασιλόπουλο ευχαρίστησε τη γριούλα και συνέχισε το δρόμο του. Πέρασε από το ξεροπερίβολο και τη βρύση που ΄χε στερέψει και έκανε όπως το ορμήνεψε η γριούλα. Σε λίγο φάνηκε κι ο πύργος του δράκου.  Για καλή του τύχη ο δράκος είχε τα μάτια ανοιχτά,κοιμότανε. Πλησίασε και είδε την Πεντάμορφη με τα μακριά μαλλιά της σε ένα παράθυρο .Τον πλάνεψε η ομορφιά της. Πλησίασε και της φώναξε:
-Πεντάμορφη, ρίξε τα μαλλιά σου να σε πιάσω.
Εκείνη το έκανε και  το ντι-ρι-ντί πουλί την ακολούθησε. Το βασιλόπουλο θέλησε να πάρει μια φοράδα του δράκου για να ταξιδέψει άνετα η Πεντάμορφη αλλά η φοράδα είχε ένα μικρό πουλαράκι. Μόλις έκανε να πάρει τη φοράδα, αυτό άρχισε να χλιμιντρίζει. Τότε ο δράκος έκλεισε το ΄να μάτι του. Το παλικάρι πήρε την Πεντάμορφη και το ντι-ρι-ντι πουλί πισωκάπουλα και άρχισε να τρέχει. Ο δράκος ξύπνησε εντελώς, είδε πως έλειπε η Πεντάμορφη και πήρε το πιο γρήγορο άλογό του και έτρεξε να τους προλάβει. Δω τους είχε, κει τους είχε, αλλά το άλογο του βασιλόπουλου ήταν άφθαστο και του ξέφυγαν.

Ο βασιλιάς όλον τον καιρό που έλειπε ο γιος του στενοχωριόταν και μετάνιωνε που του 'κανε το χατίρι γιατί φοβόταν πως δε θα τον ξανάβλεπε. Μια μέρα που ΄χε πια απελπιστεί τελείως , είδε το γιο του να καταφτάνει με το ντι-ρι-ντί πουλί και την Πεντάμορφη. Δεν πίστευε στα μάτια του.
Το βασιλόπουλο παντρεύτηκε την Πεντάμορφη και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
(Το παραμύθι αυτό το διηγιόταν  ο κυρ Γιάννης, ο πατέρας της νονάς της αδερφής μου. Από αυτόν το άκουσε η μητέρα μου και μας το έλεγε όταν ήμασταν μικρές. Δε γνωρίζω την προέλευσή του. Παρακίνησα τη μητέρα μου να μου το διηγηθεί για να το καταγράψω με αφορμή ένα ποστ του Βιβλιοθηκάριου σχετικά με τα παραμύθια) 

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Ίχνη στην άμμο της ανάγνωσης (2012-2013)


Συνηθίζω μέσα στο καλοκαίρι να καταγράφω τα βιβλία που επέλεξα να μπουν στη βιβλιοθήκη μου καθόλη τη χρονιά που πέρασε. Των οποίων τα ίχνη βρίσκω στην αναγνωστική μου πορεία, βιβλία με τα οποία αναμετρήθηκα ή θα αναμετρηθώ. Η αναγνωστική περίοδος που καλύπτει η καταγραφή αυτή ήταν παράξενη. Διαπιστώνω, συγκεντρώνοντας όσα διάβασα, ότι για μια ακόμη χρονιά βαδίζω στις δύο εμμονές μου: την ποίηση και το ολοκαύτωμα των Εβραίων. Υπάρχει πάντως η "αμηχανία" ενός κύκλου που κλείνει- αυτό το "και τώρα τι;". 


Ευχαριστήθηκα παράδοξα το βιβλίο του Μασπερό, "φοβόμουν" το Σεμπρούν- ωστόσο τελειώνοντας το "τι ωραία Κυριακή" μένω ικανοποιημένος και "ανήσυχος". Ο Πατρίκιος πλην της τελευταίας συλλογής του (μου φάνηκε φλύαρη και ανέμπνευστη) είναι ποιητής που αγαπώ, κι ο Χιόνης βέβαια. Ο Κοντός δεν με αφορά. Βιβλίο της "χρονιάς" που καταγράφω ήταν μάλλον η "Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων": καλογραμμένο, αποκαλυπτικό. Βιβλία κατώτερα αυτού που περίμενα, "η νεολαιίστικη προπαγάνδα της μεταξικής δικτατορίας" του Αγγελή (πολύ "διδακτορικό") και η "Χαμένη Επανάσταση" του Harman (αφηγηματική ανεπάρκεια, κακή οργάνωση του υλικού). 


Στα βιβλία αυτά υπάρχουν τρία δώρα, και τα τρία από γυναίκες, και στα τρία υπέροχες αφιερώσεις μοστράρουν στην πρώτη σελίδα. Λιγότερα από πέρυσι όσα μαζεύτηκαν εδώ μέσα- μια αλλαγή στην όρασή μου και μια χρονιά φορτωμένη με πολλές υποχρεώσεις πάσης φύσεως ίσως να είναι ο λόγος. 


Μου αρέσει να φαντάζομαι την ανάγνωση σαν μια πορεία, άλλοτε βραδεία και άλλοτε βιαστική, άλλοτε αφήνοντας ίχνη βαθιά στην άμμο και άλλοτε ίσα ακουμπώντας τη σκέψη μου. Δεν ξέρω τον προορισμό της, δεν με ενδιαφέρει να τον ορίσω. Το ταξίδι πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον.


1.  Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα...: "μαθήματα εθνικής αγωγής" και      νεολαιίστικη προπαγάνδα στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας/Βαγγέλης Αγγελής. Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2006
2.  548 ημέρες με άλλο όνομα: Θεσσαλονίκη 1943, μνήμες πολέμου/Ροζίνα Άσσερ Πάρδο.     Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2008.
3.   Το γύρισμα της μέρας/Γιάννης Κοντός. Αθήνα: Κέδρος, 1992
4.   Φωτοτυπίες/Γιάννης Κοντός. Αθήνα: Κέδρος, 1987
5.   Το ξύλινο παλτό/Κατερίνα Γώγου. Αθήνα: Καστανιώτης, 2010


6.   Συνεχές ωράριο/Τίτος Πατρίκιος. Αθήνα: Κέδρος, 2000
7.   Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες: αφηγήσεις/Τίτος Πατρίκιος. Αθήνα: Κέδρος, 2006
8.   Η θηριώδης μούσα: επιλογή από το έργο επτά αυτόχειρων Αμερικανών ποιητών. Αθήνα:   Άρκτος, 2008
9.   Σε βρίσκει η ποίηση/Τίτος Πατρίκιος. Αθήνα: Κίχλη, 2012
10. Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων/K. E. Fleming. Αθήνα: Οδυσσέας, 2009


11. 1939: η αντίστροφη μέτρηση για τον πόλεμο/Richard Overy. Αθήνα: Πατάκης, 2009.
12. Έλληνας, Εβραίος και αριστερός/Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς. Αθήνα: Νησίδες, 2000
13. Τι απέγιναν οι εβδομήντα χιλιάδες εβραίοι της Θεσσαλονίκης/Ανριέτ Ασσεό - Η σιωπή είναι αβάσταχτη/Χορχέ Σεμπρούν, Ελί Βηζέλ. Αθήνα: Νησίδες, 1997
14. Το Ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων/ Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Αθήνα: 
Επίκεντρο, 2007.
15. Επιλογή από τις αχτένιστες σκέψεις/ Στάνισλαβ Γέρζι Λετς. Αθήνα: Στιγμή, 2004


16. Άουσβιτς: το γεγονός και η μνήμη του: ιστορικές, κοινωνικές, ψυχαναλυτικές και πολιτικές     όψεις της γενοκτονίας/ επιμ. Βασιλική Γεωργιάδου, Άλκης Ρήγος. Αθήνα: Καστανιώτης, 2007.
17. Φωνές από τη Βαϊμάρη. Αθήνα: Ύψιλον, 2011


18. Η Χαμένη Επανάσταση: Γερμανία 1918-1923/Chris Harman. Αθήνα: Μαρξιστικό     Βιβλιοπωλείο, 2008.
19. Η βλακεία ως παράγων του ανθρώπινου βίου/Θόδωρος Καρζής. Αθήνα: Καστανιώτης, 2010
20. Εξπρεσιονισμός/ Ashley Bassie. Αθήνα: Ελευθερουδάκης, 2008


21. Του Πολέμου- στο άλογό μου/Νίκος Καββαδίας. Αθήνα: Άγρα, 2009
22. Λι/Νίκος Καββαδίας. Αθήνα: Άγρα, 2002
23. Μόνος στο Βερολίνο/ Hans Fallada. Αθήνα: Πόλις, 2013
24. Ο Εραστής/Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα. Αθήνα: Μαΐστρος, 2004


25. Ο Εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα/Johann Chapoutot. Αθήνα: Πόλις, 2012
26. Τι ωραία Κυριακή/Jorge Semprun. Αθήνα: Εξάντας, 1989
27. Οι μέλισσες και η σφήκα/Φρανσουά Μασπερό. Αθήνα: Σοκκόλης, 2005.
28. Εσωτικά τοπία/Αργύρης Χιόνης. Αθήνα: Νεφέλη, 1991

***
οι φωτογραφίες είναι από τα Πούλιθρα (αγαπημένο προορισμό... του "Βιβλιοθηκάριου")

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Η σύγχυση της μπουγάτσας

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 18/8/2013]



Μεγάλη σύγχυση προκάλεσε στην οικογένειά μας η ανακοίνωση της περιστασιακής μείωσης του ΦΠΑ στην εστίαση. Διάχυτος είναι ο προβληματισμός μας δεδομένου ότι μέχρι το Δεκέμβρη δεν ξέρουμε πώς θα τρώμε, πού θα τρώμε και πόσο θα πληρώνουμε. Η κυβέρνηση είπε πως το μέτρο θα είναι πιλοτικό, η ευρωπαϊκή επιτροπή, πρόσκαιρο. Αποφασίσαμε, για να μην μπερδευόμαστε, μέχρι να διαβάσουμε τις ερμηνευτικές εγκυκλίους, να μην πίνουμε αναψυκτικά. Και την μπουγάτσα (με έξτρα κανέλα μέσα) που παίρνω το πρωί για τη δουλειά μάλλον θα τη σταματήσω. Πόσο γρήγορα αν φύγω από το ζαχαροπλαστείο θα πληρώσω μόνο 13%; Άσε που δεν είμαι για ταχύτητες πρωί-πρωί. Κι επίσης έχεις και τα μικρά που ξεκίνησαν τις απορίες: «μπαμπά η πορτοκαλάδα με ανθρακικό πόσο ΦΠΑ έχει; Χωρίς ανθρακικό δεν μου αρέσει, αλλά μήπως έχει λιγότερο ΦΠΑ;». Τι να απαντήσεις στα παιδιά;

Χθες περπατώντας στην πλατεία η κόρη μου μού ζήτησε σουβλάκι. Τελικά την ανάγκασα να το φάει στα όρθια στο ψητοπωλείο. Σιγά μην πληρώσω 23% εγώ. Όταν έρχονται φίλοι στο σπίτι, ή σε τίποτα φράξιες με συντρόφους, αποφασίσαμε πως δεν θα παραγγέλλουμε σουβλάκια και τα ουίσκια κομμένα. Ξερές, στεγνές και σύντομες διαδικασίες πριν πεινάσουν οι καλεσμένοι μας. Δεν είναι για μπερδέματα η ιστορία. Φαντάζεσαι να σκοτωνόμαστε μια ώρα με τον ψήστη πόσο ΦΠΑ θα πληρώσω για το μπιφτέκι που «δεν είναι έτοιμο, τώρα το βάζω»; Ενώ για τα σουβλάκια να πληρώνω άλλα; Εκτός…, δεν έχω καταλάβει βέβαια, αν παίρνω τα αναψυκτικά από τον ψιλικατζή… μήπως με συμφέρει; Αν παράγγελνα από το σπίτι και πήγαινα ο ίδιος να πάρω τα σουβλάκια πόσο θα πλήρωνα; Άλλο ΦΠΑ τα αναψυκτικά στο Βαγγέλη τον ψιλικατζή, άλλα στην ταβέρνα του Παντελή, άλλα στο φούρνο; Κι έχω και τη μάνα που με ρωτάει τα ίδια και μου λέει πως «καιρός ήταν να κόψετε το φαΐ απέξω και να μαγειρεύει πια που και που η ανεπρόκοπη η γυναίκα σου».

Όλη αυτή η ιστορία με έχει αναστατώσει πολύ. Φαντασιώνομαι μειώσεις στο ΦΠΑ και σε άλλα προϊόντα και αγχώνομαι. Τα προφυλακτικά θα έχουν το ίδιο ΦΠΑ όπου και να τα χρησιμοποιήσω; Αν το βάλω στο φαρμακείο και πηδήξω στο σπίτι θα πληρώσω τα ίδια με το αν το βάλω στο αυτοκίνητο (χωρίς να πηδήξω); Προφυλακτικό με γεύση μπουγάτσας σε τι ΦΠΑ υπόκειται; Της μπουγάτσας που την τρως στο ζαχαροπλαστείο ή που την παίρνεις σπίτι; Τι εννοείτε "υπάρχει νομικό κενό"; Δεν μπορούν αυτά τα ζητήματα να λυθούν με "πράξη νομοθετικού περιεχομένου"; Εκτός αν κανένα tweet βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Περιμένοντας το Λένιν


Διαβάζω το βιβλίο "τι ωραία Κυριακή" του Jorge Semprun (από τη σειρά του Εξάντα με το καφέ σκληρό εξώφυλλο). Κυριακή βράδυ ξαπλωμένος μπρούμυτα στο κρεβάτι του υπογείου. Ιδιαίτερο βιβλίο, ανήσυχο. Από αυτά που σε διώχνουν για λίγο να σκεφτείς και ύστερα σε παίρνουν πάλι κοντά τους. Τα μάτια μου λυγίζουν από τη νύστα, διαβάζω τις τελευταίες φράσεις που αντέχω- τυχαία είναι φράσεις που μιλούν για τις βιβλιοθήκες. Ξυπνάω. Δευτέρα, στη βιβλιοθήκη - εργάσιμη εβδομάδα κι αυτή. Καταγράφω τις φράσεις- με μια παράλογα μεταφυσική προσδοκία. Είναι από τις φράσεις που σε διώχνουν για λίγο να σκεφτείς και ύστερα σε παίρνουν πάλι κοντά τους.

"... Πέρασε όμορφα στη Ζυρίχη ο Λένιν; ρωτά
Γνέφω καταφατικά.
- Και βέβαια, αποκρίνομαι. Είχε την Ινέσα. Κι ύστερα, περνούσε τον καιρό του στις βιβλιοθήκες, διάβαζε βιβλία φιλοσοφικά και πολιτική οικονομία. Οι καλύτερες στιγμές για τους επαναστάτες είναι αυτές που περνούν στις βιβλιοθήκες.
Ο Μπαριζόν γυρίζει προς το μέρος μου, ολοφάνερα δυσαρεστημένος.
- Μα τι λες! Οι καλύτερες στιγμές για τους επαναστάτες είναι όταν κάνουν την επανάσταση!
- Έτσι λες! του λέω. Πρώτα-πρώτα, οι στιγμές αυτές είναι μάλλον σπάνιες, πρέπει να το αναγνωρίσεις. Κι ύστερα, το πράγμα πολύ γρήγορα πάει στραβά. Αλλιώτικα από τα προβλεπόμενα, εν πάση περιπτώσει... "

***
Η εικόνα είναι από graffiti στην Κόρινθο

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Ημερολόγιο για τα σπίτια


Αυτό το σπίτι πάντα είχε το υπόγειο. Ήταν ζεστό το χειμώνα, δροσερό το καλοκαίρι, καταφυγή δηλαδή. Καθώς μεγάλωσα εκεί, απέκτησα κι εγώ υπόγειο. Κατεβαίνω κάποια καλοκαιρινά απογεύματα μέσα μου και χαζεύω τις ακτίνες του ήλιου που μπαίνουν πλάγια απ' τα παράθυρα και χαϊδεύουν τα τσαλακωμένα όνειρά μου.

Όλοι οι άνθρωποι που μεγάλωσαν σε σπίτια με υπόγειο έχουν μέσα τους ένα υπόγειο. Υπάρχουν άνθρωποι που μεγάλωσαν σε πολυκατοικίες. Αυτοί όταν θέλουν, κατεβαίνουν μέχρι την κεντρική έξοδο και φεύγουν από μέσα τους.

Εγώ όμως μπορώ να μιλήσω μόνο με τους ανθρώπους με τα υπόγεια.

***

Στην οδό Γλαύκης υπάρχει ένα παλιό ξύλινο σπίτι- δεν υπήρχαν τότε πολλά σπίτια πίσω από τις φυλακές. Θυμάμαι πολύ καλά το εσωτερικό του, τα έπιπλα, τη μυρωδιά, τους ανθρώπους του. Ύστερα μεγάλωσα.

Σήμερα περάσαμε με το γιο μου από 'κει. Το αναγνώρισα αμέσως, μόνο που μου φάνηκε πολύ μικρό. "'Όσο μεγαλώνουμε εμείς, μικραίνουν τα σπίτια", σκέφτηκα.

* η φωτογραφία είναι από την παράσταση του "ονείρου καλοκαιρινής νύχτας" από το Θίασο Περιγιαλίου στην Αρχαία Κόρινθο (9/8/2013)

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Περί αρχής και τέλους στα παραμύθια


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν - λέω "ήταν" γιατί έτσι αρχίζουν τα παραμύθια: σε χρόνο που παρήλθε. Δεν μπορούν (τα παραμύθια) να μας πουν πως "είναι" ή "θα είναι". Γιατί ξέρουν πως έπονται πάντα ενός γεγονότος και πως ούτως ή άλλως και οι ιστορίες τελειώνουν. Τα παραμύθια τελειώνουν συνήθως μ' ένα μικρό ψέμα: "κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα". Το ψέμα δεν είναι πως εμείς ζούμε καλύτερα από τους ήρωές τους, κι ας βασανιζόμαστε εξίσου. Είναι πως το παραμύθι τελειώνει με μια υπόσχεση ας πούμε, πως η ιστορία έχει συνέχεια και πέρα από την αφήγηση, πως η ευτυχία δεν έχει τέλος. Είναι γιατί στα παραμύθια αρέσει να μας υπενθυμίζουν πως είναι αφηγήσεις, δηλαδή επιλεγμένη αναπαράσταση της πραγματικότητας; Δεν είμαι σίγουρος.

Νομίζω πως τελικά τα παραμύθια μετανιώνουν που άρχισαν. Θέλουν, βεβαιώνοντάς μας πως "έζησαν αυτοί καλά", να μας βοηθήσουν να ξεχάσουμε την ήττα αυτού του "ήταν" στην αρχή της αφήγησης. Είναι τόσο γλυκειά αυτή τους η προσπάθεια, που νομίζω πως μπορούμε να συγχωρέσουμε τα παραμύθια γι' αυτήν τους τη μικρή αδυναμία.

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Μάρθα Φριντζήλα (στην Αρχαία Κόρινθο)

Τόπος:
Αρχαία Κόρινθος. Στην αιώνια σκιά του Κάστρου, Δίπλα στο ρωμαϊκό ωδείο. Δίνουν συναυλίες εκεί μονάχα τα τζιτζίκια πια. Και τα βράδια, τα τριζόνια τεμαχίζουν τους αιώνες. Ό,τι και να πείτε, εγώ μαζί τους θα είμαι τις νύχτες που θα 'ρθουν.

Χρόνος:
Αυγουστιάτικη νύχτα- χωρίς φεγγάρι, ή μάλλον με φεγγάρι κλεμμένο. Μέσα στα ποικίλα ερείπια των εποχών μας, ένας μεγάλος χειμώνας που ρίχνει τα φύλλα και τα βλέμματα στη γη.

Φωνή:
Εκείνη, εκείνοι: που ποτέ δεν έμειναν όρθιοι, όσοι λύγισαν από πόθο και πόνο, όσοι τραγούδησαν, όσοι έγραψαν στίχους, όσοι έπεσαν στον γκρεμό.

Μύθος:
Λειτουργία. Ανοίγει η γη και βγαίνουν τα τραγούδια. Ανοίγει η ψυχή μας και βγαίνει ο καημός. Και ύστερα σηκωνόμαστε. Λικνιζόμαστε, όπως τα στάχυα στο χάδι του ανέμου, όπως οι γέροι στο χάδι του θανάτου. Κι αρχίζει ένας χορός. Τιτάνιος. Γυμνοί χορεύουμε σε μεγάλο κύκλο. Και τραγουδούμε. Κι ο ιδρώτας μας γίνεται μια ασημιά ανάμνηση. Και ύστερα όλοι μαζί αγκαλιασμένοι μια πανσέληνος απόρθητη στην αυγουστιάτικη νύχτα. Πάνω απ' το Κάστρο.

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Ανθρώπινα τοπία

Όσο και αν σε θαμπώνουν τα τοπία, οι εκδρομές και οι εκπλήξεις που συναντάς επιλέγοντας δρόμους, σαν τα ανθρώπινα τοπία δεν υπάρχει νομίζω περισσότερη ομορφιά.  Ίσως καμιά φορά αυτά να επιλέγουν εσένα. Για να σου αφηγηθούν ιστορίες. Παλιές- που θάλλουν διαρκώς.

Σε μια διαδρομή στην Νότια Κυνουρία βρήκαμε προ ημερών ένα έρημο μοναστήρι (Αγίων Ταξιαρχών Μουράς) - απαλλαγμένο από τα πάθη των αφιερωμένων στο θεό ανθρώπων του. Παρά τη μανία που το κατέστρεψε πριν 180 χρόνια, διατηρεί επίμονα την πίστη που το γέννησε. Και ίσως αυτό να είναι ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο τοπίο: η πίστη που γεννά.








Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Η Στέλλα και η Κλυταιμνήστρα



Πριν λίγες μέρες επισκεφθήκαμε οικογενειακώς τις Μυκήνες. Ο γιος μας (9 χρόνων) ήταν ενθουσιασμένος: κάστρα, πολεμίστρες, πολεμιστές, ασπίδες, βασιλιάδες,... όλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία του αγορίστικου σύμπαντος. Η Στέλλα (3.5 χρόνων) μάλλον αδιάφορη με όλα ετούτα χαιρόταν απλά τη βόλτα. Μέχρι που πριν μπούμε στο λεγόμενο τάφο του Αγαμέμνονα άκουσε τα τζιτζίκια. Οπότε ο ενθουσιασμός πολλαπλασιάστηκε και θυμήθηκε το τραγούδι του Κόκοτου (σε ποίηση του Ελύτη) γι' αυτά. Ο θολωτός τάφος είχε ωραία ακουστική, οπότε εκείνη απολάμβανε να το τραγουδάει δυνατά: "... ζει και ζει και ζει και ζει ο βασιλιάς ο ήλιος ζει..."

Περίεργο τραγούδι να τραγουδάει κανείς σε έναν βασιλικό τάφο, σκέφτηκα. Και χαμογέλασα στην ιδέα πως θα μπορούσε κάπως να μας ακούσει αυτή η δόλια η Κλυταιμνήστρα που τον έσφαξε και να μας αρχίσει στο κυνηγητό έξαλλη που αποκαλύψαμε πως εκείνος επιβίωσε....

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Οι καλές ειδήσεις για τις βιβλιοθήκες

[Αναδημοσίευση κειμένου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Κοινότητα Γραμμάτων και τεχνών" των εκδόσεων "Μαΐστρος"]


Η καλή είδηση είναι ένα ενδιαφέρον πολιτικό, ψυχολογικό, επικοινωνιακό και κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας. Τα χρόνια αυτά της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής κρίσης είναι συχνά διατυπωμένη από το «κοινό» η ανάγκη κατανάλωσης καλών ειδήσεων, όπως επίσης και η καλλιέργεια της ανάγκης αυτής από τα ΜΜΕ και τους φορείς της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής εξουσίας που σπεύδουν να την «καλύψουν».

Η ανεύρεση, «δημιουργία» και διοχέτευση καλών ειδήσεων θεωρώ πως έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά συστημικής προπαγάνδας. Παραδείγματα αυτής της «ενημερωτικής» καταιγίδας θα βρει κανείς και στα τελευταία χρόνια πριν τη μνημονιακή εκτροπή της κρίσης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του εθελοντισμού (ιδιαίτερα μετά τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004), της «κοινωνίας των πολιτών» που πλαισιώνει τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, των Atenistas κ.ο.κ.

Δεν αμφισβητεί κανείς πως τα παραπάνω αποτελούν «γεγονότα», επικοινωνιακά αξιοποιήσιμες δηλαδή πληροφορίες, ωστόσο αυτό που επιχειρώ να πω είναι πως η αντιστοιχία τους στην ποσότητα των ειδήσεων είναι δυσανάλογα μεγάλη και πως η σπουδή με την οποία προβάλλονται από συγκεκριμένα κέντρα είναι σκανδαλωδώς επιμελημένη. Παράμετρος που έχει επηρεάσει την ένταση και την έκταση του φαινόμενου είναι και η αναπαραγωγική ευχέρεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και η δυνατότητα που αυτά παρέχουν στον καθένα να προβάλει ειδήσεις. Καθώς περνάει ο χρόνος και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αξιοποιούνται ολοένα και περισσότερο από εμπορικές δομές, στη διοχέτευση της είδησης παρεμβαίνει και ένας άλλοτε στοιχειώδης και άλλοτε «καλλιεργημένος» μαρκετινίστικος μηχανισμός. Το marketing είναι σαφώς αγκαλιασμένο με την καλή είδηση, αυτήν υπηρετεί εκ γενετής.

Στο χώρο των βιβλιοθηκών αυτά τα φαινόμενα έχουν ενταθεί τον τελευταίο καιρό. Είναι εντυπωσιακά μεγάλος ο αριθμός των άρθρων, των αφιερωμάτων και των συνεντεύξεων που σχετίζονται με την κατασκευή του νέου κτηρίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης από το Ίδρυμα Νιάρχου στο Φάληρο. Η επικοινωνιακή δύναμη του Ιδρύματος είναι βέβαια τεράστια (πόσο μάλλον που η παρουσία τους εξαπλώνεται με πυκνούς ρυθμούς στο σύνολο των κοινωνικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών δομών της πτωχευμένης Ελλάδας.). Πολλές ουσιαστικές παράμετροι του σημαντικού αυτού γεγονότος αγνοούνται (ή υποκρύπτονται). Τα ρούχα της αλλάζει η Εθνική Βιβλιοθήκη, δεν αλλάζει δομή, μηχανισμό, δεν στελεχώνεται με το χρήσιμο προσωπικό, δεν ενισχύεται θεσμικά. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό σε αυτούς που χειρίζονται επικοινωνιακά το θέμα και ήδη διαφαίνονται οι σχεδιασμοί τους ώστε να «καλυφθεί» το κενό. Ποτέ πάλι τόσες εφημερίδες, ιστοσελίδες, blog και περιοδικά δεν αγκάλιασαν μια βιβλιοθήκη με τέτοια… τρυφερότητα. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η επίμονη και με κάθε αφορμή επαναλαμβανόμενη προβολή του Νέου Κτηρίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν εξυπηρετεί την ανάγκη της ενημέρωσης, αλλά επιχειρεί συν τοις άλλοις να δημιουργήσει πολιτικά χρήσιμες εστίες αισιοδοξίας. Παρόμοια ήταν η πολιτική αξιοποίηση των έργων που χρηματοδοτήθηκαν από τα ευρωπαϊκά προγράμματα τα προηγούμενα χρόνια. Σε επίπεδο πολιτικής αξιοποίησης το Ίδρυμα Νιάρχου σήμερα είναι τα ΕΣΠΑ των παρελθόντων ετών.

Ένα δεύτερο παράδειγμα της επικοινωνιακής χρήσης ζητημάτων σχετικών με τις βιβλιοθήκες είναι η «ειδησεογραφία» των δράσεων που πέρυσι και φέτος το καλοκαίρι αυτές εκτελούν στο πλαίσιο του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Future Library (το οποίο χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Νιάρχου). Αρκεί να αναζητήσει κανείς στο twitter τις αναρτήσεις που αναφέρονται στις βιβλιοθήκες προκειμένου να δει πόσο πρόθυμα εκδοτικοί οίκοι, τοπικά και γενικά ειδησεογραφικά blog αναπαράγουν την είδηση των καλοκαιρινών δράσεων των δημόσιων βιβλιοθηκών. Δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως αυτό είναι κακό, πόσο μάλλον που οι βιβλιοθήκες τώρα «ανακαλύπτονται» από τα ΜΜΕ και τις δομές επικοινωνίας και ενημέρωσης (όχι αποκλειστικά με δική τους ευθύνη). Η συγκυρία θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι κρίσιμη, και οι «ειδήσεις» αυτές θα μπορούσαν να απαντούν με έργα στις εντεινόμενες φήμες για επικείμενο κλείσιμο πολλών από αυτές. Είναι όμως έτσι; Πόσοι από αυτούς που πρόθυμα αναπαράγουν τις ειδήσεις για τις καλοκαιρινές αυτές δράσεις έχουν ενημερώσει το «κοινό» τους για το κίνδυνο κλεισίματος των δημόσιων βιβλιοθηκών; Είναι το ενδιαφέρον τους αυτό που τους κάνει να γράφουν ειδήσεις για τις «πολύχρωμες βιβλιοθήκες», είναι η επικοινωνιακή ισχύς του χορηγού ή πολιτική χρήση των καλών ειδήσεων; Πόσο συναφής με την εμπορική λογική ενός εκδοτικού οίκου είναι η ανάρτηση μιας είδησης που αφορά στο κλείσιμο ενός πολιτιστικού οργανισμού;

Το σημείωμα αυτό επιχείρησε να καταγράψει μια επικοινωνιακή δυναμική που διαμορφώνεται αυτόν τον καιρό και στο πλαίσιο που το πετυχαίνει, διαμορφώνει με τη σειρά της μια αντίληψη στον κόσμο σχετικά με όσα γίνονται στη χώρα μας. Αυτό που επιχειρώ να πω είναι πως η χρήση των καλών ειδήσεων μόνο άδολη δεν είναι πολιτικά. Δεν αγνοώ την αναγκαιότητα της αισιοδοξίας, αλλά στέκομαι κριτικά στην προπαγανδιστική καλλιέργειά της από τα Μέσα.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Απόδοση και ελευθερία*

[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου' στην Αυγή της Κυριακής 21/7/2013]


Ειδικός στην ελευθερία δεν είμαι. Αν με ρωτούσες θα δίσταζα να σου πω αν είμαι ελεύθερος. Δεν ξέρω πόση είναι η ελευθερία, τι βάρος έχει, αν απέκτησε ποτέ απογόνους. Η ελευθερία, κάποιοι μού λένε, είναι να ανοίγεις τα χέρια σου πάνω σε ένα βουνό, να βουτάς σε μια γαλήνια θάλασσα από ψηλά, να ακούς τους ήχους του δάσους, να κάνεις κούνια-μπέλλα  σε μια κρεμασμένη από δέντρο ρόδα, να χορεύεις, να κυνηγάς ένα κορίτσι. Για τον καθένα ελευθερία σημαίνει κάτι διαφορετικό μου λένε, να παίζεις μπουγέλο, να ανάβεις φωτιά δίπλα στη θάλασσα, να αγναντεύεις το ηλιοβασίλεμα. Μου λένε πως ελευθερία είναι η προθεσμιακή κατάθεση. Μιλούν γι’ απόδοση και ελευθερία. Κι εκεί τελειώνει το μήνυμα. Εκεί τελειώνει και η ελευθερία μου.

Τεμαχίζουμε λοιπόν την ελευθερία σε μικρές καθημερινές ηδονές. Επιλέγουμε (να το βασικό κριτήριο της ελευθερίας) ποιες από αυτές μπορούμε να χαρούμε. Όποιες δεν μπορούμε, δεν πειράζει. Έχουμε την ελευθερία να μην τις επιλέξουμε. Πάντως εδώ που τα λέμε οι εν λόγω ηδονές δεν απαιτούν και πολλά για να επιτευχθούν. Η ελευθερία που διαφημίζουν είναι ψηφίδες εύκολων καθημερινών δυνατοτήτων. Εύκολων; Ξέρω έγκλειστους που στερούνται αυτές τις δυνατότητες. Η παρανομία στερεί τη διαφορετικότητα στις επιλογές, τη δυνατότητα, τις μικρές ηδονές της καθημερινότητας. Σκέφτομαι τους έγκλειστους μετανάστες στο στρατόπεδο της Κορίνθου. Πόσες μικρές, τεμαχισμένες ελευθερίες έχουν ξεχασμένοι από την κοινωνία που πριν ένα χρόνο αντιδρούσε στον εγκλεισμό τους και τώρα τους ξέχασε; Μια κοινωνία που έχει την ελευθερία να τους αγνοεί, όχι όμως να νοιάζεται γι’ αυτούς. Υπάρχουν και άλλου τύπου έγκλειστοι, με περιορισμένες δυνατότητες επιλογής. Αυτοί οι τελευταίοι μπορούν μονάχα κανάλι προπαγάνδας να επιλέγουν καθισμένοι στον καναπέ του σπιτιού τους.

Μου λένε πως η ελευθερία είναι ένα άυλο προϊόν που αγοράζεται. Μπορείς να την πάρεις κομμάτι-κομμάτι. Αν έχεις να την αγοράσεις, μπορείς. Μου λένε για απόδοση και ελευθερία και μένα ο νους μου πάει στη «γη και ελευθερία», στην «ελευθερία ή θάνατος», στο στίχο «ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν».

Αν είναι να έχουμε όποια ελευθερία επιλέγουμε εγώ θα προτιμούσα να τις πολλαπλασιάσουμε τις ελευθερίες μας, όχι να τις τεμαχίσουμε. Θα προτιμούσα η ελευθερία μου να μην αγοράζεται και μόνο τα όνειρά μου να έχουν απόδοση. Θα ήθελα την ελευθερία όλων να σκέφτονται, να δημιουργούν, να ερωτεύονται, να μορφώνονται, να επιλέγουν, να ζουν. Αν διαφημίζατε μια τέτοια ελευθερία, μάλλον θα επαναστατούσαμε. Γιατί ωραία είναι η ελευθερία που με αγώνα κατακτιέται. 

*με αφορμή τη διαφήμιση ενός τραπεζικού προϊόντος

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Λοιπόν...


"Μια μπάντα πήγαινε σε επαρχιακό παραλιακό δρόμο.
Έπαιζε εμβατήρια. Ένα παιδάκι δεκατέσσερω χρονώ
με φαρδύ καπέλο και παλιά ρούχα της μουσικής
που έπαιζε τρομπόνι, δεν είδε τη στροφή του δρόμου.

Έτσι η μπάντα έστριψε, και το παιδάκι βάδισε μόνο
                                                      του την ευθεία.
Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο."

[Από τη συλλογή "οι πυροτεχνουργοί" του Γιώργου Μαρκόπουλου] 

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Το χαμόγελο


Το χαμόγελο είναι η σκιά της ευτυχίας. Περίμενα αρκετή ώρα μέχρι να επιλέξω την παρουσία ή όχι του άρθρου στη σκιά αυτής της πρότασης. Ίσως να μην είναι η μόνη σκιά, εξάλλου διαφορετικές θέσεις φωτισμού δημιουργούν διαφορετικές θέσεις σκίασης. Όπως και να το πούμε το χαμόγελο είναι μια άυλη, μια φευγαλέα ανάμνησή της (θα το έχεις προσέξει πως ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά ακίνητη σκιά). Το ίχνος της ευτυχίας πάνω στην άμμο εύκολα χάνεται και σβήνει, δεν μπορεί όμως να αμφισβητηθεί το γεγονός πως υπήρξε κάποια στιγμή ευτυχία.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Αποτρόπαια ψοφίμια


Λέει λοιπόν κάπου ο Καββαδίας πως «οι αστερισμοί εκείνη τη νύχτα ψιχάλιζαν φως». Σε ένα κείμενο για τον πόλεμο, για ένα πόλεμο, οι αστερισμοί ψιχάλιζαν φως. Θέλω να έρθει πάλι η εποχή που τα κείμενα θα ψιχαλίζουν, γιατί κάθε βράδυ, κάθε που τελειώνει η μέρα αυτό τον καιρό, σκουπίζουμε τις νεκρές μας λέξεις και τις αδειάζουμε στα σκουπίδια.


Οι ψεύτικες λέξεις είναι αποτρόπαια ψοφίμια.

***
Η φωτογραφία είναι του Ralph Gibson

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Ένας λαθραίος στην επιτυχία

[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή" της Κυριακής 7/7/2013]


Οι γνώσεις μου επί «αθλητικών» θεμάτων είναι εξαιρετικά λιγοστές, από επιλογή και από άποψη. Συνοπτικά μόνο να πω πως θεωρώ όλη αυτή την ιστορία του επαγγελματικού αθλητισμού μια εξαιρετική φάμπρικα πολιτικών και οικονομικών συμβολαίων.

Το θέμα ωστόσο αυτού του σημειώματος είναι ο Αντετοκούμπο, ο Νιγηριανής καταγωγής αθλητής του μπάσκετ, ο οποίος απασχόλησε το μπασκετικό κατεστημένο των ΗΠΑ με τις επιδόσεις του, έγινε αφιέρωμα στου New York Times, εξ αντανακλάσεως και σε όλα τα ελληνικά ΜΜΕ, και την Τρίτη έγινε και επισκέπτης του Μεγάρου Μαξίμου μετά από πρόσκληση του «γονιδιακά» μη ρατσιστή πρωθυπουργού.

Πολλαπλές αναγνώσεις μπορεί κανείς να κάνει σε αυτή την ιστορία. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση καρπώνεται, ή επιχειρεί να καρπωθεί, μια αθλητική «επιτυχία». Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος μετανάστης βαφτίζεται Έλληνας επειδή πρώτευσε, ξεχώρισε, συμμετείχε σε μια αθλητική επιτυχία. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια «καλή είδηση» καταβροχθίζεται από τα συστημικά μέσα, προκειμένου να χωνευτεί ως ένδειξη της «νέας Ελλάδας» που προκύπτει από το μνημονιακό τοκετό.

Ο Αντετοκούμπο είναι ένας, πετυχημένος μετανάστης, άθελά του «ακίνδυνος» για τα ρατσιστικά σύνδρομα ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Σηματοδοτεί την πεποίθηση πως η προσωπική προσπάθεια αρκεί για να κερδίσει κανείς την αναγνώριση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η αναγνώρισή του ως Έλληνα πολίτη είναι επιβράβευση των προσπαθειών του, όχι προϋπόθεση. Η επιτυχία του Αντετοκούμπο είναι ότι μόνος τους, χωρίς τη συνδρομή της κοινωνίας, των θεσμών, των κρατικών υπηρεσιών ξεχώρισε και πέτυχε. Πρόκειται για ένα “success story” με σημειολογία ανάλογη με το ράλλυ ακρόπολης, τη νέα εθνική βιβλιοθήκη στο Φάληρο, την αγορά του ΔΕΣΦΑ, τη δημιουργία του αγωγού φυσικού αερίου κλπ και χρήση ανάλογη αυτών.

Δεν θα μπορούσα να υποδείξω σε αυτόν τον άνθρωπο το βαρύ φορτίο που προσθέτει στις βασανισμένες πλάτες του η ξαφνική αυτή δημοσιότητα. Δεν με ξαφνιάζει η δικαιολογημένη χαρά του, ούτε καν η ευγνωμοσύνη του απέναντι στην Ελλάδα. Δεν με ξαφνιάζει, με θλίβει ωστόσο, στο μέτρο που έχω παρακολουθήσει τις δηλώσεις του, το γεγονός πως δεν αναφέρεται στις ρατσιστικές επιθέσεις που δέχονται οι μετανάστες, στο φασιστικό φαινόμενο, στα δικαιώματα των υπολοίπων. Δεν αξιοποιεί προς όφελος των βασανισμένων την τυχαία αναγνώρισή του από την ελληνική πολιτεία. Ας είναι.


Εμείς θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για τα success stories όλων των ανθρώπων. Έτσι ώστε οι επιτυχίες να μην είναι λαθραίες, να είναι εξαιρετικά κοινότοπες.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Το Γενικό Συμβούλιο και η… Πολιτική Ηγεσία



Με ανακοίνωσή του το Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών, Γενικών Αρχείων του Κράτους και Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης (το τελευταίο άνευ αντικειμένου…) τοποθετήθηκε πριν λίγες μέρες στο ζήτημα που έχει προκύψει σχετικά με την επικείμενη συγχώνευση δημοσίων βιβλιοθηκών και την απόλυση εργαζομένων σε αυτές.

Το εν λόγω Συμβούλιο είναι το ίδιο που δεν είχε τοποθετηθεί όταν η Άννα Διαμαντοπούλου, ως υπουργός Παιδείας, καλούσε τις βιβλιοθήκες να υιοθετηθούν από το ίδρυμα Νιάρχου, ειδάλλως τις απειλούσε με κλείσιμο λόγω έλλειψης κρατικής χρηματοδότησης.

Θα περίμενε κανείς σε μία τέτοια ανακοίνωση -αδήλωτο σε ποιους απευθύνεται- να υπάρξει μια σαφής, αυστηρή και αποφασιστική τοποθέτηση του εν λόγω συμβουλίου για όσα σχεδιάζονται στους διαδρόμους του υπουργείου, στο οποίο εξάλλου αυτό ανήκει. Θα περίμενε μια συνοπτική περιγραφή της σημασίας και του ρόλου των βιβλιοθηκών την εποχή αυτή της κρίσης. Θα περίμενε έστω μια αναφορά και στα ζητήματα Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ, όμως…

Αντί αυτού έχουμε ένα φλύαρο και ανούσιο κείμενο που απαντάει σε «φήμες», τις οποίες ωστόσο δεν θεωρεί απλώς «φήμες», αφού τις σχολιάζει. Στο εν λόγω κείμενο αναφέρεται πως «λίγη» βοήθεια θα επιτρέψει στις βιβλιοθήκες να επιτελέσουν το έργο τους, το οποίο ορίζεται ως η διά βίου μάθηση και επανακατάρτιση των ανέργων και η στήριξη των μαθητών που αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες τους στο σχολείο». Πραγματικά εντυπωσιακή η πρόθεση των συναδέλφων να αντικαταστήσουν τον ΟΑΕΔ και τα σχολεία, όμως παραμένει απορίας άξιο το πώς πετυχαίνουν αυτές κάτι τέτοιο, αφού φαντάζομαι πως έχουν διατελέσει επαρκώς τις βασικές λοιπές λειτουργίες τους. Είναι δε ενδιαφέρον πώς αυτές πετυχαίνουν στη στήριξη των μαθητών, εκεί που το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί αποτυγχάνουν.

Ύστερα επαναλαμβάνονται συνοπτικότατα οι θέσεις του Συμβουλίου σχετικά με την ανασυγκρότηση του συστήματος δημοσίων βιβλιοθηκών (αλλά και των δημοτικών…). Χωρίς να είναι πρόθεσή μου ο σχολιασμός αυτών των απόψεων, δεν μπορώ παρά να απορήσω για τη θέση τους σε μια τέτοια ανακοίνωση και τη συγκυρία που αυτές εκφράζονται. Δεδομένης της κοινής αίσθησης ότι ουδέποτε το Υπουργείο επεξεργάστηκε τις προτάσεις αυτές με πνεύμα κατανόησης και διάθεση στρατηγικής υλοποίησης, δεν μπορώ παρά να θεωρώ πως μπορούν εύκολα να στρώσουν το χαλί στους σχεδιασμούς του για τη συγχώνευση των βιβλιοθηκών (τη λεγόμενη «φήμη»…).

Το εν λόγω Συμβούλιο «ελπίζει» πως η "Πολιτική Ηγεσία" (τι "όμορφη" σημειολογία των κεφαλαίων αρχικών γραμμάτων) θα λάβει αποφάσεις με γνώμονα τις εισηγήσεις των ειδικών… Είναι βέβαια κοινώς αποδεκτό πως το ίδιο έκανε το Υπουργείο και άλλες φορές, όταν ανακοίνωσε τις συγχωνεύσεις των σχολείων, τις απολύσεις των εκπαιδευτικών, το κλείσιμο των σχολικών βιβλιοθηκών: σε όλα αυτά το Υπουργείο μάλλον ζήτησε τη γνώμη των ειδικών, οπότε δόκιμα το Συμβούλιο Βιβλιοθηκών «ελπίζει» πως και τώρα θα πράξει το ίδιο.


Το Συμβούλιο Βιβλιοθηκών δεν απαιτεί, δεν καλεί, απλά «ελπίζει». Καλή ελπίδα συνάδελφοι. Και ας είναι αυτό το κείμενο μια άδικη, σκληρή και μίζερη κριτική στις ανακοινώσεις σας.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Οι άνθρωποι της σιωπής


Υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι της σιωπής - ζουν σε κουρασμένα σπίτια,  φωτισμένα με γυμνές λάμπες, σε δωμάτια χωρίς κανέναν ήχο, μονάχα η ανάσα πάει κι έρχεται από συνήθεια σέρνοντας τις παντόφλες της μέσα στη νύχτα..

Άνθρωποι νικημένοι στην άκρη του χρόνου. Έχουν ζήσει γάμους, γεννήσεις και κηδείες, είναι ίσως οι τελευταίοι που έμειναν, ακόμη και τον πρώτο έρωτα έχουν ξεχάσει. Τίποτα δεν επηρεάζει την καρτερικότητά τους, τίποτα δεν είναι πια γι' αυτούς ξαφνικό, όλα, και τα μελλούμενα, έχουν περάσει. Τα όνειρά τους, όταν αργά το βράδυ ξαπλώνουν, είναι ένας δρόμος σε ένα σκοτεινό οροπέδιο. Ευθύς και μαύρος μέσα στη μαύρη νύχτα, ενωμένος μαζί της όπως η σιωπή με το θάνατο.

Κάποιοι άνθρωποι της σιωπής έχουν πεθάνει χρόνια πριν πεθάνουν. Αυτούς τους ανθρώπους τους αγαπώ και τους σέβομαι για έναν απροσδιόριστο λόγο.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Κλειστόν λόγω θέρους

[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή" της Κυριακής 23/6/2013]



Ποτέ δεν γράφτηκε σχολική έκθεση για το σχολείο που κλείνει λόγω θέρους. Για τη σιωπή που καταλαμβάνει το χώρο που αφήνουν πίσω τους τα παιδιά που φεύγουν. Για τη δασκάλα που μένει στο τέλος, βάζει τα πράγματά της στην τσάντα, κλείνει την πόρτα της τάξης και αποχωρεί και αυτή. Για τις ζωγραφιές, τους χάρτες, τις φωτογραφίες, τις κατασκευές και τις εργασίες τις καταδικασμένες στη βουβή εξορία τους. Για τα βιβλία στην αποθήκη που θα μοιραστούν την επόμενη χρονιά. Για την κλεισμένη πόρτα του προαυλίου, για το άδειο προαύλιο, για τα γραμμένα τετράδια, για το κλειστό μικρόφωνο, για τις στεγνές βρύσες. Για το κουδούνι που δεν χτυπάει.

Υπάρχει μια νίκη σε όλο αυτό το επαναλαμβανόμενο πράγμα. Όλα θα ξαναρχίσουν το Σεπτέμβρη. Πάλι θα ‘ρθουν οι φωνές, οι αγωνίες, τα παιχνίδια των παιδιών. Κάποιοι θα έχουν τελειώσει, κάποιοι θα αρχίζουν. Υπάρχει μια συνέχεια, η επόμενη τάξη, το ανώτερο σκαλί. Σαν να τελειώνει μια παράσταση: οι ήρωες γδύνονται το ρόλο τους, μένουν για λίγο γυμνοί και ύστερα επιστρέφουν στη ζωή τους, που κανείς δεν έχει γράψει το σενάριό της. Αυτό είναι μια σχολική χρονιά που τελειώνει: μια παράσταση που ολοκληρώνεται, ένα ποίημα που γράφτηκε πια, μια ζωή που τη ζήσαμε, μια φωτογραφία που τραβήχτηκε.

Δεν ήταν εύκολη η χρονιά που πέρασε- ούτε στις τάξεις, ούτε στα σχολεία. Ο Στάνισλαβ Γέρζι Λετς λέει κάπου στις «αχτένιστες σκέψεις» του πως  «ο άνθρωπος μεγαλώνει ανάλογα με το τίμημα που πληρώνει». Φέτος το τίμημα ήταν μεγάλο: παιδιά που λιμοκτονούσαν, γονείς άνεργοι, λιγότεροι δάσκαλοι, πολυπληθέστερες τάξεις… Η γενιά που εκπαιδεύεται τώρα θα είναι πιο ώριμη από τη γενιά που τη γέννησε προφανώς. Η σχολική χρονιά τελειώνει νικημένη, με ενισχυμένες τις αντιστάσεις, αλλά όχι οργανωμένες ανάλογα με τη μάχη που θα δοθεί τον προσεχή Σεπτέμβρη.


Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω- το ψάχνω τόση ώρα και δεν το βρίσκω. Ο γιος μου τελείωσε την Τρίτη δημοτικού. Αποχαιρετώντας τη δασκάλα, την ευχαρίστησα που είχε να δώσει στα παιδιά μας μια τέτοια δύσκολη χρονιά, της ευχήθηκα δύναμη και κουράγιο για την επόμενη που θα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Της είπα πως θα είμαστε στο πλάι των δασκάλων οι γονείς, πώς μπορεί να είναι διαφορετικά; Χαμογέλασε και μου είπε: «ίσως να μην είμαι του χρόνου…»